|
|
|
|
KEIMENA 4
Αριστοτέλης, πολιτικά σημειώσεις βιβλίο πρώτο
Όσοι σκέφτονται και νομίζουν πως η εξουσία του πολιτικού, του βασιλιά, του οικογενειάρχη και του κυρίου είναι ένα και το αυτό πράγμα, δεν σκέφτονται σωστά. Όπως και στα άλλα ζητήματα πρέπει να διαιρούμε το σύνθετο μέχρι τα αδιαίρετα μόριά του, έτσι και για την πόλη θα εξετάσουμε ποια είναι τα συστατικά της μέρη και σε τι διαφέρουν μεταξύ τους, και μετά να βγάλουμε ορισμένα επιστημονικά συμπεράσματα για το καθένα.
Η ελληνική πόλις αντιστοιχεί στη σημερινή έννοια του κράτους. Κατά τον Αριστοτέλη η κοινωνία έχει τριπλή προέλευση. 1) Την αναγκαιότητα της ένωσης δύο πλασμάτων απαραίτητων το ένα στο άλλο. Αυτή είναι η φύση, οι βιοτικές ανάγκες, και εξηγούν την άποψη του Αριστοτέλη για την πόλη ότι είναι φαινόμενο φυσικό. Τα δύο ένστικτα που βασίζουν τη δημιουργία της πόλης είναι αυτό της αναπαραγωγής και αυτό της αυτοσυντήρησης. 2) Την επιθυμία για το ζην, με επέκταση στην επιθυμία για το ευ ζην. Για τούτο οι άνθρωποι πρέπει να αλληλοβοηθούνται. 3) Η γνώση του καλού και του κακού και η γλώσσα ωθούν τον άνθρωπο σε εξωτερική επικοινωνία. Είναι ζώο πολιτικό και (δηλαδή) κοινωνικό. Τα ένστικτα που προαναφέρθηκαν υπάρχουν και στα άλλα ζώα αλλά εκείνα δεν σχηματίζουν πόλεις, γιατί τους λείπουν τα τελευταία λογικά στοιχεία του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο με το χάρισμα του λόγου. Οι άναρθρες κραυγές είναι εκδηλώσεις του ευχάριστου και του δυσάρεστου, για αυτό και υπάρχουν στα άλλα ζώα, ο λόγος όμως υπάρχει για να εκφράζεται το συμφέρον και το βλαβερό, συνεπώς το δίκαιο και το άδικο. Τούτο ακριβώς είναι και το αποκλειστικό γνώρισμα του ανθρώπου, ότι μόνο αυτός έχει το αίσθημα του καλού και του κακού και του δίκαιου και του άδικου και των άλλων συναφών αξιών. Η πόλη προηγείται εκ φύσεως από τον καθένα. Εκείνος που δεν μπορεί να ζήσει στην κοινωνία ή δεν χρειάζεται τίποτα επειδή είναι αυτάρκης και δεν αποτελεί μέρος της πόλης, είναι ή θηρίο ή θεός. Η παρόρμηση προς μια κοινωνία είναι φυσική εκ μέρους όλων των ανθρώπων. Η αδικία είναι ολέθρια όταν διαθέτει όπλα. Ο άνθρωπος γεννιέται με όπλα τη φρόνηση και την αρετή. Ο άνθρωπος χωρίς αρετή είναι το πιο ανόσιο και το πιο άγριο πλάσμα και το χειρότερο στο θέμα των σαρκικών ηδονών και στη λαιμαργία. Η δικαιοσύνη μετέχει του πολιτικού φαινομένου διότι η απονομή δικαιοσύνης είναι η τάξη της πολιτικής κοινωνίας και εξακρίβωση του τι αποτελεί δίκαιο.
Κατά τον Αριστοτέλη η πολιτική κοινωνία δεν επιδιώκει μόνο το προσωρινό συμφέρον, αλλά το μακροπρόθεσμο. Πρώτα εξασφαλίζουμε τα αναγκαία και στη συνέχεια επιδιώκουμε το αγαθό. Ο Αριστοτέλης θεωρεί πως οι παρεκτροπές του πολιτεύματος δεν είναι φυσικές. Επίσης, δέχεται πως η φύση είναι η βάση του έθους, της συνήθειας, γιατί το έθος είναι η ενέργεια που εκλύει η φύση. Η γλώσσα είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου που κάνει και την κοινωνία του να διαφέρει από αυτή των ζώων.
Άλλοι πιστεύουν ότι η εξουσία του κυρίου είναι παρά φύση και για αυτό η δουλεία δεν στηρίζεται στο δίκαιο, επειδή είναι αποτέλεσμα βίας. Η τέχνη να αποκτά κανείς είναι μέρος της διοίκησης της οικογένειας. Δούλος από τη φύση του είναι όποιος ανήκει σε άλλον άνθρωπο κι όχι στον εαυτό του.
Η διάκριση ανάμεσα σε παραγωγή και πράξη βασίζεται στο ότι η παραγωγή στοχεύει σε ένα αποτέλεσμα, πέρα από την καθαυτή παραγωγική δραστηριότητα, που παραμένει και μετά την ολοκλήρωσή της, ενώ η πράξη δεν στοχεύει παρά στην καθαυτή δραστηριότητα.
Ο, τι κάνουν οι καλύτεροι είναι καλύτερο. Αρχικά, κάθε πλάσμα αποτελείται από την ψυχή και το σώμα. Η ψυχή εξουσιάζει, ενώ το σώμα εξουσιάζεται. Το φαινόμενο τούτο πρέπει να το εξετάσουμε στους φυσιολογικούς ανθρώπους και όχι στους διεφθαρμένους. Γίνεται φανερό ότι είναι και φυσικό και ωφέλιμο το σώμα να εξουσιάζεται από την ψυχή, η επιθυμία από τον νου και τη λογική, ενώ από την άλλη η ισότητα ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα, ή η κυριαρχία του σώματος πάνω στην ψυχή βλάπτει και τα δύο.
Όλοι οι σοφοί δεν έχουν την ίδια γνώμη πάνω στο ίδιο ζήτημα. Η κακή χρήση της εξουσίας βλάπτει και τους δύο, και τον κύριο και τον δούλο, και τον εξουσιαζόμενο και τον εξουσιαστή.
Ζάνταλης Νικόλαος Φιλοσοφικές έρευνες
Wittgenstein
1. Οι λέξεις της γλώσσας ονομάζουν αντικείμενα. Κάθε λέξη έχει μια σημασία. Αυτή η σημασία είναι συνταιριασμένη με τη λέξη. Αυτή είναι το αντικείμενο για το οποίο στέκει η λέξη.3. Ένα σύστημα συνεννόησης δεν είναι όλα όσα ονομάζουμε γλώσσα.7. Θα ονομάσω γλωσσικό παιχνίδι το σύνολο που αποτελείται από τη γλώσσα και τις δραστηριότητες με τις οποίες είναι συνυφασμένη.
32. Σκέφτομαι θα σήμαινε κάτι σαν: μιλώ στον εαυτό μου. 38. Η ονομασία φαίνεται σαν αλλόκοτη σύνδεση μιας λέξης με ένα αντικείμενο.
Φιλοσοφικές παρατηρήσεις I
Wittgenstein
Επιχείρημα και κρίση, Παντελής Μπασάκος
παρουσίαση, Ζάνταλης Νικόλαος
Α. Τρεις όψεις του επιχειρήματος
1. Το αριστοτελικό παράδειγμα
Αν και στη λογική το Αριστοτελικό παράδειγμα παρέμεινε αμετάβλητο μέχρι τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, οπότε άλλαξε αυτή η κατάσταση, στη θεωρία του επιχειρήματος δεν συμβαίνει αυτό. Το αριστοτελικό παράδειγμα έχει παραμείνει ισχύον και αμετάβλητο, τουλάχιστον σε σχέση με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του επιχειρήματος. Με εκκίνηση τα τοπικά του Αριστοτέλη, ο πυρήνας του κλασσικού παραδείγματος έχει τις εξής τρεις όψεις. α) Μερικότητα/τοπικότητα. Το επιχείρημα, ως διαλεκτικός συλλογισμός, και σε αντίθεση με τον αποδεικτικό συλλογισμό, έχει μια αφετηρία και προσπαθεί να ανατρέψει ή να στηρίξει μια θέση. Αν αποτύχει ξεκινάει από "αλλού". β) Μαχητό. Εάν κάτι κερδήθηκε από μια σκοπιά, πάντα μπορεί να χαθεί από μια άλλη. γ) Αποδεκτό-προς έτερον. Απευθύνεται προς κάποιον που μπορεί να αποδεχτεί ή να αντικρούσει. Κύριο γνώρισμα και κοινό και στις τρεις όψεις του επιχειρήματος είναι η μετάληψη. Αντίθετα από την αυστηρή διάταξη στον αποδεικτικό συλλογισμό, στο επιχείρημα-διαλεκτικό συλλογισμό μπορείς να κάνεις αντικατάσταση ενός όρου, υποκατάσταση μιας έννοιας ενός όρου ή μετάθεση της σημασίας ή της έμφασης, προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό.
Στην αριστοτελική θεωρία, το αληθές και το αποδεκτό ως παράγωγα του αποδεικτικού συλλογισμού και του επιχειρήματος αντίστοιχα, η ανομοιότητα συγκρατείται και δεν αφήνεται να διασταλεί σε εναντιότητα ή ασυμβατότητα. Επίκληση της υπαγωγής, που κάνει ο Αριστοτέλης στα τοπικά, του επιχειρήματος στο γένος του συλλογισμού. Ο Μπασάκος βρίσκει ότι η ένταξη του επιχειρήματος στο γένος του συλλογισμού από τον Αριστοτέλη, δείχνει ότι η ομοιότητα είναι πιο ισχυρή από την ανομοιότητα. Αναφέρεται η έννοια της "μετάβασης" από τα αληθή ή τα αποδεκτά προς το συμπέρασμα. Ο συλλογισμός και οι τύποι κατηγόρησης, τα praedicabilia, είναι τα δύο δομικά στοιχεία στην αριστοτελική κατασκευή της έννοιας του επιχειρήματος -στα τοπικά. Η θεωρία του επιχειρήματος αξιώνει καθολικότητα με το εξής: κάθε φορά, απομονώνει τη λογική μορφή του λόγου από το εκάστοτε περιεχόμενο και από εκεί αρχίζει τον έλεγχο.
Β. Η νέα θεωρία και η καρτεσιανή επιστημολογία
Από τα τέλη της δεκαετίας του '50 μια νέα θεωρία του επιχειρήματος εμφανίζεται. Αυτή αντιπαρατίθεται τόσο προς το λογικισμό των πρώτων δεκαετιών του αιώνα, όσο και προς τον καρτεσιανή επιστημολογία, η οποία ταυτίζει την ορθολογικότητα με διαδικασία θεμελίωσης που αποκλείει το επιχείρημα. Στο αριστοτελικό παράδειγμα το αληθές και το ένδοξο δεν είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους. Για τον Αλέξανδρο το ένδοξο διαφέρει από το αληθές επειδή η διαδικασία απόφασης που ακολουθείται είναι διαφορετική. Στον Ντεκάρτ αυτή η διαφορά προάγεται σε εναντιότητα. Η υπερβολή της διαφοράς ενδόξου και αληθούς σε εναντιότητα είναι ο πυρήνας της καρτεσιανής επιστημολογίας.
Θεμελίωση
αίτημα βεβαιότητας ego cogito καθολική ισχύς Επιχείρημα
μαχητό προς έτερον μερικότης/τοπικότης
Το επιχείρημα είναι το αρνητικό της καρτεσιανής έννοιας της θεμελίωσης, το εκμαγείο.
Αποκαλύπτεται μια διπλή σχέση της καρτεσιανής επιστημολογίας προς το επιχείρημα. Η θετική, η οποία αποκλείει το επιχείρημα, και η αρνητική, η οποία το έχει ανάγκη, εφόσον η προκατάληψη μπορεί να γίνει μαχητή μόνο σε διαλεκτικό πλαίσιο.
Τα θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών – Immanuel Kant
Πρόλογος
Ο Καντ δέχεται τον χωρισμό της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας σε τρεις επιστήμες, στη Φυσική, στην Ηθική και στην Λογική. Προβαίνει ωστόσο σε μια συμπλήρωση. Η φιλοσοφία χωρίζεται σε εμπειρική και καθαρή, σε αναλογία με την στήριξη σε εμπειρικά θεμέλια ή σε απριορικές αρχές. Η γνώση μπορεί να αφορά είτε στο περιεχόμενο, να ασχολείται δηλαδή με ορισμένα αντικείμενα και τους νόμους στους οποίους αυτά υπόκεινται, είτε στη μορφή, δηλαδή με τη μορφή της νόησης και τους γενικούς κανόνες της σκέψης. Η καθαρή φιλοσοφία που ασχολείται με τη μορφή, ονομάζεται Λογική, ενώ όταν ασχολείται με ορισμένα αντικείμενα ονομάζεται Μεταφυσική. Η μεταφυσική είναι διττή: αφενός η μεταφυσική της φύσης, αφετέρου η μεταφυσική των ηθών. Όπως ακριβώς η Φυσική έχει ένα εμπειρικό τμήμα και ένα ορθολογικό, έτσι και η Ηθική, έχει το εμπειρικό της τμήμα, την πρακτική Ανθρωπολογία, και το ορθολογικό, την κατεξοχήν Ηθική. Η καθαρή Ηθική βρίσκει τον ηθικό νόμο μέσα σε έννοιες της καθαρής λογικής. Έτσι μόνον μπορεί να είναι ένας ηθικό νόμος απόλυτα αναγκαίος. Η καθαρή ηθική λοιπόν, αφορά σε έλλογα όντα, σε όντα προικισμένα με λογική ικανότητα, αφού μόνο αυτά τα όντα μπορούν να συλλάβουν το περιεχόμενο και τις έννοιες της καθαρής λογικής.
Κεφάλαιο Πρώτο Μετάβαση από την κοινή γνώση περί ηθικότητας στη φιλοσοφική γνώση περί ηθικότητας
Οι ιδιότητες της ιδιοσυγκρασίας, που μπορεί να θεωρούνται ταλέντα, δεν είναι στην ουσία πράγμα που μπορούν να θεωρηθούν καλά χωρίς περιορισμό. Και αυτό ισχύει επειδή το μόνο που μπορεί να θεωρηθεί καλό χωρίς κανένα περιορισμό, είναι η καλή θέληση. Ο Καντ θεωρεί θεμελιώδες συστατικό αυτή την καλή θέληση προκειμένου να μπορούν να θεωρηθούν ως καλά στοιχεία τα διάφορα χαρακτηριστικά του ανθρώπου, και την ονομάζει χαρακτήρα. Η ιδιοσυγκρασία είναι δημιούργημα της φύσης, ενώ ο χαρακτήρας είναι ικανότητα θέλησης του υποκειμένου. Η καλή θέληση είναι προϋπόθεση για να είναι κάποιος άξιος ευτυχίας.
|