|
|
|
|
KEIMENA 2
ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ
Σημειώσεις
Ζάνταλης Νικόλαος ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ
Υπάρχει χρησιμότητα στην εξέταση της έννοιας της εξουσίας προκειμένου να γίνει κατανοητή η λεγόμενη "σεξουαλικότητα" των ανθρώπων. Αυτή η εργασία σκοπεύει να θέσει μια προβληματοποίηση, όχι να δώσει τυποποιημένες απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα που ανακύπτουν από τον τίτλο του θέματος. Οφείλουμε να στοχαστούμε την σεξουαλικότητα όπως έρχεται από τη φύση και όπως κοινωνικά προσαρμόζεται στις ανάγκες του ατόμου και της ίδιας της κοινωνίας. Ο όρος "σεξουαλικότητα" εμφανίζεται μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα. Τόσο η εμφάνιση του όρου όσο και η ενασχόληση με τα όσα ο όρος υπονοεί σημαίνει τη δημιουργία ενός πλαισίου με κανόνες και νόρμες, μια φιλοδοξία να αναζητηθούν στοιχεία της ανθρώπινης ψυχής, της βαθύτερης φύσης των ατόμων. Το άτομο πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι βρίσκεται πια υπό ανάλυση, ότι αποτελεί ένα υποκείμενο σεξουαλικότητας, ένα σεξουαλικό υποκείμενο.2Για την εξουσία ο Μ. Φουκώ λέει ότι δεν πρέπει να αρκούμαστε σε μια αρνητική σύλληψη, αυτό είναι μια απλοποίηση, η εξουσία δεν είναι ένα "όχι", μια απαγόρευση ή μια σειρά από απαγορεύσεις. Εάν ήταν μια απλή καταπίεση δεν θα ήταν τόσο αποτελεσματική. Ούτε, βέβαια, μια χειραγώγηση, μια διαχείριση, ένα πλέγμα απαγορεύσεων που ανάγεται σε εξουσιαστική σχέση. Η εξουσία είναι ένα πλέγμα σχέσεων που απλώνεται παντού, μέχρι και στην αρχιτεκτονική υπάρχει πολιτική, εν δυνάμει αυτό σημαίνει την άσκηση αφανών εξουσιαστικών επιρροών. 1, 4Έτσι, μπορούμε να δούμε τη σεξουαλικότητα ως τον τόπο όπου βρίσκονται βασικά στοιχεία προκειμένου να εξουσιαστούν τα άτομα, για να το πούμε καλύτερα, για να προκύψει διαχείριση των ατόμων, των ψυχών αλλά και των σωμάτων. Επειδή πρέπει να διαιωνιστεί το είδος για να υπάρχει επαρκής αριθμός ατόμων ως πολεμιστές ή ως εργατικό δυναμικό, αλλά από την άλλη πρέπει να διατηρηθεί η λεγόμενη ευπρεπής συμπεριφορά, δηλαδή να μετριαστεί η σεξουαλική πρακτική και να γίνει ακριβώς η διοχέτευση της ενεργητικότητας σε οικονομικά χρήσιμες θέσεις, θεσμοποιείται η ετερόφυλη μονογαμία. Ο γάμος, η οικογένεια, η θεσμισμένη ετερόφυλη μονογαμία είναι ο τόπος της ανακούφισης των σεξουαλικών αναγκών και ορμών των ατόμων. Τελικά, ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ον που διαχωρίζει την ηδονή από την τεκνοποιία, τη γεννητικότητα από τη σεξουαλικότητα. 5Όμως, είπαμε ότι η εξουσία δεν εμφανίζεται απλά με μια απαγόρευση. Έτσι, το σεξ μπαίνει στο πεδίο μιας ηθικής προβληματοποίησης, δεν είναι απλά κάτι το απαγορευμένο. Δεν μπορεί να είναι άλλωστε! Μόνον έτσι τίθεται σε ένα σύστημα κανόνων και καταναγκασμών το άτομο, όταν εντάσσεται το σώμα του και η ψυχή του στο πεδίο αναφοράς σε σχέση με το φυσιολογικό ή το ηθικά αποδεκτό, κυρίως όμως για το πρώτο πρόκειται, για το κανονικό. Το σεξ δεν υπάρχει για την κοινωνία προκείμενου να ικανοποιούνται τα άτομα, αλλά προκείμενου να εντάσσονται σε έναν μηχανισμό αλήθειας, σε έναν μηχανισμό εξουσίας. Το σεξ συνδέεται με το Λόγο καθώς η ενεργητικότητα του υποκείμενου πρέπει να μείνει διαθέσιμη για άλλα πεδία, όπως οι πόλεμοι και οι παραγωγικές διαδικασίες. Περίπου τον 18ο αιώνα εμφανίζεται σχεδόν η ανάγκη και πάντως η πρακτική να μιλά κανείς για το σεξ του, για την σεξουαλικότητά του. Το σεξ, όπως η εξουσία, διαπερνά μηχανισμούς αλήθειας, έχουμε το σχήμα: σεξ-αλήθεια-επιστήμη. Στη σεξουαλικότητα δεν υπάρχει απλά μια καταπίεση, είπαμε ότι δεν είναι αυτός ο τρόπος της εξουσίας. Οι μηχανισμοί αλήθειας και παραγωγής γνώσης δικτυώνουν αποτελέσματα εξουσίας. Οι διαδικασίες νομιμοποίησης του κανονικού είναι ο τρόπος εγκαθίδρυσης μιας σεξουαλικότητας επιθυμητής και ελέγξιμης. Αυτός ο τρόπος θεώρησης είναι παραγωγικότερος από το απλό σχήμα που προτείνει η φράση "δουλέψτε, μην κάνετε σεξ". Η εξουσία, ως πλέγμα σχέσεων, δεν είναι απλά η διαχείριση των ατόμων, αλλά η εγκαθίδρυση και συντήρηση σχέσεων πολύ-επίπεδης επικοινωνίας. Τα άτομα παραμένουν υποκείμενα δράσης. Επομένως, έχουμε παραγωγή πειθούς. Έτσι φτάνει ο Φουκώ στο σχήμα σεξ-αλήθεια-επιστήμη, αφού περάσει από το σχήμα εξουσία-δίκαιο-αλήθεια. Στην Ευρώπη του 18ου αιώνα ο αυνανισμός κυνηγιέται και στην Κίνα της δεκαετίας του 1970 ο αυνανισμός σε κάνει κουφό, εκφυλίζει το είδος κ.λ.π. Γίνεται μια προσπάθεια να καλυφθεί το αρνητικό πρόσωπο της εξουσίας στη σχέση της με τη σεξουαλικότητα. Έτσι η εξουσία προσπαθεί να είναι παραγωγική, να ασκηθεί με θετικούς τρόπους ενέργειας. Η αλήθεια είναι εκεί προκειμένου να γίνει η νομιμοποίηση. Η ανάκριση του υποκειμένου, γίνεται προκειμένου να αναζητηθεί η αλήθεια. Η εξέταση, η καταγραφή της αλήθειας γίνεται για χάρη της επιστήμης. Αυτή είναι η ανάλυση του σχήματος εξουσία-δίκαιο-αλήθεια. Η αλήθεια είναι η βάση των νόμων. Έτσι, στην αναλυτική της εξουσίας, ο Φουκώ προτείνει να αναζητηθεί η εξουσία στην περιφέρεια, στα τριχοειδή σημεία παραγωγής της, όχι στις κεντρικές θέσεις της, σε κάποια πολιτική οργάνωση ή στη νομολογία. Τα άκρα της διαδικασίας παραγωγής εξουσίας είναι εκεί όπου παράγεται η αλήθεια της κοινωνίας, η επιστημονική της γνώση. Άλλο ένα μεθοδολογικό εργαλείο στην εξέταση της εξουσίας είναι για τον Φουκώ η παρατήρηση ότι η εξουσία δεν είναι συνειδητή πρόθεση ή απόφαση που λειτουργεί με σαφήνεια υπέρ κάποιου εξουσιαστικού υποκειμένου. Η θεώρηση του σχήματος του δικτύου είναι ένα ακόμα εργαλείο που προτείνει, και βεβαίως, η κατεύθυνση προς τα τριχοειδή σημεία παραγωγής και άσκησής της, όπως είδαμε παραπάνω. Οι κραυγαλέες και προφανείς μορφές εξουσίας δεν μας ενδιαφέρουν γιατί δεν παρουσιάζουν κανένα στοιχείο αποκαλυπτικό της φύσης της εξουσίας.3Η εμφάνιση αυτών των στοιχείων στη σεξουαλικότητα είναι η θεσμισμένη ετερόφυλη μονογαμία που εκπροσωπεί την κεντρική εξουσία. Ο πατέρας είναι ένας δυνητικός εκπρόσωπος του βασιλιά! Όμως, γίνεται κάτι περισσότερο από αυτό. Μετά από τη φάση της υπέρτατης εξουσίας, από το 19ο αιώνα και ύστερα, στη νεοτερική κοινωνία, έχουμε από τη μια μεριά τη νομολογία, αλλά από την άλλη ένα σφιχτοδεμένο πλέγμα καταναγκασμών που επιβλήθηκαν με τον τρόπο που έδειξε η ανάλυση: έτσι, για το Φουκώ γεννιέται η πειθαρχική εξουσία. Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο κατονομάζει ο Φουκώ τα αποτελέσματα αυτής της ανάλυσης είναι η κατάληξη σε μια κοινωνία νορμοποίησης. Οι νόρμες, οι κανόνες, το φυσιολογικό και το κανονικό, η ιατρικοποίηση και η ψυχολογικοποίηση της συμπεριφοράς εν γένει, των συνηθειών, των λόγων, των επιθυμιών, των διαγωγών. 3 Ο άνθρωπος με την ομολογία έγινε ένα ζώο ομολογητικό. Η εξουσία βάζει το σεξ σε έναν χώρο σκοτεινό και μυστικό, εκεί όπου μπορεί εύκολα να καταλογίσει παθολογικούς όρους και να φέρει τη σύγχυση.Η ίδια η αυτο-κατανόηση της κοινωνίας στηρίζεται στον τρόπο με τον οποίο ο καθένας χρησιμοποιεί το σεξ του. Η σεξουαλικότητα των ανθρώπων καθορίζει την πορεία και το μέλλον της κοινωνίας. Η εγκαθίδρυση της σεξουαλικότητας ξεκινά από την οικονομική χρησιμότητα και φτάνει στη πειθαρχική εξουσία. Η παρατήρηση του Φουκώ για αυτό είναι ότι η εξουσία μπορεί να θεωρηθεί ως μια βίο-εξουσία, ως μια βιο-πολιτική του πληθυσμού. 1, 3Η απαγόρευση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την ηθική προβληματοποίηση, λέει ο Φουκώ. Το άτομο είναι ένα σύνολο κοινωνικών θωρακίσεων, ένας θεσμός, με την έννοια ότι αναπαράγει την κοινωνία που το έφτιαξε, που το μόρφωσε. 7 Η έννοια της εξουσίας που προτείνει ο Φουκώ υπονοεί τη σύλληψη του Καστοριάδη περί της θεσμίζουσας κοινωνίας έναντι της θεσμισμένης, περί του θεσμισμένου κοινωνικού φαντασιακού και ριζικού θεσμίζοντος φαντασιακού. Ο Καστοριάδης τονίζει ότι στην περίπτωση του ανθρώπου δεν έχουμε μια απλή σεξουαλικότητα, αλλά μια διαστρέβλωση της σεξουαλικότητας.8 Πάντως, υπάρχει μια αναλογία, και η σκέψη του Καστοριάδη σίγουρα αποτελεί μεθοδολογικό εργαλείο για την κατανόηση, τόσο την πορεία του Φουκώ στα έργα που χρησιμοποιούνται σε αυτή την εργασία, όσο και στο θέμα της εμπλοκής της σεξουαλικότητας σε μια πολιτική και ανθρωπολογική θεώρηση της έννοιας της εξουσίας.
Βιβλιογραφία και παραπομπές
Ζάνταλης Νικόλαος
Γιούργκεν Χάμπερμας, Νομιμοποίηση μέσω των δικαιωμάτων
Ο Χάμπερμας λέει ότι τα δικαιώματα προσδιορίζονται από μια διπλή επιρροή: αφενός, αυτήν του δικαίου, αφετέρου, αυτήν της ηθικής. Όμως η διάγνωσή του είναι ότι, ανεξάρτητα από το ηθικό τους περιεχόμενο, αποκτούν μια νομική διάσταση, γίνονται "νομικά δικαιώματα". Βέβαια, ενώ σαν ηθικοί κανόνες περιλαμβάνουν όλους τους ανθρώπους του κόσμου, σαν δικαιϊκοί κανόνες προστατεύουν μόνο όσους είναι ενταγμένοι σε μια νομική κατεστημένη τάξη ενός κράτους. Έτσι, αναπτύσσεται μια ένταση ανάμεσα στα δικαιώματα με καθολική ισχύ για τον πλανήτη, και σε αυτά που αποκτούν σημασία και υπόσταση μόνο σε συνθήκες τοπικής νομιμοποίησης. Ο Χάμπερμας θεωρεί ότι είμαστε ακόμη πολύ μακριά από την παγκόσμια ισχύ των δικαιωμάτων, και εκφράζει την απαισιοδοξία του αναφορικά με το θέμα. Αν και υπάρχει η θεσμοθέτηση του δικαιώματος για τον πολίτη του κόσμου, η πραγματικότητα δεν ακολουθεί τους φορμαλισμούς του επιπέδου της θέσμισης. Παρά την μετάβαση από μια εθνικοκρατική τάξη, σε μια κοσμοπολίτικη τάξη, το δικαίωμα παραμένει μια σημαντική συνιστώσα νομιμοποίησης. Όμως, όπως και σε εθνικό επίπεδο, πολύ περισσότερο μάλιστα σε υπερεθνικό, τα δικαιώματα αποτελούν αξιώσεις που απαιτούν αγώνες, και μάλιστα σκληρούς. Τόσο στο πρώτο επίπεδο, όσο και στο δεύτερο, ο Χάμπερμας παρατηρεί ότι τα δικαιώματα διαφόρων ομάδων, όπως και οι αγώνες τους για αυτά, έχουν μια ιδεολογική λειτουργία, και τούτο φαίνεται εύκολα εάν κοιτάξει κανείς αναδρομικά το τι έχει γίνει στο παρελθόν. Όμως αυτή η λειτουργία απόκρυψης και διαστρέβλωσης της πραγματικότητας δεν είναι όλη η λειτουργία του όλου οικοδομήματος για τα δικαιώματα. Από πίσω κρύβεται μια ιμπεριαλιστική Δύση, για τον Χάμπερμας. Ο Χάμπερμας επιμένει ότι πίσω από τις αξιώσεις μιας καθολικής τάξης δικαίου κρύβεται μια βούληση ενός μέρους της συλλογικότητας, μιας δύναμης που δεν τιθασεύεται από το δίκαιο, που αμφισβητεί τη νομιμοποίηση πίσω από την οποία κρύβει την ωμή δύναμή της, αλλά η οποία την εδραιώνει. Η σκέψη του Χάμπερμας προσανατολίζεται προς τα προβλήματα που δημιουργεί η πολιτισμική ανάμειξη στη διεθνή ζωή. Η κυριαρχούσα μορφή πολιτισμού, ζωής, με την όξυνση των προβλημάτων του εθνικισμού, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας που δημιουργήθηκαν με τις μεταναστεύσεις, τις διάφορες ανακατατάξεις στη διεθνή σκηνή, είναι αμφίβολο το πόσο προστατεύει τις μειονότητες. Τα συλλογικά και τα ατομικά συμφέροντα είναι οι πόλοι που καθορίζουν τον ορίζοντα του φαινομένου της κυριαρχίας της συλλογικότητας στην μειονότητα. Τίθεται το ερώτημα του αν τα συλλογικά δικαιώματα συγκρούονται με τα ατομικά δικαιώματα. Με την αναγνώριση του γεγονότος ότι τα συλλογικά συμφέροντα ανάγονται σε ατομικά, ο Χάμπερμας φτάνει στο συμπέρασμα ότι τα ατομικά δικαιώματα πρέπει να προστατευτούν, προκειμένου να προαχθεί το συλλογικό συμφέρον. Βέβαια, οι κυρίαρχες ομάδες επηρεάζουν ιδεολογικά τις μειονότητες, και, τελικά, τείνουν να τις αφομοιώσουν. Επιπλέον, η κυριαρχία που βλέπουμε ότι γίνεται και ιδεολογική, εκτός από αυτήν που συνίσταται στην αριθμητική υπεροχή, και, επομένως, στην κοινωνική, την οικονομική και πολιτική δύναμη, ξεπερνά τις διάφορες θεσμίσεις που έχουν εξασφαλίσει με αγώνες οι μειονότητες και αφορούν σε ίση μεταχείριση και ισότητα ευκαιριών. Σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, οι διάφορες ομάδες, μειονότητες ή όχι, θα μπορούσαν να αυτοδιαχειριστούν και να λύσουν τα προβλήματά τους είτε στα πλαίσια του κράτους στο οποίο βρίσκονται, είτε με την απόσχιση και τη δημιουργία του δικού τους κράτους, ανάλογα με τους παράγοντες και τις περιστάσεις. Κατά γενική ομολογία όμως, και σε αυτό ο Χάμπερμας μάλλον συμφωνεί, η απόσχιση από το κράτος δεν είναι εύκολη υπόθεση, και δεν συνίσταται ως λύση, ανεξάρτητα από τους παράγοντες που μπορεί να συνηγορούν σε αυτό, και όσο κι αν υπάρχει ανάγκη από συνθήκες καταπίεσης ή άλλης απειλής στα πλαίσια του κράτους. Και είναι προτιμότερο πάντα, η λύση να δοθεί μέσα στα πλαίσια του κράτους στο οποίο βρίσκεται η μειονότητα, εφόσον πάντοτε είναι δυνατόν να δοθεί μια συναίνεση από όλους σε ένα βαθμό. Και η διεθνής πραγματικότητα επιβάλλει κάτι τέτοιο, άλλωστε. Ο Χάμπερμας επιθυμεί την ύπαρξη μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, τη θεωρεί σκόπιμη και ωφέλιμη, όχι απλά την θεωρεί αναπόφευκτη. Όμως, θεωρεί ότι κατά τη διαμόρφωση των δικαιωμάτων, απαιτείται συμμετοχή των πολιτών, αυτό που ο Καστοριάδης ονομάζει αυτοθέσμιση. Το δίκαιο πρέπει να ενσωματώνει το πρόταγμα της αυτονομίας, της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας. Για τον Χάμπερμας δεν αρκεί, επομένως, το δίκαιο να προέρχεται εκ των άνω, να επιβάλλεται έτοιμο στο άτομο, αλλά, για να προστατεύει τον πολίτη, το άτομο, πρέπει να είναι η ενσωμάτωση και η πραγμάτωση των επιθυμιών του, να συνιστά αποτέλεσμα της διατυπωμένης βούλησής του. Θεωρεί αυτονόητη τη σύνδεση της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας. Αυτό που τίθεται εδώ δεν είναι απλά η θεωρία των δικαιωμάτων, αλλά ένας ολόκληρος προβληματισμός για την εξουσία, το κοινωνικό συμβόλαιο, τη δημοκρατία και τέτοιου είδους γενικά θέματα. Ο Μισέλ Φουκό, για παράδειγμα, ξεκινά από την ιδέα ότι, τόσο στον Locke, όσο και στον Rousseau, διαφαίνεται η υπόνοια ότι τα δικαιώματα αρχίζουν να καταπατούνται μόλις συστήνεται η εξουσία. Ωστόσο, αυτή είναι μια τολμηρή κριτική. Και αυτό γιατί, εάν δεν θέλουμε να δεχτούμε ότι μια επιρροή του Hobbes παραμένει πίσω από αυτή την υπόνοια, τότε πρέπει να επανακαθορίσουμε την έννοια του δικαιώματος ή την έννοια της εξουσίας, ή πάντως, τη σχέση μεταξύ τους.Η χομπσιανή προβληματική, περιλαμβάνει μια αντιθετική συσχέτιση δικαιώματος και εξουσίας, όπου το δικαίωμα στη φυσική κατάσταση είναι αποσπασμένο από την ιδέα του νόμου, και δεν παράγεται από ένα οποιοδήποτε αξιακό πλαίσιο αλλά από τον πυρήνα της αυτοσυντήρησης, όπως παρατηρεί και ο Shapiro.Η νομιμοποίηση από ένα πλαίσιο συλλογικού καλού, όπως για παράδειγμα ισχυρίζεται η θεωρία του ωφελιμισμού, δεν βρίσκει σύμφωνο τον Χάμπερμας. Μάλλον συμφωνεί με καντιανού τύπου σύνδεση της ελευθερίας με το δίκαιο, όπως το επιχείρημα του Rawls το οποίο επικαλείται ο Χάμπερμας στο σημείο όπου ασκεί κριτική στον Chalres Taylor, στο κείμενό του "αγώνες αναγνώρισης στο δημοκρατικό κράτος δικαίου".Το επιχείρημα του Rawls είναι ότι το δικαίωμα του ανθρώπου δεν μπορεί να προσβληθεί, ούτε για την ευημερία του συνόλου, εφόσον η δικαιοσύνη πηγάζει από την έννοια της ελευθερίας, και όχι από την αναγκαιότητα κάποιου σκοπού. Ο ίδιος τοποθετεί το δικαίωμα ως προγενέστερο του αγαθού, και θεμελιώνει, αμέσως, το ότι δεν τίθεται καν θέμα κοινωνικής ωφέλειας πριν γίνει αυτή η ιεράρχηση.Εκτός τον Rawls, ο Χάμπερμας επικαλείται και τον Dworkin, και τους θεωρεί και τους δυο φιλελεύθερους, αντιπαραθέτοντάς τους στους Taylor και Walzer ακριβώς στο σημείο που κάνει κριτική στον Taylor, οπότε φαίνεται ότι παίρνει το μέρος των πρώτων. Βέβαια ο Χάμπερμας επεκτείνει την σύνδεση που έκαναν οι φιλελεύθεροι ανάμεσα σε δίκαιο και ελευθερία, και σχετικοποιεί τις έννοιες, ή μάλλον, τις διευρύνει και μιλάει για σύνδεση κράτους δικαίου και δημοκρατίας. Ο Taylor, σύμφωνα με τον Χάμπερμας, δεν κάνει απλά μια ανεπαρκή κατανόηση των θεμελιωδών αρχών του φιλελευθερισμού, αλλά και αμφισβητεί τον ατομικό πυρήνα της σύγχρονης κατανόησης της ελευθερίας.Ο Χάμπερμας θεωρεί ότι η φιλελεύθερη θεωρία των δικαιωμάτων οφείλει να αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της σύνδεσης της ατομικής και της κοινωνικής αυτονομίας. Αυτό είναι σημαντικό θέμα, εάν λάβουμε υπόψη ότι θεωρεί αναγκαίο επίσης να γίνει κατανοητή η "διαδικαστική αντίληψη περί δικαίου", αυτή δηλαδή που θεωρεί αναγκαία την εξασφάλιση των δυο αυτονομιών από τη δημοκρατική διαδικασία, και την εννοεί ως επίπεδα της ίδιας και της αυτής αυτονομίας. Επίσης, στον ίδιο βαθμό, τον απασχολεί η σχέση πραγματικής και νομικής ισότητας.Στο επίπεδο της ηθικής είναι που μπορούμε να βρούμε την πραγματική ισότητα, ενώ στο επίπεδο του δικαίου είναι που μπορεί να υπάρχει η νομική ισότητα. Όμως, είναι κοινός τόπος στα επίπεδα αυτά η απαίτηση για ουδετερότητα και αμεροληψία, αλλά ειδικότερα στο επίπεδο του δικαίου. Ο Χάμπερμας υπογραμμίζει ότι σε αυτό το πλαίσιο τίθεται η λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας, όταν οι συλλογικοί στόχοι προσεγγίζονται λαμβάνοντας υπόψη και εξασφαλίζοντας τις προσωπικές ελευθερίες και την ιδιωτική ασφάλεια του κάθε πολίτη. Μέσα σε αυτή την προβληματική, ο Χάμπερμας βλέπει και δηλώνει την αλληλοεπικάλυψη των Dworkin και Walzer στο θέμα της προτεραιότητας των δικαιωμάτων έναντι συλλογικών σκοποθεσιών που τυχαίνει να έρχονται σε αντίθεση με επιμέρους ατομικά δικαιώματα. Συμφωνούν και οι τρεις, πάντως, στην επίκληση των λεγόμενων "πρωτευόντων δικαιωμάτων" -αυτό κάτι μας θυμίζει. Επανέρχεται φυσικά στην κριτική κατά των κομουνιταριστών Taylor και Walzer, οι οποίοι πιστεύουν ότι ένα σύστημα δικαιωμάτων θεωρούμενο πάνω από τις συλλογικές ταυτότητες είναι "εξισωτικό" και δεν πρέπει να παραμείνει ως τέτοιο.Πάντως, άλλο ένα κοινό σημείο του Χάμπερμας με του κομουνιταριστές μου φαίνεται να είναι η άποψή τους ότι η πολιτική βούληση για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων, είναι διαφορετικό πράγμα από την ηθική πολιτική συνεννόηση των πολιτών μεταξύ τους. Η αυτοκατανόηση των πολιτών συνιστά μια πραγματικότητα που καθορίζεται από πλήθος παραγόντων, μεταξύ των οποίων είναι η ιστορικά συγκυριακή συγκρότηση της κοινωνίας ενός κράτους ας πούμε, όπου τα άτομα δεν είχαν καμία συμμετοχή στη διαμόρφωση του δικαιϊκού πλαισίου, αλλά έχουν εκτεταμένη συμμετοχή στην ηθική δομή της πολιτικής συνεννόησης μεταξύ τους. Παρατηρώ ότι, κατά βάθος, ο Χάμπερμας εισχωρεί στην παράδοση των θεωριών του κοινωνικού συμβολαίου, και η διαδικασία χωρισμού του κράτους από την κοινωνία, του κοινωνικού από το πολιτικό, όπως και στον Hobbes και τον Locke, ανακατασκευάζεται ως διαδικασία διάσπασης πλαισίων δικαιωμάτων "όλων πάνω σε όλα". Τείνει να ξεπεραστεί η αντιστοιχία, που ούτως ή άλλως υπάρχει ως κεντρικό σημείο σε αυτές τις θεωρίες, ανάμεσα στην ικανότητα συμμετοχής στη διαδικασία παραγωγής νομικών ρυθμίσεων, στο πολιτικό επίπεδο, και στην ατομική ιδιοκτησία και την οικονομική δύναμη, στο κοινωνικό επίπεδο. Από τη σκοπιά μιας θεωρίας των δικαιωμάτων αυτού του τύπου, διατυπώνονται εμμέσως αιτήματα άρσης της οικονομικής ανισότητας προκείμενου να αρθεί η κοινωνική ανισότητα και να εξομαλυνθεί η συγκρουσιακή κατάσταση, η οποία εκλαμβάνεται δεδομένη στο πλαίσιο συγκρότησης του κοινωνικού και του πολιτικού.Είναι απόλυτα σύμφωνη η άποψη του Χάμπερμας με τους φιλελεύθερους στο θέμα της διάγνωσης του φορμαλιστικού χαρακτήρα του πλαισίου δικαιωμάτων. Το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, από τη μια παρατηρείται μια περιστολή των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, ενώ από την άλλη η κρατική πολιτική εμφανίζεται κοινωνική και συντάσσει πλαίσια θεσμοθετημένων κοινωνικών δικαιωμάτων. Όμως αυτή είναι μια επανάληψη του παρελθόντος. Ο Χάμπερμας γνωρίζει ότι στη Γερμανία εμφανίζονται ρυθμίσεις εναντίον των εργατικών ενώσεων το 1854, και εναντίον των σοσιαλιστών το 1878, ενώ τη δεκαετία το 1880 εμφανίζεται η ασφάλεια ασθένειας το 1883, η ασφάλεια ατυχημάτων το 1884 και η ασφάλεια γήρατος το 1889. Αυτά είναι από παλιά έτσι. Βεβαίως στις μέρες μας έχουν οξυνθεί αυτά τα φαινόμενα, και ο Χάμπερμας πάνω από όλα τονίζει τη διαφορά ανάμεσα στο επίπεδο των θεσμών και σε αυτό της πρακτικής σύμφωνα με την ηθική συνεννόηση των πολιτών.Όμως η νομιμοποίηση είναι κάτι που συσχετίζεται με την επιβολή, με τη δύναμη. Έτσι, τίθεται το ερώτημα του αν πρόκειται για νομιμοποίηση ή για υποταγή, όταν τα δικαιώματα αποτελούν αντάλλαγμα άλλων αποστερήσεων. Ίσως αποστέρησης δικαιωμάτων -με παραχώρηση άλλου τύπου δικαιωμάτων. Στη χομπσιανή θεωρία, για παράδειγμα, ο Rousseau ασκεί κριτική υποστηρίζοντας ότι η υποταγή στη δύναμη δεν αποτελεί συναίνεση, και ότι η δύναμη δεν δημιουργεί δίκαιο. Τα δικαιώματα, όταν υπονοείται ότι προέρχονται και εκλαμβάνονται από ένα αξιολογικό πλαίσιο φυσικό, εκτός του νομικού πάντως, υποτίθεται ότι μπορούν να αναιρέσουν αυτή την επιβολή που βάζει η χομπσιανή προβληματική στη διαδικασία συγκρότησης του πολιτικού. Έτσι, εάν φαίνεται ότι ο Χάμπερμας έχει στη σκέψη του τη βάση της χομπσιανής θεωρίας για τη σχέση της νομιμοποίησης και των δικαιωμάτων, πρέπει να λάβουμε υπόψη και το τελευταίο.Εάν πάμε στο επίπεδο της κυριαρχικής σχέσης ανάμεσα σε μειονότητες και πλειοψηφίες, τα πλαίσια δικαιωμάτων ισορροπούν ανάμεσα σε ηθική υποχρέωση στην ηθική συνεννόηση των ατόμων μεταξύ τους, και στα παραγόμενα αποτελέσματα που έχει αυτό σε επίπεδο ομάδων, από τη μια, και σε μια φορμαλιστική δήλωση της νομιμοποίησης, από την άλλη. Το πολιτικό επίπεδο, έτσι, αυτονομείται ως ένα χωριστό πλαίσιο από αυτό των δικαιωμάτων. Εν προκειμένω, το πλαίσιο των δικαιωμάτων νομιμοποιεί μέρος του πολιτικού πλαισίου, με αναφορά στην ηθική συνείδηση των ατόμων, οι οποίοι δρουν με άξονα ηθικές προσταγές, αλλά στην ουσία για χάρη της νομιμοποίησης. Εμφανίζεται αυτό που ο Carl Schmitt ονομάζει "υπαρξιακή αντικειμενικότητα και αυτονομία του πολιτικού".Η διαφοροποίηση της θεώρησης από το επίπεδο των ατόμων στο επίπεδο των ομάδων, υπονοεί την εμφάνιση και ανάπτυξη φαινομένων που προϋποθέτουν την αμοιβαιότητα και την αλληλεγγύη. Η κατασκευή των ατόμων ως δρώντων που επιδιώκουν το όφελός τους, με την εισαγωγή της αμοιβαιότητας στο φυσικομηχανικό υπόδειγμα της χομπσιανής προβληματικής, επεκτείνεται στο αίσθημα της αλληλεγγύης που δημιουργείται ανάμεσα στα μέλη μιας ομάδας, πολύ περισσότερο δε, της πλειοψηφούσας, και έτσι ανατρέπει την όποια εγκυρότητα στις φυσικοδικαιϊκές αντιρρήσεις ενάντια στη σκέψη του Χάμπερμας. Οι υπόνοιες που αρχικά εμφανίζονται, τώρα εξαφανίζονται. Το πλαίσιο των δικαιωμάτων κατασκευάζει μια "σχέση", στο σύστημα του Χάμπερμας, ανάμεσα στο επίπεδο της κυριαρχίας και σε αυτό της νομιμοποίησης. Έτσι, μέσα στο εθνικό επίπεδο, μάλλον σε συμφωνία με χομπσιανού τύπου προβληματική, το πλαίσιο των δικαιωμάτων ενώνει το πλαίσιο της νομιμοποίησης με αυτό της κυριαρχίας, με το νήμα της συναίνεσης και του εξαναγκασμού, και, ίσως περισσότερο, με το νήμα του φόβου. Όλα αυτά σε αναφορά με την αντιστάθμιση που επισυμβαίνει από την παροχή κάποιων δικαιωμάτων, στα πλαίσια πάντα της φορμαλιστικής αντίληψης για τη νομιμοποίηση. Από το επίπεδο των ατόμων σε αυτό των ομάδων έχουμε το πέρασμα από το, εν μέρει ορθολογικού τύπου χομπσιανο πλαίσιο κυριαρχίας, όπου οι δρώντας παραχωρούσαν τα (φυσικά) δικαιώματά τους στην εξουσία, στο παραδοσιακού τύπου πλαίσιο, με αναφορά στην οργανική σχέση πατρότητας που έχουν οι ομάδες με τις συλλογικές ταυτότητες, τον εθνικισμό, τη θρησκεία κλπ. Ο Χάμπερμας, καταλογίζοντας τη διχοτόμηση της έννοιας της αυτονομίας στον Taylor, όταν του κάνει κριτική, επικαλείται ακριβώς αυτό, ότι η ερμηνεία του συστήματος των δικαιωμάτων από τον Taylor είναι πατερναλιστική. Το αίτημα του Χάμπερμας είναι να ανακτήσει ο άνθρωπος το χαμένο δικαίωμα που έχει αποστερηθεί, με την αυτονόμηση του πλαισίου των δικαιωμάτων του από το πλαίσιο της νομιμοποίησης, σαν πολίτης αυτού το κόσμου. Είναι η άρνηση της ταύτισης της κοινωνίας με το κράτος, η άρνηση του ολοκληρωτισμού που καθοδηγεί αυτή τη σκέψη. Το πλαίσιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου πρέπει, για τον Χάμπερμας, να ξεφύγει από την εθνική κυριαρχία.Ο Χάμπερμας, στο τέλος του κειμένου κυρίως, αλλά και αλλού μέσα στο κείμενό του, κάνει μια ουσιαστική και σημαντική νύξη. Μου φαίνεται ότι υπονοεί την απειλή του ολοκληρωτισμού. Τα άτομα και οι ομάδες φαίνονται να έχουν καταστεί μόνο τα σχετικά στοιχεία: το κράτος δίνει τα δικαιώματα και αποζητά τη νομιμοποίηση. Δεν είναι η εξουσία, μια αόριστη συστάδα σχέσεων, ένα συνολικό πλέγμα, που διακυβεύει τα δικαιώματα. Είναι το κράτος. Το πλαίσιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου τίθεται από το κράτος. Αν θυμηθούμε τον Μαρκούζε στο κείμενό του "η πάλη ενάντια στον φιλελευθερισμό στην ολοκληρωτική αντίληψη για το κράτος" το 1934, όπου αναπτύσσει και υποστηρίζει τη δυναμική σχέση φασισμού και φιλελευθερισμού, θα δούμε ότι και ο Χάμπερμας κάνει το ίδιο. Σχεδόν το ίδιο. Υποστηρίζει ότι πίσω από το προκάλυμμα μια θεωρίας δικαιωμάτων που προτείνεται στη βάση του φιλελευθερισμού, κρύβεται ένα ολοκληρωτικό κράτος, το οποίο βγαίνει στο προσκήνιο, αν και μέσα σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, και συνιστά τον παράγοντα που νομιμοποιεί το άτομο ενώπιον της διεθνούς κυριαρχίας δυνάμεων. Ο Χάμπερμας λέει κάπου στο κείμενό του, ότι δεν ξέρει τι είναι πιο επικίνδυνο. Αλλά, ό,τι τίθεται, βρίσκεται πίσω από τα ισχυρά κράτη και τις συμμαχίες τους. Ζάνταλης Νικόλαος
Η έννοια του διαφωτισμού Horkheimer-Adorno, (Η διαλεκτική του διαφωτισμού) σημειώσεις
Ανέκαθεν ο διαφωτισμός επιδίωκε να απελευθερώσει τους ανθρώπους από το φόβο και να τους κάνει κυρίαρχους. Αλλά η εντελώς φωτισμένη γη ακτινοβολεί από το κακό που θριαμβεύει παντού. Η ανωτερότητα του ανθρώπου έγκειται στη γνώση. Τούτη η γνώση χωράει πολλά πράγματα τα οποία δεν μπορούν να αποκτήσουν οι βασιλιάδες μ' όλους τους θησαυρούς τους. Η γνώση, που είναι δύναμη, δεν γνωρίζει όρια: δεν την εμποδίζει ούτε η υποδούλωση του πλάσματος ούτε η υποχωρητικότητα απέναντι στους κυρίους του κόσμου. Αυτό που θέλουν να μάθουν οι άνθρωποι από τη φύση είναι πως να τη χρησιμοποιούν ώστε να εδραιώσουν την κυριαρχία τους πάνω σ' αυτήν και πάνω στους άλλους ανθρώπους. Τίποτε άλλο δεν έχει σημασία. Ο διαφωτισμός, χωρίς κανένα σεβασμό προς τον ίδιο τον εαυτό του, εξάλειψε ακόμη και το τελευταίο απομεινάρι της ίδιας του της αυτοσυνειδησίας. Η στείρα ευτυχία που παρέχεται από τη γνώση είναι πολυτέλεια. Το σημαντικό δεν είναι αυτή η ικανοποίηση την οποία αποκαλούν οι άνθρωποι αλήθεια, αλλά η operation, ο αποτελεσματικός τρόπος ενέργειας. Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στο τοτεμικό ζώο, στα όνειρα του φαντασιόπληκτου και στην απόλυτη ιδέα. Στο δρόμο προς τη σύγχρονη επιστήμη οι άνθρωποι παραιτούνται από το νόημα. Αντικαθιστούν την έννοια με τον τύπο, την αιτία με τον κανόνα και την πιθανότητα. Ο διαφωτισμός αναγνώρισε τις παλιές δυνάμεις μέσα στη πλατωνική και αριστοτελική κληρονομιά της μεταφυσικής και θεώρησε δεισιδαιμονία τον ισχυρισμό των καθολικών εννοιών ότι εκφράζουν αλήθεια. Οι άνθρωποι πρέπει να κυριαρχήσουν στην ύλη χωρίς να φαντάζονται ότι κατοικείται από εξουσιαστικές ή εγγενείς δυνάμεις, ή απόκρυφες ποιότητες. Ο, τι δεν συμφωνεί με τα κριτήρια του υπολογισμού και της χρησιμότητας είναι για το διαφωτισμό ύποπτο. Κάθε πνευματική αντίσταση που συναντάει, ενισχύει απλώς τη δική του δύναμη -πράγμα που σημαίνει ότι ο διαφωτισμός εξακολουθεί να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στους μύθους. Ο διαφωτισμός είναι ολοκληρωτικός. A priori, ο διαφωτισμός αναγνωρίζει ως είναι και ως συμβαίνειν μόνο ο, τι μπορεί να αναχθεί σε μια ενότητα. Το ιδανικό του είναι το σύστημα από το οποίο όλα και το καθετί χωριστά έπονται. Από αυτή την άποψη, η λογοκρατική εκδοχή του δεν διακρίνεται από την εμπειριοκρατική. Ο μύθος γίνεται διαφωτισμός και η φύση καθαρή αντικειμενικότητα. Οι άνθρωποι πληρώνουν την αύξηση της δύναμής τους με την αποξένωσή τους από αυτό στο οποίο ασκούν την εξουσία τους. Ο διαφωτισμός συμπεριφέρεται στα πράγματα όπως ένας δικτάτορας στους ανθρώπους. Τους γνωρίζει στο βαθμό που μπορεί να τους χειραγωγήσει. Ο άνθρωπος της επιστήμης γνωρίζει τα πράγματα στο βαθμό που μπορεί να τα κάνει. Η ουσία των πραγμάτων αποκαλύπτεται πάντα η ίδια: υπόβαθρο της κυριαρχίας. Όπως οι μύθοι ήδη κάνουν διαφωτισμό, έτσι και ο διαφωτισμός βυθίζεται με κάθε βήμα πιο βαθιά στη μυθολογία, η οποία παίρνει όλο το υλικό της από τους μύθους μόνο και μόνο για να τους καταστρέψει, και ως κριτής ακριβώς υποκύπτει στη γοητεία τους. Θέλει να ξεφύγει από τη διαδικασία της μοίρας και των αντιποίνων ενώ εφαρμόζει αντίποινα επί της διαδικασίας αυτής. Στους μύθους κάθε συμβάν πρέπει να εξιλεωθεί για το ότι συνέβη. Κι αυτό ακριβώς γίνεται στο διαφωτισμό: μόλις συμβεί το γεγονός, μηδενίζεται. Το δόγμα της ισοδυναμίας της δράσης με την αντίδραση επιβεβαίωνε την εξουσία που ασκούσε η επανάληψη πάνω στο είναι-εδώ, πολύ πριν απορρίψουν οι άνθρωποι την ψευδαίσθηση ότι μπορούσαν, μέσω της επανάληψης, να ταυτιστούν με την επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα, κι έτσι να αποτινάξουν από πάνω τους την εξουσία της. Η επανάληψη φυλακίζει τον άνθρωπο, όσο χάνεται η μαγική ψευδαίσθηση, μέσα στον κύκλο εκείνον που η αντικειμενοποίησή του στη μορφή του φυσικού νόμου δημιουργούσε στον άνθρωπο την εντύπωση ότι τον εξασφάλιζε ως ελεύθερο υποκείμενο. Η αρχή της εμμένειας, η εξήγηση κάθε συμβάντος ως επανάληψης, την οποία υποστηρίζει ο διαφωτισμός εναντίον της μυθικής φαντασίας, είναι η αρχή του ίδιου του μύθου. Ο διαφωτισμός καταστρέφει την αδικία της παλιάς ανισότητας, αλλά την ίδια στιγμή τη διαιωνίζει με την καθολική διαμεσολάβηση, με τη σχέση κάθε υπάρχοντος με κάθε άλλο υπάρχον. Ο διαφωτισμός αποκόβει το ασύμμετρο. Η σκέψη δεν εξαλείφει μόνο τις ποιότητες αλλά και οδηγεί τους ανθρώπους σε πραγματική ομοιομορφία. Η αφαίρεση είναι μια εκκαθαριστική επιχείρηση. Κάτω από την κυριαρχία της ισοπεδωτικής αφαίρεσης και κάτω από την κυριαρχία της βιομηχανίας, οι απελευθερωμένοι άνθρωποι γίνονται αυτό το "κοπάδι" για το οποίο ο Χέγκελ λέει πως είναι αποτέλεσμα του διαφωτισμού. Ο άνθρωπος πιστεύει πως έχει απελευθερωθεί από το φόβο όταν δεν υπάρχει πια τίποτε άγνωστο σ' αυτόν. Έτσι καθορίστηκε η πορεία της απομυθολογικοποίησης του διαφωτισμού, που ταυτίζει το έμψυχο με το άψυχο, όπως ο μύθος ταυτίζει το άψυχο με το έμψυχο. Ο διαφωτισμός είναι πιο ολοκληρωτικός από οποιοδήποτε άλλο σύστημα. Γι' αυτόν κάθε διαδικασία είναι καθορισμένη από την αρχή. Γι' αυτόν το λόγο είναι ψεύτικος, και όχι για αυτά που τον κατηγόρησαν οι ρομαντικοί εχθροί του. Ο διαφωτισμός ταυτίζει εκ των προτέρων την αλήθεια με τον μαθηματικοποιημένο και απόλυτα οργανωμένο από τη σκέψη κόσμο. Έτσι νομίζει πως γλυτώνει από το μύθο. Εξομοιώνει τη σκέψη με τα μαθηματικά. Με αυτόν τον τρόπο τα μαθηματικά απελευθερώθηκαν κι έγιναν απόλυτοι κριτές. Ο διαφωτισμός παραμέρισε την κλασσική απαίτηση του σκέπτεσθαι επί της σκέψης, επειδή ήθελε να αποφύγει την επιταγή κατά την οποία πρέπει να επεμβαίνουμε στην πρακτική. Η μαθηματική μέθοδος μετατράπηκε σε τυπικό της σκέψης. Για το θετικισμό, που ανέλαβε τα καθήκοντα του κριτή του φωτισμένου λόγου, κάθε παρέκβαση σε νοητούς κόσμους, όχι μόνο απαγορεύεται, αλλά και καταδικάζεται και σαν φλυαρία κενή από νόημα. Η θετική λογοκρισία αγνοεί τόσο την επίσημη θρησκεία, όσο και την τέχνη: τις θεωρεί ιδιαίτερους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας που δεν έχουν καμία σχέση με τη γνώση. Δεν ισχύει όμως το ίδιο με την απόρριψή τους: ο θετικισμός ισχυρίζεται πως η απόρριψη είναι γνώση. Η καθολική κυριαρχία στη φύση στρέφεται εναντίον του ίδιου του σκεπτόμενου υποκειμένου. Δεν του αφήνει παρά αυτό το αιώνια ίδιο "Εγώ σκέπτομαι", που πρέπει να συνοδεύει όλες τις ιδέες του. Η υποταγή ολόκληρης της πραγματικότητας στον λογικό φορμαλισμό επιτεύχθηκε χάρη στη δουλική υποταγή του λόγου στο άμεσα δεδομένο. Η γνώση εγκαταλείπει όλες τις αξιώσεις της: να κατανοήσει το δεδομένο καθεαυτό. Η γνώση δεν απαιτεί μόνο τις δραστηριότητες της αντίληψης, της ταξινόμησης και της εκτίμησης, αλλά και την κατηγορηματική άρνηση των άμεσων δεδομένων. Η απορρόφηση της παρούσας πραγματικότητας από μια μυθική προϊστορία ή από τον μαθηματικό φορμαλισμό, η συμβολική σύνδεση της πραγματικότητας και του μυθικού συμβάντος που γίνεται μέσα στο τυπικό ή μέσα στην αφηρημένη κατηγορία της επιστήμης, κάνει καθετί καινούργιο να φαίνεται σαν προκαθορισμένο και τελικά σαν αναπαραγωγή του παλιού. Δίχως ελπίδα δεν είναι μόνο η πραγματικότητα, αλλά και η γνώση, η οποία με το μυθικό ή το μαθηματικό σύμβολο ιδιοποιείται και διαιωνίζει την πραγματικότητα σαν να είναι σχήμα. Ο ανιμισμός είχε δώσει ψυχή στο πράγμα, ο εκβιομηχανισμός μετασχηματίζει την ψυχή του ανθρώπου σε πράγμα. Οι αναρίθμητοι ατζέντηδες της μαζικής παραγωγής και της κουλτούρας της επέβαλαν στον άνθρωπο τυποποιημένες συμπεριφορές, προβάλλοντάς τις σαν τις μόνες φυσικές, βολικές και ορθολογικές. Ο άνθρωπος δεν ορίζεται πια παρά μόνο σαν ένα πράγμα, σαν στοιχείο στατιστικών, με όρους επιτυχίας ή αποτυχίας. Τα κριτήριά του είναι η αυτοσυντήρηση, η επιτυχημένη ή αποτυχημένη συμμόρφωση με την αντικειμενικότητα των καθηκόντων του και με τα πρότυπα που του προσφέρονται. Όλα τα υπόλοιπα, η ιδέα και η εγκληματικότητα, υφίστανται την καταπίεση της συλλογικότητας που φτάνει από το σχολείο ως το συνδικάτο. Για το διαφωτισμό, εκείνος που αρκείται να ζει χωρίς λογική αναφορά στην αυτοσυντήρηση οπισθοχωρεί προς ένα προϊστορικό στάδιο. Όσο πιο πολύ όμως διασφαλίζεται η διαδικασία της αυτοσυντήρησης από τον αστικό καταμερισμό της εργασίας, τόσο πιο πολύ απαιτεί την αυτοαποξένωση των ατόμων, που πρέπει να διαμορφώσουν το σώμα τους και την ψυχή τους σύμφωνα με τα πρότυπα του τεχνικού μηχανισμού. Και η αυτοσυντήρηση καταλήγει συνεχώς στην επιλογή μεταξύ επιβίωσης και καταστροφής που διακρίνεται ακόμα στην αρχή κατά την οποία από δύο αντίθετες προτάσεις μόνο η μία μπορεί να είναι αληθής και μόνο η μία ψευδής. Ο φορμαλισμός της αρχής αυτής και ολόκληρης της λογικής που τον καθιέρωσε, προέρχεται από τη σκοτεινότητα και την πολυπλοκότητα των συμφερόντων μέσα σε μια κοινωνία στην οποία μόνο τυχαία συμπίπτει η διατήρηση των μορφών με τη διατήρηση των ατόμων. Η κοινωνία επαγρυπνούσε πάντα έτσι ώστε εκείνοι που εργάζονται να είναι συγκεντρωμένοι και να βλέπουν μόνο μπροστά τους και να αγνοούν ο, τι βρίσκεται δίπλα τους. Μέσω της ορθολογικοποίησης των τρόπων εργασίας, η κατάργηση των ποιοτήτων πλησιάζει τους λαούς στην κατάσταση των βατράχων. Όταν λέμε σήμερα ότι παρατηρείται οπισθοχώρηση στις μάζες, εννοούμε ότι οι μάζες είναι ανίκανες να ακούσουν με τα δικά τους αυτιά αυτό που τους είναι άγνωστο, να αγγίξουν με τα δικά τους χέρια αυτό που δεν άγγιξαν ποτέ: αυτή είναι η καινούργια μορφή τυφλότητας που αντικατέστησε την ηττημένη μυθική μορφή. Με τη μεσολάβηση της ολοκληρωτικής κοινωνίας, που αγκαλιάζει όλες τις σχέσεις και όλα τα συναισθήματα, οι άνθρωποι ξαναγίνονται απλοί εκπρόσωποι του είδους, όμοιοι μεταξύ τους μέσα σε μια κοινωνία που κυβερνιέται από τον καταναγκασμό. Το πρόβλημα είναι η τυφλότητα στην οποία βρίσκεται η κοινωνία. Ο διαφωτισμός θα βρει τον εαυτό του μόνο όταν απορρίψει κάθε συνεννόηση με τους εχθρούς του και τολμήσει να καταργήσει το ψευδές απόλυτο που είναι η αρχή της τυφλής κυριαρχίας. Το πνεύμα μιας τόσο αδιάλλακτης θεωρίας θα μπορούσε τότε να μεταμορφώσει ακόμα και το πνεύμα της ανελέητης προόδου. Σήμερα, η φύση του καταναγκασμού φαίνεται ολοκάθαρα. Είναι η ίδια η κυριαρχία. Η γνώση μπορεί να επιχειρήσει να καταστρέψει την κυριαρχία. Αλλά απέναντι σε τούτη τη δυνατότητα, και στην υπηρεσία του παρόντος, ο διαφωτισμός γίνεται μια ολοκληρωτική εξαπάτηση των μαζών.
Ζάνταλης Νικόλαος
Βιβλιογραφία:
Ζάνταλης Νικόλαος
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ
Ο διάλογος του Πλάτωνα "πολιτεία" έχει τον υπότιτλο "περί δικαίου". Αυτό δείχνει εξ αρχής ότι η πρόθεση του Πλάτωνα σε αυτό τον διάλογο δεν είναι η ενασχόληση με την ιδέα κάποιας πολιτείας, όπως ίσως κάποιοι να θεωρούν, αλλά με την έννοια της δικαιοσύνης, του δικαίου. Ο διάλογος ξεκινά και καθώς ο Σωκράτης μιλάει με τον Κέφαλο αναφύεται το θέμα της δικαιοσύνης. Μόνο στο δεύτερο βιβλίο αναφέρει ο Σωκράτης τη χρησιμότητα που θα είχε να βάλει στο λόγο του και στο σκεπτικό του μια πόλη, εφόσον, όπως λέει στο 368d,e, όπως τα ίδια γράμματα υπάρχουν κάπου αλλού μεγαλύτερα, επομένως μπορούμε να τα δούμε καλύτερα, κατά τον ίδιο τρόπο θα δούμε την έννοια της δικαιοσύνης εύκολα πως υπάρχει στην πόλη για να δούμε πως υπάρχει στον έναν άνθρωπο. Έτσι δημιουργείται η πόλη στο διάλογο, παρουσιάζεται σε ένα θεωρητικό επίπεδο υποθετικής διατύπωσης προκείμενου να χρησιμεύσει ως μέσο διευκόλυνσης στην αναζήτηση της έννοιας της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη, λοιπόν, στην ορθή (449a, 544a) πολιτεία ανάγεται σε ύψιστο αγαθό, καθοριστικός μηχανισμός, θα λέγαμε, της πόλης ώστε να μπορέσει το σύνολο των πολιτών (420b, 421b,c) να απολαύσει το καλύτερο δυνατό. Είναι μια καθοριστική αρχή. Πιο συγκεκριμένα, οι ορισμοί του Πλάτωνα όπως έρχονται στο τέταρτο βιβλίο είναι να αποδοθούν στον καθένα αυτά που του ταιριάζουν (420d), ο καθένας πρέπει να κάνει αυτό που ταιριάζει καλύτερα στη φύση του (433a) και αυτό κατέληξε να είναι η δικαιοσύνη, να κάνει ο καθένας τη δουλειά του (433b). Ας μην ξεχνάμε ότι η αναφορά στην πόλη γίνεται από τον Πλάτωνα στα πλαίσια της αντιστοιχίας που έχει κάνει ανάμεσα σε μια πόλη και έναν άνθρωπο. Έτσι, έχουμε τις τάξεις της πόλης, την χρηματιστική, την επικουρική και τη βουλευτική, όπως έχουμε και τα μέρη της ψυχής, το λογιστικό, το επιθυμητικό και το θυμοειδές (440e-441a). Είναι φανερό το πόσο ο Πλάτωνας καθοδηγείται από την ιδέα της γεωμετρικής αρμονίας, της συμμετρίας, της ισορροπίας μεταξύ των μερών, ακριβώς στην ύπαρξη του μέτρου, στα μέρη του εκάστοτε συνόλου, το μέτρο είναι το απόλυτο αγαθό για τον Πλάτωνα, αυτή η ιδέα είναι που τον καθοδηγεί (Φίληβος). Εξάλλου, για τον Πλάτωνα οι έννοιες του μέτρου και της συμμετρίας οδηγούν στο κάλλος και στην αρετή (Φίληβος, 64e, 66a κ.α.). Έτσι και εδώ, στη πολιτεία, ο Πλάτωνας στηρίζεται στην ιδέα του μέτρου, προκειμένου να δείξει ότι το σύνολο θα είναι βέλτιστο όταν επικρατεί μέτρο στο εκάστοτε μέρος, ότι η ισορροπία μεταξύ των μερών, η αρμονική τους ανάπτυξη, οδηγούν στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Έτσι, προκειμένου για τους ανθρώπους και την ανάληψη ρόλων στα πλαίσια της πόλης, η δικαιοσύνη είναι ακριβώς η συνθήκη κατά την οποία το κάθε άτομο αντιστοιχεί σε ένα δεδομένο σύνολο σημείων, θα λέγαμε, το οποίο αποτελεί την ιδανική ιδιότητα για το κάθε άτομο, την προκαθορισμένη και ταιριαστή για τη φύση του, είναι η εφαρμογή του μέτρου και της συμμετρίας, η αρμονική κατανομή των ρόλων. Για την εφαρμογή αυτής της συμμετρίας μας μιλά από το τρίτο έως το πέμπτο βιβλίο, τόσο αναφορικά με τη σύμμετρη ανάπτυξη των ατόμων στο σώμα και την ψυχή (386-419), όσο και αναφορικά με τη ζωή των φυλάκων. Αναφέρει την κατανομή των ρόλων μεταξύ των δύο φύλων (451d) και για την κοινοκτημοσύνη γυναικών και εν γένει όλων των μελών μιας οικογένειας (457d-461c) και περιουσίας (462c). Βέβαια, η έννοια της δικαιοσύνης στα πλαίσια της πόλης δεν σταματά στην ανάληψη ρόλων από τα άτομα, αλλά πάλι ως αναλογία προς την ψυχή του ατόμου, οι τύποι διακυβέρνησης είναι όσοι και οι τύποι της ψυχής (445d). Έτσι, στο έκτο και στο έβδομο βιβλίο θεμελιώνει μια πολιτική φιλοσοφία που κορυφώνει στο όγδοο βιβλίο, όπου ασχολείται διεξοδικά με τα πολιτεύματα (543-569). Έχει ήδη δείξει ότι ο φιλόσοφος και ο άξιος στον πόλεμο και σε όλα πρέπει να είναι ο βασιλιάς της αριστοκρατίας που προτείνει (544e). Η μέριμνα του Πλάτωνα φαίνεται ότι ξεκάθαρα δεν είναι τα μεμονωμένα άτομα. Όπως λέει στο 519e ο νόμος δεν ενδιαφέρεται για το πως μονάχα μια τάξη μέσα στην πόλη θα ευδαιμονίσει, αλλά για το πως θα γίνει αυτό για ολόκληρη την πόλη. Έχει ήδη από πριν (420b, 421b,c) ξεκαθαρίσει κάτι τέτοιο, ενδιαφέρει το σύνολο της πόλης, οι επιμέρους τάξεις πείθονται ή εξαναγκάζονται (519e) να συμμορφωθούν στους όρους που θα εξασφαλίσουν την αρμονική συμβίωση όλων των πολιτών. Φαίνεται λοιπόν ότι ο καθένας μπαίνει στη θέση που του ταιριάζει και στη οποία θα αποδώσει καλύτερα, αλλά ο Πλάτωνας δεν ενδιαφέρεται για το αν αρέσει αυτό στο υποκείμενο. Τελικά, το αν είναι πραγματικά το καλύτερο αυτό που θα κάνει ο καθένας στην πόλη δεν περιλαμβάνει καθόλου την βούλησή του ή την προτίμησή του. Έτσι δεν θα επιτρέπεται να υπάρχει ιδιοκτησία στους φύλακες, το υποκείμενο μηδενίζεται για χάρη του συνόλου. Εξάλλου, οι ίδιοι οι φύλακες δεν ενδιαφέρει καν να μοιάζουν με ανθρώπους, αλλά πρέπει να είναι σαν τα σκυλιά (375a, 375e, 376a, 404a, 416d). Πρέπει να μη φοβούνται το θάνατο (386a), να μην αγαπούν το γέλιο (388d), να μη μεθούν (403e), να μην τρώνε όσα δεν κάνουν τα κορμιά δυνατά (404a), να μένουν άγρυπνοι (404a). Πρέπει να υπηρετούν μονάχα την πόλη, όπως και όλοι οι πολίτες άλλωστε, πρέπει να εκμηδενίσουν κάθε πυρήνα υποκειμενικότητας, κάθε αυτόνομο ψυχικό πυρήνα, να ενταχθούν στο μηχανισμό της πόλης σαν μέρη μιας μηχανής. Η δικαιοσύνη είναι σκοπός και μέσον για τον Πλάτωνα. Η δικαιοσύνη είναι ο τρόπος με τον οποίο η πολιτεία θα είναι εύρυθμη, αλλά και όλα στην πολιτεία θα είναι ρυθμισμένα έτσι ώστε να εξασφαλίζουν την ύπαρξη της δικαιοσύνης, έτσι θα γίνει αρμονική η συμβίωση των τάξεων και των πολιτών.
Ζάνταλης Νικόλαος Λόγος περί της μεθόδου, Rene DescartesΠρώτο μέρος
Δεύτερο μέρος
Τρίτο μέρος
Ζάνταλης Νικόλαος
"Η λεγόμενη αρχική σώρευση"
Η σώρευση του κεφαλαίου, σύμφωνα με τον Μαρξ, έχει προϋπόθεση την υπεραξία, η υπεραξία την κεφαλαιοκρατική παραγωγή, και αυτή με τη σειρά της έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη κεφαλαίου και εργατικής δύναμης. Επομένως, πριν από την κεφαλαιοκρατική σώρευση, υπάρχει μια "αρχική" ή "προηγούμενη" σώρευση, η οποία δεν είναι αποτέλεσμα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής αλλά η αφετηρία του. "Η λεγόμενη αρχική σώρευση, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ιστορική διαδικασία του χωρισμού των παραγωγών από τα παραγωγικά μέσα". Αυτή η διαδικασία διαχωρισμού του εργάτη από τα μέσα της εργασίας του, είναι η υλοποίηση της κεφαλαιοκρατικής σχέσης. Ο Μαρξ ονομάζει "αρχική σώρευση" τη δημιουργία της κεφαλαιοκρατικής σχέσης! Αυτή η σχέση είναι ο μόνος τρόπος για να μετατραπούν σε κεφαλαίο το χρήμα, το εμπόρευμα, τα διαθέσιμα "παραγωγικά ή βιοτικά μέσα"… η αντίθεση ιδιοκτητών τέτοιων μέσων και εργατών, είναι ο βασικός όρος της κεφαλαιοκρατικής αγοράς. …ακόμα πιο πίσω, ο Μαρξ βρίσκει ως αφετηρία την υποτέλεια του εργάτη. Η πρόοδος είναι, για τον Μαρξ, η αλλαγή της μορφής της υποτελείας αυτής: η φεουδαλική εκμετάλλευση έγινε κεφαλαιοκρατική. Στην ιστορία της αρχικής σώρευσης η απογύμνωση του παραγωγού της υπαίθρου από τη γη του, είναι η βάση όλης της διαδικασίας. Παρατηρώ την προσπάθεια του Μαρξ να διεισδύσει στην αφετηριακή αρχή, στη βάση. Αναζητά το πρώτο γένος -το πρωτογενές- ως ουσία και ως αιτία -ως βάση. Φεουδαρχικό πρόσχημα κρύβει την ιδιοκτησία των Ελευθερών αυτό-καλλιεργητών χωρικών στα τέλη του 14ου αιώνα στην Αγγλία. Οι εργάτες ήταν μισθωτοί: είτε χωρικοί που εργάζονταν επιπλέον στους μεγάλο-γαιοκτήμονες, είτε κυριολεκτικά μισθωτοί. Ωστόσο, ήταν και οι δεύτεροι αυτό-καλλιεργητές γιατί εκτός από το μισθό τους, έπαιρναν ένα αγροτόσπιτο μαζί με καλλιεργήσιμη γη. Επιπλέον υπήρχε επικαρπία κοινοτικής γης, για χρήση βοσκής και υλοτομίας. Το πείσμα απέναντι στη βασιλεία και το κοινοβούλιο, και η άνοδος της τιμής του μαλλιού, οδηγούν τους μεγάλους φεουδάρχες στο να διώξουν τους χωρικούς από τη γη τους και να σφετεριστούν, επιπλέον, την κοινοτική γη -για χρήση της ως βοσκοτόπια. Τα χωράφια έπρεπε να γίνουν προβατο-λιβάδια και τα πρόβατα αντικατέστησαν τους χωρικούς, οι οποίοι αποδιωγμένοι δημιούργησαν ένα "απίθανα μεγάλο προλεταριάτο". Η αρπαγή της γης και της ιδιοκτησίας πάνω σ΄ αυτή, έγινε με ή χωρίς τη νομοθετική παρέλκυση. Η βάση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος στεριώθηκε στην βιαιοπραξία της αποστέρησης της ιδιοκτησίας πάνω στη γη. Οι άνθρωποι περιορίζονταν σε σχέση με τα αγρίμια για να υπάρχει αρκετός χώρος για κυνηγότοπους! Για τον Μαρξ, η αρχική σώρευση έκανε κεφάλαιο τη γη και πρόσφερε εργατική δύναμη στις βιομηχανίες των πόλεων, με την απογύμνωση των αγροτών από τη γη τους. Μου φαίνεται πως, ο Μαρξ αγνοεί τις επιμέρους διαδικασίες στη βάση των οποίων εντοπίζεται ένας τύπος σώρευσης σαν της αρχικής… η καθ΄ οποιονδήποτε τρόπο δημιουργία κεφαλαίου στην φάση της δημιουργίας μιας νέας κεφαλαιοκρατικής σχέσης, είναι μια κατ΄ ουσία αρχική σώρευση. Όμως, μέσα στους σημερινούς οικονομικούς μηχανισμούς, μπορεί να δημιουργείται μια νέα κεφαλαιοκρατική σχέση χωρίς αρχική σώρευση, όπως και μπορεί να γίνεται μια σώρευση τύπου αρχικής, χωρίς να δημιουργείται νέα κεφαλαιοκρατική σχέση. Στον Μαρξ, μου φαίνεται ότι κακώς γίνεται ταύτιση της αρχικής σώρευσης με την γέννηση μιας κεφαλαιοκρατικής σχέσης. Ο Μαρξ βλέπει μόνο τον διωγμό των χωρικών, αγνοώντας ότι ένα μεγάλο μέρος χωρικών έφυγε από μόνο του (πράγματι από τις άσχημες κοινωνικές και νομικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν σε μερικές περιπτώσεις -αλλά πάντως δεν εκδιώχτηκαν, όπως υπερβάλλει ο Μαρξ, στο σύνολό τους), κυρίως αναζητώντας μια καλύτερη τύχη σε αυτό που άδικα διαφημιζόταν, και λανθασμένα θεωρούνταν, προοδευμένο ή πιο κερδοφόρο από την καλλιέργεια: στη μανιφατούρα. Η διαδικασία γέννησης των κεφαλαιούχων, είναι η διαδικασία της σώρευσης -στο βαθμό που από εκεί δημιουργούνται οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις. Στο τέλος, ο Μαρξ θέλει να δει που θα οδηγήσει η κεφαλαιοκρατική σώρευση. Οι δυο βασικοί πόλοι, είναι η ατομική ιδιοκτησία και η συλλογική. Όμως, η ατομική ιδιοκτησία έχει κι αυτή ενδιάμεσα επίπεδα: ανάλογα με το αν οι άμεσοι χρηστές των μέσων παραγωγής (εργάτες), είναι και οι ιδιοκτήτες αυτών των μέσων. Στη βάση της ατομικής επιχείρησης, ο άμεσος χρήστης των μέσων παραγωγής είναι, για τον Μαρξ, "ελεύθερος ατομικός ιδιοκτήτης". Η κεφαλαιοκρατική ατομική ιδιοκτησία που βασίζεται στην εκμετάλλευση μιας ξένης εργασίας, έχει την τάση και τη δύναμη να επικρατήσει. Οι εργάτες οδηγούνται σε προλεταριοποίηση… οι κεφαλαιοκράτες με τη σειρά τους απαλλοτριώνονται, και τα κεφαλαία συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο. Οι πολλοί εξαθλιώνονται ώσπου να γίνει η έκρηξη. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται. Άρνηση της άρνησης(!) Λέει ο Μαρξ, αφού η κεφαλαιοκρατική ατομική ιδιοκτησία αποτελεί την άρνηση στην ατομική παραγωγή στη βάση ατομικής εργασίας, και η κεφαλαιοκρατική παραγωγή οδηγείται σε αδιέξοδο (άρνηση του εαυτού). Εδώ ο Μαρξ διατυπώνει σαφείς υπόνοιες για την ισχύ της βάσης της ιδιοκτησίας σε ατομική βάση, γενικά… ο Μαρξ περιμένει τη μετατροπή της ατομικής βάσης ιδιοκτησίας σε κοινωνική -από έναν "κοινωνικό τρόπο παραγωγής"… ας μου συγχωρεθεί ο γέλωτας.
Ζάνταλης Νικόλαος
|