Η Ιστορία της Αφροδίτης - Μέρος 2ο

Copyright by pedic

Γνωριμία

-«Τότε δεσποινίς Αφροδίτη αποφασίστε γρήγορα, διότι πρέπει να βγω από το νερό,  και χρειάζομαι το μαγιό μου» είπα με κάπως έντονο τόνο.
-«Κυρία Αφροδίτη για σας», μου λέει η μυστηριώδης γυναίκα, τονίζοντας με ιδιαίτερο τρόπο τη λέξη «Κυρία».

 Μάλλον έπεσα σε καμιά εκκεντρική σκέφτηκα γυρίζοντας απότομα την πλάτη μου, έτοιμος να συνεχίσω το μπάνιο μου, αν και κάτι μέσα μου με έσπρωχνε να ξαναγυρίσω. Τελικά γυρίζω και την κοιτώ. Ο Ήλιος με θαμπώνει και δεν μπορώ να τη διακρίνω καθαρά. Μόνο μια καλλίγραμμη σιλουέτα.

-«Εντάξει κυρία Αφροδίτη, τι μπορώ να κάνω για σας;» ρώτησα αναστενάζοντας.
-«Ελάτε πιο κοντά δεν σας ακούω» μου φωνάζει.

 Έρχομαι στην άκρη της αμμουδιάς κολυμπώντας μπρούμυτα, προσπαθώντας να κρύψω τη γύμνια μου. Πλησιάζει και αυτή. Ο ήλιος με εμποδίζει να δω το πρόσωπό της. Φορά καπέλο για τον ήλιο και κρατά το μαγιό μου στο ένα χέρι και τα παπούτσια της στο άλλο.

-«Τι μπορώ να κάνω για σας κυρία Αφροδίτη;» ρωτώ και πάλι.
-«Μπορεί τα πάντα αγοράκι μου, τα πάντα. Και προπάντων σωστά και στην ώρα τους» λέει με νόημα και πλησιάζει κοντά μου.

 Ο πισινός μου μόλις που βγαίνει έξω από το νερό, μια μικρή απώλεια στη μάχη να πλησιάσω την παραλία. Έρχεται και στέκει μπροστά μου. Τα πέλματά της βυθίζονται στην άμμο. Από τη θέση που βρίσκομαι διακρίνω δυο καλλίγραμμες γάμπες πάνω σε τορνευτούς αστραγάλους μισο-θαμμένους στην υγρή άμμο. Η θέση μου δεν μου επιτρέπει να κοιτάξω ψηλότερα.

-«Ωραία, αλλά από κάπου δεν πρέπει ν’ αρχίσουμε;» ρωτώ, απορώντας με τον εαυτό μου που αντί να αντισταθώ στη φράση της, συνεχίζω σαν να έχω ήδη δεχθεί άνευ όρων. Ποτέ δεν ήμουν καλός στο να βάζω όρια, σκέφτηκα για άλλη μια φορά.
-«Ας αρχίσουμε με κανόνες σωστής συμπεριφοράς. Για ρωτήστε με πάλι», λέει σκύβοντας από πάνω μου.

 Η παρουσία της με κάνει να νοιώθω περίεργα. Δεν μπορώ να κινηθώ. Αισθάνομαι ένα μούδιασμα σε όλο μου το κορμί. Σαν να με κρατούν δεμένο χειροπόδαρα αόρατοι δαίμονες, άγγελοι, στρατιώτες, φρουροί. Φρουροί της Αφροδίτης;

-«Τι μπορώ να κάνω για σας κυρία Αφροδίτη;» ρωτώ και πάλι.

Αισθάνομαι έναν ελαφρύ πόνο στην πλάτη μου, καθώς μόλις με χτύπησε με τα παπούτσια της.

-«Ελάτε τώρα, μπορείτε καλύτερα!» λέει σαν τη δασκάλα που περιμένει τη σωστή απάντηση από το μαθητή της.
-«Τι θέλετε να κάνω κυρία Αφροδίτη;» προσπαθώ και πάλι.

 Σιωπή, καθώς δέχομαι δεύτερο χτύπημα στην πλάτη, δυνατότερο αυτή τη φορά, μάλλον με το τακούνι του παπουτσιού.
Κανονικά θα έπρεπε ήδη να είχα σηκωθεί όρθιος και να της δείξω ποιος είναι ο πιο δυνατός εκείνη τη στιγμή, «αρχίζοντας την στις γρήγορες», όπως συχνά έλεγαν φίλοι μου για γυναίκες. Με κρατούν όμως ακίνητο, καθηλωμένο στα πόδια της,  οι πιστοί φρουροί της Αφροδίτης.

-«Τι ζητάτε επιτέλους;» ρωτώ με ίχνη μεταξύ πανικού και αγανάκτησης στη φωνή μου.

 Αυτή τη φορά το χτύπημα ήταν ακόμα δυνατότερο, φοβάμαι πως ίσως να μάτωσα. Είμαι βέβαιος πια ότι με κρατούν δια της βίας σ’ αυτή τη θέση αόρατες δυνάμεις. Πανικοβάλλομαι.
Δοκιμασία! Είναι μια δοκιμασία, μια εξέταση, ένα τεστ. Ο,τι και νάναι πρέπει να βρω την απάντηση, αλλιώς θα χρειαστώ φαρμακείο, αν όχι νοσοκομείο…

-«Μα για σκεφτείτε λίγο! Να σας βοηθήσω λίγο: Τι μπορεί να ζητά μια Κυρία, από έναν άντρα ξαπλωμένο στα Πόδια Της;» την ακούω να λέει, επαναλαμβάνοντας την τελευταία φράση σχεδόν με θεατρικό ύφος αρχαίου δράματος.

 Ύφος, στάση, έκφραση, σκέφτομαι στην απόγνωσή μου. Λέξεις, τρόπους, φράσεις. Μπερδεύομαι.
Ξαφνικά θυμάμαι το περιοδικό που διάβαζα πριν από λίγο:
…Αφροδίτη, η Θεά του έρωτα …
Τί θα έκανα αν μπροστά μου είχα πράγματι μια Θεά; Μήπως αυτό μου ζητά τελικά η μυστηριώδης γυναίκα με τους αόρατους φρουρούς;
Και αν οι φρουροί είναι αόρατοι, αυτό και μόνο δεν είναι απόδειξη ότι μπροστά μου είχα μια Θεά;
Μπορεί κάποιος να πονά στα όνειρά του, ή ο πόνος στην πλάτη δείχνει ότι όλα αυτά τα ζω στ’ αλήθεια;
Μπορεί η τρέλα να έρθει τόσο ξαφνικά, ή απλά ζω μια τρελή πραγματικότητα;
Μπορεί να είναι σύμπτωση το άρθρο και η μυστηριώδης γυναίκα, ή κάτι γίνεται γύρω μου που δεν καταλαβαίνω;

-«Τι επιθυμείτε Κυρία;» ρωτώ με αγωνία, περιμένοντας το επόμενο χτύπημα.
-«Να με υπακούτε φυσικά» λέει με χαρούμενη φωνή.
-«Εντάξει» λέω με ανακούφιση.
-«Εντάξει;» η φωνή της γίνεται σκληρή, ανακριτική σχεδόν. «Εντάξει;» επαναλαμβάνει με νόημα…

 Αισθάνομαι το τακούνι της στην πλάτη μου έτοιμο να γράψει το μήνυμά του για άλλη μια φορά.

-«Μάλιστα Κυρία» καταφέρνω να πω ανάμεσα στον πόνο και την αγωνία των φρουρών.
-«Είδατε τελικά που μπορούμε να μιλάμε την ίδια γλώσσα;» με ρωτά με νόημα.
«Ακολουθείστε με» λέει και μου γυρίζει την πλάτη, σίγουρη πως αυτό ακριβώς θα έκανα.

 Νοιώθω αόρατα χέρια να με σηκώνουν και να με τραβούν προς το μέρος της. Ή μόνος μου το κάνω αυτό;
Προσπαθώντας να καλύψω τη γύμνια μου με τα χέρια, την ακολουθώ, προσπαθώντας να καταλάβω τι μου συμβαίνει, ή μάλλον τι συμβαίνει γύρω μου. Με οδηγεί στα πράγματά μου, μου κάνει νόημα να τα πάρω και με πάει στη μοναδική αυτοσχέδια ντουζιέρα της μοναχικής παραλίας, εφεύρεση κάποιου ρομαντικού μηχανικού ίσως.

-«Πλυθείτε!» μου λέει, με φωνή που δε σηκώνει άλλη κουβέντα.

 Υπακούω αμέσως. «Μα τι μου συμβαίνει;» αναρωτιέμαι. Είμαι ολόγυμνος μπροστά σε μια άγνωστη και απλά κάνω ό,τι μου λέει; Πρέπει να αντιδράσω. Και όμως δεν μπορώ. Η «Παρουσία Της» με καθηλώνει. Θεέ μου τι λέω; Νοιώθω σιγά-σιγά να με κυριεύει κάτι άγνωστο, κάτι που με κάνει να βλέπω τα πράγματα διαφορετικά…
Οι φρουροί ίσως είναι στο μυαλό μου, αλλά εγώ τους φοβάμαι. Και δεν τολμώ να κάνω κάτι, να φύγω μακριά, να σωθώ. Μα να σωθώ από τι; Από ποιόν; Αφού δεν κινδυνεύω. Ή μήπως κινδυνεύω;

-«Γυρίστε να σας δω» μου λέει προστακτικά.

 Γυρνώ προς το μέρος της

-«Πόδια ανοιχτά, χέρια στη μέση» συνεχίζει.

 Με εξετάζει προσεκτικά, σαν να ήθελε να δει από τι είμαι φτιαγμένος. Νιώθω φανερά ταπεινωμένος και αμήχανος, καθώς κάνω αργούς γύρους γύρω από τον εαυτό μου. Ο ήλιος είναι βασανιστικά ζεστός και η πλάτη μου πονά.

-«Μέτρια καλός, μπορεί και καλύτερος με πολλή προσπάθεια. Θέλετε πολλή δουλειά όμως» λέει τελικά.
-«Μα τι εννοείτε Κυρία;» ρωτώ διστακτικά
-«Κοιτάξτε με στα μάτια.» προστάζει και συνεχίζει.

 Για πρώτη φορά κοιτάζω τη μυστηριώδη γυναίκα στα μάτια. Το πρόσωπό της αρμονικά θηλυκό, με δυο μάτια εκφραστικά μα και απόλυτα εξεταστικά. Διαχρονική ομορφιά, σκέφτομαι.

-«Είστε αυτός που είστε και δεν είστε πλέον αυτός που ήσασταν» συνεχίζει αινιγματικά.
-«Μα …» αρχίζω να ψελλίζω.
-«Σιωπή! Δεν τέλειωσα» απαντά απότομα.
«Η επόμενη φορά που θα με κοιτάξετε στα μάτια θα είναι… όταν σας δώσω και πάλι την άδεια. Δεν ξέρω ακόμα αν μου κάνετε. Αν είστε τυχερός και μου κάνετε, αυτό θα το δούμε σύντομα. Πρέπει να σας δοκιμάσω. Δεν μπορώ να σας κρατήσω έτσι απλά. Και πρώτα απ’ όλα απαιτώ απόλυτη υπακοή, σεβασμό, αφοσίωση, ειλικρίνεια… Αυτά για αρχή…»

 Μα τι συμβαίνει; Αναρωτιέμαι.
Πού βρίσκομαι;
Κοιμάμαι, ονειρεύομαι, παίρνω παραισθησιογόνα και δεν το ξέρω; Σα να παίρνω μέρος σε ένα θέατρο παραλόγου. Και όμως οι φρουροί μου απαγορεύουν να ρωτήσω. Σα να είμαι το τρόπαιο μιας νικηφόρας εκστρατείας, που το προσφέρουν δώρο στη νικήτρια Βασίλισσα κι Εκείνη δεν ξέρει αν Της αρέσει τελικά…

-«Ντυθείτε κι ελάτε μαζί μου» λέει δίνοντάς μου τα παπούτσια της να τα μεταφέρω
-«Μάλιστα Κυρία» λέω πρόθυμα.
-«Μμ!»

 Φτάνουμε στο αυτοκίνητό Της. Το ξεκλειδώνει και κάθεται στο κάθισμα του οδηγού με τα πόδια έξω.

-«Δώστε μου τα παπούτσια μου. Στο καπό θα βρείτε ένα μπουκάλι νερό. Φέρτε το»

Τρέχω αμέσως και το φέρνω. Μου κάνει νόημα να σκύψω μπροστά Της. Γονατίζω.
Νωχελικά μου προτείνει το δεξί Της πόδι, καλλίγραμμο ακόμα και κάτω από την κολλημένη άμμο.

-«Πλύντε» μου λέει

Με προσοχή ρίχνω νερό πάνω στο πόδι Της και με απαλές κινήσεις αφαιρώ την άμμο. Δυσκολεύομαι πολύ ανάμεσα στα τρυφερά Της δάκτυλα, αλλά προσπαθώ όσο μπορώ καλύτερα.

-«Σκουπίστε» με διατάζει όταν τελειώνω, δίνοντάς μου μια πετσέτα.

Υπακούω αμέσως και σκουπίζω το πόδι Της απαλά με την πετσέτα.

-«Φιλήστε» προστάζει

 Την κοιτάζω με απορία. Με κλωτσά στο πρόσωπο με το πόδι της. Χάνω την ισορροπία μου και πέφτω κάτω.

-«Δε Σας έδωσα την άδεια να με κοιτάξετε. Φιλήστε» επαναλαμβάνει

 Παίρνω το πόδι Της απαλά στα χέρια μου και κρατώντας από τη φτέρνα της φιλώ το πόδι λίγο πάνω από τα τρυφερά Της δάκτυλα.

-«Συνεχίστε» λέει και τεντώνει το πόδι Της προς το μέρος μου.

 Αρχίζω να δίνω στο πόδι Της τρυφερά απαλά φιλάκια, αρχίζοντας από τα ακροδάχτυλα, πηγαίνοντας μέχρι το ύψος του αστραγάλου και πάλι πίσω. Αυτό πρέπει να κράτησε πάνω από ένα τέταρτο της ώρας.

-«Αρκετά» μου λέει ξαφνικά και μου δίνει το παπούτσι της. Της το φορώ με μεγάλη προσοχή.

 Μου προτείνει το άλλο πόδι και αρχίζω από την αρχή. Πλύσιμο, σκούπισμα, ποδοφίλημα για όση ώρα ήθελε, ώσπου της φορώ και το άλλο παπούτσι.

-«Βάλτε τα πράγματά στο καπό, μπείτε κι εσείς μέσα, κλείστε το καπό τραβώντας από μέσα και φεύγουμε.»
-«Να μπω κι εγώ στο καπό;» ρωτώ με απορία.

  Με ξανακλωτσά στέλνοντάς με στο χώμα και πάλι.

-«Δεν σας έχω για κουφό. Μήπως είστε τελείως ηλίθιος;»
-«Όχι Κυρία, δε νομίζω» λέω ξαφνιασμένος.
-«Τότε μη με αναγκάζετε να επαναλαμβάνω τα ίδια πράγματα. Μου είναι πολύ ενοχλητικό και μάλλον κουραστικό»
-«Μάλιστα Κυρία.»

 Βάζω τα πράγματα στο καπό, μπαίνω μέσα και τραβώ από μέσα, βυθίζοντας το στενάχωρο μικρό χώρο στο απόλυτο σκοτάδι. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Μαζί και η νέα μου περιπέτεια…
Σίγουρα υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ενός καθίσματος αυτοκινήτου και του καπό. Εδώ οι κραδασμοί μεταφέρονται απ’ ευθείας από τις πίσω ρόδες επάνω μου. Όλα τα αντικείμενα γύρω σου είναι εναντίον σου. Σε χτυπάν συνεχώς και με πείσμα, σε κάθε σκαμπανέβασμα του αυτοκινήτου.
Έχω μια περίεργη αίσθηση σαν να με αγόρασαν από μια ζωαγορά και με πάνε στο κτήμα. Η μάλλον σαν να είμαι το αποτέλεσμα ενός κυνηγιού, ελπίζω πετυχημένου. Ναι η Θεά βγήκε για κυνήγι και εγώ πιάστηκα στα δόκανά Της. Κανονικά θα έπρεπε να αισθανθώ οργή γι’ αυτό που μου συμβαίνει. Και όμως δεν αισθάνομαι τίποτα πλέον. Σαν το παγιδευμένο ζώο που έχει αφεθεί στη μοίρα των κυνηγών του… Μου έρχεται μια ιδέα: μόλις ανοίξει το καπό, πετάγομαι γρήγορα έξω και τρέχω σαν τρελός μακριά από την κυνηγό μου. «Ναι αυτό θα κάνω» μονολογώ, ευχαριστημένος που επιτέλους σκέφτηκα κάτι χρήσιμο και μάλιστα χωρίς να με καταλάβουν οι φρουροί. Το ένστικτο του παγιδευμένου ζώου μίλησε…
Το αυτοκίνητο έκοψε ταχύτητα. Από τα κουνήματα καταλαβαίνω ότι παρκάρει. Ετοιμάζομαι να κάνω την κίνησή μου. «Μη σε τυφλώσει το φώς» σκέφτομαι, «απλά τρέχα σαν τρελός και όπου βγει».

 Ακούω το χαρακτηριστικό ήχο της κλειδαριάς. Το καπό ανοίγει. Βγάζω το κεφάλι μου γρήγορα έξω, έτοιμος να τιναχτώ σαν το αίλουρο πετώντας για ελευθερία. Το φώς δε με τυφλώνει. Μπερδεύομαι και μόνο από το γεγονός ότι ένα ερέθισμα που περιμένω δεν υπάρχει. Στέκομαι για δευτερόλεπτα ακίνητος. Γύρω μου τοίχοι και κάτι μου μοιάζει με μεγάλη πόρτα: γκαραζόπορτα!
Μένω παγωμένος με το μισό μου κορμί έξω από το καπό. Ναι κάπως έτσι πρέπει να νοιώθουν τα παγιδευμένα ζώα. Εγώ όμως δεν είμαι ζώο. Ή μήπως είμαι;
Σκύβει πάνω μου και με γρήγορες επιδέξιες κινήσεις μου φορά ένα κολάρο γύρο από το λαιμό. Ακούω το κλικ που κάνει η ασφάλεια και το θόρυβο που κάνει μια αλυσίδα.
«Αλυσίδα;» κατορθώνω να αναρωτηθώ μέσα μου.

 Έχετε ποτέ βρεθεί στη θέση να βρίσκεστε σε περιβάλλον γεμάτο ερεθίσματα που δεν τα περιμένετε, σε καταστάσεις που δεν τις καταλαβαίνετε, με ανθρώπους που δεν γνωρίζετε;
Εγώ πρώτη φορά. Και η σύγχυση είναι σχεδόν απόλυτη.
Τι κάνετε σε τέτοια περίπτωση;
Εγώ απλά τα έχασα, δεν μπορούσα πια να σκεφτώ, το μυαλό μου λειτουργούσε μόνο για να καλύπτει τις ζωτικές μου ανάγκες. ¨η μάλλον έτσι πρέπει να ήταν αφού ακόμα είμαι ζωντανός. Τα υπόλοιπα μου έρχονται στο μυαλό θολά και συγκεχυμένα.
Με τραβά από την αλυσίδα και με οδηγεί από μια εσωτερική σκάλα στο σπίτι…
Με οδηγεί σε ένα μικρό δωμάτιο, χωρίς παράθυρο. Στον ένα τοίχο υπήρχε ένα άνοιγμα που οδηγούσε σε ένα μικροσκοπικό μπάνιο.
Μα καλά δε φοβάται μόνη της στο σπίτι, με έναν άγνωστο άντρα πλάι της; Αναρωτιέμαι. Ρε ηλίθιε κοίτα τι συμβαίνει, σκέφτομαι, κοίτα πού είσαι και κοίτα ποιος πρέπει να φοβάται ποιόν!

-«Ξεκουραστείτε» διατάζει, και με μια επιδέξια κίνηση αφαιρεί την αλυσίδα, αφήνοντας το κολάρο στο λαιμό μου. Ακούω την πόρτα να κλείνει πίσω μου και το χαρακτηριστικό ήχο που κάνει η κλειδαριά όταν κλειδώνει.

Το σκοτάδι πέφτει και πάλι βαθύ. Προσπαθώ να βρω διακόπτη. Τον βρίσκω, αλλά δεν υπακούει. Σιγά-σιγά τα μάτια μου συνηθίζουν στο νέο περιβάλλον και ένα θλιβερό γκρι μισοσκόταδο πλημμυρίζει το χώρο. Μια μικρή ντουλάπα, ένα υποτυπώδες κομοδίνο και ένα λεπτό στρώμα γυμναστικής σε μια γωνιά ήταν ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει ο χώρος.

-«Φαντάσου να πλήρωνα κιόλας» μονολογώ χαμογελώντας.

 Μα που βρίσκω την όρεξη για χιούμορ! Εδώ παίζεται η ίδια μου η ύπαρξη κι εγώ ασχολούμαι με βλακώδη αστεία; Μα τι μου συμβαίνει τέλος πάντων; Ξαπλώνω στο στρώμα προσπαθώντας να ηρεμήσω. Σαν να έκλεισε ένας διακόπτης και βρέθηκα αμέσως στην αγκαλιά της ανυπαρξίας του ύπνου…

-«Μη σπρώχνετε κύριε» διαμαρτύρομαι στον διπλανό μου, σε ένα λεωφορείο γεμάτο κόσμο, και ένα τρελό οδηγό που νομίζει ότι οδηγεί φόρμουλα ένα.
-«Σας είπα μη σπρώχνετε», αλλά αυτός συνεχίζει χτυπώντας με στα πλευρά δυνατά, τυφλώνοντάς με το φακό του.
-«Μα τι χρειάζεται το φακό μέρα μεσημέρι;» αναρωτιέμαι…

 Σας έχει τύχει ποτέ να ξυπνάτε από ένα εξωτερικό ερέθισμα και το μυαλό σας να προφταίνει να «βάζει» αυτό το ερέθισμα στο όνειρο που βλέπετε εκείνη τη στιγμή;
Η απλά να δημιουργεί ένα όνειρο να φιλοξενήσει το ερέθισμα;
Εμένα πολλές φορές. Όπως και τώρα.

-«Ξυπνήστε επιτέλους» ακούω μια ανυπόμονη φωνή.

Ανοίγω τα μάτια μου. Με τυφλώνει το φώς. Προσπαθώ να καταλάβω πού βρίσκομαι. Μια γυναίκα στέκεται επιβλητικά πλάι μου. Με κλωτσά στα πλευρά για να ξυπνήσω. Με μια ενστικτώδη κίνηση, φέρνω τον καρπό στο πρόσωπο να κοιτάξω το ρολόι μου.
Ακούω ένα σφύριγμα και ξαφνικά το χέρι μου καίει. Σαν να ακούμπησα κάτι καυτό. Τι να ήταν άραγε;

-«Βγάλτε το αυτό, δε σας χρειάζεται πια. Υπάρχουν ρολόγια στον τοίχο που δείχνουν τη δική μου ώρα. Τη δική σας ξεχάστε τη.»
-«Μάλιστα Κυρία» λέω και υπακούω αμέσως, φοβούμενος τους αόρατους φρουρούς.
-«Ο,τι φοράτε, το φοράτε επειδή Σας το δίνω ή Σας το επιτρέπω, καταλάβατε;»
-«Μάλιστα Κυρία»
-«Σηκωθείτε» διατάζει και στέκει αγέρωχα, επιβλητικά δίπλα μου.

 Μόλις που πρόλαβα να ανακαθίσω στο στρώμα και με μια γρήγορη κίνηση η αλυσίδα βρίσκεται συνδεμένη πάλι στο κολάρο. Γυρίζει και αρχίζει να περπατά. Μόλις τεντώνει η αλυσίδα την τραβά απότομα. Χάνω την ισορροπία μου και πέφτω στο πάτωμα. Συνεχίζει να τραβά.

-«Μην αφαιρείστε» την ακούω να λέει αυστηρά, συνεχίζοντας το αγέρωχο περπάτημα.

 Την ακολουθώ σα σκυλάκι, προσέχοντας την αλυσίδα να μη τεντώνει και να μη κάνει υπερβολική κοιλιά. Στο ένα Της χέρι κρατά ένα λεπτό ραβδάκι. Αυτό που μου έκαψε το χέρι…

 

Με οδηγεί σε ένα κομψά διακοσμημένο δωμάτιο, το καθιστικό ίσως, σταματά μπροστά σε μια πολυθρόνα, ακουμπά το λεπτό ραβδάκι στον ώμο μου και με σπρώχνει προς τα κάτω. Γονατίζω, ελπίζοντας αυτό να ζητά. Κάθεται στην πολυθρόνα σταυρώνοντας τα πόδια. Ασυναίσθητα ανεβάζω το βλέμμα προσπαθώντας να την κοιτάζω. Μου σπρώχνει το κεφάλι με το μαγικό ραβδάκι προς τα κάτω.

-«Κάτω» διατάζει.

Κοιτώ τις σόλες των παπουτσιών της. Λερωμένες σκέφτομαι. Σε ένα σημείο υπάρχει κολλημένο ένα μικρό κομματάκι τσίχλα. «Πρέπει να το βγάλω» σκέφτομαι. Αφαιρούμαι προσπαθώντας να φανταστώ ότι η τσίχλα δεν υπάρχει πια. Και όμως είναι εκεί. Σαν να με κοροϊδεύει. Να παίζει μαζί μου. «Ηρέμησε, δεν είσαι και ο ντετέκτιβ Μονκ τελικά» σκέφτομαι. Αισθάνομαι ένα τσούξιμο στο μάγουλο. Κάτι σφύριξε δίπλα μου. Το ραβδί μήπως;
Και ναι και όχι. Ήταν το ραβδί, αλλά δεν ήταν ραβδί. Είναι ένα μικρό δερμάτινο πλεκτό μαστίγιο, στο χρώμα του σκούρου δέρματος, πολύ όμορφα πλεγμένο και πολύ αποτελεσματικό.
Ξαφνιάζομαι, αλλά καταφέρνω να μείνω στη γονατιστή θέση.
Με το την άκρη του μαστιγίου μου ανασηκώνει ελαφρά τη μπλούζα. Τη βγάζω. Μπλέκεται στην αλυσίδα. Σκύβει και με μια επιδέξια κίνηση αφαιρεί τη μπλούζα, επαναφέροντας την άκρη της αλυσίδας στο χέρι της.

-«Θέλετε πολλή δουλειά. Αλλά έχετε κάποιο υλικό που μπορώ να βασιστώ πάνω του. Ευτυχώς με βρήκατε σε περίοδο που έχω διάθεση να σας βοηθήσω».
-«Δεν καταλαβαίνω…» ψελλίζω χαμηλόφωνα, Κι άλλο τσούξιμο στο μάγουλο. Η είναι κάψιμο; Και αυτό το χαρακτηριστικό σφύριγμα! Σαν το σφύριγμα που κάνει το σώμα του φιδιού πριν χτυπήσει το θύμα του.
-«Θα μιλάτε μόνον όταν υπάρχει λόγος και εφ’ όσον σας έχω δώσει την άδεια»
-«Μάλιστα». Σφύριγμα, τσούξιμο.
-«Μάλιστα Κυρία»
-«Η εκπαίδευσή σας αρχίζει αυτή τη στιγμή. Βλέπω ότι καλύτερα θα ήταν να είχα πάρει σκύλο. Θα ήταν πιο συνεργάσιμος και ίσως πιο χρήσιμος. Αλλά θα το αλλάξουμε αυτό. Μη με απογοητεύσετε» μου λέει επιτακτικά.
-«Μάλιστα Κυρία. Δεν θα σας απογοητεύσω» απαντώ. Σφύριγμα, τσούξιμο.
-«Προσέξτε πώς μου μιλάτε, Εγώ είμαι Εγώ εσείς είστε απλά … τίποτα. Για δοκιμάστε πάλι» λέει με φωνή σκληρή και σταθερή.
-«Μάλιστα Κυρία. Δεν θα Σας απογοητεύσω» απαντώ.

-Καλύτερα τώρα. Συνεχίζουμε λοιπόν. Από σας ένα πράγμα μόνο ζητώ. Ένα απλό, απλούστατο πραγματάκι: την πλήρη υποταγή σας στη θέλησή Μου. Είναι τόσο απλό που κι ένα σκυλί θα τα κατάφερνε καλύτερα. Εσείς έχετε πολλή δουλειά μπροστά σας μέχρι να φτάσετε το επίπεδο αυτό. Καταλαβαίνετε τι λέω; Με ρωτά.
-Μάλιστα Κυρία, Σας καταλαβαίνω απόλυτα, απαντώ αν και μέσα μου δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι καταλαβαίνω. Απλά δεν ασχολούμαι με νόηση, δεν υπάρχει χώρος.

Το κομματάκι της τσίχλας μου επιτίθεται πάλι.

-Τι κοιτάτε; Ρωτά
-Συγνώμη Κυρία, μια τσίχλα είναι κολλημένη στο δεξί παπούτσι Σας.
-Βγάλτε τη λοιπόν, προστάζει ανυπόμονα προτείνοντας προς το μέρος μου το πόδι Της.

 Με πολλή προσοχή ξύνω σιγά-σιγά μα τα νύχια μου την τσίχλα. Ευτυχώς δεν ήταν πολλή ξερή. Ανακατεμένη με την άμμο της παραλίας είχε χάσει την κολλητική της δύναμη. Σε λίγο η σόλα ήταν πεντακάθαρη. Η πρώτη μου καλή πράξη της ημέρας σκέφτηκα χαμογελώντας.

-Εντάξει Κυρία την έβγαλα, είπα δείχνοντας την τσίχλα στο χέρι μου.
-Τι περιμένετε λοιπόν, μη πάει χαμένη, απολαύστε το πρώτο σας δώρο: φάτε τη! Με προστάζει.

 Κοιτώ την τσίχλα αποσβολωμένος. Μια μάζα με πλαστικό, χώμα, άμμο και ό,τι άλλο μπορεί να μάζεψε αχόρταγα στο ταξίδι που έκανε σαν λαθρεπιβάτης. Οι φρουροί με καθηλώνουν ακίνητο στα πόδια Της. Προσπαθώντας να ξεπεράσω την αηδία μου βάζω την τσίχλα στο στόμα μου. Το σώμα μου κάνει έναν ενστικτώδη σπασμό αναγούλας. Σκύβει και μου αρπάζει το κεφάλι από τα μαλλιά σφραγίζοντας το στόμα μου με το χέρι Της, κρατώντας το κλειστό. Σαν το παιδί που πρέπει να καταπιεί το φάρμακό του.

-Καταπιείτε γρήγορα! μου λέει με φωνή που δε σηκώνει αντιρρήσεις.

 Το σώμα μου αρνείται να παραλάβει το «δώρο». Σφίγγομαι, ιδρώνω, τρέμω. Τελικά με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια καταφέρνω να καταπιώ το δώρο μου. Αισθάνομαι την τσίχλα να κατεβαίνει τον οισοφάγο και να καταλήγει στο στομάχι μου. Το καταλαβαίνει και αφήνει το στόμα μου. Ξανακάθεται αναπαυτικά στην πολυθρόνα, σταυρώνοντας πάλι τα πόδια.

-Μπράβο σας, δεν ήταν τελικά και τόσο δύσκολο; λέει με παιχνιδιάρικη φωνή, σηκώνοντας το πηγούνι μου με την άκρη του ποδιού Της.
-Όχι Κυρία, δεν ήταν δύσκολο, λέω κι εγώ με παιδικό ενθουσιασμό κρατώντας το βλέμμα μου χαμηλά.

 Μα τι μου συμβαίνει τέλος πάντων; Κάνω πράγματα που δεν τα φανταζόμουν, και ενθουσιάζομαι με αηδίες; Ή μήπως δεν είναι αηδίες; Ή μήπως τα φανταζόμουν χωρίς να το ξέρω; Καταλαβαίνω το ψυχρό χάϊδεμα του μαστιγίου στο πρόσωπό μου.

-Μην αφαιρείστε μπροστά μου, δεν το επιτρέπω αυτό, μου λέει αυστηρά.
-Μάλιστα Κυρία.

 Είναι εκπληκτικά αξιόλογο πώς αυτή η Γυναίκα αλλάζει ύφος τόσο γρήγορα. Από ήρεμη σε εκρηκτική, από γλυκιά σε σκληρή, από ζεστή σε ψυχρή…
Είναι εκπληκτικά αξιόλογο πώς εγώ υπακούω σε μια Γυναίκα που μόλις γνώρισα, τόσο ασυνήθιστα ασυνήθιστη, η Οποία δεν έχει συνηθίσει σε «συνηθισμένη συμπεριφορά»…
Σηκώνεται και στέκεται μπροστά μου.

-Αυτή η στάση σας μπροστά μου λέγεται στάση προσμονής. Θα έχετε αυτή τη στάση μπροστά μου όταν περιμένετε διαταγές. Γονατιστός, όρθια η πλάτη, τα χέρια ελεύθερα να κινηθούν αν το επιθυμήσω. Θα το θυμάστε αυτό.

-Στάση υποταγής διατάζει απότομα. Με το μαστίγιο με σπρώχνει προς τα κάτω.

-Γόνατα ενωμένα, σκύψτε, μέχρι το μέτωπο να αγγίξει το πάτωμα. Προτείνετε τα χέρια ίσια μπροστά, με τις παλάμες ν’ ακουμπούν στο πάτωμα, δάκτυλα κλειστά, μην αργείτε.

 Παίρνω τη στάση που με διατάζει, προσπαθώντας να είμαι γρήγορος και αποτελεσματικός και κυρίως ακίνητος. Χρησιμοποιεί την άκρη του μαστιγίου για να διορθώσει τη θέση μου και να περιγράψει το σώμα μου, αρχίζοντας από τα χέρια, συνεχίζοντας στο κεφάλι, πηγαίνοντας σιγά-σιγά, επιβλητικά προς τα κάτω. Ζω βασανιστικές στιγμές αγωνίας, μη ξέροντας πότε αυτό το χάϊδεμα θα γίνει το σφύριγμα του φιδιού με τα τσουχτερά επακόλουθα. Σταματά στον πισινό μου. Αισθάνομαι ένα ελαφρύ χτύπημα με το μαστίγιο, μάλλον χάδι θα το έλεγα;

-Γδυθείτε! Την ακούω να λέει ξαφνικά.
-Μα Κυρία… τολμώ να πώ

 Το σφύριγμα ήταν πολύ δυνατό αυτή τη φορά. Και το κάψιμο στον πισινό μου επίσης. Τινάζομαι δεξιά-αριστερά μουγκρίζοντας από τον πόνο. Οι αόρατοι φρουροί με κρατούν καθηλωμένο δίπλα στα πόδια Της.

-Μη ξεχνάτε το μοναδικό πράγμα που σας έχω ζητήσει: υποταγή!
Έχοντας πλέον μάθει το μάθημά μου βγάζω τα ρούχα μου γρήγορα-γρήγορα. Ήμουν έτοιμος να ρωτήσω αν θα έπρεπε να τα βγάλω όλα, αλλά ευτυχώς τελευταία στιγμή το ένστικτό μου με σταμάτησε. Τελείως γυμνός πλέον, φορώντας μόνο το κολάρο, παίρνω τη στάση υποταγής μπροστά Της, με το μέτωπο στο πάτωμα και τα χέρια τεντωμένα μπροστά. Νοιώθω το εξεταστικό Της βλέμμα πάνω μου.
Έρχεται από πίσω και βάζοντας τη μύτη του μαστιγίου κάτω από τα σκέλη μου, μου σηκώνει τον πισινό προς τα πάνω. Προσπαθώ ν’ ακολουθήσω την κίνηση, υψώνοντας τον πισινό μου. Κουνώντας το μαστίγιο δεξιά-αριστερά με αναγκάζει να ανοίξω τα σκέλια μου. Με χαϊδεύει έντονα με την άκρη του μαστιγίου. Εγώ ανταποκρίνομαι σχεδόν αμέσως.

-Μμ! αναφωνεί με περιέργεια. Ενδιαφέρον. Είστε σχεδόν έτοιμος για άρμεγμα, συμπληρώνει γελώντας παιχνιδιάρικα.

 Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Φυσικά δεν τολμώ να ρωτήσω λεπτομέρειες. Απλά υπομένω σε στάση υποταγής όπως θέλει.
Ξαφνικά μου αρπάζει το πουλί με το χέρι της και το τραβά δυνατά προς τα κάτω και πίσω. Μουγκρίζω από τον πόνο.

-Ακίνητος! Την ακούω να προστάζει.

 Με σφίγγει όλο και περισσότερο, τραβώντας το πουλί μου προς τα κάτω, γλιστρώντας κάτι στο πουλί μου. Δεν ήξερα τι. Με σφίγγει, με πονά, είναι ανυπόφορο. Υποφέρω …

-Αυτό θα σας κρατά αγνό, μου λέει με νόημα. Θα σας εμποδίσει να φέρεστε σα ζώο. Μόνον Εγώ θα σας δίνω την άδεια να το βγάζετε, όταν επιθυμώ. Το ίδιο ισχύει και για το κολάρο σας. Και τα δυο θα είναι σημάδια της τιμητικής θέσης σας κοντά μου. Το κολάρο θα σας θυμίζει ποιος είστε, και το προστατευτικό τι δεν πρέπει να είστε.

Δεν καταλαβαίνω και πολλά πράγματα πλέον στη θέση που βρίσκομαι. Αλλά δεν τολμώ να ρωτήσω πλέον. Ποιος νοιάζεται άλλωστε!

-Μάλιστα Κυρία, ψελλίζω μέσα στην αγωνία μου.
-Στάση προσμονής, τώρα αμέσως!

Ξεχνώντας την αγωνία μου, σηκώνω την πλάτη όρθια και ίσια, μένοντας γονατιστός, με τα χέρια στο πλάι. Την αισθάνομαι να περπατά γύρω μου επιθεωρώντας με προσεκτικά. Χρησιμοποιώντας το μαστίγιο σαν επέκταση των χεριών Της κάνει μικρές διορθώσεις στη στάση μου, μέχρι να μείνει απόλυτα ικανοποιημένη. Μου σηκώνει το πουλί, δείχνοντας ότι πρέπει να φαίνεται

-Χαμηλά το βλέμμα, θα κοιτάτε μόνο τα πόδια Μου, αν δε σας πω κάτι άλλο. Η στάση σας θα είναι τέτοια που θα αφήνει ευδιάκριτα τα «παράσημά» σας.

 Με το μαστίγιο δείχνει το κολάρο και μετά το προστατευτικό.
Λαμβάνω τόσα διαφορετικά ερεθίσματα σε τόσο λίγο χρόνο. Πιστέψτε με σε αποδιοργανώνουν διαρκώς. Σε μια τέτοια στιγμή το μυαλό δεν μπορεί να σκεφτεί δημιουργικά, να συνθέσει πράξεις, να προκαταβάλλει καταστάσεις. Τρώει από τα έτοιμα. Με άλλα λόγια δεν μπορεί να πει ψέματα. Κι εγώ βρίσκομαι τώρα σε μια τέτοια φάση. Δεν αισθάνομαι πλέον γυμνός, δεν ντρέπομαι καν. Φόβος; Αγωνία; Τρέλα; Ή μήπως ηδονή; Αυτή η Γυναίκα βγάζει από μέσα μου σκέψεις, αισθήματα, ένστικτα που δεν υπήρχαν. «Βλάκα» κάτι θα υπήρχε, πώς αλλιώς σου το βγάζει;

-Υπακοή, λέει ξαφνικά προτείνοντας το μαστίγιο μπροστά και προς τα κάτω, δείχνοντας το πάτωμα.

Παγώνω μη ξέροντας τι να κάνω. Φοβάμαι ότι θ’ αρχίσουν τα σφυρίγματα.

-Υπακοή, λοιπόν.

Συνεχίζει ήρεμα, σαν το δάσκαλο που ξεκινά το μεγάλο δρόμο της γνώσης μαζί σου.

-Κάθε φορά που θα με βλέπετε, εμένα ή και φίλες πιθανόν, θα πρέπει να «διαλαλείτε» την υπακοή σας. Αυτό γίνεται ως εξής: μόλις δείτε το χέρι μου να δείχνει με το δείκτη μπροστά και κάτω, με ή χωρίς μαστίγιο θα έρχεστε, θα γονατίζετε, αν δεν είστε ήδη σε αυτή τη θέση, θα αγκαλιάζετε πολύ-πολύ απαλά τα πόδια Μου και θα φιλάτε τις μύτες των παπουτσιών Μου, ή ένα-ένα τα δάχτυλα, αν φαίνονται, όσα φαίνονται και στα δυο πόδια. Αν δείξω άλλη Γυναίκα, κάνετε το ίδιο με Αυτή που δείχνω. Αν δεν δείχνω με το δείκτη και απλά προτείνω το χέρι Μου, φιλάτε το χέρι σαν ένδειξη υπακοής και υποταγής φυσικά. Καταλάβατε;

-Μάλιστα Κυρία, κατάλαβα! Λέω με χαρά.
-Δείξτε μου!

  Όπως στέκεται όρθια μπροστά μου, σκύβω και αγκαλιάζω τα δυο Της πόδια και φιλώ απαλά ένα-ένα τα όμορφα δάχτυλά Της, που αναπαύονται στα κομψά πέδιλα που φορά.

-Τώρα είστε έτοιμος να μάθετε το χαιρετισμό που είναι συνδυασμός όσων μάθατε ήδη.
Από στάση προσμονής.
Σε στάση υπακοής.
Μετά, χαιρετάτε λέγοντας: «Τα σέβη μου Κυρία. Η επιθυμία Σας είναι Διαταγή!»
Μετά στάση υποταγής.
Προσμονή, υπακοή-χαιρετισμός, υποταγή Καταλάβατε;
-Μάλιστα Κυρία!
-Δείξτε μου! Λέει και με την αλυσίδα με τραβά να σηκωθώ.

Γονατίζω με τα χέρια στο πλάι (προσμονή σκέφτομαι)
Σκύβω και αγκαλιάζω τα κομψά Της πόδια, φιλώντας τα δάχτυλά Της ένα-ένα (υπακοή)

-Τα σέβη μου Κυρία! Η επιθυμία Σας είναι διαταγή! (χαιρετισμός)

Ακουμπώ το μέτωπο κάτω στο πάτωμα απλώνοντας ταυτόχρονα τα χέρια μου εμπρός, δεξιά και αριστερά από τα πόδια Της, πετώντας λίγο ψηλά τον πισινό μου (υποταγή).
Περιμένω με αγωνία. Καταλαβαίνω ότι με παρακολουθεί προσεκτικά, αλλά δεν τολμώ να κουνηθώ, ή να σηκώσω το κεφάλι μου. Έκανα κάτι λάθος; Σκέφτομαι με αγωνία, περιμένοντας το γνώριμο πλέον σφύριγμα του φιδιού.

-Σχετικά καλά για αρχή, ακούω τη φωνή της με ανακούφιση.

 Αρχίζω να νοιώθω μια τρελή ικανοποίηση για την πρόοδό μου. Σαν το μικρό παιδί που μαθαίνει ποδήλατο και κάνει τις πρώτες του προσπάθειες να ισορροπήσει.
Έρχεται κοντά μου και σηκώνει το μέτωπό μου με την άκρη του παπουτσιού, βάζοντας τελικά το πόδι της κάτω από το πρόσωπό μου. Ασυναίσθητα γεμίζω τα δάχτυλά Της με απαλά γρήγορα υγρά φιλιά. Με χτυπά ελαφρά στην πλάτη με το μαστίγιο.

-Δε θυμάμαι να σας έδωσα άδεια γι’ αυτό που κάνετε, είπε χαμογελώντας με φωνή που έδειχνε την ικανοποίησή Της για τη δική μου «ανυπακοή»
-Συγγνώμη Κυρία, λέω με σεβασμό.
-Αρκετά για αρχή, λέει και προχωρά προς την πολυθρόνα, τραβώντας με από την αλυσίδα.

 Κάθεται, και γονατίζω μπροστά Της.

-Βγάλτε μου τα παπούτσια, διατάζει.

Υπακούω και με πολλή προσοχή βγάζω τα κομψά Της πέδιλα. Ακουμπά τα πόδια Της στους μηρούς μου.

-Φιλήστε, διατάζει πάλι.

Με μεγάλη προσοχή σηκώνω απαλά τα πόδια Της κρατώντας από τις καλοσχηματισμένες φτέρνες. Τα φέρνω στο ύψος του προσώπου μου και αρχίζω να δίνω μικρά πεταχτά φιλιά στα πέλματα, κοντά στα δάχτυλα, φιλώντας μια το ένα πόδι και μια το άλλο. Με αφήνει να συνεχίσω για αρκετή ώρα, εναλλάσσοντας πόδι ώσπου ξαφνικά τραβά τα πόδια Της και τα ακουμπά στο πάτωμα.

-Αρκετά. Ξαπλώστε με την πλάτη σας κάτω, μπροστά μου! με διατάζει.

 Υπακούω αμέσως και ξαπλώνω μπροστά τις κατά μήκος του καναπέ.
Τοποθετεί το δεξί Της πόδι στο στήθος μου και το αριστερό στην κοιλιά μου. Ακούω την τηλεόραση ν’ ανάβει.

-Μη με ενοχλείτε τώρα, θέλω να χαλαρώσω και να ξεκουραστώ.
-Μάλιστα Κυρ… μου κλείνει το στόμα με το πόδι Της.

 Μένω ακίνητος προσέχοντας μη γλιστρήσει το πέλμα της από το πρόσωπό μου και πέσει κάτω. Χρησιμοποιώ το χέρι μου για να το συγκρατήσω απαλά, σαν να κρατώ μπαμπάκι. Και πράγματι οι φτέρνες Της είναι τόσο απαλές και βελούδινες, σαν να είναι από μπαμπάκι, ή καλύτερα από μετάξι.
Σηκώνει το αριστερό Της πόδι και το ακουμπά με δύναμη στα σκέλια μου. Μουγκρίζω από τον πόνο, η φωνή μου βγαίνει μετά βίας κάτω από το πέλμα Της. Προσπαθώ να μείνω ακίνητος, πράγμα δύσκολο, με το πόδι της να παίζει με το πουλί μου. Γρήγορα το σώμα μου ανταποκρίνεται κάνοντας το προστατευτικό να πονά βασανιστικά. Όσο η έξαψη μεγαλώνει, τόσο μεγαλώνει και το βασανιστήριο του πόνου. Και αυτό λειτουργεί σαν βαλβίδα, μειώνοντας την ένταση, μειώνοντας τον πόνο και πάλι από την αρχή, αργά, μεθοδικά, βασανιστικά. Σιγά-σιγά αρχίζω να κατανοώ ότι αυτό που μου συμβαίνει πρέπει να είναι μέρος της εκπαίδευσής μου, αλλά δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο.
Κουνά το πόδι Της πέρα-δώθε, παρασύροντας το πουλί μου σε ένα ξέφρενο αγωνιώδη χορό. Νομίζω ότι θα σκάσω. Και ο πόνος, αργός, βασανιστικός, συνεχής…
Ο πόνος είναι ο καλύτερος εκπαιδευτής. Αρχίζω σιγά-σιγά να ελέγχω τη στύση μου, κρατώντας τον πόνο σε υποφερτά επίπεδα. Νοιώθω σαν το ποντίκι που το εκπαιδεύουν στο να βγαίνει από ένα λαβύρινθο. Πρέπει μόνος μου να βρω το ρυθμό, να βρω το σκοπό, όχι τις απαντήσεις… Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε.

 Ξαφνικά σηκώνεται και πατά πάνω μου, ισορροπώντας με αξιοθαύμαστη ευκολία με το ένα πόδι στο πρόσωπό μου και το άλλο στο στήθος. Μου κόβεται η ανάσα από το απροσδόκητο βάρος. Αναπνέω με δυσκολία, αναστενάζω με αγωνία. Δε μου δίνει σημασία. Αρχίζει να περπατά αργά πάνω μου. Κάθε βήμα Της είναι για μένα ένα αγωνιώδες ταξίδι αναπνοής και πόνου. Συνεχίζει να με αγνοεί. Τελικά κατεβαίνει και με τραβά στο κέντρο του δωματίου. Μου δείχνει τέσσερεις κρυφές υποδοχές στο πάτωμα, δίνοντάς μου τέσσερα δερμάτινα λουριά. Κάθε λουρί έχει και ένα κρίκο με ρυθμιζόμενο κορδόνι.

-Φορέστε τα στα χέρια και στα πόδια, ξαπλώστε με την πλάτη  και στερεώστε τα στις υποδοχές στο πάτωμα, τα πόδια πρώτα, μετά τα χέρια.

 Υπακούω αμέσως. Στερεώνω τα πόδια μου και καταφέρνω με κόπο να στερεώσω το ένα μου χέρι. Γρήγορα σκύβει και στερεώνει το άλλο μου χέρι και σφίγγει τα ρυθμιζόμενα κορδόνια ώσπου να τεντώσουν χαλαρά. Τώρα πια βρίσκομαι στο πάτωμα με τα χέρια και τα πόδια απλωμένα σχηματίζοντας το γράμμα «Χ».
Αρχίζει να με χαϊδεύει με την άκρη του μαστιγίου σε όλο μου το σώμα. Πιάνει τις ρόγες μου με τα δάχτυλα των ποδιών Της και τις σφίγγει με δύναμη. Κάνει το ίδιο με τη μύτη μου. Κάθε φορά που κουνιέμαι από τον πόνο με χτυπά με το μαστίγιο ώσπου να μείνω ακίνητος. Κάθε Της χτύπημα είναι ελεγχόμενο, ώστε να μου προκαλέσει πόνο, αλλά να μη λιποθυμήσω.
Βγάζει το μικροσκοπικό κιλοτάκι Της, μου ανοίγει το στόμα και το χώνει όλο μέσα.
Η γεύση είναι ασυνήθιστα γλυκιά, ερεθιστική, το προστατευτικό βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο.
-Μέχρι αύριο θα το έχετε πλύνει βιολογικά γιατί η «μικρούλα» μου το χρειάζεται, λέει γελώντας με νόημα. Και τώρα θα πρέπει να τη γνωρίσετε. Να δείξετε τον πρέποντα σεβασμό.

Τοποθετεί τα πόδια Της δεξιά και αριστερά από το κεφάλι μου και κάνοντας βαθύ κάθισμα ακουμπά τη «Μικρή » Της στο πρόσωπό μου και με κινήσεις μπρος-πίσω αρχίζει να το τρίβει απαλά πάνω μου. Ξαφνικά όλα μου φαίνονται πιο όμορφα. Η ευωδία είναι μεθυστική, αφοπλιστική, ο πόνος αβάσταχτος αλλά δεν με νοιάζει πια. Τα αρχέγονα ένστικτα ξυπνούν μέσα μου, δημιουργώντας νέους βιορυθμούς, νέες εμπειρίες, πρωτόγνωρες επιθυμίες. Αναπνέω μέσα από την απαλή γούνα Της και κάθε εισπνοή είναι και μια χαρμόσυνη μουσική στ’ αυτιά μου. Σαν να μεταμορφώνομαι από άνθρωπος σε κάτι άλλο. Σε τι; Σαν να γίνομαι ένα με το σώμα Της, αποτελώντας άλλο ένα μέλος του σώματός Της, προσπαθώντας να νοιώσω την αρμονία της τελειότητας. Η μύτη μου ρουφά αχόρταγα κάθε μυρωδιά που βρίσκεται γύρω της, κάνοντας το συνθέτη που ελέγχει την ορχήστρα των ηδονών. Τι όμορφες κινήσεις! Κάθε Της κίνηση, πλήρως ελεγχόμενη, με στόχο κάθε αισθητήριο κύτταρο του προσώπου μου. Τόσο εύστοχες. Νομίζω ότι το προστατευτικό θα σπάσει. Μουγγρίζω ασταμάτητα, σα ζώο και δεν ντρέπομαι γι’ αυτό. Έχω το κιλοτάκι ακόμα στο στόμα μου. Οι γεύσεις είναι διαρκείς, μεθυστικές, ερωτικές…

Ξαφνικά σηκώνεται

-Θα κοιμηθείτε εδώ! Λέει ψυχρά. Θα τα πούμε αύριο το πρωί. Σβήνει τα φώτα και εξαφανίζεται από το δωμάτιο, αφήνοντάς με δεμένο χειροπόδαρα στο κρύο πάτωμα. Θέλω να ουρλιάξω, αλλά το κιλοτάκι με εμποδίζει, με πνίγει, με κυριεύει. Το πρόσωπό μου ακόμα μυρίζει από τους χυμούς της «μικρής». Είμαι τόσο κουρασμένος. Το προστατευτικό με καίει, τα χτυπήματα με καίνε, αρχίζει η αναγέννηση.
Τελικά νομίζω ότι κοιμήθηκα, ίσως και να λιποθύμησα, δεν ξέρω, δεν με νοιάζει πια…

 

 

Επόμενο

 

Hosted by www.Geocities.ws

1