Η Ιστορία της Αφροδίτης - Μέρος 3ο
Copyright by pedic
Εκπαίδευση
Η θάλασσα λυσσομανά, το καράβι σκαμπανεβάζει στα κύματα, ο αέρας σφυρίζει δαιμονισμένα, η μελωδία είναι μεθυστική… Αυτή η μελωδία, έρχεται από το νησί, με τραβά, με λιώνει, θέλω να τρέξω να γίνω ένα με αυτή … το κατάρτι τρίζει από τον αέρα, κι εγώ τρέμω από επιθυμία να γίνω ένα με τη μουσική. Δεν μπορώ, είμαι δεμένος στο κατάρτι, με χέρια και με πόδια. Παρακαλώ τους συντρόφους μου να με λύσουν, αλλά αυτοί με αγνοούν, δεν μ’ ακούν καν, έχουν βουλωμένα τ’ αυτιά τους. Νοιώθω την αλμύρα πάνω μου, νοιώθω τον αέρα να θέλει να με σηκώσει να με πάει σ’ Αυτές. Αλλά τίποτα. Δεν μπορώ να κουνηθώ
Ποιες είναι τέλος πάντων!
Πόσο όμορφα τραγουδούν!
Τι ζητούν από μένα;
Ξύπνησα από τον εκνευριστικό ήχο που κάνει η μηχανή του φορτηγού που ανεβαίνει τον ανήφορο γκρινιάζοντας για το βαρύ φορτίο και τα λιγοστά λάδια στη μηχανή. Σαν να ζητά κι αυτό μια ένδειξη ενδιαφέροντος από τον οδηγό-δυνάστη του…
Συνειδητοποιώ .ότι δεν μπορώ να κινηθώ, καθώς είμαι ακόμα δεμένος στο πάτωμα σε σχήμα «Χ». Οι κλειδώσεις μου με πονούν, η πλάτη μου είναι σαν σανίδα πριν περάσει από το μηχάνημα κοπής. Τα σαγόνια μου έχουν μουδιάσει κρατώντας το στόμα μου γεμάτο με το βιολογικά πλέον καθαρισμένο κιλοτάκι. Τα χείλια μου έχουν ξεραθεί από το σάλιο που έβγαινε σε όλη τη διάρκεια του «πλυσίματος». Όχι και η καλύτερη θέση να ξυπνά κανείς. Τουλάχιστον δεν κρυώνω. Καταλαβαίνω ότι κάποιος (ή Κάποια;) με σκέπασε με μια καλοκαιρινή κουβέρτα κάποια στιγμή που κοιμόμουν μάλλον. Για πρώτη φορά από τη χθεσινή μου γνωριμία νοιώθω μια ζεστασιά μέσα μου. Αυτή η απλή κίνηση, αυτό το αίσθημα της φροντίδας με κάνει να νοιώσω ευχαρίστηση, ικανοποίηση, χαρά…Ένα γλυκό καλοκαιρινό φως διαχέεται στο δωμάτιο που βρίσκομαι δεμένος. Δεν ξέρω τι ώρα είναι. Δεν ξέρω πόση ώρα είμαι ξύπνιος. Δεν ξέρω τι μου γίνεται εν ολίγοις.
Ξαφνικά Τη νοιώθω δίπλα μου. Εμφανίζεται σαν τη Θεά που παίζει μεταξύ ύλης και πνεύματος, μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, μεταξύ πραγματικότητας και παραμυθιού. Με πλησιάζει και στέκεται δίπλα μου. Από τη θέση μου μπορώ να δω το θεϊκό Της κορμί να υψώνεται σαν ένα στάχυ που ρουφά τη δροσιά του πρωινού αέρα. Φορά ένα αέρινο νυχτικό που χαϊδεύει ερωτικά το λυγερό αγέρωχο κορμί Της.
-Ξυπνήσατε; Με ρωτά ευδιάθετη.
-Μά..ιστα Κυ..ία, καταφέρνω να πω με όση φωνή μπορεί να βγεί από ένα γεμάτο και κουρασμένο στόμα.
-Α, με συγχωρείτε, να αδειάσω το πλυντήριο, λέει γελώντας. Μου ανοίγει το στόμα με την άκρη του ποδιού Της και σκύβοντας μου αφαιρεί το κιλοτάκι. Το τινάζει, το απλώνει και το εξετάζει.
-Κάνατε αρκετά καλή δουλειά για πρώτη φορά, συνεχίζει χαμογελώντας. Σας ευχαριστώ πολύ, θα σας προτιμήσω και πάλι.
Με γρήγορες κι επιδέξιες κινήσεις μου λύνει τα λουριά που με κρατούν στο έδαφος.
-Σηκωθείτε, με διατάζει.
Προσπαθώ να σηκωθώ. Το καταφέρνω με πολύ κόπο, καθώς οι κλειδώσεις μου είναι μουδιασμένες από την ολονύκτια ακινησία.
-Σιγά-σιγά μη βιάζεστε, θα το συνηθίσετε. Κάντε μικρά βηματάκια και κουνήστε τα χέρια σας να κυκλοφορήσει το αίμα. Πηγαίνετε στο μπάνιο σας να πλυθείτε, να ετοιμαστείτε και ελάτε γρήγορα πίσω, μου λέει βγάζοντας το κολάρο και το προστατευτικό μου.
-Α και μη ξεχαστείτε, κρατηθείτε αγνός, συμπληρώνει με νόημα.
Υπακούω αμέσως και πηγαίνω στο μικρό σκοτεινό δωμάτιο που με καλωσόρισε χτες. Μετά από τον ύπνο στα λουριά, το σκληρό στρώμα γυμναστικής θα μου φαινόταν πουπουλένιο. Χωρίς το κολάρο και το προστατευτικό νοιώθω σαν να πετώ. Το πουλί μου είναι έτοιμο να εκραγεί μετά από τις χτεσινές ταλαιπωρίες. Αλλά δεν τολμώ να παρακούσω τον όρκο της αγνότητας. «Ποιο όρκο αγνότητας, ηλίθιε» μονολογώ, διαπιστώνοντας ότι δεν έχω δώσει ένα τέτοιο όρκο. Και όμως αισθάνομαι σαν να τον έχω ήδη δώσει, ή μάλλον αυτοί οι αόρατοι φρουροί που με παρακολουθούν θα με τιμωρήσουν αν κάνω κάτι, ή τέλος πάντων δε χρειάζεται ν’ ασχοληθώ άλλο με αυτό…
Με κυριεύει ένα περίεργο αίσθημα χαράς και ανακούφισης μαζί. Η Κυρία μου μίλησε τόσο γλυκά. Τη φαντάζομαι να με σκεπάζει κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα και γεμίζω χαρά για τη φροντίδα Της. Και γιατί το δέσιμο όλη νύχτα; Μήπως απλά με προετοίμαζε για το πέρασμα από το νησί των Σειρήνων, όπως τον Οδυσσέα, χιλιάδες χρόνια πριν; Μήπως ο Οδυσσέας είχε και άλλη θαυμάστρια εκτός από τη Θεά Αθηνά;
Πλύθηκα γρήγορα, προσπαθώντας να απολαύσω το χλιαρό άγγιγμα του νερού πάνω στο κουρασμένο σώμα μου. Χαλάρωση, Σκέτη απόλαυση. Σαν να ακούω πάλι το μαγευτικό τραγούδι από το μυστηριώδες νησί. Και όπως κάθε απόλαυση, κρατά πολύ λίγο. Έπρεπε να βιαστώ για να είμαι γρήγορα πίσω, όπως με διέταξε η Κυρία. Σκουπίζομαι με μια λευκή πετσέτα που βρήκα στο μπανάκι, την τυλίγω γύρω μου να κρύψω τη γύμνια μου και επιστρέφω, τρέχοντας σχεδόν, στο καθιστικό. Κάθεται αναπαυτικά στην ίδια πολυθρόνα που Την είδα και χθες. Τα γυμνά Της πόδια ακουμπούν στο πάτωμα δίπλα σε ένα ζευγάρι καλοκαιρινά τσόκαρα. Δίπλα της αχνίζει ένα ζεστό φλιτζάνι, σκορπώντας γύρω του το μεθυστικό του άρωμα.
Γονατίζω πλάι Της. Δεν ξέρω τι άλλο πρέπει να κάνω.
-Καλημέρα Κυρία, λέω με αγωνία
-Καλημέρα σκλάβε! Μου απαντά χαμογελώντας, δείχνοντας με το δεξί Της χέρι προς τα κάτω.
Καταλαβαίνω το νόημα και γρήγορα σκύβω, αγκαλιάζω τα πόδια Της και φιλώ ένα-ένα τα κομψά Της ακροδάχτυλα, δηλώνοντας έτσι την υπακοή μου. Μετά, απλώνοντας τα χέρια μπροστά, ακουμπώ το μέτωπό μου στο έδαφος κοντά στις μύτες των ποδιών Της, παίρνω τη στάση υποταγής, ελπίζοντας να μην έχω κάνει λάθος.
-Η επιθυμία Σας είναι διαταγή, συμπληρώνω
Από τη στάση που βρίσκομαι δεν μπορώ να δω τίποτα. Περιμένω με αγωνία το αποτέλεσμα. Η το γνωστό σφύριγμα του φιδιού. Αντί αυτού, νοιώθω βάρος στο κεφάλι και στην πλάτη μου. Καταλαβαίνω μια βελούδινη αίσθηση αφής πάνω μου. Πρέπει να έχει ακουμπήσει τα πόδια Της πάνω μου. Ένα στο κεφάλι και ένα στην πλάτη. Προσπαθώ να μείνω ακίνητος, για να μην Την ενοχλήσω.
Απόλυτη Ησυχία… Καταλαβαίνω ότι πίνει τον καφέ Της, αγνοώντας πλήρως την ύπαρξή μου κάτω από τα πόδια Της. Περιμένω υπομονετικά, προσέχοντας ακόμα και την αναπνοή μου, μη τυχόν κουνηθώ παραπάνω απ’ όσο πρέπει και πέσουν στο έδαφος. Αυτή τη στιγμή συναγωνίζομαι τις ικανότητες αποκτώντας τις ιδιότητες ενός σκαμπό για τα πόδια. Και τα σκαμπό δεν κουνιόνται μόνα τους, δεν μιλάνε, δε σκέφτονται. «Μη σκέφτεσαι». «Μη σκέφτεσαι».
Επαναλαμβάνω την τελευταία φράση στο μυαλό μου, θέλοντας να σταματήσω κάθε πνευματική εργασία και να επικεντρωθώ σε αυτό που κάνω … ή δεν κάνω. Δεν ξέρω πόσος χρόνος περνά. Δεν έχω ρολόι. Δεν το χρειάζομαι άλλωστε. Οι ρυθμοί μου ορίζονται πλέον από την Κυρία, από τη Θεά … ποιά Θεά;
«Μη σκέφτεσαι». «Μη σκέφτεσαι». Θα το χαλάσεις
-Ποτέ δεν πρόκειται να ανακαλύψετε τον αληθινό Σας εαυτό κρύβοντας το κορμί Σας μέσα σε ξένα και ψεύτικα περιτυλίγματα λέει μετά από ώρα.
Στάση προσμονής! Διατάζει σηκώνοντας τα πόδια Της από πάνω μου.
Υπακούω αμέσως, ισιώνοντας την πλάτη, τα χέρια στο πλάι, γονατιστός, με το βλέμμα χαμηλά στα πόδια Της.
-Βγάλτε την πετσέτα γρήγορα. Σας θέλω γυμνό.
-Μάλιστα Κυρία, λέω με αγωνία και τραβώ την πετσέτα από πάνω μου.
-Φορέστε τα! Διατάζει προτείνοντάς μου το προστατευτικό και το κολάρο χωρίς την αλυσίδα αυτή τη φορά.
Φορώ γρήγορα το κολάρο και προσπαθώ, με αδέξιες κινήσεις να φορέσω και το προστατευτικό. Στην αρχή δεν τα καταφέρνω, αγχώνομαι, καταλαβαίνω ότι με κοιτά εξεταστικά. Προσπαθώ πάλι … και πάλι. Τελικά τα καταφέρνω μάλλον γιατί αρχίζω να νοιώθω το γνώριμο σφίξιμο και πόνο μαζί. Μόλις τελειώνω παίρνω πάλι τη στάση προσμονής, ολόγυμνος μπροστά Της, προσέχοντας το προστατευτικό να είναι εμφανώς ορατό. Σηκώνεται από την πολυθρόνα και έρχεται κοντά μου, κρατώντας το λεπτοκαμωμένο μαστίγιο που γνώρισα χτες. Η αδρεναλίνη μου ανεβαίνει στα ύψη.
-Να θυμάστε. Το κολάρο θα το φοράτε συνεχώς και θα το βγάζετε μόνον όταν κάνετε μπάνιο. Και φυσικά το πρώτο πράγμα που θα κάνετε αμέσως μετά είναι να το φορέσετε και πάλι. Το προστατευτικό θα το φοράτε όποτε κρίνω εγώ απαραίτητο και για όσο χρονικό διάστημα κρίνω απαραίτητο. Και στην αρχή βλέπω ότι θα είναι απολύτως απαραίτητο, για την εκπαίδευσή σας. Ίσως δεν το καταλαβαίνετε τώρα αλλά από δω και στο εξής κάθε απόλαυσή σας θα πρέπει να περνά υποχρεωτικά και μόνο μέσα και μετά από τη δική Μου επιθυμία. Τίποτα χωρίς την άδειά Μου. Καταλάβατε;
-Μάλιστα Κυρία, λέω με φοβισμένη φωνή.
-Και να θυμάστε τούτο: δεν είμαι σαδίστρια, δεν επιθυμώ να Σας βασανίσω. Δεν μου χρειάζεται άλλωστε, συμπλήρωσε αφηρημένα…
Απλά απαιτώ από σας να με υπηρετείτε πιστά και αποδοτικά. Αν χρειαστεί, θα πονάτε μόνο όταν πρέπει να πονάτε, γιατί μόνον έτσι θα μάθετε να υπακούτε τυφλά, να εκτελείτε πιστά, να αποδίδετε σωστά. Ο πόνος σας δεν είναι για τη δική Μου ευχαρίστηση, αλλά για τη δική σας εκπαίδευση. Δεν περιμένω να καταλάβετε τώρα τα γιατί και πώς. Ούτε χρειάζεται άλλωστε. Σας προορίζω για σπουδαία πράγματα … Σας έκανα την τιμή να σας διαλέξω δοκιμαστικά σαν τον προσωπικό Μου σκλάβο. Μη φανείτε αχάριστος ή ανάξιος της τιμής που σας κάνω. Και μη ξεχνάτε: το μόνο που ζητώ από σας είναι υπακοή-υποταγή, πλήρης τυφλή και αποκλειστική. Αν το καταλάβετε αυτό και μόνον αρκεί για να συνεχίσετε την πορεία Σας. Είστε πολύ τυχερός που σας επέλεξα.
-(Ναι αλλά κανείς δε ρώτησε και τη δική μου άποψη … ευτυχώς αυτό δε βγήκε από τα χείλη μου. Πέρασε όμως από τη σκέψη μου).
-Μάλιστα Κυρία, απαντώ χωρίς καν να σκεφτώ τι και πώς και αν … Ό,τι πείτε Εσείς.
-Ωραία λοιπόν, ας αφήσουμε τις επεξηγήσεις, αρκετά είπαμε για σήμερα. Το μυαλό σας δε χωρά άλλες εξηγήσεις, ούτε απόψεις, δεν είστε φτιαγμένος να σκέφτεστε, αλλά να υπακούτε, να εκτελείτε, να υπηρετείτε, να ικανοποιείτε … Όταν μπορέσετε να γίνετε και να κινήστε σαν μέρος του σώματός μου, εκτελώντας κάθε τι που σκέφτομαι, με τον τρόπο που σκέφτομαι, τότε και μόνο τότε θα είστε έτοιμος … συμπληρώνει αφηρημένα.
-(Θεέ μου, διαβάζει τις σκέψεις μου!)
Πηγαίνει πίσω στην αναπαυτική πολυθρόνα και κάθεται, ανοίγοντας ελαφρά τα πόδια Της. Σηκώνω ελαφρά το βλέμμα και καταλαβαίνω ότι δε φορά κιλοτάκι. Ξεχνώντας την κατάσταση και την αγωνία μου, το σώμα μου ξυπνά στέλνοντας σήματα στο μοναδικό σημείο που θα έπρεπε να αποφύγει. Ο πόνος αρχίζει πάλι να γίνεται έντονος. Προσπαθώ να μη το σκέφτομαι.
-Θα πρέπει να μάθετε να ελέγχετε πλήρως τις «ορμές» σας. Λέει με νόημα. Και το προστατευτικό θα σας βοηθήσει, συνεχίζει. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβετε αυτό, τόσο πιο γρήγορα θα το ξεφορτωθείτε, συνεχίζει χαμογελώντας με νόημα.
-Βοηθείστε με να το φορέσω, μου λέει παιχνιδιάρικα, κρατώντας ένα μικροσκοπικό κιλοτάκι στο χέρι Της.
Τρέχω γρήγορα και γονατίζω μπροστά της. Παίρνω το κιλοτάκι με προσοχή στα χέρια μου, σαν να κρατώ ένα ευαίσθητο θησαυρό. Σηκώνει τα πόδια Της και τα περνά από το κιλοτάκι. Το θέαμα είναι μεθυστικό για μένα. Ο γνώριμος πόνος γίνεται πιο δυνατός. Με απαλές προσεκτικές κινήσεις σηκώνω το κιλοτάκι γλιστρώντας το στο απαλό Της δέρμα. Μόλις το κιλοτάκι περνά τα γόνατα, σηκώνεται όρθια μπροστά μου. Το ιερό Της δάσος, η «μικρή» Της, όπως την ονομάζει, βρίσκεται κολλημένη στο πρόσωπό μου. Μια γνώριμη ευωδία πλημμυρίζει τη μύτη μου. Ο πόνος γίνεται πιο δυνατός, κρατιέμαι με το ζόρι να μη διπλωθώ και να επικεντρωθώ στο καθήκον μου.
Η «μικρή» σπρώχνει το πρόσωπό μου, κολλώντας επάνω μου. η μύτη μου χαϊδεύει απαλά τα μαλλάκια Της. «Σαν το κεφαλάκι ενός μωρού» σκέφτομαι.
-Η «μικρή» ζητά την προσοχή Σας! Λέει παιχνιδιάρικα. Δώστε της ένα φιλάκι, αλλά προσέξτε να είναι πολύ-πολύ τρυφερό… Είναι τόσο ευαίσθητο το μωρό μου!
Μαζεύω όση από την αυτοκυριαρχία μου έχει απομείνει και ακουμπώ τα χείλη μου στα ροζ χειλάκια της «μικρής», τόσο απαλά σαν να προσπαθώ να φιλήσω μια σαπουνόφουσκα που ταξιδεύει νωχελικά στον αέρα, προσέχοντας να μη διακόψω την πορεία ή τη ζωή της. Τελετουργικά σχεδόν, αφήνω τα χείλια μου να αγγίξουν τα δικά Της, με αργές κινήσεις, αυξάνοντας την αγωνία μου. Ίσως να είναι η φαντασία μου αλλά εκείνη τη στιγμή νόμισα ότι τα χειλάκια της «μικρής» κινήθηκαν προς τα δικά μου, θέλοντας να ανταποδώσουν το χαιρετισμό.
Ακούω το γέλιο της Κυρίας, παιχνιδιάρικο, σχεδόν παιδικό.
-Μη σταματάτε, η «μικρή» είναι πολύ χαρούμενη. Μάλλον σας συμπάθησε. Λέει και μου αρπάζει τα μαλλιά με τα χέρια Της.
Με μεγάλη προσοχή συνεχίζω να φιλώ απαλά τα ροζ χειλάκια, ξεχνώντας τελείως τον πόνο μου. Με κάθε φιλί νοιώθω απογειώνομαι, να αιωρούμαι στον αέρα, ανάμεσα σε μαγική χρυσόσκονη που σε κάνει να πετάς και μαγευτικά χρώματα της ίριδας. Είμαι τώρα μέσα στη σαπουνόφουσκα μαζί με τη «μικρή», τόσο ανάλαφρη που ο αέρας παίζει μαζί της. Χορεύουμε ένα παράξενο χορό, όπου η ένταση, ο ρυθμός, οι κινήσεις, ο συγχρονισμός ξεκινούν από ένα φιλί και καταλήγουν σε ένα φιλί. Τόσο απαλό που ακόμα και τα τοιχώματα της σαπουνόφουσκας αντέχουν. Από μακριά ακούω μουσική. Αισθάνομαι πως δεν είμαστε μόνοι. Αλλά δε με πειράζει πια. Είμαι σε κατάσταση έκστασης, δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο. Μόνο ζω. Ζω και φιλώ. Όλος ο κόσμος είναι μέσα σε μια πολύχρωμη σαπουνόφουσκα κι εγώ είμαι μέρος αυτού του κόσμου και πετώ μέσα της…
-Μμμμ! Αρκετά, θα σας τιμωρήσω! Την ακούω να λέει, με φωνή τόσο θηλυκή και ερωτική συνάμα ...
Δεν ξέρω αν έπρεπε να υπακούσω, αλλά υπακούω αμέσως. Γλιστρώ απαλά το κιλοτάκι προς τα πάνω, σκεπάζοντας τη «μικρή», σαν να την ετοιμάζω για ύπνο. Διορθώνω το κιλοτάκι με προσοχή, προσέχοντας να έχει τέλεια εφαρμογή στο κομψό κορμί Της. Τολμώ ένα τελευταίο φιλί, απαλό, δροσιστικό, προστατευτικό, πάνω από τα σκεπάσματα. Ίσως να παραφέρθηκα, ίσως τιμωρηθώ, αλλά δε με νοιάζει. Η ζωή είναι ένα ρίσκο. Πήρα κι εγώ ένα ρίσκο, και μάλιστα άξιζε τον κόπο.
Σκύβει και με κοιτά στα μάτια. Δεν τολμώ να την αντικρύσω.
-Κάνατε το μωρό μου να νοιώσει πολύ όμορφα! Σας ευχαριστώ…
-Είστε πολύ καλή, Κυρία! λέω με θαυμασμό.
Μα πόσο γλυκιά μπορεί να γίνει μια Θεά από τη μια στιγμή στην άλλη! Πόσο εύκολα μπορεί να σε υποτάξει με τη γοητεία και τη θηλυκότητά Της! Πόσο αποτελεσματικά μπορεί να σε λαξεύσει και να σου δώσει το σωστό σχήμα!
-Φορέστε μου τα παπούτσια, λέει και κάθεται πάλι στην πολυθρόνα.
-Αμέσως Κυρία.
Με πολλή προσοχή, Της φορώ τα τσόκαρα στα κομψά Της πόδια, προσέχοντας μην κάνω κάποια άστοχη κίνηση και την ενοχλήσω στο ελάχιστο. Ευτυχώς η τύχη ήταν με το μέρος μου αυτή τη φορά και σε λίγο τα πόδια Της ξεκουράζονται στα κομψά καλοκαιρινά τσόκαρα. Μόλις τελειώνω μου φορά την αλυσίδα στο κολάρο και σηκώνεται.
-Ακολουθήστε με! λέει και σηκώνεται. Θα σας δείξω το σπίτι. Είναι καιρός να μάθετε πού βρίσκεται το κάθε τι εδώ μέσα για να είστε αποτελεσματικός και χρήσιμος.
Φυσικά την ακολουθώ, πως θα μπορούσα να κάνω και αλλιώς άραγε, αφού είμαι δεμένος στην αλυσίδα, σαν το σκυλάκι Της. Με τα χέρια μου προσπαθώ να καλύψω τη γύμνια μου. το καταλαβαίνει αλλά δεν δίνει σημασία…
Για πολλή ώρα με περιφέρει σε όλο το σπίτι Της, εξηγώντας μου κάθε τι, και τη σωστή θέση όλων των πραγμάτων που την ενδιέφεραν. Μου δείχνει την κουζίνα, τα ντουλάπια, τη θέση των σκευών, το ψυγείο. Με αφήνει να πιώ ένα δροσιστικό χυμό από το ψυγείο και συνεχίζει με τα τρόφιμα, τις πετσέτες, το φούρνο και πώς δουλεύει. Το πλυντήριο, τη θέση της ηλεκτρικής σκούπας, των καθαριστικών. Τόσο βαρετά όλ’ αυτά αλλά τόσο χρήσιμα στην υπηρεσία Της.
Κάθε τι μου το δείχνει με υπομονή, σαν να έχει απέναντί Της ένα παιδάκι που το μαθαίνει να ζει σωστά. Με ρωτά για τυχόν απορίες, και ζητώ επεξηγήσεις προσπαθώντας να τα καταλάβω όλα στην εντέλεια. Είμαι πλέον απορροφημένος σαν το μαθητή που παρακολουθεί το αγαπημένο του μάθημα. Την ακολουθώ σα σκυλάκι, ολόγυμνος, από δωμάτιο σε δωμάτιο, χωρίς να ντρέπομαι πλέον, χωρίς να προσπαθώ να κρύψω τη γύμνια μου. αισθάνομαι για πρώτη φορά στη ζωή μου αληθινός!
Δίνει πολλή σημασία στην κρεβατοκάμαρά Της και στο μπάνιο Της, όπου μου εξηγεί με κάθε λεπτομέρεια πού βρίσκεται κάθε τι, από τα ρούχα, τα παπούτσια, τα σεντόνια, μέχρι τα εσώρουχα, και τις κάλτσες. Από τις πετσέτες, τα σαμπουάν, τα αφρόλουτρα, μέχρι τις κρέμες, τα μαλακτικά τις λίμες και τα βερνίκια νυχιών. Αρχίζω να φοβάμαι ότι δεν θα τα θυμάμαι όλ’ αυτά όταν τα χρειαστώ. Αρχίζω να αμφιβάλλω για μένα και την πορεία μου …
Έχει φτάσει ήδη μεσημέρι. Πηγαίνουμε στην κουζίνα. Μου δείχνει ένα κομψό μπολ με ένα κολάρο ζωγραφισμένο στο πλάι.
-Αυτό θα είναι το πιάτο Σας, λέει. Φροντίστε να είναι πάντα καθαρό και σε καλή κατάσταση. Θα τρώτε μόνο από αυτό και με ό,τι σας προσφέρω. Καταλάβατε;
-Μάλιστα Κυρία, απαντώ με θέρμη.
-Πολύ ωραία λοιπόν, είναι ώρα να μου δείξετε τι αξίζετε. Θέλω μια δροσιστική σαλάτα. Στο ψυγείο θα βρείτε τα υλικά να μου την ετοιμάσετε. Θα με σερβίρετε στην τραπεζαρία. Καταπλήξτε με!
-Αμέσως Κυρία!
Μου βγάζει την αλυσίδα και με αφήνει μόνο στην κουζίνα. Αρχίζω τις ετοιμασίες ενώ η αγωνία μου αυξάνει κατακόρυφα. Θα τα καταφέρω άραγε; Θα Της αρέσει η σαλάτα που θα φτιάξω; Θα μείνει ευχαριστημένη; Θα είμαι χρήσιμος; «Μη σκέφτεσαι! Μη σκέφτεσαι!» προσπαθώ να συγκεντρωθώ στα υλικά και να φτιάξω μια απλή σαλάτα του σεφ, με λάχανο, μαρούλι, αγγούρι,λίγο κρεμμύδι, αυγό, κομματάκια τυρί, ζαμπόν και λίγη μαγιονέζα ελαφρά χρωματισμένη με κέτσαπ. Προσπαθώ να δώσω μεγάλη προσοχή στη διακόσμηση, με τα αυγά σε κύκλο, με μακρόστενα τυράκια και ζαμπόν για ακτίνες, λεπτές φέτες αγγούρι στο πλάι γύρω-γύρω και τραγανιστά κρουτόν από πάνω. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι μια σαλάτα θα με απορροφούσε τόσο πολύ. Το άγχος μου με έκανε να κάνω λάθη που χρειάζονταν επίπονες διορθώσεις. Μετά από αρκετές προσπάθειες, τα κατάφερα να φτιάξω μια σαλάτα που έμοιαζε σαλάτα, ενώ σε ένα μεγαλύτερο μπολ υπήρχαν ανάκατα όλα τα υλικά των αποτυχημένων προσπαθειών μου. Και δεν ήταν λίγα …
Σκέπασα τη σαλάτα μη πάθει τίποτα και έτρεξα να βάλω σερβίτσια στο τραπέζι για την Κυρία. Γύρισα στην κουζίνα, πήρα τη σαλάτα και την πήγα στην τραπεζαρία, ελπίζοντας να πάνε όλα καλά.
-Η σαλάτα Σας κυρία! Είπα και την ακούμπησα με προσοχή στο τραπέζι
-Φέρτε μου κρασί σκλάβε! Με διατάζει
Τρέχω πίσω στην κουζίνα, παίρνω ένα κρυστάλλινο ποτήρι κρασιού και το άσπρο κρασί από το ψυγείο. Γυρίζω πίσω. Με προσοχή γεμίζω το ποτήρι Της. Έχει ήδη ξεκινήσει να τρώει.
-Αρκετά καλή, λέει. Αρκετά καλή για αρχή. Γεμίστε και το δικό σας μπολ και ελάτε εδώ.
-Μάλιστα Κυρία, απαντώ και τρέχω πίσω στην κουζίνα.
Γεμίζω το μπολ με τα υλικά που περίσσεψαν (μα πού το κατάλαβε!) παίρνω ένα πιρούνι και γυρίζω πίσω. Γονατίζω δίπλα της περιμένοντας.
-Βάλτε το μπολ σας στο πάτωμα, ανάμεσα στα πόδια Μου και γονατίστε κι εσείς κάτω από το τραπέζι, διατάζει.
Υπακούω αμέσως. Αισθάνομαι να με παρατηρεί από ψηλά. Κάθε μου κίνηση. Εξ άλλου η επιφάνεια του τραπεζιού είναι γυάλινη, δε χρειάζεται καν να σκύψει.
-Δώστε μου το πιρούνι. Δεν το χρειάζεστε. Θα τρωτε με το στόμα σας. Ξεκινήστε!
Βγάζει το ένα Της πόδι από το τσόκαρο και μου σπρώχνει το κεφάλι μέσα στο μπολ.
-Τρώγετε σκλάβε!
Δεν είναι εύκολο να τρώει κανείς χωρίς πιρούνι. Ίσως και να γίνεται. Πάντως δεν είναι εύκολο. Και γίνεται ακόμα πιο δύσκολο όταν έχεις ένα γυναικείο πόδι στο κεφάλι σου να σε πιέζει πάνω στο φαγητό. Χρειάζεται προσπάθεια να σηκώσεις το κεφάλι για να πάρεις λίγο αέρα. Και ολ’ αυτά κάτω από το άγρυπνο βλέμμα Της.
Ξαφνικά σηκώνει το πόδι Της από πάνω μου και το βουτά στο μπολ. Με επιδέξιες κινήσεις πιάνει μια μπουκιά με τα δάχτυλα και τη σπρώχνει στο στόμα μου. Ανοίγω το στόμα μου και χώνει τα δάχτυλα του ποδιού Της μέσα, αφήνοντας τη μπουκιά. Επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση γελώντας. Το πάτωμα έχει λερωθεί, το πόδι Της το ίδιο. Αλλά κατά παράξενο τρόπο η σαλάτα είναι πολύ νόστιμη τώρα. Πάρα πολύ νόστιμη. Ισως να βοηθά και το σερβίτσιο …
Αφού με ταΐσει όλη τη σαλάτα μου προτείνει το πόδι Της.
-Καθαρίστε με! Λέει και σπρώχνει το πόδι Της στο στόμα μου.
Δεν χρειαζόταν και διερμηνέας για να καταλάβω ότι ήθελε να της καθαρίσω το πόδι με τη γλώσσα μου. Γεμάτος ένταση ξεκίνησα να αποδείξω ότι αξίζω. Άρχισα να ρουφώ απαλά ένα-ένα τα δάχτυλα, αφαιρώντας κάθε ίχνος φαγητού από πάνω τους, προσπαθώντας να ανακαλύψω και να απορροφήσω κάθε γευστική απόλαυση. Μια Θεϊκή τελετή γευσιγνωσίας κι εγώ ο τυχερός γευσιγνώστης. Με τη γλώσσα μου εξαφανίζω κάθε ίχνος φαγητού από τα κομψά Της δάχτυλα. Σταματώ μόνο όταν το στόμα μου γεμίζει από τη Θεϊκή γεύση του δέρματός Της. Δεν ξέρω πώς το καταλαβαίνω, αλλά το καταλαβαίνω. Έτσι απλά. Έχω την εντύπωση ότι κάθε δάχτυλο έχει διαφορετική γεύση, και πιο γλυκιά ... Έπειτα με αργόσυρτες κινήσεις της γλώσσας μου καθαρίζω κάθε μέρος του ποδιού Της μέχρι τον αστράγαλο. Η ποικιλία των γεύσεων είναι απολαυστική.
Βρίσκομαι σε κατάσταση έκστασης. Όπως κάθε πιστός εκστασιάζεται όταν προσκυνά το άγαλμα της θεάς του. Κι εγώ δεν προσκυνώ άγαλμα. Προσκυνώ την ίδια τη Θεά! Είμαι τόσο τυχερός!
Ξεχνώ τελείως τη γύμνια μου, τη θέση μου, την κατάστασή μου, το σώμα μου και γίνομαι ένα με το πόδι Της. Μια φράση κυριεύει το μυαλό μου: μαλακή πετσέτα. Ναι αυτό πρέπει να γίνω αυτή τη στιγμή για την Κυρία. Μια μαλακή πετσέτα, τόσο μαλακή που κάθε επαφή με το δέρμα Της λιώνει την ύφανση και χρειάζεται αλλαγή. Τόσο απορροφητική που κάθε επαφή με το δέρμα Της μαζεύει κάθε τι υγρό, αφήνοντας μόνο τη θεραπευτική επίδραση του σάλιου. Γιατί το σάλιο είναι θεραπευτικό, το ξέρει και ένα μικρό παιδί που γλείφει ασυναίσθητα την πληγή του για να γίνει καλά …ποτέ δεν φανταζόμουν ότι οι αισθήσεις μου θα βομβαρδίζονταν αμείλικτα από ένα πόδι και μόνο. Όχι όμως οποιοδήποτε πόδι. Από το πόδι μιας Θεάς, το πόδι της Αφροδίτης. Κάθε τόσο άκουγα μικρές κραυγές ικανοποίησης από την Κυρία, σημάδι ότι τα πήγαινα καλά. Έχω χάσει τελείως την αίσθηση του χρόνου. Ίσως πέρασαν λεπτά, ίσως ώρες … Κάποια στιγμή σκύβει και μου δίνει μια χαρτοπετσέτα
-Σκουπίστε με!
-Μάλιστα Κυρία! Λέω και συνεχίζω το ιερό καθήκον.
Σε λίγο το πόδι Της είναι πεντακάθαρο. Το φιλώ με σεβασμό. Φορά το τσόκαρο και λέει
-Και το πάτωμα τώρα!
-Συγγνώμη; ρωτώ
-Μα δεν καταλαβαίνετε! Καθαρίστε και το πάτωμα, είναι χάλια. Βάζοντας πάλι το πόδι Της στο κεφάλι μου με σπρώχνει βίαια προς τα κάτω και με αναγκάζει να ακουμπήσω το πάτωμα.
-Μάλιστα Κυρία, με συγχωρείτε!
Ξεκινώ να γλείφω το πάτωμα προσέχοντας να μη μου φύγει κάποιο σημείο. Κανονικά θα έπρεπε να νοιώθω αηδία. Όμως δεν ένοιωθα … Το μόνο που με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή ήταν να ικανοποιήσω με κάθε τρόπο την Κυρία. Τίποτε άλλο. Έγλειφα για πολλή ώρα σαν το σκυλί. Ακόμα και τη μύτη μου χρησιμοποιούσα για να ανακαλύψω τυχόν σημεία που το μάτι δεν ξεχώριζε. Καταλάβαινα ότι με παρατηρούσε προσεκτικά όλη την ώρα. Κάθε τόσο σήκωνε τα πόδια Της και τα ξεκούραζε πάνω μου όση ώρα καθάριζα από κάτω.
-Αρκετά λέει ξαφνικά και σηκώνεται. Μαζέψτε τα όλα, τακτοποιήστε και ελάτε επάνω στο δωμάτιό μου.
-Μάλιστα Κυρία λέω
Μόλις φεύγει μαζεύω το τραπέζι και τακτοποιώ γρήγορα-γρήγορα την κουζίνα, καθαρίζω τον πάγκο, πλένω τα χέρια μου και το πρόσωπο και τρέχω στο δωματιό Της. Χτυπώ ελαφρά την πόρτα.
-Περάστε μέσα, Την ακούω να λέει.
Μπαίνω μέσα στο δωμάτιο και περιμένω.
-Βοηθήστε με να γδυθώ, λέει.
Την πλησιάζω. Σηκώνει νωχελικά τα χέρια της ψηλά και με προσεκτικές κινήσεις βγάζω το αέρινο νυχτικό Της. Στέκεται μπροστά μου φορώντας μόνο το κιλοτάκι. Η θέα είναι μαγευτική. Ο πόνος είναι αβάσταχτος, αρχίζω να τρέμω ελαφρά. Γονατίζω μπροστά Της προσπαθώντας να ελέγξω τον εαυτό μου, να ελαττωθεί ο πόνος. Νομίζω ότι θα σκάσω σαν τον καρπό, που σκάει πετώντας τους σπόρους του μακριά, σε μια προσπάθεια να διαιωνίσει την ύπαρξή του …
Μου κάνει νόημα να βγάλω και το κιλοτάκι.
Η αγωνία μου είναι στο έπακρο. Προσπαθώ να μαζέψω τα κομμάτια του εαυτού μου. προσπαθώ να ξεχάσω τον οξύ πόνο στα σκέλια μου. προσπαθώ να κυριαρχήσω στα ένστικτά μου. Όχι και τόσο εύκολο υπό αυτές τις συνθήκες. Πλησιάζω γονατιστός μπροστά Της και με μεγάλη προσοχή αρχίζω να τραβώ το κιλοτάκι προς τα κάτω, αφήνοντάς το να γλιστρήσει απαλά στο βελούδινο κορμί Της. Λίγο πριν ακουμπίσει στο πάτωμα σηκώνει ένα-ένα τα πόδι Της και ελευθερώνεται από το τελευταίο ρούχο που κρύβει τη Θεϊκή ομορφιά Της.
Στέκομαι αποσβολωμένος μπροστά Της, μη μπορώντας να αντέξω τόση ομορφιά και μεγαλοπρέπεια. Πόσο όμορφη μπορεί να γίνει η αλήθεια όταν είναι γυμνή! Ο πόνος στα σκέλια μου είναι αφόρητος. Αλλά δε με νοιάζει πια. Είμαι και πάλι σε κατάσταση έκστασης. Νομίζω ότι μπορώ να κάνω τα πάντα, αρκεί να μου το ζητήσει. Ίσως και να πετάξω! «μη σκέφτεσαι! Μη σκέφτεσαι» οι αόρατοι φρουροί αγρυπνούν.
Ξαπλώνει μπρούμυτα στην αριστερή πλευρά του διπλού κρεβατιού απλώνοντας το θεϊκό κορμί Της πάνω από τα σκεπάσματα.
-Τρίψτε με, λέει κοιτάζοντάς με ήρεμο βλέμμα. Τρίψτε με απαλά μέχρι να κοιμηθώ. Μετά τρίψτε με συνέχεια απαλά μέχρι να ξυπνήσω.
-Μάλιστα Κυρία. Λέω και παίρνω θέση δίπλα στο κρεβάτι γονατιστός. Ξεκινώ το μασάζ από τους ώμους Της πιέζοντας απαλά, χαϊδεύοντας σαν να άγγιζα βαμβάκι. Η επαφή των χεριών μου με τη βελούδινη επιδερμίδα Της είναι μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Πρέπει να έχω πια περάσει τα ανθρώπινα όρια του πόνου από το προστατευτικό, αλλά δεν με ενοχλεί. Σαν να έχω ανοσία στον πόνο, ή καλύτερα να αντλώ υπεράνθρωπη δύναμη απλά αγγίζοντας το κορμί Της. (Η ανταμοιβή της Θεάς ίσως;)
Με απαλές κινήσεις συνεχίζω ακολουθώντας την καλλίγραμμη πλάτη Της συνεχίζοντας πολύ απαλά στους γλουτούς, στους μηρούς, στις γάμπες, στους αστραγάλους, στα πέλματα, τελειώνοντας χαϊδεύοντας τις άκρες των δακτύλων Της με τις άκρες των δικών μου. Ξεκινώ πηγαίνοντας προς τα πάνω, ακολουθώντας την αντίθετη διαδρομή, αργά, απαλά μέχρι να φτάσω τους ώμους Της. Και πάλι από την αρχή. Κάθε «ταξίδι» διαρκεί λίγα λεπτά της ώρας, μια ιεροτελεστία τόσο σπουδαία που με κάνει να αισθάνομαι δέος και αγωνία μήπως δεν τα καταφέρω. Τα δάχτυλά μου «χορεύουν» ανάλαφρα στο βελουδένιο κορμί Της, πότε αγγίζοντας, πότε τρίβοντας, πότε «τσιμπώντας», ακολουθώντας διαδρομές στο κορμί Της που δεν έχει ακολουθήσει άνθρωπος. Ή τουλάχιστον έτσι θα μου άρεσε να ήταν …
Κάθε τόσο βγάζει μικρούς αναστεναγμούς ανακούφισης, σημάδι ότι Της αρέσει αυτό που κάνω. Και αυτό μου δίνει τη μεγαλύτερη χαρά και δύναμη να συνεχίσω. Σε λίγο καταλαβαίνω ότι βρίσκεται στην αγκαλιά του Μορφέα. Πόσο τον ζηλεύω!
Δε σταματώ ούτε στιγμή να Την τρίβω απαλά σε όλο Της το κορμί. Τα συναισθήματά μου είναι ανάμικτα, μεταξύ χαράς, ευτυχίας, αγωνίας … αλλά συνεχίζω τον αγώνα μου, ανάμεσα στον πόνο και το αίσθημα της ηδονής. Της ηδονής που προέρχεται από το ολοκληρωτικό δόσιμο, την ειλικρινή προσφορά, την απόλυτη υποταγή …
Ξαφνικά, μέσα στον γαλήνιο ύπνο Της, γυρίζει ανάσκελα, αποκαλύπτοντας την άλλη όψη του κορμιού Της, πανέμορφη, Θεϊκή, μεγαλόπρεπη, άκρως ερωτική. Σταματώ και Την κοιτάζω, ανήμπορος να καταλάβω τι μου συμβαίνει πια. Το θέαμα είναι υπέροχο. Η θεά είναι ξαπλωμένη, το σώμα Της χαλαρό, τα στήθη Της τορνευτά, αγαλματένια σχεδόν κάνουν το άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου να μοιάζει κακοφτιαγμένο αντίγραφο. «Αφροδίτη! Θεά του έρωτα…»
Οι ρόγες Της, μικροί κεχριμπαρένιοι βωμοί, περιμένουν το προσκύνημα. Ξαφνικά η θεά μου φαίνεται τόσο ευάλωτη, τόσο ευαίσθητη, τόσο απροστάτευτη! Κι εγώ έχω την τιμή να είμαι ο φρουρός Της, μου εμπιστεύθηκε τη φύλαξή Της και δεν πρέπει να Την απογοητεύσω. Νοιώθω μια παράξενη δύναμη να διαπερνά όλο μου το είναι. Αισθάνομαι ότι αυτή τη στιγμή είμαι παντοδύναμος για χάρη Της.
Λίγη από τη δύναμή Της έχει μεταφερθεί πάνω μου για να φέρω σε πέρας το ιερό καθήκον: να προσέχω τη Θεά στον ύπνο Της, μη πάθει το παραμικρό, μην ενοχληθεί στο ελάχιστο … και αυτή τη φορά οι αόρατοι φρουροί απουσιάζουν. Μόνος μου προστατεύω τη Θεά. Τρεις μέρες πριν κολυμπούσα ανέμελα στη θάλασσα. Τώρα αισθάνομαι ότι βρήκα επιτέλους το νόημα της ύπαρξής μου, ότι είμαι ο εκλεκτός... Νοιώθω μια ακαταμάχητη δύναμη να με σπρώχνει να Την πάρω απαλά στην αγκαλιά μου, να Την κρατήσω πάνω μου, να αισθανθώ το βελουδένιο Της δέρμα πάνω μου. ευτυχώς κρατιέμαι. Θα ήταν μεγάλη ανυπακοή εκ μέρους μου. και ίσως οι αόρατοι φρουροί εμφανιστούν και πάλι …
Με τρεμάμενα χέρια συνεχίζω το μασάζ, όπως με διέταξε. Απαλά, πολύ απαλά, αρχίζω από τον αγαλματένιο Της λαιμό, συνεχίζω στα στήθη Της, όπου το άγγιγμά μου γίνεται σαν του φτερού. Με πολλή προσοχή αγγίζω απαλά τις ρόγες Της, κάνοντας κυκλικές κινήσεις με τις άκρες των δακτύλων μου, τόσο απαλές που και μια σταγόνα νερού θα έμενε ανέπαφη … Βρίσκομαι στον Παράδεισο μαζί Της! Ακολουθώ τις καμπύλες της σφιχτής κοιλιά Της, μέχρι τους γοφούς Της …
Η «μικρή» μου χαμογελά με νόημα. Δεν ξέρω πλέον σε ποια επίπεδα ψευδαισθήσεων βρίσκομαι. Δεν ξέρω αν η «μικρή» κοιμάται μαζί με την Κυρία ή είναι ξύπνια και με παρακολουθεί, έτοιμη να με βασανίσει και πάλι με την απόλυτη λαγνεία της. Χαϊδεύω απαλά τα σγουρά μαλλάκια της. Πλησιάζω ασυναίσθητα ακολουθώντας το άρωμά της. Ναι, μου χαμογελά νωχελικά, με προσκαλεί να παίξουμε, να χορέψουμε μαζί τον ερωτικό χορό της χαράς … Τα χείλια μας ενώνονται σε ένα φτερωτό διαρκές, υγρό φιλί …
«Κρατήσου» σκέφτομαι. «Μη προδίδεις την εμπιστοσύνη που σου δείχνει η Θεά». Κάνοντας μια τελευταία υπεράνθρωπη προσπάθεια, απομακρύνω τα χείλη μου και συνεχίζω να τη χαϊδεύω απαλά με μακριές κινήσεις στα τορνευτά Της πόδια, τελειώνοντας στα κομψά Της ακροδάχτυλα. Και πάλι κάνω το αέναο ταξίδι του γυρισμού, αργό νωχελικό, χαλαρωτικό, προσέχοντας να μη ταράξω με τίποτα τον ύπνο της Θεάς. Και πάλι από την αρχή …
Τώρα καταλαβαίνω τους αναστενάρηδες και τους φανατικούς πιστούς, οι οποίοι σε κατάσταση έκστασης τρυπούν τα χείλη τους, τα μέλη τους, σαν προσφορά στους θεούς τους. Κι εγώ κάνω μια ελάχιστη προσφορά στη Θεά που με διάλεξε, αντέχοντας τους αφόρητους πόνους που μου προξενεί το προστατευτικό στη θέση που βρίσκομαι. Ακόμα και τα γόνατά μου πονούν μετά από τόση ώρα. Νομίζω ότι η δόση του παυσίπονου που μου χαρίζει η Θεά είναι υπεραρκετή. Ή μήπως όχι;
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε τελικά. Έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Δεν τη χρειάζομαι άλλωστε. Ο χρόνος μου απλά ακολουθεί τους ρυθμούς της Κυρίας. Καταλαβαίνω τη σπουδαιότητα να ζει κανείς μόνο και μόνο για να υπηρετεί μια Θεά, Τη θεά! Και το ταξίδι στο σώμα Της επαναλαμβάνεται
Ανοίγει τα μάτια Της τη στιγμή που χαϊδεύω τις ρόγες Της. Παγώνω από πανικό, μου κόβεται το αίμα. Μήπως Την πρόσβαλλα;, έκανα κάτι κακό; Τραβώ τα δάχτυλά μου από το στήθος Της και στέκομαι ακίνητος, έτοιμος να απολογηθώ, περιμένοντας να τιμωρηθώ.
-Μη σταματάτε, έχω χαλαρώσει, μου αρέσει… λέει με παιχνιδιάρική φωνή τεντώνοντας τα χέρια Της σα μωρό που μόλις ξυπνάει.
-Μάλιστα Κυρία, ψελλίζω και το αίμα μου αρχίζει να κυκλοφορεί και πάλι.
Με απαλές κινήσεις συνεχίζω προς τα κάτω. Επαναλαμβάνω το ταξίδι που έχω πια μάθει απ’ έξω, για πολλές φορές ακόμα. Οι μικροί χαρούμενοι αναστεναγμοί Της προδίδουν την ευχαρίστησή Της. Αρχίζω κι εγώ να χαλαρώνω και να ανεβάζω την τεχνική μου σε ακόμα πιο υψηλά επίπεδα. Τα δάχτυλά μου τώρα κυριολεκτικά χορεύουν ασταμάτητα, ερωτικά στις ατέλειωτες πεδιάδες και λόφους του κορμιού Της.
Κάποια στιγμή, ενώ βρίσκομαι στο ύψος των γοφών Της, σηκώνει το δεξί Της πόδι, το περνά πάνω από το κεφάλι μου, το κατεβάζει στο πάτωμα και με μια επιδέξια αέρινη κίνηση βρίσκεται καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού, με ανοιχτά τα πόδια κι εμένα ανάμεσα στα σκέλια Της, κατάπληκτο και μαγεμένο.
-Η μικρή ζητά τη φροντίδα σας, λέει με φωνή υπέροχα ερωτική.
Αρπάζει το κεφάλι μου με τα δυο Της χέρια και το χώνει με δύναμη ανάμεσα στα σκέλια Της. Σχεδόν χάνω την ισορροπία μου. Ευτυχώς τα αρχέγονα ένστικτα σώζουν την κατάσταση, και ενώ είμαι τελείως αποδιοργανωμένος κάνω τις σωστές κινήσεις. Ίσως να βοηθά και το άρωμα γυναίκας που ξαφνικά πλημμυρίζει το πρόσωπό μου.
Φιλώ με πάθος τη «μικρή» στα χείλια και αρχίζω να γλείφω κυκλικά, απαλά στην αρχή, μετά πιο έντονα, χαϊδεύοντας ταυτόχρονα τα σγουρά μαλλάκια της με τα χείλη μου. Η γλώσσα μου γίνεται το όργανο απόλυτης εξερεύνησης του καινούριου κόσμου που απλώνεται γύρω. Τα χέρια Της μου δίνουν το ρυθμό, κι εγώ χορεύω ασταμάτητα. Η ανάσα μου κόβεται από την πίεση, αλλά που και που καταφέρνω να ρουφήξω λίγο αέρα για να συνεχίσω. Τα χειλάκια της φουσκώνουν γεμάτα από ερωτική διάθεση, προσφέροντάς μου νέες εμπειρίες αφής, γεύσης, όσφρησης, έρωτα …
Η γλώσσα μου ανακαλύπτει νέες πτυχές σε κάθε της κίνηση. Οι κινήσεις της Κυρίας γίνονται πιο έντονες. Η «μικρή» αρχίζει σιγά-σιγά να με ταΐζει το γλυκό της μέλι. Παχύρευστο, γλυκό, βασανιστικά απολαυστικό. Ο πόνος συνεχίζει, η προσφορά γίνεται δεκτή. Η ιεροτελεστία έχει αρχίσει. Ακούω όργανα, ακούω χαρούμενες φωνές, βλέπω αέρινες μορφές να χορεύουν στο ρυθμό της Θεάς. Είμαι στο δάσος, στη μέση ενός ξέφωτου. Γύρω-γύρω νύμφες. Άλλες χορεύουν για τη Θεά και άλλες τραγουδούν για χάρη Της. Παιδιά στολισμένα με λουλούδια φέρνουν προσφορές. Δαδιά αναμμένα φωτίζουν την τελετή. Κι εγώ, μέρος της τελετής, προσκυνώ τη Θεά, προσφέρω σαν θυσία τον πόνο μου και γεύομαι τους καρπούς Της…
Μου τραβά τα μαλλιά με δύναμη, σπρώχνοντάς με σε ξέφρενους ρυθμούς. Γλείφω και ρουφώ, ακολουθώντας τους ρυθμούς Της. Το ανάλαφρο λαχάνιασμα Της, μαζί με κραυγές ευχαρίστησης, μαρτυρούν την αποκορύφωση που έρχεται. Την αισθάνομαι, τη νοιώθω, τη χαίρομαι, τη ζω…
Και ξαφνικά, μέσα σε σπασμούς, κραυγές, τραγούδια, χορούς, λουλούδια, δαυλούς έρχεται έντονα, μεγαλόπρεπα, ερωτικά, βίαια, αργά, βασανιστικά. Το πρόσωπό μου πλημμυρίζει από τους πολύτιμους χυμούς Της. Δώρο και απόδειξη ότι η προσφορά μου έγινε δεκτή από τη Θεά. Η μυρωδιές είναι μεθυστικές, ερωτικές, παντοτινές, αλησμόνητες. Συνεχίζω να γλείφω, λαίμαργα πια, ρουφώντας κάθε σταγόνα της υπέροχης ιερής προσφοράς Της. Φοβάμαι μήπως χάσω κάτι και πέσει κάτω στο ανίερο πάτωμα.
Το πιάσιμό Της στο κεφάλι μου χαλαρώνει, το σώμα Της παύει να συσπάται, η μουσικές απομακρύνονται, το ξέφωτο αδειάζει… Η Θεά αφήνεται στις γευστικές μου περιποιήσεις … Για πολλή ώρα συνεχίζω να καθαρίζω με το στόμα μου, γευόμενος τη γλύκα του κορμιού Της, μη θέλοντας να τελειώσει μια τέτοια τελετή. Προσπαθώ να αποτυπώσω στη μνήμη μου τις μυρωδιές, τις γεύσεις, τα συναισθήματα που ένοιωσα και ακόμα νοιώθω. Σαν να ήταν η τελευταία φορά. Σαν να φοβάμαι ότι δεν είναι δυνατόν να επαναληφθεί μια τέτοια εμπειρία. Ακόμα κι έτσι όμως είμαι πανευτυχής που είχα την τύχη να τη ζήσω έστω και για μια φορά …
-Η «μικρή» Μου ίδρωσε και θέλει λούσιμο ψιθυρίζει. Φέρτε χλιαρό νερό και αφρόλουτρο, μαλακό σφουγγάρι και πετσέτα. Θα Σας δείξω τι πρέπει να κάνετε.
-Αμέσως Κυρία, καταφέρνω να ψελλίσω μέσα στην ένταση και υπερδιέγερση που νοιώθω.
Σηκώνομαι με μεγάλη δυσκολία από τους πόνους και τρέχω στο μπάνιο Της, Μαζεύω ό,τι χρειάζεται και τρέχω πίσω στο δωμάτιό Της. Βρίσκεται στο ίδιο σημείο που Την άφησα, αλλά έχει ξαπλώσει με την πλάτη Της στο κρεβάτι, με τα πόδια στο πάτωμα, ανοιχτά όπως πριν. Γονατίζω μπροστά Της.
-Πείτε μου Κυρία τι πρέπει να κάνω
-Περιποιηθείτε τη «μικρή» Μου, με μεγάλη προσοχή και αγάπη! είπε.
Βουτώ το σφουγγάρι στο χλιαρό αφρόνερο και με πολύ απαλές κινήσεις καθαρίζω τη «μικρή» προσεκτικά, υπομονετικά, χαλαρά. Προσέχω μη ταράξω ούτε μια τρίχα από το σγουρομάλλικο κεφαλάκι της. Κάθε τόσο φυσώ με το στόμα μου απαλά για να τη δροσίσω, προσφέροντας μια χαλαρωτική απόλαυση στη Κυρία. Η ιεροτελεστία κρατά πολλή ώρα, δεν ξέρω πόση, δεν με ενδιαφέρει πια. Αυτή τη στιγμή ζω και υπάρχω για την Κυρία και μόνο. Φοβάμαι ότι αν πάψει να με χρειάζεται θα εξαφανιστώ στην ανυπαρξία της λήθης …
Η δική μου ερωτική διάθεση βρίσκεται σε ύψη ανείπωτα, το ίδιο και ο πόνος που μου προκαλεί το προστατευτικό. Με το τέλος της ιεροτελεστίας, ο πόνος άρχισε να γίνεται και πάλι αισθητός, βασανιστικός.
-Εσεις, αργότερα, όταν το κρίνω Εγώ, Την ακούω να λέει με αυστηρό ύφος.
-Μάλιστα Κυρία …
Δεν μπορεί, διαβάζει τις σκέψεις μου! δεν υπάρχει άλλη εξήγηση, σκέφτομαι με αγωνία. Είναι Θεά! Πρέπει να είναι, τα χαρίσματά Της είναι πάνω από κάθε τι που έχω γνωρίσει…
Έξω είναι πια νύχτα. Πώς πέρασε τόση ώρα δεν μπορώ να καταλάβω. Και τι μπορώ να καταλάβω άλλωστε!
-Πηγαίνετε! Δεν θα σας χρειαστώ άλλο! Στο κομοδίνο μου είναι ένα χαρτί με το αυριανό πρωινό που θα Μου ετοιμάσετε. Σήμερα θα κοιμηθείτε στο δωμάτιό Σας. Υπάρχει ξυπνητήρι, για τις έξι το πρωί. Προφταίνετε. Και κρατηθείτε αγνός!
-Μάλιστα Κυρία! Η επιθυμία Σας είναι διαταγή. Σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε. Καλή Σας νύχτα.
Πηγαίνω στο δωμάτιό μου. Αφήνω το χαρτί δίπλα στο στρώμα μου, κοντά στο ξυπνητήρι που βρέθηκε εκεί με μαγικό τρόπο. Βγάζω το κολάρο και το προστατευτικό και κάνω μπάνιο, αφαιρώντας με λύπη τα δώρα της Θεάς από πάνω μου. βάζω υπεράνθρωπη προσπάθεια να μη τελειώσω την ώρα του μπάνιου, βέβαιος πια ότι η Θεά θα το καταλάβει. Σκουπίζομαι φορώ το κολάρο και το προστατευτικό και ξαπλώνω στο στρώμα. Είμαι τόσο κουρασμένος!
Σβήνω το φώς και βυθίζομαι αμέσως στην αγκαλιά του ανταγωνιστή μου...