KEIMENA 3

KEIMENA 4        

 

 

 


JOHN MAYNARD KEYNES

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ LAISSEZ-FAIRE

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΕΛΙΔΩΝ ΑΠΟ 315 ΕΩΣ 339

 

 

I

 

Ο Κέυνς βλέπει μια αλλαγή στη στάση απέναντι στις δημόσιες υποθέσεις. Μάλιστα βλέπει μια πρόοδο. Από τις θεοκρατικές αντιλήψεις υπάρχει ένα πέρασμα στον ωφελιμιστικό ατομισμό στον οποίο οδήγησε η όλο και αυξανόμενη πίστη στην επιστήμη και η απομάκρυνση από την εκκλησία. Αναδύεται το ατομικό συμφέρον σε βάρος της μοναρχίας και της εκκλησίας.

Όμως μια αντίδραση έφερε το συλλογικό καλό, τη γενική θέληση και την κοινωνία στο προσκήνιο. Ο Rousseau, ο Paley και ο Bentham φτάνουν στην ισότητα των ανθρώπων, και αυτό το κάνει με διαφορετικό τρόπο ο καθένας από αυτούς.

Έχουμε τελικά συγχώνευση των ρευμάτων του συντηρητικού ατομισμού από τη μια, των Locke, Hume, Johnson, Burke και του δημοκρατικού εξισωτισμού και του σοσιαλισμού από την άλλη, των Rousseau, Paley, Bentham, Godwin.

Όλα αυτά στην πολιτική φιλοσοφία. Από την άλλη, έχουμε τους οικονομολόγους. Αυτοί, σύμφωνα με τον Κέυνς, έδωσαν επιστημονική βάση στην εναρμόνιση του ιδιωτικού και του δημοσίου συμφέροντος. Επίσης, ένα τρίτο ρεύμα είναι αυτό που θεωρεί την παρέμβαση του κράτους ανώφελη.

Από τα γεγονότα επιβεβαιώνεται και δικαιώνεται το δόγμα του laissez-faire. Ανάμεσα στο 1750 και το 1850 η μεγάλη πρόοδος που έγινε, οφείλεται στην ατομική πρωτοβουλία. Το κράτος δεν κατάφερε τίποτα, ούτε ουσιαστικά, ούτε και απέναντι στις εντυπώσεις. Φιλόσοφοι και οικονομολόγοι ήταν τότε πεπεισμένοι ότι η ελεύθερη ατομική πρωτοβουλία θα ωφελούσε στο μέγιστο το σύνολο. Άρα, όλα συντέλεσαν στο να επικρατήσει ένα κλίμα θετικό για το laissez-faire και αρνητικό για κάθε κρατική παρέμβαση. Φτάσανε όλοι στον ατομισμό.

 

 

II

 

Ο Κέυνς αμφισβητεί την εγκυρότητα των συμπερασμάτων που έβγαζαν κάποιοι από την ανάγνωση των οικονομολόγων. Βλέπει μια παρεξήγηση, μια παραπλάνηση. Οι οικονομολόγοι πήραν έτοιμο το laissez-faire. Δεν το ανέπτυξαν οι ίδιοι. Η διδασκαλία του ανήκει στους πολιτικούς φιλόσοφους. Η έκφραση laissez-faire δεν συναντάται ούτε στον Smith, ούτε στον Ricardo, ούτε στον Malthus. Σύμφωνα με τον Κέυνς και τον Sidgwick, ο Smith ήταν υπέρ του συστήματος της φυσικής ελευθερίας περισσότερο από τη θεϊστική κοσμοαντίληψή του, παρά από κάποια πρόταση της πολιτικής οικονομίας. Το laissez-faire ήταν περισσότερο προϊόν της πολιτικής του ελεύθερου εμπορίου και οικονομολόγων δεύτερης διαλογής, παρά της ορθόδοξης πολιτικής οικονομίας, λέει ο Κέυνς.

Από την εποχή του John Stuart Mill εμφανίζονται αντιδράσεις. Από τον Cannan που αποδοκιμάζει την επίθεση κατά του σοσιαλισμού, μέχρι τον Cairnes που αμφισβητεί την επιστημονική βάση του laissez-faire.

 

 

III

 

Εδώ ο Κέυνς ασχολείται με το δαρβινισμό. Η εύκολα κατανοήσιμη μέθοδος της δοκιμής και της αποτυχίας προτείνεται από τους οικονομολόγους, οι οποίοι βρίσκουν κάτι απλό, κατανοήσιμο και αληθοφανές. Η φυσική επιλογή πιστεύουν ότι θα οδηγήσει στην πρόοδο.

Όμως, οι συνθήκες που περιλαμβάνονται σε αυτή την υπόθεση της θεωρίας δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, μας λέει ο Κέυνς. Και δεν είναι μόνο αυτό, αλλά και άλλες εκτιμήσεις που αμφισβητούν το παραπάνω θεωρητικό σχήμα-εύρημα. Εντούτοις, η θεωρία του laissez-faire είναι πολύ εύηχη αλλά και δεν έχει σοβαρούς αντιπάλους, αφού ο προστατευτισμός και ο μαρξικός σοσιαλισμός αποτυγχάνουν να πείσουν έστω και για τη σοβαρότητά τους. Το laissez-faire δεν ήταν θεωρία των οικονομολόγων αλλά, μαζί με τον ατομισμό, πολιτικές και ηθικές φιλοσοφίες. Και παρά τις κακές πλευρές στην επιστημονική δομή, τόσο ο ατομισμός, όσο και το laissez-faire ικανοποιούσαν στην πράξη τον επιχειρηματικό κόσμο της εποχής εκείνης.

 

 

IV

 

Σε αυτό το κομμάτι, ο Κέυνς εξετάζει το μέγεθος της επιχείρησης και ισχυρίζεται ότι σε μεγάλες και ώριμες εταιρίες συμβαίνει αυτό που ο ίδιος ονομάζει κοινωνικοποίηση. Η τάση των ανωνύμων εταιριών είναι, όταν ωριμάζουν, να προσεγγίζουν τους δημόσιους οργανισμούς μάλλον, παρά την ατομιστική ιδιωτική επιχείρηση. Στην κοινωνικοποίηση των εταιριών η φυσική εξέλιξη δείχνει μια νίκη του σοσιαλισμού ενάντια στο απεριόριστο ιδιωτικό κέρδος, συμπεραίνει ο Κέυνς. Επιπλέον, προτείνει συμπερασματικά να προτιμούνται ημιαυτόνομοι οργανισμοί έναντι κρατικών οργάνων, στο επίπεδο των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας.

Η επίκριση που κάνει στο δογματικό κρατικό σοσιαλισμό οφείλεται στο ότι θεωρεί ότι είναι ξεπερασμένος, και μάλιστα ότι ανήκει συγκεκριμένα στην περασμένη πεντηκονταετία από όταν κάνει την διάλεξη. Όμως, κατά την άποψή του, ο κρατικός σοσιαλισμός αποτελεί μιαν εκδοχή της ίδιας φιλοσοφίας που θεμελίωσε τον ατομισμό, της φιλοσοφίας που ασχολήθηκε με την ελευθέρια στην οικονομική δραστηριότητα του 19ου αιώνα, με διαφορετικό τρόπο όμως σε κάθε εκδοχή της.

Αναφορικά με τα Agenda του κράτους, ο Κέυνς λέει ότι πρέπει το κράτος να παίρνει αποφάσεις που δεν θα τις λάβει ποτέ κανένας ιδιώτης, να κάνει πράγματα που δεν θα γίνουν καθόλου αν δεν τα πραγματοποιήσει το κράτος.

Τέλος, παραθέτει τα εξής προβλήματα. Αρχικά, αναφέρει ότι ο κίνδυνος, η αβεβαιότητα και η άγνοια είναι οι αιτίες πολλών οικονομικών προβλημάτων όπως η ανισότητα της κατανομής του πλούτου, η ανεργία, η μείωση της παραγωγικότητας. Η θεραπεία των προβλημάτων αυτών θεωρεί ότι βρίσκεται στον έλεγχο του νομίσματος και στον έλεγχο της κοινωνίας πάνω στις επιχειρήσεις, με τη δημοσιοποίηση των στοιχείων τους, καθώς και με την πνευματική καθοδήγηση των επιχειρήσεων από την κοινωνία, η οποία όμως δεν πρέπει να εμποδίζει την ατομική πρωτοβουλία.

Το δεύτερο πρόβλημα που αναφέρει ο Κέυνς είναι η σχέση αποταμίευσης και επένδυσης, και αυτό θεωρεί ότι συνιστά ένα πρόβλημα πολύ σοβαρό που δεν πρέπει να επιλυθεί από ιδιωτικές αποφάσεις. Το πόσο θα αποταμιεύσει η κοινωνία και το πως θα διαθέσει προς επένδυση τα κεφάλαια, συνιστούν πρόβλημα που πρέπει να λυθεί από κοινού μέσα στην κοινωνία.

Τρίτο πρόβλημα, ο πληθυσμός. Το μέγεθος του πληθυσμού πρέπει να είναι ένα θέμα εθνικής πολιτικής και πρέπει να ληφθούν μέτρα για την εφαρμογή της πολιτικής αυτής.

 

 

V

 

Ο Κέυνς τελειώνοντας με τα οικονομοτεχνικά θέματα, περνά σε αυτά που ο ίδιος αποκαλεί ηθικά, ή ψυχολογικά. Ας πούμε, η ηθική φύση του ζητήματος του ατομικού κίνητρου, και το θέμα του αν πρέπει και κατά πόσο, να προάγει η κοινωνία αυτό το κίνητρο. Θρησκείες και φιλοσοφίες αποδοκιμάζουν το προσωπικό κέρδος και τη ζωή που συνεπάγεται η υποταγή σε τέτοιους σκοπούς.

Γενικότερη παρατήρηση του Κέυνς είναι ότι η παρανόηση και η σύγχυση με τις έννοιες οδηγούν σε παρεξηγήσεις θεωριών και στάσεων και σε παράλογες στάσεις. Η διασάφηση των ιδεών είναι η λύση όλων αυτών των προβλημάτων. Ο καπιταλισμός, σύμφωνα με τη γνώμη του Κέυνς που την διατυπώνει λίγο πριν το τέλος, είναι εξαιρετικά αποτελεσματικός στην επίτευξη στόχων, και ο καλύτερος σε αυτό, σε σχέση με κάθε άλλο σύστημα. Τελειώνει προτείνοντας το επόμενο βήμα να είναι ο βαθύτερος στοχασμός.

 

 

 


 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

 

Οι δυο διαφορετικές αρχές που συντρέχουν κατά τον Adam Smith στη φιλοπατρία και η σύνδεση τους με καταστάσεις, στις οποίες εκφράζεται "δημόσιο πνεύμα" και "πνεύμα συστήματος".

 

 

  1. Το κράτος δομείται από πληθώρα νομικών και κοινωνικών συνιστωσών, οι οποίες ξεκινούν από τα μεμονωμένα άτομα, αλλά η συνένωση των οποίων συντάσσει πολλές ιδιαίτερες τάξεις ή ομάδες. Οι τάξεις αυτές, συμπλέκονται στα πλαίσια του συσχετισμού μεταξύ τους, καθώς και στη βάση του συσχετισμού τους με την άσκηση εξουσίας μέσα στο κράτος.
  2. Με το σύνταγμα του κράτους η σχέση των τάξεων αυτών μεταξύ τους ισορροπεί, στο βαθμό που το κράτος εγγυάται ασφάλεια και προστασία για όλους -έννομη τάξη. Υπάρχει σαφής ανάγκη -τουλάχιστον στη σκέψη του Adam Smith- τα άτομα να σέβονται αυτές τις τάξεις, μέσα από το σεβασμό των άλλων ατόμων, και, τελικά, να σέβονται το κράτος.
  3. Η αγάπη για το κράτος ονομάζεται στο κείμενο του Adam Smith φιλοπατρία. Οι δυο αρχές που συντρέχουν σε αυτήν είναι, αφενός, ένας σεβασμός και μια υπακοή στο σύνταγμα ή την υφιστάμενη μορφή διακυβέρνησης, και, αφετέρου, μια ειλικρινής επιθυμία να έχουν οι συμπολίτες μας όσο το δυνατόν μια ασφαλή, αξιοσέβαστη και ευτυχισμένη ζωή.
  4. Σε ομαλή κατάσταση (ειρήνης και ησυχίας) υπάρχει ισόρροπη τήρηση και εφαρμογή των δυο αρχών. Υπάρχει σεβασμός και ευλαβής υπακοή στο σύνταγμα και όλοι επιθυμούν ειλικρινά την ασφάλεια και την ευτυχία για τους συμπολίτες τους. Φυσικά, υπάρχει σύμπλεξη μεταξύ των αρχών: εφόσον η υφιστάμενη μορφή διακυβέρνησης ωφελεί όλους τους πολίτες, την σέβονται, αλλά πάντοτε στο βαθμό που, απριοριριστικά, η ευημερία του εαυτού καθώς και των συμπολιτών ενδιαφέρει και κάνει πραγματικά ευτυχισμένο τον καθένα (…).
  5. Ο A. Smith θεωρεί ότι στην κατάσταση του πολέμου το άτομο πολεμά ως ήρωας που υπηρετεί τη χώρα του κι έτσι φαίνεται ξεκάθαρα το δημόσιο πνεύμα (του). Ο πολίτης, σε αυτή την περίπτωση, είναι βέβαιο ότι επιθυμεί την ασφάλεια όλων των συμπολιτών του, όπως επίσης και την ευτυχία τους, καθώς πολεμά για την πατρίδα του στην υφιστάμενη κατάστασή της, κι επομένως πολεμά για αυτή την κατάσταση αλλά και, τελικά, μέσα από την πραγματική διάσταση αυτής της κατάστασης, από το συσχετισμό του δηλαδή με τα άλλα άτομα, πολεμά για τους συμπολίτες του… Γι΄ αυτό και όλοι τον αγαπούν…
  6. Η σχέση του με το σύνταγμα της πατρίδας του είναι σχέση αμοιβαίας προστασίας και οπωσδήποτε καλή σχέση: πολεμά για να προστατέψει την πατρίδα του, έμμεσα την εγγενή νομική τάξη της, η οποία με τη σειρά της του προσφέρει ένα αίσθημα ασφάλειας, αλλά και ουσιαστική ασφάλεια. Το δημόσιο πνεύμα του, υπαγορεύεται από αγαθή προαίρεση και σεβασμό απέναντι στις υφιστάμενες νομικές και κοινωνικές τάξεις του κράτους του.
  7. Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει δημόσια δυσαρέσκεια, εσωτερική αναταραχή και αταξία οι δυο αρχές διαχωρίζονται. Ο A. Smith βλέπει τον κυρίαρχο ρόλο να βρίσκεται στο αποκαλούμενο "πνεύμα συστήματος", το οποίο αναμιγνύεται με το δημόσιο πνεύμα, το τροφοδοτεί και μάλλον το ξεπερνά. Ακόμη και ο πιο σοφός άντρας αμφισβητεί την αξία του τρόπου διακυβέρνησης ή του συντάγματος, κι επιθυμεί την αλλαγή.
  8. Όμως αυτό συμβαίνει επειδή, κατά την άποψη του εκάστοτε άντρα που επιθυμεί την αλλαγή, το συγκεκριμένο σύνταγμα ή ο συγκεκριμένος τρόπος διακυβέρνησης δεν εξασφαλίζουν την ειρηνική, την ασφαλή, την αξιοσέβαστη και γενικά την ομαλή ζωή μέσα στη χώρα. Αναφορικά με την δεύτερη αρχή, στη σχέση με τους άλλους πολίτες, εκεί όπου εκφράζεται πνεύμα συστήματος βλέπουμε ότι υπάρχει τομή του πληθυσμού. Δηλαδή, οι μισοί αγαπούν και οι άλλοι μισοί απεχθάνονται αυτόν που επιδιώκει την αλλαγή του συστήματος.
  9. Ειδικότερα, στην περίπτωση εμφάνισης πνεύματος συστήματος, όσοι επιδιώκουν την αλλαγή έχουν πειστεί για την αξία ενός ιδεώδους συστήματος διακυβέρνησης ή ενός ιδεώδους συντάγματος, το οποίο ακριβώς επιθυμούν να εγκαθιδρύσουν.
  10. Στην τελευταία περίπτωση της επιθυμίας επιβολής μίας ιδεώδους κατάστασης, παρατηρείται συχνά, μάλλον πάντοτε, αδιαλλαξία και υπέρμετρη επιμονή στην αφοσίωση στην προσπάθεια εφαρμογής του νέου συστήματος. Επιπλέον, και ως αποτέλεσμα, ο άνθρωπος του συστήματος παρασύρεται σε πράξεις υπερβολής, στη σχέση του, τόσο με τους συμπολίτες του, όσο και με την υφισταμένη νομική και κοινωνική τάξη γενικότερα. Μάλιστα, μπορεί να λησμονήσει την αρχική σύλληψη του νέου συστήματος και να φτάσει σε εγωισμούς και αλαζονείες που τον καθιστούν επικίνδυνο.

 

 

Βιβλιογραφία:

i. Μανόλης Αγγελίδης - Κοσμάς Ψυχοπαίδης / κείμενα πολιτικής οικονομίας και θεωρίας της πολιτικής / ΕΞΑΝΤΑΣ / 1992

 

Ζάνταλης Νικόλαος

 


 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

 

 

Η θεμελίωση της μακρο-κοινωνικής οπτικής στον Πλούτο των Εθνών του Adam Smith. [Το ζήτημα της ετήσιας εργασίας, ο καταμερισμός της εργασίας και η αύξηση της ετήσιας εργασίας (δεξιοτεχνία, κρίση, μηχανές), η θεωρία της αξίας, τα συστατικά της τιμής του εμπορεύματος και οι κοινωνικές τάξεις].

 

 

  1. Ο Adam Smith, στον Πλούτο των Εθνών, θεμελιώνει μια καινοτομική μακρο-κοινωνική οπτική της έρευνας για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών. Αφετηριακά, η έννοια της εργασίας συνδέεται θεμελιακά με τον πλούτο, και, πάνω στη βάση αυτής της σύνδεσης, ακολουθεί η μακρο-κοινωνική τροχιά της ανάλυσής του, του πλούτου των εθνών.
  2. Στη σύνδεση της εργασίας με τον πλούτο, ο A. Smith θέτει αρχικά το ζήτημα της ετήσιας εργασίας. Η ετήσια εργασία που προσφέρει ένα έθνος, αντιστοιχεί στην ποσότητα των αγαθών την οποία, είτε ως άμεσο προϊόν, είτε ως προϊόν ανταλλαγής με το άμεσο προϊόν της εργασίας, -και, επομένως, ίσης αξίας με το άμεσο προϊόν-, μπορεί να καταναλώσει το έθνος αυτό. Ως απόθεμα, η ετήσια εργασία θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η ικανότητα ιδιοκτησίας μέσα στο έτος.
  3. Ο Smith, στη συνέχεια θεωρεί και αναλύει το ζήτημα του καταμερισμού της εργασίας. Σε ένα πρώτο επίπεδο, χωρίζει τους ανθρώπους ανάμεσα σε αυτούς που κάνουν μια χρήσιμη εργασία και σε αυτούς που δεν κάνουν μια χρήσιμη εργασία. Αυτός ο διαχωρισμός, μπορούμε να πούμε ότι είναι ένας πρότερος καταμερισμός εργασίας.
  4. Όμως, θεωρεί σημαντικότερους, στον καθορισμό της ποσότητας του πλούτου ενός έθνους, τους παράγοντες στους οποίους στηρίζει την ουσία της έννοιας του καταμερισμού της εργασίας: την επιδεξιότητα, τη δεξιοτεχνία και την κρίση με την οποία ασκείται η εργασία, στο επιμέρους επίπεδο της καταμερισμένης εργασίας στην παραγωγή. Αυτή ακριβώς η ανάπτυξη της αποτελεσματικότητας -της παραγωγικότητας-, είναι αιτία και αποτέλεσμα του καταμερισμού της διαδικασίας της παραγωγής.
  5. Βέβαια, η επιδεξιότητα του κάθε εργάτη είναι αιτία του καταμερισμού, και, στη συνέχεια, εφόσον αναπτύσσεται η επιδεξιότητα στα πλαίσια του καταμερισμού, θεωρείται εκ των υστέρων ως αποτέλεσμα. Όμως, αυτή η επιδεξιότητα είναι αιτία και στην τεράστια αύξηση στην ποσότητα εργασίας την οποία μπορεί ο σταθερός αριθμός ανθρώπων να εκτελέσει. Σε αυτή την αύξηση συνεισφέρουν ακόμη, τόσο η εξοικονόμηση χρόνου που συνήθως απαιτείται για την εναλλαγή των διαφορετικών ειδών εργασίας, όσο και η εφεύρεση των μηχανών, οι οποίες συντομεύουν την εργασία των ανθρώπων.
  6. Ο Smith είναι ο πρώτος που συνδέει την ποσότητα της εργασίας που δαπανάται για την παραγωγή ενός προϊόντος, με την αξία του. Αυτό ισχύει σε ένα πρωτόγονο επίπεδο, όπου η ανταλλακτική αξία προσδιορίζεται από την ποσότητα της εργασίας που ενσωματώνει την αξία στο προϊόν, ως η εργασία που απαιτείται για την παραγωγή του, και η οποία ακριβώς ανταλλάσσεται μέσα από την ανταλλαγή του προϊόντος με προϊόντα άλλης εργασίας, δηλαδή με άλλη εργασία.
  7. Στο επόμενο στάδιο, όπου έχουμε συσσώρευση κεφαλαίου, οι εργάτες προσθέτουν στο προϊόν την αξία των κερδών του κεφαλαίου, καθώς και την αξία των μισθών τους. Οπότε, δεν έχουμε προσδιορισμό της αξίας του προϊόντος μόνο από την ποσότητα της εργασίας η οποία δαπανάται για την παραγωγή του, αλλά και από το μέγεθος του κεφαλαίου που επενδύεται για την έναρξη της παραγωγής του.
  8. Παράλληλα, το έδαφος γίνεται ατομική ιδιοκτησία. Επομένως, οι καρποί που συλλέγονται δεν ενσωματώνουν μονάχα την αξία της εργασίας αλλά και μια επιπρόσθετη αξία. Αυτή η "άδεια χρήσης της γης", όπως την ονομάζει ο Smith, είναι η γαιοπρόσοδος, η οποία αποτελεί το τρίτο συστατικό μέρος της τιμής του εμπορεύματος.
  9. Συνοπτικά, λοιπόν, με την ανάπτυξη της θεωρίας της αξίας, ο A. Smith, προσδιορίζει τους παράγοντες σύστασης της τιμής του εκάστοτε εμπορεύματος, και ο ίδιος συνοψίζει λέγοντας ότι, η πραγματική αξία μετριέται με την ποσότητα της εργασίας, η οποία απλώς δεν μέτρα πια μόνο αυτό που είναι καθαυτό εργασία, αλλά και αυτό που ανάγεται σε πρόσοδο καθώς και αυτό που ανάγεται σε κέρδος του κεφαλαίου.
  10. Σε αντιστοιχία με τα συστατικά της τιμής του εμπορεύματος, ο Smith βλέπει τρεις "μεγάλες, πρωταρχικές και συστατικές κάθε πολιτισμένης κοινωνίας", όπως τις ονομάζει, τάξεις. Αυτοί που ζουν από την πρόσοδο, αυτοί που ζουν από τους μισθούς και αυτοί που ζουν από τα κέρδη. Τόσο το συμφέρον της πρώτης τάξης, όσο και το συμφέρον της δεύτερης τάξης, είναι το ίδιο αυστηρά συνδεδεμένα με το συμφέρον της κοινωνίας. Η τρίτη τάξη, των εργοδοτών που ζουν από τα κέρδη, έχει συμφέρον ανεξάρτητο από το συμφέρον της κοινωνίας. Ο Smith αποδίδει στην ατομιστική φύση της εργασίας της τάξης αυτής (ανταγωνισμος), την φύση και την συμπεριφορά της αναφορικά με τα συμφέροντά της (Μανόλης Αγγελίδης - Κοσμάς Ψυχοπαίδης / κείμενα πολιτικής οικονομίας και θεωρίας της πολιτικής / ΕΞΑΝΤΑΣ / 1992/σελ. 100-101).

 

 

Βιβλιογραφία:

i. Μανόλης Αγγελίδης - Κοσμάς Ψυχοπαίδης / κείμενα πολιτικής οικονομίας και θεωρίας της πολιτικής / ΕΞΑΝΤΑΣ / 1992

 

Ζάνταλης Νικόλαος

 


 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

 

Καταμερισμός της εργασίας και κρατικές πολιτικές σε σύστημα φυσικής ελευθερίας. Οι δαπάνες της πολιτείας.

 

  1. Ο A. Smith θεωρεί ότι η σπουδαιότερη, η θεμελιωδέστερη εμπορική συναλλαγή είναι εκείνη η οποία γίνεται ανάμεσα στους ανθρώπους της υπαίθρου και τους ανθρώπους της πόλης. Ανάμεσα στις δυο αυτές κατηγορίες ανθρώπων υπάρχει ένας καταμερισμός εργασίας: οι μεν πρώτοι παράγουν ακατέργαστα προϊόντα προκειμένου να τροφοδοτήσουν με αυτά τους δεύτερους και τους εαυτούς τους, οι δε δεύτεροι επεξεργάζονται τα προϊόντα και τα μεταποιούν στις βιοτεχνίες και τις χειροτεχνίες.
  2. Για τον Smith ο καταμερισμός αυτός πρέπει να γίνεται με όρους φυσικής ελεύθερης επιλογής, τόσο από την άποψη της ποσότητας των προϊόντων που θα παραχθούν σε κάθε τομέα (γεωργία-βιοτεχνία/χειροτεχνία), όσο και από την άποψη του τομέα στον οποίο θα αναλωθεί, θα απασχοληθεί ο κάθε εργάτης. Εάν, για παράδειγμα, γίνει περιορισμός του αριθμού των ανθρώπων που ασχολούνται με τη βιοτεχνία, προκειμένου να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή στην αγροτική δραστηριότητα, θα περιοριστεί η εγχώρια αγορά ακατέργαστου προϊόντος, και, επομένως, αντίθετα από την αρχική πρόθεση της ενθάρρυνσης της γεωργίας, αυτή θα αποθαρρυνθεί.
  3. Γενικεύοντας, ο Smith υποστηρίζει ότι στα συστήματα όπου θέλουν να κατευθύνουν τις παραγωγικές δραστηριότητες με περιορισμούς και παρεμβάσεις, τα αποτελέσματα είναι αντίθετα από τις αρχικές κινητήριες προθέσεις. Η απόσπαση της παραγωγικής δύναμης από τον τομέα όπου αυτή οδηγείται σε συνθήκη φυσικής ελευθέριας, -και όπου, τελικά, μπορεί να αξιοποιηθεί καλύτερα-, συρρικνώνει τον τομέα στον οποίο στρέφεται από το σύστημα, και, ενδεχομένως, δημιουργούνται κι αλλά προβλήματα στη σύνολη παραγωγική δραστηριότητα, κυρίως σε σχέση με τις προσδοκίες που κινητοποιούν τις παρεμβάσεις.
  4. Απομένει μια μόνο επιλογή: το σύστημα της φυσικής ελευθέριας. Ωστόσο, παραμένουν τρεις υποχρεώσεις του άρχοντα, -ή του κυρίαρχου-, του συστήματος: η πρώτη αφορά στην προστασία της κοινωνίας από άλλες κοινωνίες οι οποίες ενδεχομένως να την απειλήσουν. Η δεύτερη αφορά στην προστασία της ασφάλειας του εκάστοτε πολίτη-μέλους της κοινωνίας, από το ενδεχόμενο να υποστεί οποιοδήποτε κακό από άλλο μέλος της κοινωνίας. Η τρίτη αφορά στην κατασκευή και συντήρηση δημόσιων έργων και θεσμών αναγκαίων για την εύρυθμη ζωή της κοινωνίας. Όλα αυτά έχουν ένα κόστος το οποίο επωμίζεται η πολιτεία.
  5. Για την ασφάλεια της κοινωνίας παρουσιάζεται η ανάγκη ύπαρξης ενός μόνιμου στρατού. Βέβαια, ο στρατός από πολλούς θεωρείται επικίνδυνος για την ελευθερία. Όμως, ακριβώς ο στρατός είναι αυτό που, για τον Smith, μπορεί να στηρίξει και να εξασφαλίσει μια κοινωνία και μια πολιτεία. Με τη σωστή σχέση του (πολιτικού) κυρίαρχου και του στρατού, ο στρατός παρέχει ασφάλεια, τόσο στον κυρίαρχο και στο καθεστώς της κυριαρχίας του, όσο και στην σύνολη κοινωνία αναφορικά με τις σχέσεις της με άλλες κοινωνίες. Μόνο που για τη δημιουργία και τη συντήρηση ενός εύρυθμου μόνιμου στρατού απαιτείται δαπάνη. Αυτή η δαπάνη δεν είναι άλλη από τη δαπάνη της πολιτείας που αφορά στη μέριμνα για την ασφάλεια της κοινωνίας.
  6. Ο Smith θεωρεί ότι σε συνθήκες φυσικής ελευθερίας τα άτομα εφοδιάζονται με τις αναγκαίες ικανότητες και αρετές από την κοινωνία στην οποία ζουν, αλλά αυτό δεν το θεωρεί βέβαιο για όλα τα άτομα: ενδέχεται κάποια άτομα να μην πάρουν από την κοινωνία τα αναγκαία εφόδια για να καταστούν ικανοί να συμβιώσουν ομαλά με τα άλλα μέλη της κοινωνίας. Οπότε, η κυβέρνηση υποχρεούται να παρέμβει, με το να παρέχει την παιδεία, η οποία θα εξασφαλίσει την αποφυγή φαινομένων κοινωνικής παθογένειας.
  7. Στην εξέλιξη της παραγωγικής δραστηριότητας, οι άνθρωποι αναλώνουν μεγάλο μέρος του χρόνου τους στην εργασία τους. Έτσι, ενώ γίνονται ικανότατοι επάνω στην εργασία τους, το μυαλό τους είναι καταδικασμένο σε νάρκη αναφορικά με ζητήματα της δημόσιας ή της ιδιωτικής ζωής. Επιπλέον, χάνεται η εθνική συνείδηση, και οι εργάτες δεν μπορούν να δουν την ανάγκη που ενδεχομένως προκύπτει, να συγκροτήσουν στρατό, και γίνονται κακοί στρατιώτες, δηλαδή, να πως φαίνεται η ανάγκη της παροχής παιδείας, και στη σχέση της με την ανάγκη ενός στρατού. Η παροχή παιδείας εξασφαλίζει έναν αρτιότερο στρατό!
  8. Τόσο η έλλειψη χρόνου, ο οποίος αναλώνεται στην εργασία, όσο και η έλλειψη χρημάτων, στις χαμηλές κοινωνικές τάξεις, καθιστούν απαγορευτική την μόρφωση του πολίτη με δικά του έξοδα. Όμως, αφενός ο απαιτούμενος χρόνος μπορεί να βρεθεί σε νεαρή ηλικία, αφετέρου τα απαιτούμενα χρήματα, για μια στοιχειώδη εκπαίδευση δεν θα είναι πολλά. Αυτά τα λίγα χρήματα, λοιπόν, για την απαραίτητη, -και θα πρέπει να είναι υποχρεωτική-, εκπαίδευση μπορεί να τα δαπανήσει το δημόσιο.

 

 

Βιβλιογραφία:

i. Μανόλης Αγγελίδης - Κοσμάς Ψυχοπαίδης / κείμενα πολιτικής οικονομίας και θεωρίας της πολιτικής / ΕΞΑΝΤΑΣ / 1992

Ζάνταλης Νικόλαος

 


ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

 

 

Να εντοπίσω και να συνοψίσω τα βασικά σημεία της κριτικής που ασκεί ο Schmoller στις αντιλήψεις της κλασσικής πολιτικής οικονομίας, και ιδιαίτερα στις αντιλήψεις του A. Smith.

 

  1. Ο Schmoller θεωρεί ότι οι επικρατούσες οικονομικές θεωρίες -καθώς και τα λοιπά γνωστικά εποικοδομήματα της εποχής του- είναι τμήματα μιας γενικότερης φυσικοδικαιϊκής διάστασης η οποία εντοπίζεται τόσο στο οικονομικό πεδίο, όσο και στη γενικότερη κοινωνική και πολιτική κατάσταση της εποχής. Κατά κανένα τρόπο δεν βλέπει την ύπαρξη μιας θεωρίας της πολιτικής οικονομίας, μιας και μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, -οπότε με την επίδραση του Διαφωτισμού τα πράγματα άλλαξαν-, κάθε στοιχείο της γνώσης σωρευόταν άτακτα στο προϋπάρχον άτακτο σύνολο των γνώσεων.
  2. Η ορθολογικότερη οργάνωση των γνώσεων, -στα μέσα του 18ου αιώνα-, συμπίπτει με την αυτονόμηση της οικονομικής ως επιστήμης, καθώς και με τη δημιουργία δυο σχολών: αυτή της ατομιστικής και αυτή της σοσιαλιστικής εθνικής οικονομίας. Φυσικά, πίσω από τις δυο σχολές κοινή καταγωγή παραμένει κατά τον Schmoller το φυσικό δίκαιο.
  3. Τόσο η σχολή της ατομιστικής θεωρίας, όσο και αυτή της σοσιαλιστικής, ξεκινά από το εμπειρικό, και φτάνουν τελικά να απομονωθούν και οι δυο στο ιδεολογικό επίπεδο, -γίνονται ιδεολογίες-, αλλά, πάντως, ο Schmoller δεν βλέπει να φτάνουν στο επίπεδο της επιστήμης, ή, τουλάχιστον, σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί "αληθινή επιστήμη". Ο ίδιος βλέπει ως αιτία σε αυτό, -στην μη αναγωγή των σχολών σε επιστημονικές θεωρίες-, την προσπάθεια αυτονόμησης της θεωρίας της κάθε σχολής, όπως και της πολιτικής οικονομίας γενικότερα, με αποτέλεσμα την αποκοπή από τα επιτεύγματα άλλων γνωστικών πεδίων.
  4. Πάντως, η κύρια αδυναμία και των δυο σχολών της οικονομικής σκέψης, επόμενο αφού συνιστούν ιδεολογίες μάλλον, παρά επιστημονικά συστήματα, είναι ένας άστοχος ιδεαλισμός, μια ουτοπική προσδοκία για την κοινωνία, την οποία η οικονομική σκέψη έβλεπε αποκομμένη από το δίκαιο και το κράτος, σε μια τέλεια θεωρητική τάξη. Η κλασσική οικονομική σκέψη ήταν ανορθόδοξα αισιόδοξη ή απαισιόδοξη, ανάλογα με τη σχολή, αλλά, πάντως, ανορθόδοξης πίστης, επειδή θεωρούσε το οικονομικό φαινόμενο άσχετο, ή θεωρούσε άστοχα τη σύνδεση του, με την υπόλοιπη κοινωνία και τους διάφορους θεσμούς της.
  5. Για τον Schmoller, η φιλελεύθερη σχολή είναι ουτοπική μέσα στην υπερβολική αισιοδοξία της, στον κοινό τόπο πίστης όλης της σχολής με τον Adam Smith, ότι το οικονομικό φαινόμενο είναι τέλεια ρυθμισμένο εκ των άνω, και ότι κάθε επέμβαση θα είναι ενάντια στην ομαλή εξέλιξη της οικονομικής διαδικασίας, όπως την επιφυλάσσει η φυσική εξέλιξη... Από την άλλη, η σχολή των σοσιαλιστών, μέσα στην απαισιοδοξία της για την εξέλιξη του οικονομικού βίου σε συνθήκες ελευθέριας και έλλειψης παρεμβάσεων, αποδείχνεται πιο ουτοπική από την πρώτη, ως προς τις προτάσεις της, ως προς τις προσδοκίες και τα οράματά της.
  6. Ωστόσο, οι προσδοκίες και των δυο σχολών είναι μη ρεαλιστικές, εφόσον, και στις δυο περιπτώσεις, δεν έχουμε επιστημονικές μελέτες, αλλά ενσωματώσεις συμφερόντων, πρακτικών συμπερασμάτων και ονείρων, σε μια ιδεολογία. Όλα αυτά σύμφωνα με τον Schmoller πάντοτε...
  7. Ο Adam Smith, κι αυτός ιδεαλιστής κατά τον Schmoller, δεν κατάφερε να αλλάξει τίποτα στις φιλελεύθερες θεωρίες. Απλά ανακύκλωσε τα παλιά δόγματα της ατομιστικής φυσικής διδασκαλίας, τα προσάρμοσε στις νέες συνθήκες της εποχής του όσον αφορά την οικονομία, το δίκαιο, την πολιτική.
  8. Ο Schmoller παρά την έκπτωση της εξελικτικής συνεισφοράς του Adam Smith, του αναγνωρίζει ότι αυτός έκανε την μεγαλύτερη πρόοδο στην πολιτική οικονομία μέχρι τουλάχιστον το 1870. Ο Adam Smith μπορεί να μην ήταν ένας "επιστήμονας", αλλά στα θέματα που αφορούν στην ανθρώπινη εργασία και τον καταμερισμό της, την κυκλοφορία του χρήματος ανάμεσα στις τάξεις, καθώς και τις σχέσεις ανάμεσά τους, σε αυτά τα θέματα έδωσε μια ευχρηστία και μια πρακτική αποτύπωση γενικότερης κοσμοαντίληψης, καθιστώντας τα μέρος ενός πολύ συνοπτικού αλλά συμπαγούς και εύχρηστου συστήματος με εξαιρετική χρησιμότητα για το πλήθος των ενδιαφερόμενων για την οικονομική διαδικασία την εποχή εκείνη.
  9. Συμπερασματικά, ο Schmoller με αυτές τις αντιλήψεις, δεν θεωρεί τον Adam Smith επιστήμονα, αλλά γραμματέα της ιστορίας της οικονομικής γνώσης, έναν άνθρωπο που απλώς συνόψισε και οργάνωσε την οικονομική γνώση της εποχής του, και μάλιστα υποταγμένος σε γενικότερη πίστη, συγκεκριμένα τη "θεϊστική-αρμονιστική", η οποία τον κατέστησε έναν μεγάλο άντρα στην εποχή του και ύστερα.

 

 

Βιβλιογραφία:

i. Μανόλης Αγγελίδης - Κοσμάς Ψυχοπαίδης / κείμενα πολιτικής οικονομίας και θεωρίας της πολιτικής / ΕΞΑΝΤΑΣ / 1992

 

Ζάνταλης Νικόλαος

 


 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

 

Ο Carl Menger, στα κείμενα που περιέχονται στο κατωτέρω βιβλίο, προσεγγίζει και ανακατασκευάζει κριτικά το επιχείρημα του οικονομικού ιστορισμού (G. Schmoller). Να παρουσιάσετε αυτήν την ανακατασκευή επισημαίνοντας τα σημεία εκείνα στα οποία διαπιστώνονται, κατά την άποψή σας, επικαλύψεις μεταξύ των δυο προσεγγίσεων.

 

  1. Όσον αφορά τη στάση του C. Menger απέναντι στη νεότερη ιστορική σχολή των οικονομολόγων, αμφισβητεί κυρίως τις μεθοδολογικές βάσεις της σχολής αυτής περισσότερο παρά την αξία της ίδιας της σχολής -εφόσον αυτή υπάρχει-, ή τη χρησιμότητά της. Ο ίδιος, εκπρόσωπος της σχολής της αυστηρής μεθόδου στην οικονομία, ισχυρίζεται ότι η ρεαλιστική-εμπειρική κατεύθυνση είναι μια κατεύθυνση της θεωρητικής έρευνας που οδηγεί σε σχετικισμό και σε απλοποιήσεις. Πράγματι, αυτό που είναι στο στόχαστρο της κριτικής του Menger ενάντια στη σχολή του ιστορισμού, είναι το ιδεώδες της ρεαλιστικής-εμπειρικής επιστημολογίας του.
  2. Ο Menger μέσα από το ότι είναι αδύνατο να ανεβρεθούν αυστηρές κατηγορίες μέσα στην εμπειρική πραγματικότητα, φτάνει στο συμπέρασμα ότι η ρεαλιστική-εμπειρική κατεύθυνση της θεωρητικής έρευνας δεν μπορεί ποτέ να παράγει αυστηρούς, ακριβείς νόμους. Η ρεαλιστική-εμπειρική κατεύθυνση οδηγεί μόνο σε εμπειρικούς τύπους και σε εμπειρικούς νόμους. Επομένως, εξ αυτού, ο οικονομικός ιστορισμός είναι απλά δέσμιος της μεθοδολογικής βάσης του, της ρεαλιστικής-εμπειρικής κατεύθυνσης στη θεωρητική ερευνά εν γένει, δηλαδή σε όλα τα πεδία των φαινομένων, άρα και στην οικονομία. Η τυφλότητα των ιστορικών οικονομολόγων συνίσταται στην πίστη που έχουν, ότι η ρεαλιστική-εμπειρική κατεύθυνση είναι ο μόνη μεθοδολογική επιλογή, ακριβώς στη μονολιθικότητα της επιστημολογικής τους βάσης και στην συνεπαγόμενη μονομέρειά τους.
  3. Παράλληλα, ο Menger ασκεί κριτική στον ατομισμό, ένα παρακλάδι όπως λέει, του ιστορισμού, συγκεκριμένα με καταβολές στην ιστορική σχολή του δικαίου. Όμως, ενώ θα περίμενε κανείς το συντηρητισμό της ιστορικής σχολής του δικαίου να απαντάται στην ιστορική σχολή της εθνικής οικονομίας, συναντά το επιστημονικό παράδοξο να συμβαίνει το αντίθετο.
  4. Ο Menger εκμεταλλεύεται αυτό το παράδοξο και κάνει κριτική, κατηγορώντας συγκεκριμένα την ιστορική σχολή των γερμανών οικονομολόγων ότι στερούνται κάθε βαθύτερης θεμελίωσης και ότι έχουν μια οπορτουνιστική συγγένεια με τους φιλελευθέρους προοδευτικούς, καθώς και ότι ένα μέρος από αυτούς είχε ακόμη και σοσιαλιστικές επιδιώξεις. Η βασική αιτία, κατά την διάγνωσή του, για όλα αυτά είναι το ότι, οι ιστορικοί της οικονομίας δεν συνέγαγαν τις πρακτικές συνέπειες της οργανικής και της συνολικής τους αντίληψης και θεωρητικής βάσης για την οικονομία ως όλον, όπως εξάλλου έκαναν οι ιστορικοί του δικαίου.
  5. Ο μονόπλευρος κολεκτιβισμός που αποδίδει ο ατομισμός στην ακριβή κατεύθυνση στην οικονομία είναι μια παρεξήγηση, και πρόκειται για μια παρεξήγηση που λογικά στρέφει αυτή την κατηγόρια ενάντια στην ακριβή επιστήμη εν συνόλω. Η οργανική αντίληψη είναι στο άλλο άκρο και αδυνατεί να κατανοήσει την ουσία της λαϊκής οικονομίας, τα επιμέρους στοιχεία της και την ανάγκη για την υιοθέτηση της μεθόδου της αναγωγής των πολύπλοκων φαινομένων σε αυτά τα μεμονωμένα και απλά στοιχεία.
  6. Πάντως, αν θυμηθούμε τη θέση του Gustav Schmoller αναφορικά με την πρόοδο της εμπειρικά ακριβούς επιστήμης1 αυτός στηρίζει την εμπειρική επεξεργασία του Μικρού μεγέθους, του Επιμέρους. Όπως και ο Menger, έτσι και ο Schmoller θεωρεί ασφαλέστερα τα συμπεράσματα που βγάζει η κάθε εξειδικευμένη εμπειρική και "πραγματική" επιστήμη, όταν αυτά αφορούν στα πιο απλά και στα πιο στοιχειώδη στοιχεία της πραγματικότητας. Η εξήγηση και η έρευνα των πρωτογενών επιπέδων είναι πιο εύκολη και πιο αξιόπιστη, και όσο το επίπεδο έρευνας γίνεται πολυπλοκότερο, τόσο η εκάστοτε εμπειρική επιστήμη συναντά δυσχέρειες στην εργασία της.
  7. Ο Menger σκόπιμα δεν απορρίπτει εντελώς την αξία του επιπέδου της εμπειρίας, καθώς κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε αντίφαση με την αξία που ο ίδιος προσδίδει στα επιμέρους στοιχεία των φαινομένων, εφόσον αυτά γίνονται αισθητά ως αληθινά ακριβώς μέσα από την εμπειρία. Ο υποβιβασμός της αξίας του επιπέδου αυτού συνιστά μια λεπτότατη διαφοροποίηση, που θυμίζει εκείνη του Schmoller, της "πραγματικής επιστήμης", και ο οποίος μάλιστα αναφέρει επακριβώς τη φράση "ακριβής επιστήμη" 2, υποβιβασμός που σκοπό έχει να αποσαφηνίσει τα όρια που έχει η ρεαλιστική-εμπειρική επιστημολογία, και, κυρίως, να καταστήσει περισσότερο βάσιμη την κριτική του κατά του ιστορισμού, ο οποίος κατεξοχήν στηρίζεται στη ρεαλιστική-εμπειρική μεθοδολογία.

 

 

Βιβλιογραφία:

  1. Μανόλης Αγγελίδης - Κοσμάς Ψυχοπαίδης / κείμενα πολιτικής οικονομίας και θεωρίας της πολιτικής / ΕΞΑΝΤΑΣ / 1992.

 

 

Σημειώσεις:

  1. Μανόλης Αγγελίδης - Κοσμάς Ψυχοπαίδης / κείμενα πολιτικής οικονομίας και θεωρίας της πολιτικής / ΕΞΑΝΤΑΣ / 1992, σελ. 213.
  2. Μανόλης Αγγελίδης - Κοσμάς Ψυχοπαίδης / κείμενα πολιτικής οικονομίας και θεωρίας της πολιτικής / ΕΞΑΝΤΑΣ / 1992, σελ. 212.

 

Ζάνταλης Νικόλαος

 


 

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

 

Τόσο ο Keynes όσο και ο Hayek αναφέρονται στην ανάγκη ίδρυσης και ενίσχυσης ενός ενδιάμεσου τομέα, ο οποίος θα ενεργοποιείται μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Η ίδρυση αυτού του τομέα θέτει το ζήτημα του αναπροσδιορισμού της σχέσης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε σύγχρονες κοινωνίες. Ωστόσο, η θεμελίωση της ανάγκης του ενδιάμεσου τομέα είναι διαφορετική μεταξύ των δυο θεωρητικών. Αναζητείστε τους λόγους που επικαλούνται οι δυο θεωρητικοί προκείμενου να εξηγήσουν την αναγκαιότητα ίδρυσης του εν λόγω τομέα.

 

 

  1. Ο Keynes τονίζει, αρχικά, ότι η απροκάλυπτη συμπάθεια στο laissez-faire είναι μια παρεξήγηση, μια υπερβολή της υπόνοιας για τη διαφθορά του δημόσιου τομέα, και της δυσπιστίας στην κρατική διαχείριση. Υποστηρίζει ότι η οικονομική θεωρία, λαθεμένα θεωρείται ότι προωθεί την διεύρυνση του ιδιωτικού τομέα χωρίς όρια, και τη συρρίκνωση του κράτους, και θεωρεί ότι πρέπει να ερμηνευτούν σωστά οι οικονομολόγοι, ώστε να φανεί η αλήθεια των ισχυρισμών του.
  2. Ο Hayek κρατάει αποστάσεις από την υποστήριξη ενός ελάχιστου κράτους, και παραδέχεται, ή μάλλον, τονίζει και υποστηρίζει την ανάγκη ύπαρξης ενός ικανού κράτους στην οικονομία. Το κράτος, προσθέτει, διαθέτει δυνάμεις εξαναγκασμού, και αυτό του φαίνεται εξαιρετικά χρήσιμο σε μια αγορά, στο βαθμό που μπορεί να χρησιμέψει ως αποτελεσματικός ρυθμιστής.
  3. Ο Keynes βρίσκει ότι η απελευθέρωση του ιδιωτικού τομέα, ίσως μακροπρόθεσμα να οδηγεί σε θετικά αποτελέσματα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα αποτελέσματα θα είναι θετικά για πολύ στο μέλλον, και, επομένως, κάποια στιγμή καθίσταται αναγκαία η κρατική παρέμβαση, έστω την τελευταία στιγμή. Επίσης, θέτει το θέμα της ηθικής διάστασης που ανακύπτει από τις συνθήκες επικράτησης των ισχυρότερων στην αγορά. Έτσι, θέτει υπό επερώτηση την αποτελεσματικότητα της απόλυτης ελευθερίας του ιδιωτικού τομέα, στο επίπεδο του συλλογικού καλού. Όμως, κάνει την κριτική του πιο βαθιά, αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητα του ιδιωτικού κέρδους, ως κινήτρου για την βελτιστοποίηση της λειτουργίας της αγοράς. Από την άλλη πλευρά, ο προστατευτισμός και ο μαρξικός σοσιαλισμός, δεν άφησαν περιθώρια για συμπάθειες στην κρατική διαχείριση και στον δημόσιο τομέα εν γένει.
  4. Ο Keynes ισχυρίζεται ότι ανάμεσα στη σχέση ιδιωτικής και κρατικής σφαίρας, αναπτύσσεται, με τη φυσική εξέλιξη, ένα πρότυπο κοινωνικοποιημένης επιχείρησης. Ουσιαστικά, ο Keynes μιλά με βάση τη φυσική εξέλιξη, την οποία αποκαλύπτεται ότι δεν κατηγορεί αδιάκριτα, αλλά ισχυρίζεται απλά ότι αυτή οδηγεί όχι εκεί που ισχυρίζεται το laissez-faire, ή αλλού, παρά μόνο εκεί που ο ίδιος βλέπει, δηλαδή στην κοινωνικοποίηση των μεγάλων εταιριών και στην ημικοινωνικοποίηση διάφορων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Πάντως, σε ένα άλλο επίπεδο, χωρίζει τις τεχνικά ατομικές από τις τεχνικά κοινωνικές υπηρεσίες, και αναφέρει ότι υπάρχουν δραστηριότητες τις οποίες δεν θα αναλάβει κανείς, και δεν θα αναληφθούν καθόλου, εάν δεν τις αναλάβει το κράτος.
  5. Ο Hayek, αφού κάνει την ίδια σκέψη με τον Keynes για κάποια συλλογικά αγαθά, ότι εάν δεν τα αναλάβει το κράτος, δεν θα αναληφθούν καθόλου, αρχίζει αμέσως να δείχνει τις διαφοροποιήσεις του. Βρίσκει ότι υπάρχουν αγαθά, συλλογικά αγαθά, τα οποία παρέχει το κράτος, ενώ θα μπορούσαν να παρέχονται και από ιδιώτες. Ο Hayek αμέσως εστιάζει την προσοχή του στο θέμα του μονοπωλίου του κράτους σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Έτσι, εφόσον το κράτος διαθέτει μέσα εξαναγκασμού, μπορεί να συγκεντρώνει χρήματα με τη φορολογία, αλλά η διαχείριση των υπηρεσιών μπορεί να ανατεθεί σε ανταγωνιστικές εταιρίες, σύμφωνα και με την πρόθεση να αποφευχθεί η μονοπωλιακή κρατική κατάχρηση.
  6. Ο Hayek δείχνει να "φοβάται" το δημόσιο τομέα, την μονοπωλιακή κυριαρχία του, και θεωρεί ότι ακόμα και αν η ικανότητα εύρεσης μέσων για την παροχή μιας υπηρεσίας ανήκει μόνο στην κυβέρνηση, δεν πρέπει να απαγορεύεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία η δραστηριοποίηση για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, εάν αυτή παρουσιαστεί. Ο ανεξάρτητος τομέας είναι, όπως ξεκάθαρα το δηλώνει ο Hayek, "σε πολλά πεδία, ο μόνος τρόπος για να αποτραπεί ο κίνδυνος να κυριαρχήσει πλήρως η κυβέρνηση στην κοινωνική ζωή".1 Ο Hayek υπενθυμίζει ότι υπηρεσίες και συλλογικά αγαθά που έχουν περιέλθει στην αρμοδιότητα του κράτους, ξεκίνησαν από ιδιωτικές πρωτοβουλίες (παιδεία, θέατρα, βιβλιοθήκες κλπ.).
  7. Συμπεράσματα, στη σχέση του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, τόσο ο Keynes όσο και ο Hayek, βρίσκουν μια ενδιάμεση λύση, αυτήν του ενδιάμεσου, ή ανεξάρτητου τομέα. Με διαφορετικές τροχιές ο καθένας, ίσως και με ελάχιστα κοινά σημεία, αλλά, πάντως, με διαφορετική εκκίνηση. Ο Keynes έχει κατά νου το τέλος του laissez-faire. Ο Hayek την οριοθέτηση του δημόσιου τομέα. Εάν δικαιούμαστε ένα συμπέρασμα σε μια φράση, ο Keynes βρίσκει στον ενδιάμεσο τομέα την ισότητα των ατόμων, η οποία απειλείται από την ανήθικη πλευρά του laissez-faire, ενώ ο Hayek βρίσκει στον ενδιάμεσο τομέα την ελευθέρια των ατόμων, η οποία απειλείται από τον ανήθικο εξισωτισμό που επιφυλάσσει η υπερβολική επέκταση του δημόσιου τομέα.

 

 

Βιβλιογραφία:

  1. Μανόλης Αγγελίδης - Κοσμάς Ψυχοπαίδης / κείμενα πολιτικής οικονομίας και θεωρίας της πολιτικής / ΕΞΑΝΤΑΣ / 1992.

 

 

Σημειώσεις:

1. Μανόλης Αγγελίδης / Φιλελευθερισμός: κλασσικός και νέος / Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα / 1993

 

Ζάνταλης Νικόλαος


ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Να συγκρίνετε τις αντιλήψεις περί της "κοινωνικής κατευθύνσεως" στην εξέλιξη του κράτους (Α. Σβώλος) και περί της "κοινωνικοποίησης του κοινωνικού κράτους" (M Walzer), λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορετική ιστορική συγκυρία στην οποία αυτές οι αντιλήψεις διαμορφώνονται.

 

  1. Ο Walzer στην δεκαετία του '80 μιλά για ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος. Μέσα σε αυτό αναλυτικά εντοπίζει τις δυο βασικές δραστηριότητες που τον ενδιαφέρουν στην ανάλυση της λεγόμενης κοινωνικοποίησης του κοινωνικού κράτους: αφενός την παραγωγή, αφετέρου την διανομή. Στην ανάλυσή του χρησιμοποιεί την αναλογία μεταξύ των δυο για να ασχοληθεί με την κοινωνικοποιημένη διανομή ως συμπληρωματική της εθνικοποιημένης, και ως ανάλογο της παραγωγής.
  2. Υπονοεί ότι αντιλαμβάνεται τρία επίπεδα, το ιδιωτικό, το εθνικό και το αυθόρμητο κοινωνικό, εκεί όπου μιλάμε για κοινωνικοποιημένο... Ανάμεσα στο εθνικό κράτος και την αυθόρμητη τοπική αυτοβοήθεια πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία. Το κράτος πρέπει να μην μπορεί να λυμαίνεται την κοινωνία την οποία υποτίθεται πως πρέπει να υπηρετεί. Άρα, μετά την εθνικοποίηση βλέπει πως το συμπληρωματικό επίπεδο της κοινωνικοποίησης είναι η μόνη λύση για να κρατιέται αυτή η πολυεπίπεδη ισορροπία.
  3. Αυτό ακριβώς καταδείχνει ότι γίνεται, την κρατική μέριμνα και τον κρατικό σχεδιασμό να συμπληρώνουν την αυθόρμητη/εθελοντική κοινωνικοποίηση στα διάφορα επίπεδα της διανομής. Σε καμία περίπτωση όμως δεν επιτρέπεται η αρωγή που προέρχεται από το κράτος και είναι πιο πειστική για την αξιοπιστία του να οδηγήσει σε εγκατάλειψη της αυθόρμητης και εθελοντικής αρωγής. Ακριβώς όπως η κοινωνικοποίηση δεν πρέπει να αντικαταστήσει ποτέ την εθνικοποίηση, αλλά να παραμείνει πάντα σε διάφορους βαθμούς εξισορροπητικό και συμπληρωματικό στοιχείο.
  4. Η καταληκτική του διαπίστωση είναι ότι είναι ευκταίο να υπάρχει αρωγή προσφερόμενη από κοινωνία της πρόνοιας, με το σχεδιασμό αλλά όχι τον έλεγχο από ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος. Φαίνεται ότι η πρόθεση του Walzer είναι να αποφύγει τις παραδρομές στη διαδικασία κοινωνικοποίησης του κράτους με την εθνικοποίηση των επιπέδων και όπου στο τέλος το κράτος γίνεται απρόσωπο και χάνεται η αρχική κοινωνική πρόνοια των κεντρικών ρυθμίσεων.
  5. Ο Σβώλος από τη άλλη, όπως και ο Walzer, θεωρεί ότι το κράτος είναι η "ρυθμιστική επιβολή του Δικαίου". Το κράτος στέκεται ανάμεσα στο κοινωνικοποιημένο και το ιδιωτικό, το εθνικοποιημένο είναι αναγκαίο επίπεδο στην κοινωνικοποίηση του κράτους. Αυτή η κοινωνική κατεύθυνση του κράτους κατά τον Σβώλο έχει την αναλογία της με την κοινωνικοποίηση του κοινωνικού ήδη κράτους, λαμβάνοντας υπόψη και τις έξι δεκαετίες που χωρίζουν τους δύο.
  6. Οι ασθενέστεροι στην κοινωνία είναι η αφορμή να οργανωθούν τα επίπεδα του κράτους που αφορούν σε οικονομικές διαδικασίες, μιας και αυτές είναι οι σημαντικότερες και η ίδια η υπόσταση των ασθενέστερων καθορίζεται από την οικονομική τους δύναμη, κατά τρόπο που να τους υποστηρίζει. Το οικονομικό στοιχείο είναι το πιο σημαντικό. Έτσι το κράτος μόνο μπορεί να γίνει κοινωνικό, όταν αναδείχνεται η κεντρικότητα του οικονομικού στοιχείου. Όπως και στον Walzer υπάρχει ενδιαφέρον στην διανομή και στην παραγωγή, ο Σβώλος ασχολείται με το επίπεδο του επαγγέλματος.
  7. Στο αμέσως επόμενο επίπεδο μετά από αυτό του πολίτη, "ο άνθρωπος είναι πρώτα επαγγελματίας". Άρα, δεν ενδιαφέρει η πολιτική του εκπροσώπηση, αλλά η επαγγελματική του εκπροσώπηση. Οι εργάτες, όπως στο επίπεδο των αυθόρμητων κοινωνικών εκδηλώσεων ενός τόπου κατά τον Walzer, με αναλογία τοπικότητας ο Σβώλος λέει ότι αυτοί που ενδιαφέρονται άμεσα πρέπει να είναι αυτοί που είναι εγγύτερα, δηλαδή αυτοί που ως επαγγελματίες ενδιαφέρονται άμεσα. Και ο Walzer και ο Σβώλος έχουν το κριτήριο της τοπικότητας και θεωρούν λογικό να κατέχουν εξουσία όσοι βρίσκονται εγγύτερα στην εκάστοτε εξέλιξη.
  8. Με αυτό που προτείνει ο Σβώλος εξασφαλίζει την επαρκή εκπροσώπηση των τάξεων, όπως ακριβώς η τοπική κοινωνία διαχειρίζεται την κρατικά σχεδιασμένη αρωγή στον Walzer.

 

Βιβλιογραφία:

  1. Α. Σβώλος, "Η κοινωνική κατεύθυνσις εν τη εξελίξει του κράτους", 1916.
  2. M Walzer, "Η κοινωνικοποίηση του κοινωνικού κράτους", 1988.

 

Ζάνταλης Νικόλαος

 


 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Με βάση την προβληματική που αναπτύχθηκε στο σεμινάριο να παρουσιάσετε τα σημεία του κειμένου του P. Hirst που κατά τη γνώμη σας επικαλύπτονται με τη νεοφιλελεύθερη κριτική στην κεντρικά σχεδιαζόμενη κοινωνική πρόνοια.

 

  1. Ο Hirst βλέπει ότι πλέον η σχέση κράτους και κοινωνίας έχει μεταβληθεί. Έτσι ξεκινά και την εισαγωγή του, όταν αναφέρει την ανάγκη για νέα αρχιτεκτονική διοίκησης, για αναπροσδιορισμό της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας με διανομή αρμοδιοτήτων σε αυτοδιοικούμενες εθελοντικές ενώσεις.
  2. Αναφορικά με τη σχέση κράτους-κοινωνίας λέει ακόμη ότι είναι αναγκαία μια δημοκρατική διακυβέρνηση με σύνθετο καταμερισμό εργασίας προκείμενου να αντιμετωπισθεί η πολυπλοκότητα μιας οργανωσιακής κοινωνίας. Όπως λίγο πριν το τέλος αναφέρει, ο Hirsute ανήκει στην πλουραλιστική θεωρία που έχει δομή στηριγμένη στο νεοφιλελεύθερο επιχείρημα.
  3. Έρχεται λοιπόν η κριτική του στην κρατική πρόνοια από την άποψη της απειλής της ελευθέριας του ατόμου και της δυνατότητας έλεγχου ή έλλειψης ελέγχου που πρέπει να είναι κύρια μέριμνα στη θεώρηση ενός δημόσιου θεσμού. Οι δημόσιες υπηρεσίες έχουν αποκτήσει μέγεθος, ποικιλία και πολυπλοκότητα, και, επομένως, ο κεντρικός έλεγχος έχει καταστεί δυσχερής. Εκτός από τη δυσκολία του έλεγχου, το θέμα της ισότητας των ατόμων ανακύπτει εφόσον η διατήρηση ομοιομορφίας στην παροχή των υπηρεσιών καθίσταται δύσκολη μέσα σε αυτή την πολυπλοκότητα.
  4. Αμέσως ο Hirst περνάει στο θέμα της αρνητικότητας της γραφειοκρατίας, και μάλιστα τονίζει ότι αυτό είναι επικίνδυνο με τη δημιουργία της λεγόμενης γραφειοκρατικής μόνο-κουλτούρας. Αυτό οφείλεται στην επικίνδυνη αντικατάσταση της κεντρικής πολιτικής ως πεδίου επιλογών από τον διοικητικό χαρακτήρα.
  5.  

  6. Για να φτάσει εκεί, αναγκαστικά ο Hirst, έχει περάσει από τον αναπροσδιορισμό της ιδιωτικής και της δημόσιας και πολιτικής σφαίρας, μιλώντας για τις ενώσεις ως ιδιωτικού τύπου υποθέσεις και για τις δευτερεύουσες ενώσεις της νεότερης πλουραλιστικής στο πλαίσιο της μεγάλης ένωσης, του κράτους, ή για την κοινωνία των πολιτών.
  7. Επιπλέον, καταδικάζει τον μονοπωλιακό χαρακτήρα της κρατικής πρόνοιας, και θεωρεί αναγκαία την ύπαρξη δημόσιου για όσους έχουν ανάγκη από την έλλειψη ικανότητας πρόσβασης στο ιδιωτικό.
  8. Τόσο ο Hirst όσο και η νεοφιλελεύθερη κριτική στην κεντρικά σχεδιαζόμενη κρατική πρόνοια επιθυμούν την ιδιωτικοποίηση, μόνο που ο Hirsute κάνει λόγο για μια συνδυαστική, κατά έναν τρόπο, λύση. Προτείνει τη δημιουργία θεσμών που θα καρπώνονται τη δημόσια χρηματοδότηση. Το κράτος δεν θα είναι μονάχα ο χορηγός αλλά θα προστατεύει εν γένει την ιδιωτική σφαίρα, χωρίς όμως να αναπτύσσει σχέσεις εξουσίας και έλεγχου. Έχει ήδη αναφέρει τη διαφορά δημόσιου και κρατικού και την αναπτύσσει, ενώ παράλληλα θεωρεί ότι αυτή η διάκριση του ιδιωτικού από το δημόσιο είναι ο πυρήνας του φιλελευθερισμού.
  9. Όλα τα παραπάνω σημεία αποτελούν κριτική του Hirst με χαρακτηριστικά επικάλυψης με τη νεοφιλελεύθερη κριτική. Οι διαφοροποιήσεις του είναι εμφανείς σε πολλά σημεία αλλά αυτό δεν αναιρεί την επικάλυψη. Για παράδειγμα, όταν εντοπίζουμε την μη ικανοποίηση πολλών καταναλωτών από την υποχρεωτικότητα των δημόσιων υπηρεσιών, ο Hirst συμπληρώνει ότι οι ιδιωτικές παροχές από την άλλη δεν μπορούν να επαρκέσουν και εν γένει υποτιμά κάποια σημεία της νεοφιλελεύθερης κριτικής, αλλά αυτό αυτονόητο είναι ότι δεν αναιρεί την συμφωνία του, το κάνει απλά για να μπορέσει να διαφοροποιήσει τις προτάσεις του και όχι για να ακυρώσει τη βάση του νεοφιλελεύθερου επιχειρήματος.

 

 

 

Βιβλιογραφία:

Paul Hirst, Το μέλλον των δημοκρατιών μη αποκλεισμού και οι πιθανότητες διατήρησης της πρόνοιας.

 

Ζάνταλης Νικόλαος

 


ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Στο πλαίσιο της προβληματικής των ενώσεων υποστηρίζεται, ως τρίτος δρόμος ανάπτυξης, ότι το κεφαλαίο, αντί να χάνεται στις διεθνείς αγορές, πρέπει να δραστηριοποιηθεί στην τοπικότητα αναπροσδιορίζοντας τη σχέση του με την εργασία, η οποία έτσι κι αλλιώς δραστηριοποιείται στην τοπικότητα. Να αναζητήσετε στο κείμενο του P. Hirst, "Η δημοκρατία των ενώσεων", τα επιχειρήματα που τεκμηριώνουν αυτή την άποψη.

 

  1. Ο Hirst ξεκινάει τη σχετική σκέψη στο κείμενό του με την πρόταση ότι η δημοκρατία χρειάζεται τη διάχυση της ιδιοκτησίας. Η ίδια η άποψη ότι η αγορά μπορεί να είναι μηχανισμός κατανομής με ην ορθή εξισορρόπηση της ιδιοκτησίας και του έλεγχου δεν του φτάνει, και ο ίδιος αναφέρει ως καθοριστικά στοιχεία στην αγορά τον ισορροπία μεταξύ ανταγωνισμού και συνεργασίας και τη δημιουργία μιας δομής χρηματοοικονομικών οργανισμών με δημόσια ρύθμιση. Από εκεί αναφέρει και ότι αυτές οι ισορροπίες μεταξύ συνεργασίας και ανταγωνισμού είναι πιο ικανοποιητικές σε ορισμένες εθνικές και περιφερειακές οικονομίες από όσο σε άλλες, και αυτή φαίνεται να είναι η ολοκλήρωση της εκκίνησης της διατύπωσης της άποψης υπέρ της τοπικότητας.
  2. Έχουμε λοιπόν από την τοπική και περιφερειακή ρύθμιση τη μέριμνα να συμβάλλει μια ενωσιακή πολιτική στην αναχαίτιση της συγκέντρωσης της ιδιοκτησίας με την ενίσχυση των μικρών και μεσαίων εταιριών, με την δημιουργία κιόλας ενός θεσμικού πλαισίου που να καθιστά τις εταιρίες αυτού του μεγέθους ικανές να ανταγωνιστούν τις μεγαλύτερες, μιλώντας εκεί ο Hirst για τη δημιουργία μιας τοπικής βιομηχανικής δημόσιας σφαίρας. Με την τοπικότητα, υποστηρίζει ότι το κεφαλαίο ανακυκλώνεται και εξασφαλίζει αυτονομία και οικονομική επιτυχία. Οι τοπικές οικονομικές ρυθμίσεις και τα ισχυρά πρότυπα ένωσης μεταξύ των εταιριών συμβάλλουν στα πλαίσια της σκέψης αυτής στην επαρκή πληροφόρηση των κοινωνιών για την οικονομική δημόσια σφαίρα και σημαίνει συνάμα την ανάληψη της ευθύνης για την τύχη αυτής της σφαίρας.
  3. Η καλή πληροφόρηση που είναι δεδομένη στην τοπική σφαίρα, εξασφαλίζει την κερδοφορία και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων αλλά και επιτρέπει τη δημιουργία τοπικών ή περιφερειακών θεσμών χρηματοδότησης, θεσμοί οι οποίοι χάρη στην εγγύτητα έχουν γνώση και βεβαιότητα για στοιχεία καθορισμού των αποφάσεών τους. Πολύ σημαντικό είναι ότι αυτή η εγγύτητα δηλώνει αμέσως το βέβαιο ενδιαφέρον των θεσμών για την ουσιαστικά θετική πορεία των πραγμάτων, αυτομάτως καλύτερη διαχείριση και αμεσότερη δράση.
  4. Η πραγματική γνώση όσων εντάσσονται στην τοπικότητα δεν εξασφαλίζει πραγματική γνώση και ενδιαφέρον μόνο για την εταιρία αλλά γενικά για την τοπική οικονομία και κοινωνία. Το ίδιο και η ευθύνη δεν αναφέρεται μόνο στην εταιρία αλλά και στην τοπική κοινότητα. Αυτό σημαίνει ότι θα πρόκειται για πραγματικούς μέτοχους και όχι για πλασματικού μέτοχους που είναι απομακρυσμένοι και αδιάφοροι παρά για το προσωπικό τους κέρδος.
  5. Οι διαδικασίες αυτές εξασφαλίζουν τη συνεργασία αλλά και την ανταγωνιστικότητα των εταιριών, καθώς και την οικονομική και κοινωνική συνοχή των τοπικών κοινωνιών. Αυτό σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που απλά φαίνεται, είναι ένας τρίτος δρόμος, μια εντελώς διαφορετική προοπτική της αποκέντρωσης της οικονομίας και ενδιαφέρει και κατά το ότι δίνει λύση και στο θέμα της ρύθμισης της σχέσης δημόσιου-ιδιωτικού.
  6. Συνοπτικά, η αποσύνδεση από διαδικασίες διεθνούς ανταγωνισμού κατά τον Hirst δεν σημαίνει ότι υπάρχει μειονέκτημα αλλά μάλλον πλεονέκτημα, και αυτό που φαίνεται να είναι το σημαντικότερο, είναι η αναπροσδιορισμένη σχέση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου που εμφανίζεται ως σχέση αναγκαία συμμετρική και οργανική. Δεν φαίνεται να δημιουργείται κάποιο πρόβλημα στο πλαίσιο των δικαιωμάτων στην διαδικασία δραστηριοποίησης του κεφαλαίου στην τοπικότητα, και, αν και η κριτική άποψη σε αυτό αναφέρει μάλλον πιθανή κατάρρευση κοινωνικών δικαιωμάτων ή απογύμνωση της εργασίας από στοιχειώδεις όρους αναπαραγωγής στην προσπάθεια για να γίνει κάτι τέτοιο, μου φαίνεται ότι η δημιουργία τοπικών θεσμών αυτό ακριβώς σημαίνει, τη εξασφάλιση κάποιων στοιχειωδών όρων, και, πάντως, δεν φαίνεται να ευσταθεί η κριτική αν δεν μεσολαβήσει εκτεταμένη επιχειρηματολογία και συζήτηση που δεν είναι για το παρόν.

 

 

Βιβλιογραφία:

 

  1. P. Hirst, Το μέλλον των δημοκρατιών μη-αποκλεισμού και οι πιθανότητες διατήρησης της πρόνοιας.
  2. P. Hirst, Η δημοκρατία των ενώσεων.

 

Ζάνταλης Νικόλαος


 

Μεταφυσικοί στοχασμοί, Rene Descartes

 

Στοχασμός πρώτος

Πάνω στα πράγματα που μπορούμε να τ' αμφισβητήσουμε

 

Πρέπει να επιχειρήσω στα σοβαρά κι εγώ κάποτε στη ζωή μου, ν' απαλλαγώ απ' όλες τις γνώμες που είχα δεχτεί πρωτύτερα και είχα πιστέψει. Ν' αρχίσω ξανά από τη βάση αν θέλω να χτίσω κάτι ακλόνητο και μόνιμο στον κόσμο της επιστήμης. Όταν καταστραφούν τα θεμέλια, αναγκαστικά καταστρέφεται και ολόκληρο το οικοδόμημα, οπότε, θα προσβάλλω πρώτα τις αρχές πάνω στις οποίες ήταν στηριγμένες οι παλιές μου πεποιθήσεις.

Ό, τι μέχρι τώρα δέχτηκα σαν αληθινό και βέβαιο το έμαθα από τις αισθήσεις μου. Μερικές φορές οι αισθήσεις ήταν απατηλές, και είναι συνετό να μην εμπιστεύεται κανείς αυτούς που τον ξεγέλασαν κάποια φορά.

Μολονότι οι αισθήσεις μας ξεγελούν ορισμένες φορές με μακρινά πράγματα, υπάρχουν περιπτώσεις που δεν μπορούμε να αμφιβάλλουμε λογικά, όπως το ότι κάθομαι τώρα εδώ, κοντά στη φωτιά, και άλλα παρόμοια.

Όταν θυμάμαι πως ξεγελάστηκα όσο κοιμόμουν, βλέπω ότι δεν υπάρχουν σίγουρες ενδείξεις με τις οποίες να διακρίνουμε τον ύπνο από το ξύπνιο.

Ας υποθέσουμε τώρα πως όλα είναι ψευδαισθήσεις. Όμως, όπως οι πίνακες ζωγραφικής, έχουν και οι ψευδαισθήσεις μια κάποια σχέση με την πραγματικότητα και αναφέρονται με κάποιον τρόπο σε αληθή και υπαρκτά.

Θα υποθέσω πως κάποιο κακό πνεύμα, καθόλου λιγότερο δόλιο και πονηρό από όσο ισχυρό, χρησιμοποίησε όλη του την επιτηδειότητα για να με ξεγελάσει. Όλα όσα αντιλαμβάνομαι, υποθέτω πως δεν είναι τίποτε άλλο παρά όνειρα και φαντασίες, που το κακό πνεύμα χρησιμοποίησε θέλοντας να στήσει παγίδες στην ευπιστία μου. Θα προσέξω πολύ να μην πιστέψω τίποτα ψεύτικο και θα προετοιμαστώ για κάθε πονηριά του μεγάλου αυτού απατεώνα, ώστε να μην καταφέρει να μου επιβάλλει τίποτα.

 

 

Στοχασμός δεύτερος

Για τη φύση του ανθρώπινου πνεύματος και για το ότι είναι πιο εύκολο να γνωρίσεις το πνεύμα παρά το σώμα

 

Υποθέτω πως όλα όσα βλέπω είναι ψεύτικα και πείθω τον εαυτό μου πως ο, τι μου παρουσιάζει η γεμάτη ψέματα μνήμη μου δεν υπήρξε ποτέ. Λέω πως δεν έχω καν αισθήσεις και πιστεύω ότι το σώμα, η μορφή, η έκταση, η κίνηση και ο τόπος δεν είναι παρά ξεγελάσματα του νου μου. Τότε το μπορεί να θεωρηθεί αληθινό; Ίσως τίποτα άλλο εκτός από το ότι τίποτα στον κόσμο δεν είναι βέβαιο.

Αφού σκεφτώ τα πάντα με προσοχή βρίσκω για σταθερό σημείο αυτή την πρόταση: Είμαι, υπάρχω. Αυτή η πρόταση είναι αναγκαστικά αληθινή, κάθε φορά που τη λέω ή που τη σκέφτομαι.

Ιδιότητα της ψυχής μου είναι ότι αισθάνομαι. Ωστόσο, δεν μπορεί ποτέ κανείς να αισθάνεται χωρίς σώμα. Άλλη ιδιότητα είναι πως σκέφτομαι. Αυτή η ιδιότητα δεν μπορεί να αποσπασθεί από μένα. Υπάρχω, είμαι. Αυτό είναι βέβαιο. Για πόσο; Για όσο σκέφτομαι. Γιατί ίσως όταν πάψω να σκέφτομαι να πάψω μαζί και να υπάρχω.

Αφού υπάρχει κάτι που τώρα μου είναι έκδηλο, πως τα σώματα δεν γίνονται γνωστά με τις αισθήσεις ή με τη φαντασία, αλλά μόνο με την κρίση, και πως δεν γίνονται γνωστά με την όραση ή την αφή, αλλά μόνο από το ότι έχουν εννοηθεί, βλέπω καθαρά ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο από το να γνωρίσω το πνεύμα μου.

 

Ζάνταλης Νικόλαος

 


 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΡΗΤΟΡΙΚΗ

 

 

Η ρητορική είναι αντίστοιχη με τη διαλεκτική.

Η ρητορική απόδειξη είναι ενθύμημα, και το ενθύμημα είδος συλλογισμού και ανήκει στη διαλεκτική.

Η ρητορική δεν έχει ως έργο της το να πείθει αλλά το να διακρίνει για κάθε θέμα ό,τι το πειστικό υπάρχει.

Ας θεωρηθεί ότι η ρητορική είναι η ικανότητα ανευρέσεως για ένα οποιοδήποτε θέμα του επιχειρήματος που μπορεί να είναι πιστευτό.

Οι πίστεις που εξασφαλίζονται με τη βοήθεια του ρητορικού λόγου είναι τριών ειδών. Οι πρώτες έγκεινται στο ήθος του ομιλητή, οι δεύτερες στη δημιουργία στον ακροατή ορισμένης προδιαθέσεως και οι τρίτες σε αυτό τον ίδιο το λόγο με την πραγματικά η φαινομενικά αποδεικτική του ικανότητα.

Το κυριότερο μέσο πειθούς που διαθέτει ο ρήτορας είναι το ήθος.

Δυνάμει εξάλλου των ακροατών η πίστη παράγεται όταν κυριευθούν εξ αιτίας του λόγου από το πάθος, διότι δεν κρίνουμε το ίδιο όταν είμαστε λυπημένοι και χαρούμενοι η όταν αγαπούμε και μισούμε.

Άρα η ρητορική καταλήγει να είναι σαν παρακλάδι της διαλεκτικής και του κλάδου εκείνου των ηθικών σπουδών που είναι ορθό να αποκαλείται πολιτική επιστήμη.

Το αναγκαίο καλείται τεκμήριο, και από τα αναγκαία ενδεικτικά σημεία σχηματίζεται ο συλλογισμός. Το τεκμήριο είναι ανεπίδεκτο αναιρέσεως.

Ο λόγος σύγκειται από τρία στοιχεία. Από τον ομιλητή, από το θέμα για το οποίο ομιλεί και από τον ακροατή του λόγου.

Υπάρχουν τρία είδη ρητορικών λόγων. Συμβουλευτικός, δικανικός και πανηγυρικός. Της συμβουλής περιεχόμενο είναι άλλοτε η προτροπή και άλλοτε η αποτροπή, της δίκης πότε η κατηγορία και πότε η απολογία, και του πανηγυρικού λόγου, τέλος, περιεχόμενο είναι είτε ο έπαινος είτε η επίκριση. Σε κάθε ένα από τα είδη αυτά αντιστοιχεί ιδιαίτερος χρόνος. Στον συμβουλευτικό ο μέλλων, στο δικανικό ο παρελθών, στον πανηγυρικό πρωτίστως ο παρών χρόνος. Κάθε ένα από τα είδη αυτά ρητορικού λόγου έχει διαφορετικό σκοπό. Για τον ρήτορα που συμβουλεύει το συμφέρον και το βλαβερό, για αυτούς που δικάζουν το δίκαιο και το άδικο, για αυτούς που επαινούν και κατακρίνουν το καλό και το άσχημο.

Τα τεκμήρια, τα ευλογοφανή και τα ενδεικτικά σημεία είναι προτάσεις ρητορικές.

Φίλος είναι το είδος εκείνο ανθρώπου, ο οποίος αυτά που νομίζει ότι είναι αγαθά για τον φίλο του τα κάνει πράξη για εκείνον.

Αγαθό είναι εκείνο του οποίου η παρουσία κάνει έναν άνθρωπο να έχει καλή διάθεση και να αισθάνεται αυτάρκης. Αυτό του οποίου το αντίθετο είναι κακό, τούτο είναι αγαθό.

Τα δεινά φέρνουν τους ανθρώπους κοντά, όταν συμβαίνει το ίδιο πράγμα να είναι βλαβερό και για τα δυο μέρη.

Τα σχετικά με την αλήθεια είναι καλύτερα από τα σχετικά με τη γνώμη.

Όταν θες να επαινέσεις κάποιον, δες τι θα μπορούσες να τον συμβουλέψεις και, όταν θες να τον συμβουλέψεις, δες γιατί θα μπορούσες να τον επαινέσεις.

Αδικία είναι η βλάβη που προκαλεί κάποιος με τη θέλησή του σε ένα τρίτο κατά παράβαση του δικαίου.

Με τη θέλησή τους πράττουν οι άνθρωποι, όταν έχουν επίγνωση του τι κάνουν και δεν τους εξαναγκάζει κανείς. Όσα όμως πράττουν με επίγνωση, δεν σημαίνει και ότι τα πράττουν όλα με πρόθεση, ενώ όσα πράττουν με πρόθεση τα πράττουν όλα με επίγνωση, διότι κανένας δεν αγνοεί αυτό το οποίο πράττει με πρόθεση.

Όλοι οι άνθρωποι ενεργούν, εν γένει, άλλοτε όχι από μόνοι τους και άλλοτε από μόνοι τους. Από τις πράξεις που δεν εκτελούν από μόνοι τους, άλλες τις κάνουν από τύχη και άλλες από ανάγκη, από τις από ανάγκη πάλι, άλλες λόγω βίας και άλλες εκ φύσεως. Όσες πράξεις κάνουν από μόνοι τους, άλλες τις κάνουν από συνήθεια και άλλες από επιθυμία, τις τελευταίες άλλες από έλλογη και άλλες από άλογη επιθυμία. Έλλογη επιθυμία είναι η θέληση του αγαθού, ενώ άλογες είναι η οργή και ο πόθος. Άρα όσα κάνουν οι άνθρωποι οφείλονται αναγκαστικά σε εφτά αιτίες: τύχη, φύση, βία, συνήθεια, λογική, θυμό και πόθο.

Υποτεθείσθω ότι η ηδονή είναι είδος κινήσεως της ψυχής, συνολική και αισθητή αποκατάσταση στη φυσική της οντότητα, και λύπη το αντίθετο. Κατ' ανάγκη, ευχάριστο κατά κανόνα είναι τόσο η μετάβαση στη φυσική κατάσταση, όσο και οι συνήθειες. Ευχάριστο επίσης είναι κάθε τι του οποίου η επιθυμία είναι βαθιά ριζωμένη μέσα μας, διότι η επιθυμία είναι γενικά πόθος του ευχάριστου.

Η εκδίκηση είναι ευχάριστο πράγμα. Πράγματι, αυτοί που οργίζονται λυπούνται σε υπερβολικό σημείο όταν δεν καταφέρνουν να εκδικηθούν, ενώ ελπίζοντας ότι κάποια μέρα θα το κάνουν χαίρονται.

Το οικείο είναι ευχάριστο. Αλλά και η αλλαγή είναι πολύ γλυκό πράγμα.

Η μάθηση και ο θαυμασμός είναι επίσης κατά κανόνα ευχάριστα πράγματα. Το παιχνίδι, κάθε είδους άνεση καθώς και το γέλιο ανήκουν στα ευχάριστα πράγματα, υποχρεωτικά και όσα προκαλούν γέλιο είναι επίσης ευχάριστα.

Οι άνθρωποι αδικούν όταν συμβαίνει να πιστεύουν ότι είναι δυνατόν να τελεσθεί η άδικη πράξη τους και να μην υπάρξει από αυτό καμία βλάβη και γενικά τίποτα κακό για τους ίδιους άμεσα ή έμμεσα. Επομένως αυτοί που θεωρούν ότι δεν μπορούν να βλάφτουν από τίποτα ή αυτοί που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, ή όταν περιμένουν ότι θα τύχουν συγγνώμης.

Κουτός οποίος σκοτώνοντας πατέρα αφήνει ζωντανούς τους γιους.

Επειδή ο λόγος υπάρξεως της ρητορικής είναι ο σχηματισμός ορισμένης κρίσεως πρέπει να μη συγκεντρώνει κανείς αποκλειστικά την προσοχή του στον λόγο, πως δηλαδή θα έχει αποδεικτική ικανότητα, αλλά να δείχνει ότι έχει και ο ίδιος ορισμένη ποιότητα και να προδιαθέτει ευνοϊκά. Τρία είναι λοιπόν τα αίτια που επιτρέπουν στους ρήτορες να καθιστούν τους εαυτούς τους πειστικούς, η φρόνηση, η αρετή και η εύνοια.

Τα πάθη είναι εκείνα εξ αιτίας των οποίων αλλάζοντας ψυχική διάθεση οι άνθρωποι κάνουν διαφορετικές κρίσεις, και είναι η λύπη ή η ευχαρίστηση, όπως, επί παραδείγματι, η οργή, ο οίκτος, ο φόβος και όλα τα παρόμοια και τα αντίθετά τους.

Οι άνθρωποι οργίζονται όταν λυπούνται, διότι αυτός που λυπάται επιθυμεί έντονα κάποιο πράγμα.

Το πάθος από το οποίο διακατέχεται ο καθένας προλειαίνει το έδαφος της ιδιαίτερης οργής του.

Οι άνθρωποι οργίζονται περισσότερο εναντίον των φίλων παρά εναντίον των μη φίλων, διότι θεωρούν ότι πρέπει μάλλον να περιμένουν το καλό από αυτούς παρά το κακό.

Το ότι καταπαύεται η οργή εναντίον εκείνων που ταπεινώνονται, το δείχνουν και τα σκυλιά, τα οποία δεν δαγκάνουν όσους καθίζουν κάτω. Ο χρόνος καταπαύει την οργή.

Επίσης, οι άνθρωποι δεν καταπραΰνονται αν νομίζουν ότι αυτοί που τιμωρήθηκαν δεν θα μάθουν ότι η τιμωρία τους οφείλεται σε αυτούς τους ίδιους, ως αντίποινα γι' αυτά που έπαθαν.

Έστω ότι το να αισθάνεται κάποιος φιλικά συνίσταται στο να επιθυμεί για έναν άλλο εκείνα τα πράγματα που ο ίδιος θεωρεί αγαθά χάριν εκείνου και όχι χάριν του εαυτού του, και στο να θέλει να τα πραγματοποιήσει όσο του είναι δυνατόν. Φίλος πάλι είναι αυτός που αισθάνεται φιλία και για τον οποίον αισθάνονται οι άλλοι φιλία.

Δεν ντρεπόμαστε μπροστά στους φίλους για πράγματα αντίθετα προς την κοινή γνώμη. Αν, επομένως, αυτός που ντρέπεται δεν αισθάνεται φιλία, αυτός που δεν ντρέπεται θεωρείται ότι αισθάνεται φιλία. Και για εκείνους οι οποίοι δεν τους προκαλούν φόβο και όσους εμπιστεύονται, διότι κανένας δεν αισθάνεται φίλια γι' αυτόν που φοβάται.

Είδη φίλιας είναι η συντροφικότητα, η οικειότητα, η συγγένεια και όσα άλλα παρόμοια με αυτά. Παράγοντες έχθρας είναι η οργή, η κακεντρέχεια και η διαβολή. Ενώ η οργή προκαλείται από πράξεις που στρέφονται εναντίον αυτού του ίδιου του προσώπου που οργίζεται, η έχθρα προκαλείται και από πράξεις που δεν στρέφονται εναντίον αυτού του ίδιου, δεδομένου ότι, αν σχηματίσουμε τη γνώμη ότι ένας άνθρωπος έχει κακό χαρακτήρα, τον μισούμε. Ενώ η οργή μπορεί με τον καιρό να θεραπευτεί, το μίσος είναι αθεράπευτο. Ενώ σκοπός της οργής είναι να προκαλέσει πόνο, του μίσους είναι να προκαλέσει κακό, διότι, ενώ αυτός που οργίζεται θέλει να γίνει αισθητή η αντίδρασή του, για εκείνον που μισεί αυτό είναι εντελώς αδιάφορο. Όσα προκαλούν λύπη είναι αισθητά, ενώ και τα μεγαλύτερα ακόμη κακά ίσως να μην γίνουν αισθητά. Και ενώ αυτός που οργίζεται θα μπορούσε υπό την επήρεια πολλών συμβάντων να αισθανθεί οίκτο, αυτός που μισεί αποκλείεται να αισθανθεί τον παραμικρό.

Ο φόβος είναι είδος λύπης ή ταραχής εν όψει ενός φανταστικού μελλοντικού κακού. Επίφοβα είναι όλα εκείνα το οποία, όταν συμβαίνουν ή πρόκειται να συμβούν σε άλλους, μας προκαλούν οίκτο.

Η οργή εμπνέει θάρρος.

Η ντροπή είναι είδος λύπης ή ταραχής σχετικής με τα κακά εκείνα τα οποία φαίνονται να οδηγούν σε ανυποληψία.

Χάρη είναι εκδούλευση σε κάποιον που το έχει ανάγκη και το ζητεί, όχι με κάποιο αντίτιμο ούτε προκείμενου να προκύψει κάτι σε όφελος αυτού που κάνει την εκδούλευση, αλλά προκειμένου να προκύψει κάτι σε όφελος εκείνου που τη δέχεται.

Οίκτος είναι είδος λύπης, εξ αιτίας ενός ορατού, καταστρεπτικού ή επίπονου κακού, το οποίο πλήττει έναν άνθρωπο ο οποίος δεν το αξίζει, κακό μάλιστα το οποίο θα μπορούσε κανείς να περιμένει να το πάθει ο ίδιος ή κάποιος από τους δικούς του. Δεν αισθάνονται οίκτο αυτοί που πιστεύουν ότι έχουν χάσει τα πάντα, ή αυτοί που πιστεύουν ότι δεν μπορούν να πάθουν κακό.

Φθόνος είναι είδος λύπης εξ αιτίας της φανερής ευτυχίας των ομοίων. Άμιλλα είναι είδος λύπης που αισθάνεται κανείς για τη φανερή παρουσία πολυτίμων αγαθών, τα οποία είναι δυνατόν να αποκτήσει ο ίδιος, στα χέρια άλλων ανθρώπων όμοιων, όχι επειδή ανήκουν αυτά σε άλλον, αλλά επειδή δεν ανήκουν και στον ίδιο, γι' αυτό και η άμιλλα είναι ενάρετο αίσθημα.

Οι νέοι είναι ευμετάβλητοι ως προς τις επιθυμίες και χορταίνουν γρήγορα. Είναι περιπαθείς, οξύθυμοι, ανίκανοι να συγκρατήσουν το θυμό τους. Και δεν είναι κακοήθεις αλλά αφελείς. Ζουν ως επί το πλείστον με την ελπίδα, διότι η ελπίδα αναφέρεται στο μέλλον και η μνήμη στο παρελθόν. Είναι και ντροπαλοί. Όλη η συμπεριφορά τους χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της υπερβολής και της έντασης.

Οι γεροντότεροι τώρα δεν είναι βέβαιοι για το παραμικρό και θαυμάζουν όλα τα πράγματα λιγότερο από όσο πρέπει, είναι κακοήθεις, γιατί κακοήθεια είναι το να παίρνει κανείς όλα τα πράγματα προς το χειρότερο. Είναι επίσης περισσότερο αδιάντροποι παρά ντροπαλοί. Επίσης, ζουν περισσότερο με τις αναμνήσεις παρά με τις ελπίδες.

Όσοι είναι στην ακμή της ηλικίας τους είναι φανερό ότι θα είναι στο ήθος μεταξύ των δυο παραπάνω ηλικιών, αποφεύγοντας από καθεμία την υπερβολή.

Η σεμνότητα είναι ήπια και ευπρεπής μορφή σοβαρότητας.

Τα κοινά αποδεικτικά μέσα του ρητορικού λόγου είναι δύο, το παράδειγμα και το ενθύμημα. Υπάρχουν δυο είδη παραδειγμάτων, ένα το να λέει κανείς πράγματα τα οποία έχουν γίνει στο παρελθόν, και ένα άλλο το να τα επινοεί ο ίδιος.

Υπάρχουν δυο ειδών ενθυμήματα, τα ενδεικτικά και τα ελεγκτικά. Και ενώ το ενδεικτικό ενθύμημα έγκειται στη συναγωγή συμπερασμάτων από παραδεκτά για τον αντίπαλο στοιχεία, το ελεγκτικό έγκειται στη συναγωγή συμπερασμάτων απαράδεκτων για τον αντίπαλο.

Ένας πρώτος τόπος των ενδεικτικών ενθυμημάτων είναι ο συναγόμενος από τα αντίθετα. Ένας άλλος τόπος είναι ο συναγόμενος από τις όμοιες πτώσεις. Άλλος, ο συναγόμενος από τους αναφορικούς όρους. Άλλος, ο τόπος από το περισσότερο ή λιγότερο. Άλλος, ο συναγόμενος από τον παράγοντα χρόνο. Άλλος, το να αντιστρέφεις τα όσα λέγονται εναντίον σου σε βάρος εκείνου που τα είπε. Άλλος τόπος είναι ο συναγόμενος από τον ορισμό. Άλλος, ο συναγόμενος από το με πόσες σημασίες λέγεται μια λέξη. Άλλος από την υποδιαίρεση. Άλλος, ο συναγόμενος από την επαγωγή. Άλλος, από την απαρίθμηση των μερών ενός αντικειμένου. Άλλος από την αναλογία μεταξύ πραγμάτων. Ένας άλλος, ο συναγόμενος από το αίτιο. Όπως και άλλοι που αναφέρονται.

Τρία είναι τα πράγματα που πρέπει να εξετάσουμε επισταμένως σχετικά με τον ρητορικό λόγο, ένα πρώτο οι πηγές από τις οποίες θα αντληθούν τα μέσα πειθούς, ένα δεύτερο τα σχετικά με το λεκτικό και ένα τρίτο το πως χρειάζεται να διατάσσονται τα μέρη του λόγου. Δεν φτάνει να γνωρίζει κανείς τα όσα πρέπει να πει αλλά είναι ανάγκη και να τα πει αυτά όπως πρέπει.

Αποτελεί εξ ορισμού αρετή του λεκτικού το να είναι σαφές. Τα πάντοτε χρήσιμα στο πεζό λόγο είναι ο κυριολεκτικός όρος, ο οικείος όρος, και η μεταφορά. Βασική αρχή του λεκτικού είναι το να ομιλεί κανείς σωστά ελληνικά.

 

Ζάνταλης Νικόλαος


 

Hosted by www.Geocities.ws

1