Έχει γίνει μια προσπάθεια να μελετηθεί η έννοια της αστικής κοιλότητας. Δηλαδή του κενού κοίλου χώρου στο εσωτερικό μιας πόλης που παραμένει στο μεγαλύτερο μέρος του χωρίς τεχνιτές επεμβάσεις, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό την φυσική του υπόσταση.
Είναι οι χώροι οι οποίοι για διάφορους λόγους (κυρίως ιστορικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς) δεν έχουν ακολουθήσει την τεχνιτή ανοικοδόμηση της πόλης και διατηρούν μια φυσική, δυναμική κατάσταση. Οι χώροι αυτοί, αν και συστηματικά δέχονται την αδιαφορία των πολιτών και της αστικής κοινωνικής δημόσιας ζωής, χαρακτηρίζονται από ένα δυναμισμό της άκρατης, ανεξέλεκτης φυσικής τους ανάπτυξης. Στην προκειμένη περίπτωση η αστική κοιλότητα που μελετούμε γειτνιάζει με μια πολύ ισχυρή και σημαντική φυσική υπόσταση της πόλης, το λόφο του Λυκαβηττού. Βρίσκεται σε επαφή με τέτοιο τρόπο με το λόφο ώστε να μπορεί να θεωρηθεί (και να βιωθεί) σαν φυσική εξέλιξή του, σαν συνέχειά του.
Η άμεση εξάρτησή του από αυτόν (και λόγω της ίδιας έντονης κλίσης που έχει) μας επιτρέπει να προσπαθήσουμε να αναιρέσουμε τα κλασικά συνθετικά αρχιτεκτονικά στοιχεία που χρησιμοποιούμε στο σχεδιασμό και να κατευθυνθούμε προς την διατύπωση κάποιων νέων συνθετικών εργαλείων που βασίζονται στην "σχηματοποίηση του βλέματος". Θα προσπαθήσουμε καταρχήν να την αναλύσουμε και αργότερα να επέμβουμε σε αυτήν με βάση και εργαλείο την ανθρώπινη ματιά και οπτική προς το φυσικό και αστικό τοπίο.
Για να παρουσιαστούν καλύτερα τα μέσα που χρησιμοποιήσαμε στην ανάλυση και στο σχεδιασμό μας, στις εικόνες χρησιμοποιούμε αρκετά φωτογραφίες που πήραμε από την περιοχή με την γραφική επέμβαση που κάνουμε σε αυτές για να τις αναλύσουμε περαιτέρω. Για να γίνει πιό κατανοητό πώς διαβάζουμε τις διάφορες οπτικές, "σημαίνουμε" με διάφορους τρόπους τα καδραρίσματα σε επιλεγμένες περιοχές, τα "μπλοκαρίσματα" του βλέμματος, τις συνέχειες και τις ασυνέχειες του χώρου, τις ενιαίες φυσικές επιφάνειες (φίλτρο πρασίνου), τα μεμονωμένα στοιχεία.
Στην κάτοψη "σημαίνονται" τα σημεία λήψης των φωτογραφιών (που ταυτίζονται με τις κυρίαρχες, κατά την ανάλυση, οπτικές) και τα κτήρια ή φυσικά στοιχεία που θεωρούνται σημαντικά κατά περίπτωση. Γίνεται προσπάθεια να καταγραφούν οι συνέχειες και οι ασυνέχειες του χώρου, οι μεγάλες επιφάνειές του και οι ρυθμοί που δημιουργούνται φυσικά.
Το επόμενο βήμα τις ανάλυσης οδηγεί στον καθορισμό των επιλεγμένων σημείων πάνω στην αστική κοιλότητα που θα εγκατασταθούν συγκεκριμένοι χώροι από κατασκευαστικά στοιχεία και τις κατευθύνσεις προς τις οποίες θέλουμε να οδηγούμε το βλέμμα. Συνέπεια των παραπάνω είναι η συγκρότηση ενός σχεδίου στο οποίο καταγράφονται οι βασικές προθέσεις του σχεδιασμού.
Οι λειτουργίες που θα φιλοξενούνται θα είναι κυρίως αναψυχής και πληροφόρησης, θα οργανώνονται πάνω σε κατασκευές. Στόχος είναι να αναδεικνύεται το φυσικό στοιχείο, να ευνοείται ο χαλαρός περίπατος και να οδηγείτε το βλέμμα προς τα μακρινά σημεία ενδιαφέροντος της πόλης (και να μην επικεντρώνεται αποκλειστικά στο εσωτερικό της αστικής κοιλότητας). Από όλα αυτά μπορεί να συμπεράνει κάποιος ότι ο σχεδιασμός προσπαθεί να προτείνει στον χρήστη μια υποκειμενική οπτική του αστικού περιβάλλοντος.
Στις εικόνες αναλύονται διεξοδικά τα συνθετικά εργαλεία που επιλέχθηκαν, τα σημεία επικέντρωσης και επέμβασης, καθώς και παρουσιάζεται ένας γραφικός σχολιασμός της οπτικής και της θέασης που παρέχει το κάθε σημείο.



Η τοπολογία του δημόσιου χώρου

Ο δημόσιος χώρος περιλαμβάνει μια σειρά ταυτόχρονων σχηματοποιήσεων οι οποίες καθορίζουν σε αυτόν όρια τόσο υλικά, όσο και νοηματικά. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι κάθε νόημα που χρησιμοποιεί τον δημόσιο χώρο ως πεδίο ανάπτυξης της φαινομενικότητάς του, κάθε αντίληψη που τον ερμηνεύει αναγνωρίζει σε αυτόν και διαφορετικά όρια καθώς και διαφορετική υλικότητα.
Η υπόθεση επίσης αυτή προϋποθέτει μια προσέγγιση της σημασίας του δημόσιου χώρου, όχι μόνο με όρους γεωμετρίας, κοινών γεωμετρικών χαρακτηριστικών και ως ενός κοινού αντικειμενικού χώρου. Αλλά μια προσέγγιση με όρους τοπολογίας. Δηλαδή αναζήτησης χαρακτηριστικών ερμηνευτικών: νοηματικά και αντιληπτικά όρια, όρια επιρροής, διόδους συνδέσεων και συσχετίσεων.

Οι διαφορετικές αυτές σχηματοποιήσεις εκπορεύονται από ένα πλήθος παραγόντων που ορίζουν διαδοχικά επίπεδα σημασιών (layers), που ταυτόχρονα δρουν ως πεδία εφαρμογής δυνάμεων.

Μπορούμε έτσι να αναπαραστήσουμε τον δημόσιο χώρο ως ένα πολυεπίπεδο σχήμα, μια μηχανή, που παράγει όχι ένα, αλλά πολλαπλά νοήματα, που μπορούν να συμπίπτουν, να συμπληρώνονται, να συγκρούονται. Οι παράγοντες που συμμετέχουν στη μηχανή αυτή είναι και αυτοί που δημιουργούν την πολυπλοκότητα της πόλης, του αστικού περιβάλλοντος.


Το 'προγραμματικό διάγραμμα' του δημόσιου χώρου

Στην περίπτωση λοιπόν που επιδιώκουμε με τον σχεδιασμό ενός δημόσιου χώρου να διερευνήσουμε τις διαφορετικές δυνάμεις που επιδρούν, να χαρτογραφήσουμε τα νοηματικά όρια, και έτσι να σχηματοποιήσουμε σχεδιαστικές προτάσεις, σημαντικό στάδιο στον σχεδιασμό μπορεί να είναι η προγραμματική διατύπωση των δυνάμεων και των νοημάτων αυτών, η κατάρτηση του προγράμματος του σχεδιασμού, που ταυτόχρονα ερμηνεύει και προτείνει. Ερμηνεύει το πολυεπίπεδο αυτό σχήμα με το οποίο φορτίζεται ο χώρος αυτός και προτείνει σχεδιαστικές στρατηγικές.

Το πρόγραμμα λοιπόν του δημόσιου χώρου είναι ίσως ο πιο καθοριστικός παράγοντας του σχεδιασμού του.
Πρόγραμμα εννοούμε τα διαφορετικά επίπεδα που προ-διαγράφουν την δραστηριότητα και το νοηματικό περιεχόμενο του δημόσιου χώρου. Τα οποία μπορεί να είναι επίπεδα χρήσης , αλλά και επίπεδα αντίληψης, και επίπεδα νοηματοδότησης του δημόσιου χώρου. Είναι αυτά που αλληλεπιτιθέμενα εγκαθιστούν διαφορικά ζεύγη εννοιών, όπως δημόσιο-ιδιωτικό, φυσικό- τεχνητό, υλικό-νοητό.
Σε αυτό το προγραμματικό περιβάλλον του σχεδιασμού, χρειάζεται ένα συνθετικό εργαλείο με τοπολογικά χαρακτηριστικά. Το οποίο να μπορεί να αποτυπώνει σχέσεις, διασυνδέσεις, δυνάμεις και ταυτόχρονα να λειτουργεί ως παραγωγός μηχανή νέου νοήματος, να τροφοδοτεί τον σχεδιασμό. Ένα τέτοιο 'μηχανισμό σκέψης' μπορεί να εγκαταστήσει το διάγραμμα.

Καθορίζεται έτσι ως σημαντική η διαγραμματική αποτύπωση ενός πολυεπίπεδου προγραμματικού σχήματος, που συγκροτείται από τα επίπεδα αυτά του προγράμματος, που σχηματοποιούν το καθένα μια διαφορετική λειτουργία, αντίληψη, νόημα, αλλά και τα ίδια τα φυσικά όρια του δημόσιου χώρου, την υλικότητά του. Η διατύπωση του διαγράμματος του σχήματος αυτού μπορεί να είναι ιδιαίτερα καθοριστική για τον σχεδιασμό. Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε 'προγραμματικό διάγραμμα'

Η αναλυτική αυτή χαρτογράφηση των πεδίων σημασιών που περιλαμβάνει το προγραμματικό διάγραμμα ως συνθετικό εργαλείο, κρύβει και άλλη μια αξία για τον σχεδιασμό: Καθένα από αυτά τα πεδία μπορεί από τη μια να ανεξαρτητοποιηθεί, ανοίγοντας αυτόνομα πεδία προβληματισμού για τον δημόσιο χώρο (η φύτευση, η κατοικία, τα δίκτυα, η αξία γης κ.α.) παράγοντας ερωτήματα που μπορούν, από την άλλη, με τη σειρά τους να ξανά- ενσωματωθούν και να επανα- τροφοδοτήσουν το προγραμματικό μοντέλο.

μια συνθετική πρόταση 'επιφάνειας'


Επιχειρήθηκε στην επεξεργασία του θέματος να ενταχθεί συνθετικά η διαδικασία του 'κενού τετραγώνου', της διαδικασίας δηλαδή που φέρνει σε αντιπαράθεση και συσχετίζει τις ετερογενείς σειρές των σημείων, όπως αναφέρει ο Deleuze. Παράλληλα να μπορεί ο σχεδιασμός να θέτει σε κίνηση μια διαδικασία που να μην αποδέχεται το προκαθορισμένο νόημα του δημόσιου χώρου και να δίνει τη δυνατότητα για απεριόριστη παραγωγή εικόνων και προτύπων του δημόσιου χώρου, και επεξεργασίας του από τους ίδιους τους χρήστες.

Αυτό συνθετικά επιχειρήθηκε με τη βοήθεια αγωγών που διαπερνούν, ξετρυπούν ή αλλοιώνουν το πολυεπίπεδο σχήμα του δημόσιου χώρου (τα 'urban worms' ή 'αστικούς αγωγούς'). Έτσι από τη μια αναδεικνύουν την επιφανειακότητά του και από την άλλη προτείνουν μια θεώρηση που αποδέχεται το νόημα του δημόσιου χώρου ως κάτι που βρίσκεται διαρκώς υπό διαπραγμάτευση. Το βάθος στην περίπτωση αυτή εννοείται ως η ανακάλυψη μιας άλλης επιφάνειας κάτω απο την επιφάνεια, σε ένα διαρκές παιχνίδι διαδοχής επιφανειών. Ένα παιχνίδι της φαινομενικότητας.

Οι αγωγοί αυτοί πρακτικά φέρουν την διαδικασία αυτή παραγωγής εικόνων, επικοινωνίας, της διαχείρισης της μνήμης του δημόσιου χώρου, ολόκληρο το 'μή υλικό' δηλαδή κομμάτι της ζωής του δημόσιου χώρου, που σήμερα, με τα νέα μέσα, μπορεί να βιωθεί συλλογικά.

Οι αγωγοί αυτοί επίσης, στην λογική της εγκατάστασης μιας αλληλεξάρτησης μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων του προγράμματος, μπορούν να εγκαθιστούν εφήμερες κατασκευές που 'αλλοιώνουν' τα επίπεδα αυτά (σε δημόσια κτήρια, την κατοικία, τη συγκοινωνία κ.α.) σε σχέση με την επιφάνεια, το ανάγλυφο του δημόσιου χώρου.

Καθένα από τα επίπεδα αυτά, με την υλική ή μη παρέμβασή του στον κενό αυτό χώρο της πόλης, σχηματοποιεί διαφορετικά όρια για τον δημόσιο χώρο, με φόντο πάντα την επιφάνεια (η φύτευση, τα όρια που θέτουν τα σχολεία και το γήπεδο κ.α.), και διαφορετικές νοηματικές διαστάσεις χώρου.

Τα δημόσια κτήρια του χώρου (σχολεία, γήπεδο) επαναπροσδιορίσθηκαν σχεδιαστικά, ώστε να ενταχθούν στη σχέση αυτή αλληλεξάρτησης με το ανάγλυφο. Τα σχολεία επιτρέπουν στο ανάγλυφο να τα διαπεράσει από κάτω σαν χαλί, ενώ στην περίπτωση του γηπέδου, το ανάγλυφο υπερβαίνει τον χώρο (ο οποίος υποβαθμίζεται) και καλύπτει μέρος του.

Τέλος το ανάγλυφο του συγκεκριμένου οικοπέδου 'καμουφλάρεται', ως φυσικό δάπεδο, έτσι ώστε να αποτελέσει μία συνέχεια του φυσικού χώρου του Λυκαβηττού, αλλά και άλλων γειτονικών κενών χώρων ελεύθερης βλάστησης η πάρκων, δίνοντας τη δυνατότητα για δημιουργία ενός δικτύου ενοποιημένων δημόσιων χώρων. Ενός διαφορετικού δικτύου κίνησης και δημόσιας χρήσης μέσα στον αστικό ιστό.

Η ΣΧΗΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥ
Hosted by www.Geocities.ws

1