9. Λάθη στην εκπαίδευση των ιχνηλατών  

Ορισμένες λανθασμένες πρακτικές και χειρισμοί κατά την περίοδο των εκπαιδευτικών ή κατά την κυνηγετική περίοδο, γίνονται συχνά η αιτία για να αποκτήσει ένα νεαρό λαγόσκυλο κάποια ανεπιθύμητα χαρακτηριστικά, τα οποία αν δεν το καταστήσουν μόνιμα προβληματικό, στην καλύτερη περίπτωση θα αναστείλουν και θα καθυστερήσουν την κυνηγετική του εξέλιξη.

Πολλά από αυτά τα λάθη οφείλονται σε μεγάλο ποσοστό στην άγνοια του τρόπου εκπαίδευσης των κουταβιών ή σε εσφαλμένη νοοτροπία και πρακτική του λαγοκυνηγού, παρά σε τυχαία περιστατικά κακών συγκυριών.

Ένα σύνηθες φαινόμενο στην εκπαίδευση των ιχνηλατών είναι η χρησιμοποίηση κάποιου μαθημένου σκύλου για να παίξει το ρόλο του δασκάλου, ο οποίος όμως έχει κάποιο «κουσούρι», και που ανά πάσα στιγμή υπάρχει το ενδεχόμενο να το μεταδώσει στο εκπαιδευόμενο σκυλί.

Ένα κουτάβι, για παράδειγμα, στο ξεκίνημα των εκπαιδευτικών εξόδων σε ανοιχτό χώρο δύσκολα θα ανταποκριθεί στο κάλεσμά μας ή στην εντολή «μη», αν το προπορευόμενο σκυλί κυνηγήσει μπροστά στα μάτια του κατσίκια ή ακολουθήσει το ντορό κάποιας αλεπούς. Το ένστικτο της καταδίωξης, όπως και της ακολουθίας που είναι όπως ξέρουμε πολύ ισχυρά στις φυλές των ιχνηλατών, θα υπερνικήσουν τις φωνές του εκπαιδευτή ή τον ήχο της σφυρίχτρας παρασέρνοντας το νεαρό σκυλί στη λάθος συμπεριφορά. Σε αυτή την περίπτωση το αποτέλεσμα – εκτός των άλλων συνεπειών είναι να πάει «πίσω» την εκπαίδευση του κουταβιού, αφού θα χρειαστεί εκ των υστέρων να διορθώσουμε αυτή τη λάθος συμπεριφορά που πιθανόν να μην εμφανιζόταν αν εκπαιδευόταν μόνο του, ή με κάποιο σωστό σκυλί δάσκαλο.

Κάτι άλλο εξίσου βασικό στην εκπαίδευση των νέων λαγόσκυλων είναι ότι πρέπει να αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε σαν δάσκαλο κάποιο ενήλικο σκυλί, το οποίο έχει χρόνια αδυναμία στο ξεφώλιασμα, και γενικά κάποιο σκυλί χωρίς μεγάλο πάθος για το κυνήγι, με διάρκεια και αποτέλεσμα.

Ο διαφορετικός τρόπος έρευνας, αλλά και το ιδιόμορφο στυλ εργασίας των φυλών ιχνηλατών, μπορούν να δημιουργήσουν επίσης πρόβλημα στην όλη διαδικασία της εκπαίδευσης, εξαιτίας της ανομοιογένειας και της διαφορετικής κυνηγετικής συμπεριφοράς.

 Είναι δηλαδή ανορθόδοξο και πρακτικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, το να προσπαθούμε να εντάξουμε π.χ. ένα κουτάβι Beagle σε μία ομάδα ελληνικών ιχνηλατών ή μια ομάδα segugio italiano, για προφανείς λόγους οι οποίοι έχουν να κάνουν κυρίως με την ταχύτητα κατά την έρευνα αλλά και την καταδίωξη και γενικά με το συνολικό στυλ κυνηγιού.

Με δεδομένο ότι οι ομάδες ιχνηλατών πρέπει να χαρακτηρίζονται από ομοιογένεια και συμπαγή εικόνα καθ’ όλη την κυνηγετική διαδικασία, τέτοιες επιλογές είναι σαφώς ακατάλληλες και πρέπει να αποφεύγονται.

Συμπερασματικά, θα ήταν προτιμότερο για εκείνους που θέλουν να εκπαιδεύσουν κάποιο κουτάβι και δεν διαθέτουν είτε οι ίδιοι, είτε κάποιος φίλος «συνκυνηγός» το κατάλληλο σκυλί  που θα παίξει το ρόλο του δασκάλου, να ακολουθήσουν ένα μοναχικό αλλά μεθοδικό πρόγραμμα εκπαίδευσης, ξεκινώντας από την εξοικείωση του κουταβιού με το περιβάλλον και τη βασική υπακοή και αργότερα με εκπαιδευτικά ιχνηλασίας κ.τ.λ. έχοντας τον πλήρη έλεγχο της εξέλιξης. Η μοναχική εκπαίδευση των κουταβιών, μπορεί να υποστηρίζουν πολλοί ότι είναι πιο χρονοβόρα και κουραστική υπόθεση, όμως η εμπειρία έχει δείξει, πως αν κάποιο σκυλί έχει τις προδιαγραφές ενός άριστου λαγόσκυλου αυτό δεν ισχύει. Αντίθετα σε πολλές περιπτώσεις αποδεικνύεται αποτελεσματικότερη με αρκετά πλεονεκτήματα όπως:

1.       Η ανάπτυξη της πρωτοβουλίας του νεαρού σκυλιού το οποίο θα μάθει εξ αρχής να βασίζεται στον εαυτό του, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει η «ουρά» κάποιου άλλου σκυλιού, που σημειωτέον μπορεί να είναι και ακατάλληλο, όπως προανέφερα.

2.       Η μέγιστη δυνατή συγκέντρωση του κουταβιού κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, που έχει ως αποτέλεσμα την καλύτερη κατανόηση και αφομοίωση των εμπειριών που θα αποκτήσει δουλεύοντας μόνο του στον κυνηγότοπο με αργά αλλά σταθερά βήματα. Αντίθετα η συγκέντρωση του σκυλιού μειώνεται από την παρουσία άλλων σκυλιών στο χώρο της εκπαίδευσης. Ένα η περισσότερα σκυλιά π.χ. ερευνώντας τα ίχνη κάποιου λαγού αλλοιώνουν κατά πολύ τις οσμές τις οποίες προσπαθεί να αντιληφθεί και να ξεκαθαρίσει το κουτάβι που ακολουθεί από πίσω, ενώ άλλες φορές κινούμενα γρηγορότερα από αυτό και σε διαφορετικές κατευθύνσεις πολλές φορές (αν είναι παραπάνω από ένα), δημιουργούν σύγχυση στο εκπαιδευόμενο και άπειρο σκυλί, που συχνά εξαιτίας αυτού εγκαταλείπει την προσπάθεια και απλά παρακολουθεί με τα μάτια την εξέλιξη.

3.       Ο ευκολότερος χειρισμός του κουταβιού από τον εκπαιδευτή, ειδικά σε περιπτώσεις που θα χρειαστεί να διορθώσει κάποια λάθος συμπεριφορά, όπου η παρουσία άλλων σκυλιών σίγουρα επιρρεάζει αρνητικά την όλη διαδικασία

4.       Το πρόβλημα της ανυπακοής προς τον εκπαιδευτή παρουσιάζεται εντονότερο στις φυλές ιχνηλατών έναντι των άλλων φυλών, επειδή τα ένστικτα της ακολουθίας, της περιπλάνησης, της καταδίωξης αλλά και της ομαδικής εργασίας (που προέρχεται από την αρχέγονη αγελαία συμπεριφορά), είναι πολύ ισχυρά διαμορφώνοντας έτσι ένα γενικά κυριαρχικό χαρακτήρα, που τους υπαγορεύει να επικεντρώνονται περισσότερο στα υπόλοιπα σκυλιά της ομάδας.

Για αυτόν ακριβώς το λόγο είναι ιδιαίτερα αναγκαίο, τα νεαρά σκυλιά να έχουν πάρει μαθήματα υπακοής και να ανταποκρίνονται θετικά τουλάχιστον στις δύο βασικότερες κατά τη γνώμη μου εντολές, οι οποίες είναι το «έλα» και το «μη», πριν ακόμα βγουν για εκπαίδευση στο ανοιχτό πεδίο (κυνηγότοπο), διευκολύνοντας έτσι στο μέγιστο τη δουλειά του εκπαιδευτή. Αν δεν υπάρχει αυτός ο κώδικας επικοινωνίας μεταξύ εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενο όπως και μια γενικότερη σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να έχει αναπτυχθεί από πριν, η εκπαίδευση σε πραγματικές συνθήκες κυνηγίου γίνεται πολύ δυσκολότερη και μέσα σε κλίμα ανασφάλειας για το ενδεχόμενο απρόβλεπτων εξελίξεων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση όπου κάποιο κουτάβι ακούγοντας από μακριά κάποια άλλα σκυλιά να καταδιώκουν ή απλά να γαβγίζουν τον ντορό ενός λαγού, τρέχει αμέσως προς το μέρος τους, αδιαφορώντας πλήρως για τις φωνές του ιδιοκτήτη του. Αντίθετα η σωστή προετοιμασία των κουταβιών έρχεται μέσα από προσπάθεια, συνεχή και ουσιαστική επαφή, αλλά και θετική διάθεση με βάση την επιβράβευση και τον έπαινο και όχι την τιμωρία.

Η εκ των υστέρων πρακτική της διόρθωσης με γνώμονα την τιμωρία και ιδιαίτερα τη σωματική (ξύλο) αποτελεί ένα ακόμα βασικό λάθος στην εκπαίδευση και τον χειρισμό των κουταβιών, με αποτελέσματα αντίθετα από τα αναμενόμενα. Στη σωματική τιμωρία συμπεριλαμβάνεται και η χρήση του ηλεκτρικού κολάρου, το οποίο ενώ στα χέρια κάποιου γνώστη εκπαιδευτή μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ένα χρήσιμο εργαλείο, αντίθετα στα χέρια ενός άσχετου ίσως αποδειχτεί πραγματικά καταστροφικό, δημιουργώντας με την ακατάλληλη χρήση μόνιμες φοβίες στα σκυλιά. (για τη χρήση του ηλεκτρικού κολάρου θα αναφερθούμε αναλυτικά σε ακόλουθο άρθρο).

Παρακάτω θα εντοπίσω κάποια σφάλματα, τα οποία μπορεί να μη φαίνονται πολύ σοβαρά, αλλά που όμως έχουν και αυτά τη σημασία τους στην εκπαίδευση των νεαρών λαγόσκυλων.

Το πρώτο είναι η συνήθεια (λόγω της ανυπομονησίας πιστεύω) αρκετών κυνηγών, να βγάζουν από σχετικά μικρή ηλικία τα κουτάβια στο βουνό, για πολύωρα και εξαντλητικά κυνήγια μαζί με άλλα μαθημένα σκυλιά, με το σκεπτικό να ξεκινήσουν νωρίς και να κερδίσουν έτσι χρόνο.

Αν εξετάσουμε όμως πιο προσεκτικά το θέμα, θα δούμε ότι αυτό κρύβει πολλούς κινδύνους για τα νεαρά κουτάβια. Κατ’ αρχήν είναι γνωστό ότι η πολύωρη και εξαντλητική άσκηση, όπως και η έλλειψη νερού επιδρά αρνητικά στον οργανισμό και τα ζωτικά όργανα το σκυλιού, ενώ παράλληλα πιθανόν να κινδυνεύει και από σοβαρούς τραυματισμούς από τα κλαδιά και το πετρώδες έδαφος.

Η περίπτωση επίσης να χαθεί στην προσπάθειά του να ακολουθήσει τα μεγαλύτερα σκυλιά στη φάση της καταδίωξης, είναι πολύ πιθανή και έχουμε άπειρα παραδείγματα που το επιβεβαιώνουν.

Για αυτό το λόγο καλό θα είναι να προγραμματίζουμε σωστά το χρόνο, τον τόπο και τη διάρκεια των εκπαιδευτικών εξόδων, ανάλογα πάντα με την ηλικία τη σωματική διάπλαση αλλά και τη φυσική κατάσταση του κάθε κουταβιού χωρίς υπερβολές, λειτουργώντας υπομονετικά. Άλλωστε αυτό που είναι δυνατόν να μάθει το σκυλί στην κάθε περίοδο της ζωής του, είναι συγκεκριμένο και δεν πρόκειται να αλλάξει με διάφορες βιαστικές κινήσεις.  Είναι δηλαδή σαν να προσπαθούμε να γράψουμε ένα παιδί 6 χρονών κατευθείαν στο γυμνάσιο. Λίγη υπομονή λοιπόν εδώ δε βλάπτει, γιατί όπως λέει και το ρητό «όποιος βιάζεται σκοντάφτει»

Επίσης οι πυροβολισμοί σε πουλιά ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο κατά τη διάρκεια της έρευνας των λαγόσκυλων, είναι σημαντικό σφάλμα, που σπάνια παρατηρείται στους παλιούς και έμπειρους λαγοκυνηγούς, ενώ εντοπίζεται περισσότερο στους νέους. Οι άσχετοι με τη διαδικασία του λαγοκυνηγιού πυροβολισμοί, ειδικά όταν εκπαιδεύουμε κουτάβια που δεν έχουν εξοικειωθεί με τους έντονους κρότους του όπλου, μπορεί να δημιουργήσουν είτε επίκτητες φοβίες, είτε σύγχυση και θα πρέπει οπωσδήποτε να αποφεύγονται. Εξ άλλου το ζητούμενο εδώ είναι να συσχετίσει το νεαρό λαγόσκυλο τις τουφεκιές με το θήραμα, το οποίο θα πρέπει να είναι αποκλειστικά και μόνο ο λαγός.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΙΚΑΣ

 
Πίσω        

Επόμενο Άρθρο

Hosted by www.Geocities.ws

1