Η δομή

Ο Gilles Deleuze (στο κείμενό του: '8th series of structure' από τον τόμο: 'Logic of Sense') ισχυρίζεται ότι η έννοια της δομής χαρακτηρίζεται απο τρεις βασικές συνθήκες:

2.1 Μια δομή αποτελείται από δύο τουλάχιστον ετερογενείς σειρές. Είναι αυτές που εγκαθιστούν την περίφημη σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου. Μια σειρά από μόνη της δεν μπορεί να αποτελέσει δομή.

2.2 Καθεμιά από τις δυο αυτέ σειρές συντάσσεται και αποκτά νόημα και περιεχόμενο, μόνο λόγω της αλληλεξάρτησής της με την άλλη. Μια σειρά πό μόνη της δεν μπορεί να αρθρώσει νόημα.
Ο Deleuze χρησιμοποιεί ως επιχείρημα το παραπάνω δομικό χαρακτηριστικό για να εισάγει την αξία του διαφορικού λογισμού, τον οποίο γνωρίζουμε από τα μαθηματικά, και στην μελέτη της δομής.

Σύμφωνα λοιπόν με τον διαφορικό λογισμό: Καθεμιά από τις δύο ποσότητες δεν έχει προκαθορισμένη τιμή, αλλά την αποκτά μόνο στα πλαίσια της συσχέτισής της με την άλλη, σύμφωνα με την γνωστή εξίσωση:
F(x,y)= dx/dy

2.3 Η ικανότητα των δύο σειρών να αλληλοσχετίζονται δεν οφείλεται στις ίδιες τους προθέσεις. Οι δύο σειρές έρχονται σε επαφή υπό την επίδραση του 'διαφοροποιητή', όπως τον ονομάζει ο Deleuze.
Αυτός, τον οποίο χαρακτηρίζει και 'κενό τετράγωνο', είναι για τον Deleuze ένας μεταβλητός παράγοντας που θέτει τη δομή σε λειτουργία. Και καθώς κυκλοφορεί διαρκώς ανάμεσα στις σειρές, αντανακλώντας τις, τις κάνει να επικοινωνούν, να συνυπάρχουν, να διακλαδίζονται.

 

3. Ο ρόλος του 'αστικού ανάγλυφου', του 'επιπέδου' του δημόσιου χώρου.

Από την διατύπωση του Deleuze για το ζήτημα της δομής μπορούμε να κρατήσουμε τη σημασία που εντοπίζει στον 'διαφορικό λογισμό' για τη δομική σκέψη:


Ο διαφορικός λόγος: dx/dy λοιπόν σε μια δομική αντίληψη για τον δημόσιο χώρο, μπορεί να διεκδικήσει τον κεντρικό συγκροτητικό ρόλο της δομής, το κύριο χαρακτηριστικό της σύμφωνα με το οποίο μπορούν να ερμηνευτούν οι δομικές του λειτουργίες. Μπορούμε έτσι να χαρακτηρίσουμε τον διαφορικό λόγο ως τον παράγοντα που καθορίζει τη συν-λειτουργία των διαφορετικών επιπέδων του προγράμματος του δημόσιου χώρου.

Σύμφωνα πάντα με το μοντέλο της δομής, μπορούμε κατ' αρχάς να ορίσουμε κάθε επίπεδο του προγράμματος ως μια σειρά σημείων που σημαίνονται, που διαθέτουν εν δυνάμει κάποιο νόημα, και το επίπεδο, το ανάγλυφο του δημόσιου χώρου, ως τη σειρά των σημείων που σημαίνουν, δηλαδή μέσω του οπαίου όλες οι υπόλοιπες σειρές αποκτούν το νόημά τους.

Έτσι μπορούμε να δώσουμε στη σημαίνουσα σειρά του ανάγλυφου την τιμή του σταθερού παρονομαστή dy, και ο οποίος στα πλαίσια του διαφορικού λόγου διαιρεί καθεμία από τις υπόλοιπες σειρές του προγράμματος, στις οποίες μπορούν να αποδοθούν οι τιμές αντίστοιχα: dx1, dx2, dx3, ...., dxν. Το παράγωγο είναι μια σειρά λόγων, το σύνολο των οποίων συγκροτεί τη δομή του δημόσιου χώρου:

dx1/dy + dx2/dy + dx3/dy + .... + dxν/dy


Μια τέτοια άποψη για τη δομή του δημόσιου χώρου είναι προφανές ότι κρατάει για το αστικό ανάγλυφο τον κυριότερο ρόλο, αυτόν του κύριου σημαίνοντος, καθώς και του κοινού παράγοντα που αλληλεπιδρά με καθέναν από τους άλλους παράγοντες ώστε να καθοριστούν οι νοηματικές ενότητες του δημόσιου χώρου. Έτσι το αστικό ανάγλυφο κατακτά ρόλο του καταλυτικό για την σημασία του δημόσιου χώρου, γίνεται ο παράγοντας που μπορεί να φέρει στην επιφάνεια, να κοινοποιήσει το νόημα όλων των άλλων προγραμματικών επιπέδων. Το ανάγλυφο ή επιφάνεια του δημόσιου χώρου γίνεται το επίπεδο όπου εγγράφονται, όπου γίνονται φανερές οι δυνάμεις που διαπερνούν τον δημόσιο χώρο.

Μια τέτοια τοποθέτηση του στο διαφορικό σύστημα της δομής, ως του κοινού διαιρέτη, αποκαθιστά την αξία του ανάγλυφου ως του κύριου στοιχείου του σχεδιασμού, ως της 'γλώσσας' του δημόσιου χώρου. Αυτή η σημασιοδότησή του ως γλώσσα του δημόσιου χώρου που διαπραγματεύεται νοήματα, τα παράγει και τα φανερώνει, ως κοινός διαιρέτης ενώ όμως παραμένει πάντα ετερο-καθοριζόμενος, του προσδίδει μια σειρά από 'συνθετικές ιδιαιτερότητες':

Το δάπεδο αυτό του δημόσιου χώρου είναι ένα τεχνητό 'φυσικό ανάγλυφο'. Δεν διαθέτει κάποια μόνιμη αξία, δεν διαθέτει κάποιο πρότυπο, αλλά ετεροκαθορίζεται στα πλαίσια του ρόλου του ως κοινού διαιρέτη της δομής του δημόσιου χώρου Χαρακτηρίζεται έτσι ως μια επιφάνεια που μιμείται μορφές, είναι στην ουσία ένα 'ομοίωμα ανάγλυφου'. Από τη στιγμή που χρησιμοποιείται ως ομοίωμα, μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτή του την ιδιαιτερότητα ως συνθετικό τέχνασμα.

Κατά τη χρήση του ανάγλυφου ως σημαίνουσας σειράς, όπως και κατά τη χρήση της γλώσσας, δεν έχει για παράδειγμα νόημα ο προκαθορισμός της νοηματοδότησης καθενός ξεχωριστά από τα στοιχεία του δίπολου: 'φυσικό- τεχνητό', καθώς και του δίπολου: 'βάθος- επιφάνεια'. Το νόημα δεν προϋπάρχει κάπου κρυμμένο, αλλά παράγεται στα πλαίσια της διαρκούς συσχέτισης των σειρών των σημείων. Με τον ίδιο τρόπο και το ανάγλυφο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κάτι που φέρει προκατασκευασμένο ιδεολογικό περιεχόμενο, που χαρακτηρίζεται από ένα διαρκές πρότυπο. Το ανάγλυφο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μια επιφάνεια που 'απεικονίζει' φυσικά νοήματα. Όπως άλλωστε και το αντίθετο, η φύση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μια επιφάνεια που απεικονίζει τεχνητά νοήματα. Έτσι για παράδειγμα ένα φυτεμένο κομμάτι της επιφάνειας αυτής μπορεί να ανασηκώνεται και να καλύπτει έναν άλλο χώρο, με τον ίδιο τρόπο που μπορεί ένας χώρος να καλύπτει ένα κομμάτι της επιφάνειας

Συνθετικά η επιφάνεια αυτή δεν προσδοκά να αναπαράγει ιδεολογικά πρότυπα για την πόλη (τη σχέση της με τη φύση ή με το δημόσιο χώρο), αλλά να δώσει ένα εργαλείο που να μπορεί να προβάλλει τον δημόσιο χώρο ως έναν πολυεπίπεδο ζωντανό οργανισμό, που συγκροτείται σε μια διαρκή ταυτοχρονία. Να αναδείξει τον ρόλο του ως σημείο διασταύρωσης διαφορετικών δυνάμεων. Και να διερευνήσει τρόπους που να μπορούν να αποδώσουν έναν ανοιχτό προγραμματικά δημόσιο χώρο. Αυτό σημαίνει ότι σχεδιασμός θα πρέπει να επιδιώκει να δίνει εργαλεία στους χρήστες του για να μπορούν συλλογικά να επεμβαίνουν στο εσωτερικό μιας ζωντανής δομής δημόσιου χώρου, να παράγουν κάθε φορά το δικό τους ομοίωμα του δημόσιου χώρου παράλληλα με τα συλλογικά σχήματα που δημιουργούν.

Hosted by www.Geocities.ws

1