

"Από κει, μετά έξι μέρες και εφτά νύχτες,
ο άνθρωπος φτάνει στη Ζωβαϊδα, πόλη λευκή, εκτεθειμένη στο φεγγάρι, με δρόμους
που τυλίγονται μεταξύ τους όπως σ' ένα κουβάρι. Διηγούνται αυτήν την ιστορία
για την ίδρυσή της: άνθρωποι από διαφορετικά έθνη είδαν το ίδιο όνειρο,
μια γυναίκα να τρέχει ωύχτα μέσα σε μια άγνωστη πόλη, την είδαν από πίσω,
είχε μακριά μαλλιά κι ήταν γυμνή. Ονειρεύτηκαν πως την ακολούθησαν. Γυρίζοντας
από εδώ κι από κει την έχασαν όλοι. Μετά το όνειρο ξεκίνησαν ψάχνοντας για
κείνην την πόλη, δεν την βρήκαν αλλά βρέθηκαν μεταξύ τους, αποφάσισαν να
χτίσουν μια πόλη όπως στ' όνειρα. Για τη χάραξη των δρόμων ακολουθήθηκε
η διαδρομή της καταδίωξης του καθενός. Στο σημείο που ο καθένας τους είχε
χάσει τα ίχνη της φυγάδος διαμόρφωσε χώρους και τείχη αλλιώτικα απ' ό,τι
στο όνειρο, ώστε η γυναίκα να μην μπορεί πια να ξεφύγει.
Αυτή ήταν η πόλη Ζωβαϊδα όπου εγκαταστάθηκαν, περιμένοντας πως κάποια νύχτα
θα επαναλαμβανόταν η ίδια σκηνή. Κανείς τους, ούτε στον ύπνο ούτε στον ξύπνο
του, δεν ξαναείδε τη γυναίκα. Οι δρόμοι της πόλης ήταν οι δρόμοι όπου πήγαιναν
κάθε μέρα να δουλέψουν, χωρίς πια καμία σχέση με την καταδίωξη που είχαν
ονειρευτεί. Πράγμα που από καιρό είχε ξεχαστεί.
Καινούργιοι άνθρωποι από άλλα μέρη έφτασαν, έχοντας δει το ίδιο όνειρο.
Αναγνώρισαν στην πόλη Ζωβαϊδα κάτι από τους δρόμους του ονείρου και άλλαξαν
τη θέση που είχαν οι στοές και οι σκάλες για να μοιάζουν περισσότερο με
τη διαδρομή της κυνηγημένης γυναίκας και για να μην απομείνει κανένας δρόμος
διαφυγής στο σημείο που είχε ξεφύγει.
Οι πρώτοι που έφτασαν δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ήταν εκείνο που τράβηξε
αυτόν τον κόσμο στη Ζωβαϊδα, σ' αυτήν την άσκημη, σ' αυτήν την παγίδα."
Οι πόλεις και η επιθυμία. 5. Η Ζωβαϊδα. (σελ. 59).