
Η τοπολογία του δημόσιου χώρου
Ο δημόσιος χώρος περιλαμβάνει
μια σειρά ταυτόχρονων σχηματοποιήσεων οι οποίες καθορίζουν σε αυτόν όρια τόσο
υλικά, όσο και νοηματικά. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι κάθε νόημα που χρησιμοποιεί
τον δημόσιο χώρο ως πεδίο ανάπτυξης της φαινομενικότητάς του, κάθε αντίληψη
που τον ερμηνεύει αναγνωρίζει σε αυτόν και διαφορετικά όρια καθώς και διαφορετική
υλικότητα.
Η υπόθεση επίσης αυτή προϋποθέτει μια προσέγγιση της σημασίας του δημόσιου
χώρου, όχι μόνο με όρους γεωμετρίας, κοινών γεωμετρικών χαρακτηριστικών και
ως ενός κοινού αντικειμενικού χώρου. Αλλά μια προσέγγιση με όρους τοπολογίας.
Δηλαδή αναζήτησης χαρακτηριστικών ερμηνευτικών: νοηματικά και αντιληπτικά
όρια, όρια επιρροής, διόδους συνδέσεων και συσχετίσεων.
Οι διαφορετικές αυτές σχηματοποιήσεις εκπορεύονται από ένα πλήθος παραγόντων
που ορίζουν διαδοχικά επίπεδα
σημασιών (layers), που ταυτόχρονα δρουν ως πεδία εφαρμογής
δυνάμεων.
Μπορούμε έτσι να αναπαραστήσουμε τον δημόσιο χώρο ως ένα πολυεπίπεδο σχήμα, μια μηχανή, που παράγει όχι ένα, αλλά πολλαπλά νοήματα, που μπορούν να συμπίπτουν, να συμπληρώνονται, να συγκρούονται. Οι παράγοντες που συμμετέχουν στη μηχανή αυτή είναι και αυτοί που δημιουργούν την πολυπλοκότητα της πόλης, του αστικού περιβάλλοντος.
Το 'προγραμματικό διάγραμμα' του δημόσιου χώρου
Στην περίπτωση λοιπόν που επιδιώκουμε με τον σχεδιασμό ενός δημόσιου χώρου να διερευνήσουμε τις διαφορετικές δυνάμεις που επιδρούν, να χαρτογραφήσουμε τα νοηματικά όρια, και έτσι να σχηματοποιήσουμε σχεδιαστικές προτάσεις, σημαντικό στάδιο στον σχεδιασμό μπορεί να είναι η προγραμματική διατύπωση των δυνάμεων και των νοημάτων αυτών, η κατάρτηση του προγράμματος του σχεδιασμού, που ταυτόχρονα ερμηνεύει και προτείνει. Ερμηνεύει το πολυεπίπεδο αυτό σχήμα με το οποίο φορτίζεται ο χώρος αυτός και προτείνει σχεδιαστικές στρατηγικές.
Το πρόγραμμα λοιπόν του δημόσιου
χώρου είναι ίσως ο πιο καθοριστικός παράγοντας του σχεδιασμού του.
Πρόγραμμα εννοούμε τα διαφορετικά επίπεδα που προ-διαγράφουν την δραστηριότητα
και το νοηματικό περιεχόμενο του δημόσιου χώρου. Τα οποία μπορεί να είναι
επίπεδα χρήσης , αλλά και επίπεδα αντίληψης, και επίπεδα νοηματοδότησης του
δημόσιου χώρου. Είναι αυτά που αλληλεπιτιθέμενα εγκαθιστούν διαφορικά ζεύγη
εννοιών, όπως δημόσιο-ιδιωτικό, φυσικό- τεχνητό, υλικό-νοητό.
Σε αυτό το προγραμματικό περιβάλλον του σχεδιασμού, χρειάζεται ένα συνθετικό
εργαλείο με τοπολογικά χαρακτηριστικά. Το οποίο να μπορεί να αποτυπώνει σχέσεις,
διασυνδέσεις, δυνάμεις και ταυτόχρονα να λειτουργεί ως παραγωγός μηχανή νέου
νοήματος, να τροφοδοτεί τον σχεδιασμό. Ένα τέτοιο 'μηχανισμό σκέψης' μπορεί
να εγκαταστήσει το διάγραμμα.
Καθορίζεται έτσι ως σημαντική
η διαγραμματική αποτύπωση ενός πολυεπίπεδου προγραμματικού σχήματος, που συγκροτείται
από τα επίπεδα αυτά του προγράμματος, που σχηματοποιούν το καθένα μια διαφορετική
λειτουργία, αντίληψη, νόημα, αλλά και τα ίδια τα φυσικά όρια του δημόσιου
χώρου, την υλικότητά του. Η διατύπωση του διαγράμματος του σχήματος αυτού
μπορεί να είναι ιδιαίτερα καθοριστική για τον σχεδιασμό. Θα μπορούσαμε να
το ονομάσουμε 'προγραμματικό
διάγραμμα'
Η αναλυτική αυτή χαρτογράφηση των πεδίων σημασιών που περιλαμβάνει το προγραμματικό
διάγραμμα ως συνθετικό εργαλείο, κρύβει και άλλη μια αξία για τον σχεδιασμό:
Καθένα από αυτά τα πεδία μπορεί από τη μια να ανεξαρτητοποιηθεί, ανοίγοντας
αυτόνομα πεδία προβληματισμού για τον δημόσιο χώρο (η φύτευση, η κατοικία,
τα δίκτυα, η αξία γης κ.α.) παράγοντας ερωτήματα που μπορούν, από την άλλη,
με τη σειρά τους να ξανά- ενσωματωθούν και να επανα- τροφοδοτήσουν το προγραμματικό
μοντέλο.
μια συνθετική πρόταση 'επιφάνειας'
Επιχειρήθηκε στην επεξεργασία του θέματος να ενταχθεί συνθετικά η διαδικασία
του 'κενού τετραγώνου', της διαδικασίας δηλαδή που φέρνει σε αντιπαράθεση
και συσχετίζει τις ετερογενείς σειρές των σημείων, όπως αναφέρει ο
Deleuze.
Παράλληλα να μπορεί ο σχεδιασμός να θέτει σε κίνηση μια διαδικασία που να
μην αποδέχεται το προκαθορισμένο νόημα του δημόσιου χώρου και να δίνει τη
δυνατότητα για απεριόριστη παραγωγή εικόνων και προτύπων του δημόσιου χώρου,
και επεξεργασίας του από τους ίδιους τους χρήστες.
Αυτό συνθετικά επιχειρήθηκε με τη βοήθεια αγωγών που διαπερνούν, ξετρυπούν
ή αλλοιώνουν το πολυεπίπεδο σχήμα του δημόσιου χώρου (τα 'urban worms' ή 'αστικούς
αγωγούς'). Έτσι από τη μια αναδεικνύουν την επιφανειακότητά του και από την
άλλη προτείνουν μια θεώρηση που αποδέχεται το νόημα του δημόσιου χώρου ως
κάτι που βρίσκεται διαρκώς υπό διαπραγμάτευση. Το βάθος στην περίπτωση αυτή
εννοείται ως η ανακάλυψη μιας άλλης επιφάνειας κάτω απο την επιφάνεια, σε
ένα διαρκές παιχνίδι διαδοχής επιφανειών. Ένα παιχνίδι της φαινομενικότητας.
Οι αγωγοί αυτοί πρακτικά φέρουν την διαδικασία αυτή παραγωγής εικόνων, επικοινωνίας, της διαχείρισης της μνήμης του δημόσιου χώρου, ολόκληρο το 'μή υλικό' δηλαδή κομμάτι της ζωής του δημόσιου χώρου, που σήμερα, με τα νέα μέσα, μπορεί να βιωθεί συλλογικά.
Οι αγωγοί αυτοί επίσης, στην λογική της εγκατάστασης μιας αλληλεξάρτησης μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων του προγράμματος, μπορούν να εγκαθιστούν εφήμερες κατασκευές που 'αλλοιώνουν' τα επίπεδα αυτά (σε δημόσια κτήρια, την κατοικία, τη συγκοινωνία κ.α.) σε σχέση με την επιφάνεια, το ανάγλυφο του δημόσιου χώρου.
Καθένα από τα επίπεδα αυτά, με την υλική ή μη παρέμβασή του στον κενό αυτό χώρο της πόλης, σχηματοποιεί διαφορετικά όρια για τον δημόσιο χώρο, με φόντο πάντα την επιφάνεια (η φύτευση, τα όρια που θέτουν τα σχολεία και το γήπεδο κ.α.), και διαφορετικές νοηματικές διαστάσεις χώρου.
Τα δημόσια κτήρια του χώρου (σχολεία, γήπεδο) επαναπροσδιορίσθηκαν σχεδιαστικά, ώστε να ενταχθούν στη σχέση αυτή αλληλεξάρτησης με το ανάγλυφο. Τα σχολεία επιτρέπουν στο ανάγλυφο να τα διαπεράσει από κάτω σαν χαλί, ενώ στην περίπτωση του γηπέδου, το ανάγλυφο υπερβαίνει τον χώρο (ο οποίος υποβαθμίζεται) και καλύπτει μέρος του.
Τέλος το ανάγλυφο του συγκεκριμένου
οικοπέδου 'καμουφλάρεται', ως φυσικό δάπεδο, έτσι ώστε να αποτελέσει μία συνέχεια
του φυσικού χώρου του Λυκαβηττού, αλλά και άλλων γειτονικών κενών χώρων ελεύθερης
βλάστησης η πάρκων, δίνοντας τη δυνατότητα για δημιουργία ενός δικτύου ενοποιημένων
δημόσιων χώρων. Ενός διαφορετικού δικτύου κίνησης και δημόσιας χρήσης μέσα
στον αστικό ιστό.