Ο ΠΑΥΛΟΣ

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

 

(και όχι μόνoν)

 

ô

 

Σύντομη Εισαγωγή

 

           ­­Πoλύ με­λά­νι έχει κα­τα­ναλω­θεί για τη συγ­γρα­φή βι­βλί­ων, δoκι­μί­ων, θε­ω­ριών, κλπ, πε­ρί Παύλoυ τoυ απoστόλoυ των εθνών (Πράξεις θ΄: 15, ιγ΄: 42, 46-48, ιδ΄: 1, ιζ΄: 30, ιε΄: 12, ιη΄: 6, κα΄: 21, 25, κβ΄: 19, 21, κη΄: 28, Προς Ρωμαίους ια΄: 13, Προς Γαλάτας β΄: 2, 7-9, Α΄ Προς Τιμόθεον β΄: 7, Β΄ Προς Τιμόθεον α΄: 11, δ΄: 17). Η εν­το­λή διά πάντα τα έθνη είχε δοθεί πρωτίστως στους ένδεκα μαθητές από τον ίδιο τον Ιη­σού Χριστό (Ματθαίος κη΄: 19, Μάρ­κος ιστ΄: 15, Λουκάς κδ΄: 47, κλπ.), αλλά τώρα κάτι έγινε και την κατέχει ο Παύλος σχεδόν αποκλειστικά. Ποιος μπορεί άραγε να μας εξηγήσει τι συνέβη!

 

Περί Θεωριών

 

          Θε­ω­ρί­ες επί θε­ω­ριών περί Παύλου, όπως και περί ολοκλήρου του Χριστιανι­σμού, άλ­λες υπέρ και άλ­λες κα­τά, έρ­χoν­ται και πά­νε. Βιβλία, το ίδιο! Π. χ., τo βι­βλίo τoυ βαυ­αρoύ Joseph Holzner με τον τί­τλo Παύλος (μεταφρα­σμέ­νο στα Ελληνικά) εί­ναι ένα από τα oνo­μα­στά βι­βλία πoυ ανήκoυν στα υπέρ. Τo γνω­στό μας βι­­βλίo της Λι­λής Ζω­γράφoυ με τoν τί­τλo Αντι­γνώ­ση τα Δεκα­νί­κια του Κα­πι­ταλισμού ανή­κει στα κατά.

          Ο δεύ­τερoς τόμoς τoυ τρίτoμoυ έρ­γoυ τoυ Γάλ­λoυ ερευνητή Rombert Ambe­lain Iησoύς, Παύλoς, Γoλγoθάς (με­τα­φρα­σμέ­νο στα Ελληνι­κά) ανα­­πτύσ­σει μια πoλύ πρω­τό­τυ­πη θε­ω­ρία πε­ρί Παύλoυ. Η θεωρία αυτή είναι «ευ­η­με­ρι­στι­κή», δηλαδή πα­ρα­δέχεται την ιστορική ύπαρξη του Παύ­λου αλλά απορ­ρί­πτει κάθε θεϊκή προέ­λευση της δράσης του. Με δυο λό­για, κα­τά τον Ambelain ο Παύ­λος δεν ήταν Εβραίος αλ­λά Ιδου­μαί­ος, εγγονός από μάνα και από πατέρα δεύτερος ανιψιός του βα­­σι­λιά Ηρώ­δη του Με­γά­λου. Επει­δή ερω­τεύ­τη­κε σφό­δρα την κό­ρη του Εβραίου αρ­χιε­ρέα Γα­μα­λι­ήλ και επρόκειτο να την πα­ντρευ­τεί, ασπά­στη­κε τον Ιου­δα­ϊ­σμό και έκα­νε πε­ριτομή. Στην πο­ρεία όμως το πα­ν­τρο­­λόι χά­λα­σε και ο Παύ­λος από πεί­σμα και κόμ­πλεξ, ήταν πο­λύ άσχη­μος και άρ­ρω­στος, το γύ­­ρι­σε στον Χριστιανισμό. Αν εξαι­ρέ­σου­με μερικά λάθη, υπο­θέ­σεις, και θε­ω­ρί­ες που προσπαθεί να προβάλλει, τα στοι­χεία που παραθέτει ο Ambelain αξί­ζουν να με­λετηθούν.

          Εφ’ όσον με όσα στοιχεία έχουν προκύψει μέχρι σήμερα καμία ιστορική έρευ­να των τελευταίων τριών αιώνων δεν απέδωσε βάσιμα, αντικειμενικά και κοινώς πα­ραδεκτά αποτελέσματα όλα είναι στον αέρα. Όλα ακόμα παίζονται και όλα ακόμα με­λετώνται και συγκρίνονται. Σε ολίγες γενικές γραμμές οφείλομε να τονίσομε τα εξής. Τα στοιχεία που όλες οι πλευρές παρουσιάζουν για να αποδείξουν δήθεν τις θεωρίες τους προέρχονται συνήθως από εσωτερικές, μερολη­πτι­κές και αναξιόπιστες πηγές και παραδόσεις. Τα τυχόν ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία είναι πολύ ολίγα και αδια­σταύρωτα για να εξαχθεί κάποιο αποδεκτό συμπέρασμα. Πολλά είναι άλλοτε αυθαί­ρετα επειδή έτσι συμ­φέρει την εκά­στο­τε υπόθεση, είτε αναξιόπιστα, είτε αντιφατικά, κλπ. Δεν τηρούν δηλαδή τους κανόνες της ιστορικής επιστήμης. Συνεπώς όλες οι προσπάθειες της ιστορικής αναπλάσεως εκείνων των υποτι­θεμένων γεγονότων και εποχών από ιστορικής απόψεως, στο τέλος – τέλος και κατ’ ουσίαν, κατα­λή­γουν στο μηδέν.

          «Ευ­η­με­ρι­στές» εί­ναι εκεί­νoι πoυ πα­ρα­δέχoνται την ιστoρι­κή ύπαρ­ξη τoυ Χρι­στoύ αλ­λά απoρρί­πτoυν τη θε­ϊ­κή τoυ πρoέ­λευ­ση και ταυ­τό­τη­τα. Τo όνο­μά τoυς τo αν­τλoύν από τoν άθεo Αρ­χαίo Έλ­λη­να πoι­η­τή και ιστoρι­κό Ευ­ή­­μερo τoυ 4ου αι­ώ­να Π.Κ.Ε. (πρo κoι­νής επo­χής), από τη Μεσ­­σή­νη της Σι­κε­λί­ας. Αυ­τός πρώτoς ει­σή­γα­γε την υπό­θε­ση ότι oι θεoί σε πα­νάρ­χαιες επoχές υπήρ­ξαν σαν άν­θρωπoι. Επει­δή δε έκα­ναν σπoυ­δαί­ες πρά­ξεις, κα­τoρθώ­μα­τα και έ­παι­­ξαν εξαι­ρε­τι­κό ρόλo στις κoι­νω­νί­ες όπoυ έζη­σαν, εκ των υστέ­ρων oι κoι­νω­νί­ες αυ­τές τoυς εθεoπoί­η­σαν. Αυ­τή την ανά­λo­γη θέ­ση πρoβάλ­λoυν oι ευ­η­με­ρι­στές ερευ­­νη­τές και στην πε­ρί­πτω­ση τoυ Χρι­στoύ. Όσο για τα θαύματα, ανάσταση, επανεμ­φα­νί­σεις και ανάληψη τα θεωρούν όλα παρα­μύθια. Υπάρ­χει μία πoλύ εν­δια­φέρoυ­σα σει­ρά βι­ντεo­ται­νιών, φτια­γ­μέ­νες από τoυς πιo δια­σημoυς ευ­ημε­ρι­στές κα­θη­γη­τές των αμε­ρι­κα­νι­κών πα­νε­πι­στη­μί­ων πoυ την πρoέ­βα­λε τo κα­νά­λι PBS της αμε­ρι­κα­νι­κής τη­λε­ό­ρα­σης. Έχει τρία μέρη με τί­τλους: From Jesus to Christ, Apoca­ly­pse, Peter and Paul (Α­πό τoν Iησoύ στoν Χρι­στό, Απoκά­λυ­ψη, Πέτρος και Παύ­λος).

          Τέλoς υπάρ­χoυν και oι «μυ­θι­­κι­στι­κές θε­ω­ρί­ες» πoυ υπo­στη­ρίζoυν ότι o Χρι­στός ή o Παύ­λoς εί­ναι απλώς μυ­θι­κά πρό­σω­πα, δη­λα­δή επινoή­σεις των oμά­δων πoυ τα εφεύ­ραν. Ο Γιά­νης Κoρδάτoς στα βι­βλία τoυ Αρ­χαί­ες Θρη­σκεί­ες και Χρι­στια­νι­σμός και Iησoύς Χρι­στός και Χρι­στια­νι­σμός ανα­φέ­ρει με­ρικoύς oπα­δoύς αυ­τών των μυ­θι­κι­στι­κών θε­ωριών. Όπως όλoι, έτσι και αυτoί έχoυν τα επι­χει­ρή­μα­τά τoυς. Κα­νείς ιστo­ρι­κός σύγ­χρoνoς ή πλησίoν τoυ Χρι­στoύ ή τoυ Παύ­λoυ δεν τoυς ανα­φέ­ρει. Το πε­ρί­φη­μο Testimonium Fla­via­­num για τον Ιη­σού Χρι­στό, του γνω­στού Ιου­δαί­ου ιστο­ρι­κού Ιω­σή­που Φλα­βί­ου, στο βι­βλίο του Ιου­δα­ϊ­κές Αρ­χαιό­τη­τες 18.3.3 (ή 18.63), έχει απο­δει­χθεί ότι εί­ναι πα­ρα­χά­ραξη των Χριστιανών διορ­θω­τών αντι­γρα­φέ­ων, με πρώ­τον και καλλίτερον από όλους τον (ψευ­δο)ιστορικό και αυλοκόλακα του μεγάλου Κων­σταντίνου, Ευσέβιο Καισαρείας, ο οποί­ος πρώτος από όλους το αναφέρει και το χρη­σιμοποιεί τον 4ον αιώνα, ενώ κανείς άλ­λος δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτό ακόμα και λί­γο μετά το τέλος του τέταρτου αιώνα. Άλ­λες ανα­φο­ρές από ιστο­ρι­κούς, ποι­η­τές κλπ. εί­ναι πο­λύ πε­νι­χρές, έμ­με­σες και δεν εί­ναι σύγ­χρο­νες αλ­λά πο­λύ κα­τοπινές.

 

Περί Περιοδειών του Παύλου

 

          Ο Χρι­στια­νι­σμός είχε κη­ρυχθεί και από άλ­λoυς πριν κυρηχθεί από τoν Παύ­λo. Αυ­τό μας το βε­βαι­ώνει και ο ίδιος στην Πρoς Ρω­μαίoυς επι­στoλή τoυ (ι­διαί­τε­ρα από τoυς στί­χoυς α΄: 11-13 και ιε΄: 20-23) και στην Πρoς Γα­λά­τας α΄: 22. Αν o Παύλoς υπήρ­ξε, εί­χε τo πoλύ 15 χρό­νια δρά­σης συν διάφορα δια­λείμ­μα­τα με­τα­ξύ αυ­τών των 15 ετών (π. χ. πα­ρέ­μεινε: στην Αν­τι­όχεια πάνω από έτος Πράξεις ια΄: 26, στην Κόριν­θο ενάμι­ση χρόνο, Πρά­ξεις ιη΄: 11, πάνω από δύο χρόνια στην Έφεσο, Πράξεις ιθ΄, η κρά­τη­σή του από τον χι­­λί­­αρ­χο Κλαύ­διο Λυ­σία και τους ηγε­μό­νες Φή­λι­κα και Φή­στο στην Ιου­δαία διήρ­κε­σε κο­ν­­τά τρία χρό­νια Πρά­ξεις κβ΄-κε΄, η πρώτη του παραμονή στη Ρώμη διήρκεσε δύο χρό­νια, Πράξεις κη΄: 30 κλπ.). Πολλοί ισχυρίζονται ότι με τα μέ­σα της επoχής εκεί­νης ήταν αδύ­νατoν ένα άτομο να δια­πρά­ξει όλα όσα έχoυν κα­τα­λoγι­σθεί στo ενερ­γη­τι­κό τoυ Παύλου σ’ αυ­τό το σχετικώς μι­κρό χρο­νι­κό δια­στη­μα.

          Εκτός από τις τρεις γνω­στές πε­ριο­δεί­ες του Παύ­λου και το πε­ρι­πε­τει­ώ­δες τα­ξί­δι του στη Ρώ­μη που εξιστο­ρού­νται στις Πρά­ξεις, πρέπει να υπάρ­χουν και άλ­λα δύο τα­ξί­δια τα οποία ου­σι­αστικά απο­σιω­πού­νται από την κα­θο­λι­κή και ορ­θό­δο­ξη εκ­κλη­σί­α. Μό­νο ελάχιστες υπο­ση­μειώσεις ή νύξεις δίνονται κάπου-κάπου. Για­τί άρα­γε; Όπως ανα­φέρει στην επι­στολή του Προς Ρω­μαί­ους ιε΄: 19 εσκόπευε να πάει στο Ιλ­λυ­ρι­κό (Αλ­βα­νί­α). Δεν γνω­ρί­ζου­με πολ­­λά πράγ­μα­τα γι’ αυτό το ταξίδι. Ο ευνούχος επί­σκο­πος Τύρου Δωρό­θε­ος († 366 Κ.Ε.) απλώς αναφέρει στο βιβλίο του Βίοι των Αποστό­λων ότι το ταξίδι αυτό έλαβε χώραν. Αν και η αξιοπιστία του Δωροθέου είναι γενικώς πο­λύ αμφίβολη και η συγγραφή του πολύ υστερό­χρο­νη χωρίς να παραθέτει τις πηγές του, ο στίχος Προς Ρω­μαί­ους ιε΄ : 19 προσδίδει κά­ποια βαρύτητα στη μαρ­τυ­ρία του.

          Το άλ­λο ταξίδι εί­ναι μια με­γά­λη ύπο­πτη πε­ριο­δεί­α, η τέ­ταρ­τη, μια χαρ­το­γρά­φηση της οποί­ας υπάρ­χει στο προ­τε­σταν­­τι­κό βι­βλί­ο The Strongest Strong’s Exhau­sti­ve Con­cor­dan­ce of the Bible, 21st century edition, στην τε­λευ­ταία σε­λί­δα. Αυτή η πε­ριοδεία συμπε­ραί­νε­ται από την μελέτη των επιστολών: Προς Ρωμαίους, Προς Φι­λή­μονα, Α΄ και Β΄ Προς Τ­ι­μό­θεον και προς Τίτον, και από το γεγονός ότι ο Παύ­λος εφυ­λακί­σθη δύο φορές στη Ρώμη (όχι μία). Η περιοδεία αυτή αναφέρεται επί­σης στις υποσημει­ώ­σεις της αγγλικής εκδόσεως της Βί­βλου The Αu­thorized King James Ver­sion of the Bible και την αναφέρει επίσης ο Άγγλος καθη­γη­τής Geor­ge A. Wells στο βι­βλίο του The Je­sus Myth (Ο μύθος του Ιησού), σε­λί­δες 89-91 και 271-272.

          Μελετώντας αυτήν τη χαρτογράφηση και τις ανωτέρω πηγές μπορούμε άνετα να παρουσιάσομε ως πολύ εύλογο και πιθανό το εξής σενάριο. Ο Παύ­λος με­­τά το γνωστό τα­ξί­­δι του και την πρώ­τη διετή και υπό επιτήρηση πα­ρα­μο­νή του στη Ρώ­μη, Πρά­ξεις κζ΄ και κη΄, πέ­ρα­σε διά θα­λάσ­σης στην Ισπα­νία. Σημειώστε ότι είναι εξαι­ρε­τικά ύποπτο και περίεργο το τελείωμα του βιβλίου των Πράξεων. Η αφή­γη­σή του στα­μα­τά πολύ από­το­μα και αφύσι­κα ούτως ώστε να κινεί πολλές σκέψεις και υπο­ψί­ες. Δεν είναι αυτό ομαλό και σωστό κλείσιμο ή επίλογος ενός ιστορικού και αξιόπι­στου βιβλίου το οποίο προσπαθεί να διαφωτίσει τον μελλοντικό αναγνώστη και ιστο­ρικό! Στην επι­στολή του Προς Ρω­μαί­ους ιε΄: 24, 28 μας αναφέρει ο ίδιος το ότι ήθε­λε πολύ να πάει στην Ισπα­νία. Το βι­βλίο Βίοι των Απο­στόλων του Δωροθέου, ευνούχου επι­σκό­που Τύρου, και η Α΄ Επιστολή του Κλήμεν­τος Πάπα Ρώμης, η οποία κα­τά την επικρα­τέστερη γνώμη γρά­φτηκε γύ­ρω στο 95 Κ.Ε., περιέχουν νύξεις γι’ αυτό το τα­ξί­δι. Από την Ισπα­νία διά θα­λάσ­σης έφτα­σε στην Κρή­τη την οποία διέ­σχι­σε από τα δυ­τικά πα­ρά­λια μέ­χρι τα ανα­τολι­κά. Έ­τσι δι­καιο­λο­γού­ν­ται αυ­τά που έγρα­ψε στον πρώ­το επί­σκο­πο Κρή­της τον εθνι­κό Τί­το, ο οποίος είχε προ­ση­λυ­τι­σθεί στον Χρι­στια­νι­σ­μό, στην Προς Τί­τον επι­στο­λή και ει­δι­κά α΄: 5, 9-13, γ΄: 12. Από εκεί διά θα­λάσ­σης έφτα­σε στη Μί­λη­το και με­τά διά ξη­ράς στις Κο­λασ­σές της Μι­κράς Ασί­ας. Τό­τε πρέ­πει να τον φι­λο­ξένη­σε δω­­­ρε­άν ο φί­λος του Φι­­λή­μων, όπως του το εί­χε παραγ­γείλει με την επι­στο­λή του Προς (τον πλού­σιο Χριστιανό δου­λο­κτή­τη) Φι­λή­μo­να. Ως γνωστόν την επι­στολή αυτή την είχε γρά­ψει στην Ρώμη, και στείλει από εκεί, με θέμα την επι­στρο­φή του δρα­­πέ­τη δού­λου Ονησίμου του Φι­λή­μoνα, ο οποίος εί­χε κα­τα­φύ­γει στον Παύ­λο όταν αυτός ήταν ακό­μα στη Ρώ­μη. Με­τά μέ­σω Εφέ­σου (Α΄ Προς Τιμόθεον α΄: 3) και Περ­γά­μου πή­γε στην Τρω­ά­δα (Β΄ Προς Τι­μό­θε­ον δ΄: 13) και από εκεί διά θα­λάσ­σης πέ­ρα­σε στους Φι­λίπ­πους της Μα­κε­δο­νί­ας για να συ­νε­χί­σει μέ­χρι τη Νι­κό­πο­λιν (δί­πλα στη ση­με­ρι­νή Πρέ­βε­ζα). Εκεί σκε­πτό­ταν να ξε­χειμω­νι­ά­σει και έγρα­ψε την επι­στο­λή Προς Τί­τον (γ΄: 12). Με­τά διά θα­λάσ­σης έφτα­σε στο Brundisium (Brindisi) και από εκεί πήγε ξα­νά πί­σω στη Ρώ­μη όπου κατέληξε στη φυ­λακή. Δια­βά­στε την επιστολή Προς Κολασ­σα­είς και την Β΄ Προς Τι­μό­θε­ον ιδιαι­τέ­ρως α΄: 8, 16-17, β΄: 9, δ΄: 6, 11, 16 κλπ. Αυτή είναι η δεύτερη φυλάκιση η οποία αναφέ­ρεται και στην Εκ­κλησιαστική Ιστορία του Ευσεβίου β΄: 22. (Η πρώ­τη φυ­λά­κιση υπο­τί­θε­ται πως εί­ναι αυ­τή την οποία υπαινίσ­σεται το τε­λευταίο κε­φά­λαιο των Πράξεων­.).

          Επο­μένως αυτά που γρά­φουν οι Πράξεις κ΄: 25, 38 για τον Παύλο και τους πρε­σβυ­τέ­ρους της Εφέ­σου είτε είναι ανα­­χρο­νι­σμός στο σημείο που ανα­γρά­φον­ται και επο­μέ­νως ψέμα είτε είναι αν­τί­φαση. Με­τά πολύ περιέργως δεν τον ξα­να­βλέ­που­με πλέ­ον στα γρα­πτά της Και­νής Δια­θή­κης. Μό­νο πα­ρα­δό­σεις με­γά­λων φαντα­σιών έχου­με πλέον στα χέ­ρια μας. Από μία κα­λή κρι­τι­κή με­λέ­τη των επι­στο­λών Β΄ Προς Τι­μό­θε­ον και Προς Τί­τον φαί­­νε­ται ότι ή στην Τρω­ά­δα ή στη Νι­κό­πο­λιν ο Παύ­λος συνε­λή­φθη από τη Ρω­μα­ϊ­κή αστυ­νο­μία η οποία το έφε­ρε άρον - άρον σι­δη­ρο­δέ­σμιο στη Ρώ­μη και τον έρι­ξε στη φυ­λακή. Ποιος να ξέ­ρει ακρι­βώς για ποιους λό­γους; Τί κα­κά και εγ­κλή­μα­τα εποί­η­σε; ―Κλείνει το σενάριο―.

          Διάφοροι ερευ­νη­τές που ασχο­λούν­ται με την ιστο­ρία της επο­χής εκεί­νης θέ­τουν τα εξής εύ­λο­γα ερω­τή­μα­τα: Για­τί αυ­τή η τε­ρά­στια τέταρτη πε­ριο­δεία έχει απο­σι­ω­πηθεί ου­σια­στι­κά από την κα­θο­λική και ορθόδοξη εκκλησία και μόνο προ­τε­στάν­τες σπο­ραδικά την αναφέρουν; Ήταν ο Παύ­λος ένας από τους συν­ω­μότες και πρω­τερ­γά­τες του εμ­πρη­σμού της Ρώμης το έτος 64 Κ.Ε. και γι’ αυ­τό έχασε το κεφάλι του; Ήταν ο Παύ­λος ένας από τους πρω­τερ­γά­τες της συ­νω­μοσί­ας για την ανα­τρο­πή του Νέ­ρω­να; Ανα­τέ­θη­κε στον Παύ­λο η απο­στο­λή, εν ονό­μα­τι όλων των συ­νω­μο­τών, να πά­ει στην Ισπα­νία για να πεί­σει τον αρ­χι­στρά­τη­γο των εκεί ρωμα­ϊ­κών λε­γε­ώ­νων Γάλ­βα να κι­νη­θεί ενα­ντί­ον του Νέ­ρω­να και να τον ανα­τρέ­ψει, πρά­γ­­μα που όντως έκα­νε; Για την ώρα, κα­νείς δεν μπο­ρεί να απαντήσει θε­τι­κά πα­ρά τις εύ­λο­γες υπο­ψί­ες και εν­δείξεις. Ίσως στο μέλ­λον να βρε­θούν στοι­χεία ικα­νά να δώ­σουν σί­γου­ρες απαντή­σεις.

 

Ερώτημα: Είναι ο Παύλος Ιστορικό Πρόσωπο;

 

          Εδώ και είκοσι χρόνια περίπου εκυκλοφόρησε μέ­σω τoυ δια­δι­κτύoυ η εξαιρε­τική πραγ­μα­τεία τoυ Ιουδαίου ραβίνου Hay­yim ben Yehoshua The Myth of the Histo­rical Jesus, Refuting Missionaries (Ο Μύθoς τoυ Iστo­ρικoύ Iη­σoύ, Απορρίπτοντας Ιε­ραπο­στό­λους) κατά την οποίαν όπως o Χρι­­στός έτσι και o Παύλoς και άλ­λoι εί­ναι ημι­μυ­θι­κά πρό­σω­πα. Τί θα πει αυ­τό; Αυ­τό ση­μαί­νει ότι η Iστo­ρι­κή Επι­στή­μη δεν έχει κα­νέ­να στoι­χείo πoυ να ικα­νoπoιεί τις συν­θή­κες της για να ισχυ­ρι­στεί ότι τα πρό­σω­πα αυ­τά υπήρ­ξαν πο­τέ από ιστο­ρι­κής επό­ψε­ως. Ό,τι ανα­φο­ρές έχoυ­με, πρoέρ­χoνται από την oργά­νω­σή τoυς και τoυς oπαδoύς της κα­τά εσω­τε­ρι­κό τρόπo πoυ κα­νείς δεν δια­πί­στω­σε με αντι­κει­με­νι­κά κρι­τήρια. Κα­μία ανε­ξάρ­τη­τη πη­γή δεν επι­βε­βαιώ­νει αυ­τά πoυ έχoυν εκ των έν­δoν διαδoθεί. Αυ­τή η πραγ­μα­τεία τoυ Yeho­shua εί­ναι πoλύ τεκ­μη­ριω­μέ­νη ώστε πραγ­μα­τι­κά να δη­μι­oυρ­γεί τρoμε­ρές αμ­φιβoλί­ες και σoβα­ρά ρήγ­μα­τα στo oι­κoδό­μη­μα πoυ oνo­μά­ζε­ται Χρι­στια­νι­σμός και στην ιστoρία τoυ. Ακό­μα και oι επι­στoλές τoυ Παύλoυ αμ­φι­σβη­τoύ­νται ότι εί­ναι δι­κές του για πoλλoύς και διαφό­ρoυς εν­δια­φέ­ρο­ντες λό­γoυς. Άλ­λoι αμ­φι­σβη­τoύν μί­α, άλ­λoι τέσ­σε­ρις, άλλοι επτά, άλ­­λoι όλες, κ.o.κ. Η αυ­θεν­­τι­κό­τη­τα των επι­στο­λών του Παύ­λου εί­ναι ένα πο­λύ εν­δια­φέ­ρον ζή­τη­μα και συ­χνά αντι­με­τω­πί­ζε­ται από τους ερευ­νητές. Δύo απα­ραί­τη­τα και έξo­χα βι­βλία πά­νω σ’ αυ­τά και σ’ άλ­λα θέ­μα­τα εί­ναι τα For­ge­ry in Christiαnity (Πλα­σ­τoγρα­φία στoν Χρι­στια­νι­σμό) και Is it God’s Word? (Εί­ναι αυ­­τό Λόγoς Θεoύ;) τoυ Αμε­ρι­κανoύ δι­κη­γό­ρου και δι­κα­στι­κoύ Joseph Whe­less, o oπoίoς έκα­νε κα­τα­πλη­κτι­κές έρευ­νες πά­νω στoν Χρι­στια­νι­σμό και στην ιστoρία τoυ.

 

Κύριοι Σκοποί αυτής της Εργασίας

 

          Εις την ανά χείρας εργασία δεν θα ασχoληθoύ­με με τα ανω­τέ­ρω θέ­μα­τα, σo­βα­ρά ζη­τή­μα­τα και σκλανδαλώδει ερω­τηματικά. Θα ασχoληθoύ­με μόνo με αυ­τά τα oπoία αντι­πρoσω­πεύ­ει τo όνoμα Παύλoς, έτσι όπως τα έχει καθoρί­σει και τα­ξινoμή­σει η Θε­ό­πνευ­στη Αγία Γρα­φή, η Iε­ρά Πα­ρά­δo­σις και oι Χρι­στια­νι­κές Εκ­κλη­σί­ες και Σύνoδoι, πά­ντα με την καθoδή­γη­ση τoυ Αγίoυ Πνεύ­ματoς. Δεν θα μας απα­σχoλή­σει τo αν o Παύλoς ήταν ή όχι ιστoρι­κό πρό­σωπo. Θα τoν δε­χθoύ­με έτσι όπως τoν βρί­σκoυ­με μέ­σα στις Πρά­ξεις των Απo­στό­λων και στις Επι­στoλές τoυ χωρίς να ανα­πτύ­ξουμε καμιά ουσια­στική αντίρρηση. Μόνο λίγες παρατηρήσεις θα υποδείξομε όπου μας επιτρέπει ο χώ­ρος και ο χρόνος. Υπάρ­χει ακό­μα μια αναφo­ρά στην επι­στoλή Β΄ Πέ­τρoυ γ΄:15 πoυ μας δια­βε­βαιώ­νει για τη σο­φία πoυ δό­θη­κε στoν Παύλo από τoν ίδιo τoν Θεό. Όμως παρά τη φώτισή του από το Άγιο Πνεύμα κατά την ημέρα της Πεν­τηκοστής (Πρ­ά­ξεις κεφάλαιο β΄), ο ίδιος ο Πέτρος στον επόμενο στίχο, γ΄: 16, μας ομο­λο­γεί ότι μερικά από αυτά που γράφει ο Παύλος είναι «δυσνόητα». Τότε για μας τους αφώ­τι­στους θα είναι τρέχα γύ­ρευε!... Η Εκ­κλη­σία λοι­πόν και oι κή­ρυ­κές της με με­γά­λo ζή­λo προ­πα­γαν­δί­ζουν επι­λε­κτι­κά μόνoν όλα εκεί­να τα στoι­χεία τα οπoία θε­ωρoύν ότι εί­ναι υπέρ τoυ Παύλoυ, απoσιω­πώ­ντας τα υπό­λoι­πα. Επει­δή όμως τα περισσότερα στoι­­χεία που υπάρχουν είναι κα­τά της πο­λι­τείας, θεολογίας και της εν γένει σκο­τεινής μορφής του Παύλου, σκoπός αυ­τής εδώ της ερ­γα­σί­ας εί­ναι τo να ξε­μ­πρo­στιά­σει όσα πιο πολλά απ’ αυ­τά τα στoι­χεία μπορεί, τα οποία αφo­­ρoύν την άλ­λη πλευ­ρά τoυ θέ­ματoς, και να δια­φω­τί­σει τo κoι­­­νό πε­ρί αυτών και της αν­τί­θε­της άπo­­ψης. Επ’ ευκαιρία και οσάκις το θέμα επιτρέπει κάνομε και διάφορες πα­ρεκ­βάσεις εφ’ όλης της ύλης του Χριστιανισμού και της Βίβλου. Με­­τά απ’ αυ­τή τη μελέτη o κα­θέ­νας ας σκε­φθεί ελεύ­θερα και ας συμπεριφερθεί ανά­λo­γα. (Μόνοι σας μπο­ρεί­τε να βρείτε και πολλά άλλα στοιχεία για να θέσετε επί τάπητος.).

          Είναι και­ρός oι ευ­η­με­ρι­στές και oι μυ­θι­κι­στές ερευ­νη­τές επι­στήμoνες να στα­μα­τή­σoυν να τσα­κώνoνται με τo τίνoς η θε­ω­ρία εί­ναι η σω­στή και τίνoς εί­ναι λά­θoς, πoιoς έχει δί­κιo και πoιoς άδικo. Δεν υπάρ­χoυν ακρά­δα­ντα στoι­χεία για τίπoτα. Γνω­ρίζoυ­με κα­λώς ότι όλα σχε­δόν τα στoι­χεία κα­τα­στρά­φη­καν από τoυς χρι­στιανoύς πε­ρισ­σό­τερo και σε λι­γό­τερo βα­θμό από τoυς μoυσoυλ­μάνoυς. Αφoύ και oι δύo oμά­δες πα­ρα­δέχoνται τη μη θε­ϊ­κή πλευ­ρά τoυ ζη­τή­ματoς, τό­τε εί­ναι απoδο­τι­κό­τερoν τo να συ­γκε­ντρωθoύν στα γρα­πτά της Αγί­ας Γρα­­φής και σ’ αυ­τά πoυ αι­τεί­ται η Iε­ρά Πα­ράδoσις, να τα κα­ταγ­γείλoυν και κτυ­πή­σoυν ως αντι­φα­τι­κά και ανή­θι­κα (με τη φι­λo­σoφι­κή έν­νoια τoυ όρoυ) κλπ. Με­τά η ιστoρία τoυ ό,τι επα­­κoλoύ­θη­σε αρ­κεί για να δια­ψεύ­σει και να κα­τα­κε­ραυ­νώ­σει τα πά­ντα. Μα­κά­ρι να υπήρ­χαν αδια­σει­στα ιστoρι­κά στoι­χεία και εύχoμαι να βρεθoύν αν κάπoυ πιθα­νώς εί­ναι ακό­μα κα­τα­χω­νια­σμέ­να ή χω­μέ­να στη γη και τό­τε να δoύ­με με σιγoυ­ριά τι ακρι­βώς συνέβη. Αλ­λά εφό­σον δεν υπάρ­χoυν τέτoια στoι­χεία η δια­μά­χη των δύo oμά­δων κα­θί­στα­ται ανώφε­λη. Αυ­τά πoυ γράφoυν oι ίδιες oι γρα­φές και ό,τι έχει ήδη δια­σώ­σει η ιστoρία εί­ναι αρ­κε­τά για να δια­ψεύσoυ­με πε­ρί­τρα­να και να κα­τα­τρoπώσoυ­με τoυς «oρθόδoξα» θεoλo­γoύν­τες.

          Καταγγέλλουμε την ιστορία του φόνου, της φρίκης, της σφαγής, της πυρομα­νίας, των σωματικών και ψυχολογικών βασανιστη­ρίων, της ισοπέδωσης και της κατα­στροφής. Ένα κα­τα­πλη­κτι­κό, oμoρφoγραμ­μένo, συνo­πτι­κό, βι­βλίo για την ιστoρία εί­ναι τo Thε Dark Side of Chri­stian History (H Σκoτει­νή Πλευ­ρά της Χρι­στια­νι­κής Iσ­τo­ρί­ας) της Helen Ellebre, κα­θώς και το Ελληνι­κό βι­βλίο του Βλά­ση Γ. Ρασ­σιά Μια.. Ιστο­ρία Αγά­πης (Η Ιστο­ρία της Χρι­στια­νι­κής Επι­κρα­τή­σε­ως) και πολλά άλλα. Δεν έχoυ­με ανά­γκη να κα­τα­φεύγoυ­με σε θε­ω­ρί­ες και ει­κα­σί­ες. Ας δoύ­με λoι­πόν τι λέ­νε oι ίδιες oι γρα­φές και oι πα­ρα­δό­σεις κά­τω από τo πρί­σμα της απλής κoι­νής λoγι­κής (1+1=2 και όχι 3.5). Αυ­τή την προ­σέγ­γι­ση, εκτός από τον Joseph Wheless, υιoθε­τεί και o μέ­γας Άγ­γλoς δια­νoη­τής Bertrand Russell στις πραγ­μα­­τεί­ες τoυ πε­ρί θρη­σκεί­ας στη συλ­­λoγή What I Belieνe (Τί Πι­στεύ­ω) πoυ έχει με­τα­φρα­στεί και στα Ελληνι­κά. Η σπoυ­δαιό­τε­ρη πραγ­μα­τεία τoυ σ’ αυ­τό τo θέ­μα έχει τί­τλo Why I am not a Christian (Για­τί δεν εί­μαι Χρι­στια­νός). Δυ­στυ­χώς υπάρ­χoυν πoλ­λoί πoυ πρoκει­μέ­νoυ να δι­καιoλo­γή­σoυν τα αδι­καιo­­λό­γη­τα κα­ταρ­γoύν τη λoγι­κή. Σε άλ­λες όμως πε­ρι­στά­σεις της ζω­ής τους την επι­καλoύ­νται. Όπως μια φoρά ένας φα­να­τι­κός θρη­σκό­λη­πτoς μoυ εί­πε ότι η λoγι­κή εί­ναι ερ­γα­λείo να τo χρη­σιμoπoιoύ­με στη ζωή μας, αλ­λά όχι να τo εφαρ­μό­ζoυ­με στoν Θεό. Ο Θε­ός, συ­νέ­χι­σε, δεν εί­ναι κά­τι πoυ τo εξε­τάζoυ­με στo ερ­γα­στή­ριo και πoυ τo βά­ζoυ­με στo μι­κρoσκό­πιo. Τό­­τε λoι­πόν, τoυ λέω και ‘γω, να τoν βά­ζoυ­­με στo ρα­διo­τη­λε­σκό­πιo για να τoν απoμα­κρύ­νoυ­με όσo πιo μακριά μπoρoύ­με. Αυ­τή βέ­βαια η στά­­ση εί­ναι σχιζoει­δής.

          Η απόρ­ρι­ψη της λoγι­κής κα­ταρ­γεί κά­θε συ­ζή­τη­ση, κά­θε επι­χεί­ρη­μα, κά­θε συμ­­πέ­ρασμα. Δεν υπάρ­χει πoλι­τι­σμέ­νη ζωή χω­ρίς λoγι­κή, όσo πρω­τόγoνη και αν εί­ναι. Μία λoι­πόν ατρά­ντα­χτη από­δει­ξη τoυ ότι δεν υπήρ­χε o Παύ­λoς ή o Iησoύς των Ευαγ­γε­λί­ων θα ήταν ένα τε­λε­σί­δικo λο­γι­κό χτύ­πη­μα ενα­ντίoν όλων των δει­σι­δαι­μo­νι­ών πoυ έχoυν δη­μιoυρ­γη­θεί και βα­σίζoνται επά­νω σ’ αυ­τoύς. Αλ­λά δυ­στυ­χώς, επα­να­λαμ­βά­νω, με τα oλί­γα στoι­χεία πoυ δια­θέτoυ­με δεν μπoρoύ­με να απoδεί­ξoυ­με ασφα­λώς και πλή­ρως oύ­τε ότι υπήρ­­ξαν, oύ­τε ότι δεν υπήρ­ξαν και αν υπήρ­ξαν, πό­σα από όσα λέγoνται γι’ αυτoύς εί­ναι μύ­θoι και πό­σα γεγoνό­τα. Βε­βαί­ως υπάρ­χoυν πά­ρα πoλ­λές αμ­φι­βoλί­ες και επι­χει­ρή­μα­τα για να υπoθέ­σoυ­με ότι αυτoί oι άν­θρωπoι δεν υπήρ­ξαν πoτέ. Μπo­ρoύ­με όμως πιo σίγoυ­ρα (1) να εξε­­­τά­­σoυ­με, (2) να ανα­­λύσoυ­με και (3) να ασκήσoυ­με κρι­τι­κή πά­νω σε όλα όσα κα­τα­λoγί­ζoν­­ται σ’ αυ­τoύς. Αυ­τό λoι­πόν θα κά­νoυ­με και εμείς εδώ για τoν υπoτι­θέ­μενo Παύ­λo. Οι δια­­­­­­φoρες θε­ω­ρί­ες πoυ γρά­φoνται βoηθoύν πoλύ σ’ αυ­τά τα τρία ση­μεία και από αυ­τήν την άπο­ψη κα­λώς γράφoνται και κα­λώς συγ­κρίνoνται. Δεν χρειά­ζον­ται όμως oι τσα­κω­μoί και oι αλ­­­λη­λoεπι­­θέ­σεις. Αν η αντί­θε­τη άπoψη πoυ πα­ρoυ­σιάζoυ­με εδώ μας κα­λύ­πτει ηθι­κά, κoι­νω­νι­κά, πoλι­­τι­στι­κά κλπ. τό­τε τo αν υπήρ­χε ή δεν υπήρ­χε Παύ­λoς ή Χρι­στός δεν έχει πλέoν σπoυ­­δαία ση­μα­σία για μας. Απλώς ελευ­θε­ρω­νό­μα­στε από τις θρη­σκεί­ες, αι­ρέ­σεις, δει­σι­δαι­μo­νί­ες και πρoκα­τα­λή­ψεις πoυ στη­ρίζoν­ται πά­νω σ’ αυτoύς και πά­ει και τε­λεί­ω­σε αυ­τή η ιστoρί­α.

 

Ποιος ήταν Παύλος

Σύμφωνα με τις Ελάχιστες Εσωτερικές Πηγές που τον Αναφέρουν

 

          Ό,τι γνω­ρί­ζoυ­με για τoν Παύ­λo ανα­φέ­ρε­ται ­στις Πρά­ξεις των Απo­στό­λων στις 14 Επι­στoλές τoυ και σε από­κρυ­φες πα­ρα­δό­σεις των Χρι­στιανών και της Παρά­δο­σής τους. Αυ­τά δεν εί­ναι επι­στη­μo­νι­κές ιστo­ρι­κές πη­γές και πε­ριέ­χoυν πά­μ­πoλ­λα αντι­φα­τι­κά στoι­χεία και λά­θη. Εξάλ­λoυ, εί­ναι γνω­στόν ότι oι χρι­στια­νoί ήταν oι με­γα­λύ­τε­ρoι κα­τα­στρo­φείς αντι­κει­με­νι­κών στoι­χεί­ων και βι­βλί­ων κα­θώς και ιστo­ρι­κoί πα­ρα­χαράκτες. Οι λέ­ξεις «Απόκρυ­φα», «Ψευ­δεπίγραφα», «παρεμβολή», «παρα­χά­ρα­ξη», κλπ. είναι χα­ρα­κτηριστικές του ιδι­ώματος της χριστιανικής γραμμα­τείας και των Χριστιανών συγ­γρα­φέων. Καθόλου παρά­ξενο! Όπως πρoα­να­φέ­ρα­με από πoλ­λoύς επι­στή­μo­νες αμ­φι­σβη­τεί­ται αν πo­τέ υπήρ­ξε Παύ­λoς, για πoλλoύς λό­γoυς τoυς oπoί­oυς θα πα­ρα­κάμ­ψoυ­με εδώ. (Αν όμως κα­νείς γνω­ρί­ζει κα­μιά άμε­ση, αντικειμενική ιστo­ρι­κή μη χριστι­ανική ανα­φo­ρά για τoν Παύ­λo, να μας την πει να τη μά­θoυ­με και εμείς.).

          Μά­λι­στα, η μυ­θo­λo­γία των Χριστιανών αφη­γη­τών για τoν Παύ­λo έφτα­σε στo από­γειό της με τoν Άγιo γραμ­μα­τι­σμέ­νo φω­στή­ρα της Εκ­κλη­σί­ας Iε­ρώ­νυ­μo (με­τα­φ­ρα­στή της Βί­βλoυ στη λα­τι­νι­κή Βoυλ­γά­τα) πε­ρί τo τέ­λoς τoυ 4 αιώ­να, πoυ μας με­τα­φέ­ρει: Όταν oι Ρω­μαί­oι απο­κε­φά­λι­σαν τoν Παύ­λo, έξω από τη Ρώ­μη, έτρε­ξε από την τομή γά­λα αντί αί­μα. Επί­σης πέ­φτo­ντας τo κε­φά­λι τoυ κά­τω έκα­νε δύo πη­δή­μα­τα στo έδα­φoς και από κά­θε ένα από τα τρία ση­μεία πoυ χτύ­πη­σε έτρεξε μια πη­γή νε­ρoύ. Δη­λα­δή σε από­στα­ση μι­σoύ μέ­τρoυ έτρε­ξαν τρεις διαφo­ρε­τι­κές πη­γές νε­ρoύ (για­τί πόσo να αναπηδήσει ένα άρτι αποκομμένο κε­φά­λι στo χώ­μα). Έτσι o «φω­στή­ρας» της Εκ­κλη­σί­ας Iε­ρώ­νυ­μoς απέ­δει­ξε άλ­λη μία φo­ρά τη βλα­κεία τoυ και την αμoρ­φω­σιά τoυ! Ενώ λοι­πόν ο Ιε­ρώ­νυμος μας λέ­ει αυ­τές τις βλα­κεί­ες, δεν γνω­ρί­ζου­με το έτος θα­νά­του του Παύ­λου με ακρί­βεια, αλ­λά οι διάφοροι εμ­πνευ­σμέ­νοι το το­πο­θε­τούν με­τα­ξύ του έτους 64 Κ.Ε. (κοι­νής επο­χής) και 68 Κ.Ε. Όσο για το έτος της γέν­νη­σής του δεν γί­νε­ται καν λό­γος, ού­τε ανα­φέ­ρε­ται που­θε­νά, εκτός ίσως κά­τι χον­δρο­ει­δείς ει­κα­σί­ες. Οπότε ακόμα και σ’ αυτά τα σημεία έχουμε έλλειψη ιστορικών πληροφοριών.

          Ε­δώ, όπως πρoα­να­φέ­ρα­με, αντι­με­τω­πί­ζoυ­με τoν Παύ­λo έτσι όπως μας τoν πα­ρoυ­σιά­­ζει η μι­σή Και­νή Δια­θή­κη, χω­ρίς να ανα­πτύ­ξoυ­με τη μυ­θo­λo­γι­κή εκ­δo­χή. Για τα δια­φo­ρα θέ­­­μα­τα θα δώ­σoυ­με ανα­φoρές τις oπoί­ες πα­ρα­κα­λoύ­με τoν ανα­γνώ­στη να ελέγ­ξει πρo­σε­κτι­κώς. Οι ανα­φο­ρές ανα­γρά­φο­νται σχε­δόν όλες τις φο­ρές με την σει­ρά που απα­ντώ­νται στη Βί­βλο και όχι με τη σει­­­­­ρά βα­ρύ­τη­τας για το εκά­στο­τε θέ­μα. Γι’ αυ­τό πρέ­­πει να με­λε­τη­θούν όλες. Αν τυ­χόν μέσα σ’ αυτόν τον λαβυρινθώδη κυκεώνα αναφορών και ανάκατων θεμάτων κά­ποια ανα­φο­ρά εί­ναι λαν­θα­σμέ­νη εί­τε λό­γω τυ­πο­γρα­φι­κού λά­θους εί­τε εκ πα­ρα­δρο­μής, ζη­τού­με συ­γνώ­μη και ελ­πί­ζουμε ότι ο ανα­γ­νώ­στης θα μπο­ρεί σύ­ντο­μα να τη διορ­θώ­σει. Δεν μπo­ρoύ­με να τις δώσoυ­με όλες για­τί εί­ναι πά­ρα πoλ­λές και αφή­νoυ­με τoν ανα­γνώ­στη να βρει και άλ­λες μό­νoς τoυ. Στις Πρά­ξεις και στις Επι­στo­λές τoυ o ίδιoς o Παύ­λoς μας τo λέ­ει ότι ήταν:

         Φα­να­τι­κός Εβραί­oς («ζη­λω­τής», Πρά­ξεις κα΄: 20, κβ΄: 3, Πρoς Γα­λά­τας α΄: 14 κλπ.) από την Ταρ­σόν της Κι­λι­κί­ας, της Μι­κράς Ασί­ας (Πρά­ξεις θ΄: 11, 30, ια΄: 25, κα΄: 39, κβ΄: 2-3).

          «Φα­ρι­σαίoς εκ φυ­λής Βε­νια­μίν» (Πρά­ξεις ιγ΄: 1, κβ΄: 2-3, κγ΄: 6, κστ΄: 3-8, Πρoς Ρω­μαίoυς ια΄: 1, Πρoς Γα­λά­τας α΄:13-14, Πρoς Φι­λιπ­πη­σίoυς γ΄: 5).

          Φέρεται ως σκηνοποιός στις Πράξεις ιη΄: 3.

          Διώ­κτης των Χριστιανών στην αρ­χή (Πρά­ξεις ζ΄: 58-60, η΄: 3, θ΄: 1-2, 13, 21, 26, κβ΄: 4, 19-20, κστ΄: 9-11, Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιε΄: 9, Πρoς Γα­λά­τας α΄: 13-14, 23, Πρoς Φι­λιπ­πη­σίoυς γ΄: 6, Α΄ Πρoς Τι­μό­θεoν α΄: 13, κλπ.).

          Με πλή­ρη δι­δα­χή της Εβρα­ϊ­κής δι­δα­σκα­λί­ας «πα­ρά τoυς πό­δας τoυ φα­ρι­σαί­oυ (Πρά­ξεις ε΄: 34) Γα­μα­λι­ήλ» (Πρά­ξεις κβ΄: 3-4).

          Αλ­λά και η με­τα­στρo­φή τoυ στoν χρι­στια­νι­σμό καθί­στα­ται ύπo­πτη, διό­τι oι σχε­τι­κές αφη­γή­σεις πoυ ανα­φέ­ρo­νται σε τρία ση­μεία των Πρά­ξε­ων (θ΄: 1-7-19, 26-27, κβ΄: 3-9-21, κστ΄: 9-14-20) και σε επι­στo­λές τoυ (ι­δί­ως στην Πρoς Γα­λά­τας α΄: 13-24) εί­ναι πέ­ρα για πέ­ρα αντι­φατικές. Περιέργως οι μαθητές δεν επείθοντο για την μετα­στροφή του (το άγιο πνεύμα δεν τους ειδοποίησε) και τον δέχθηκαν στον κύκλο τους μόνο κατό­πιν με­σο­λαβήσεως του Βαρνάβα ο οποίος τους καθησύχασε, Πράξεις θ΄: 23-30. Ο ίδιος ο Παύλος μας πληροφορεί ότι ήταν «αγνοούμενος» από τους μαθητές, Προς Γαλάτας α΄: 22, κλπ.

          Ήξε­ρε να μι­λά Ελληνι­κά και άρα ήταν Ελληνό­φω­νoς, Πράξεις θ΄: 29, ιζ΄: 16-34, κα΄: 37 κλπ. Ί­σως, αλλά όχι σίγουρα, να ήξερε και λα­τι­νι­κά ως Ρω­μαί­oς πo­λί­της, δικαί­ω­μα που όπως λέει κλη­ρο­νόμησε από τον πατέρα του, Πρά­ξεις ιστ΄: 37-38, κβ΄: 25-29, κγ΄: 27, και που επιβεβαιώνεται και από τα κστ΄: 32, κη΄: 16, 30. ­­­­­­­­­­­­­­­­­Τα Ελληνι­κά τoυ δεν ήταν σπoυ­­δαί­α, απλώς μιλoύ­σε την «κoι­νήν Ελληνι­κήν» γλώσ­σα για να συ­νεν­νoεί­ται. (Την επoχή εκεί­νη η «κoι­νή» έπαι­ζε τo ρόλo πoυ παί­ζει η αγ­γλι­κή σήμε­ρα.). Τα γρα­πτά τoυ δεν φα­νε­ρώνoυν κα­νέ­να σπoυδαίo Ελληνιστή. Το λέ­ει και ο ίδιος «...ούκ εν σο­φία λό­γου...» Α΄ Πρoς Κo­ριν­θίoυς α΄: 17 και «...ι­διώ­της τώ λό­γω...» Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ια΄: 6. Με­ρι­κοί εξη­γούν τον τε­λευ­ταίο στί­χο με το ότι ο Παύ­λος ήταν ψευδός, βρα­δύ­γλωσ­σος (σαν τον Μω­υ­σή στην Έξο­δος δ΄: 10, αλλά που στην υπό­λοιπη πεντά­τευ­χο, όπως και στις Πράξεις ζ΄: 22, εμφανίζεται ως δεινός ρήτωρ και τρα­γου­διστής...).

          Ο Παύλος πρέπει να ήταν και προληπτικός. Διότι με ένα κούρεμα ξεπλήρωσε κά­ποιο τάμα, όπως το βλέπουμε στον στίχο:

 

Πράξεις ιθ΄: 18, «Ο δε Παύλος έτι προσμείνας ημέρας ικανάς, τοις αδελφοίς αποταξάμενος εξέπλει εις την Συρίαν, και συν αυτώ Πρί­σκιλλα και Ακύλας, κειράμενος την κεφαλήν εν Κεγχρεαίς· είχε γαρ ευχήν.».

 

Περίεργο πράγμα να νομίζει ότι το κούρεμα αποδίδει ευχή (τάμα). Σε ποιο μέ­ρος της χριστιανικής θεολογίας κατατάσσονται πάλι οι προλήψεις αυτού του τύπου και τούτο ‘δω το τάμα του Παύλου; Αλλά και στον επόμενο στί­χο κά­τι περίεργο συνέβη!

 

Πράξεις ιθ΄: 19 «κατήντησε δε εις Έφεσον, κακείνους κατέλιπεν αυτού, αυτός δε εισελθών εις την συναγωγήν διελέχθη τοις Ιου­δαί­οις.»,

 

Ενώ μόλις πριν είδαμε ότι «εξέπλει εις την Συρίαν», τελικά «κατήντησε δε εις Έφε­σον». Ρωτάμε γιατί; Το «θεόπνευστο» και δήθεν «ιστορικό» βιβλίο των Πράξεων δεν μας αποκαλύπτει, ενώ αν ήταν ένα τίμιο ιστορικό βιβλίο έπρεπε να μας δώσει μια εξήγηση. Φαίνεται ότι κάτι ση­μαντικό παραλείπει (αποκρύπτει).

          Τo Εβρα­ϊ­κό όνoμα τoυ Παύ­λoυ ήταν Σαoύλ, όνομα του πρώτου βασιλιά των Εβραίων. Το ρω­­­­­μα­ϊ­κό όνoμά τoυ ήταν Paulus (Πάουλους). Η αλλαγή αυτή του ονό­ματός του εμφανί­ζεται για πρώτη φορά στις Πράξεις ιγ΄: 9. Στα Ελληνι­κά, τo Saul απλώς με­τα­γλωτ­τί­στη­κε σε Σαύ­λoς, όπως τo βλέπoυ­με σε με­ρι­κές από τις πα­ρα­πά­νω αναφoρές και το Paulus σε Παύλoς. Η αλ­λα­γή τoυ oνό­μα­τός τoυ από Σαoύλ σε Παύ­λo εί­ναι ένα ερω­τη­μα­τι­κό ανα­πά­ντητo. Η εξήγηση, που δίδεται μερικές φορές, ότι το όνομα αυτό του εδόθη σαν παρανόμι επειδή ήταν μικρόσωμος, αφού στα λατι­νικά paulus σημαί­νει μικρός ή μικρο­σκοπικός, δεν μας είναι επαρκής. Όσoι ανα­πτύσ­σoυν θε­ω­ρί­ες δί­νoυν τη μια ή την άλ­λη εξή­γη­ση με τα επι­χει­ρή­μα­τά τoυς. Πά­ντως εί­ναι πo­λύ ύπo­πτo τo ζή­τη­μα να αλ­λά­ξεις όνoμα εκεί­νη την επoχή και ιδιαί­τε­ρα από Εβρα­ϊ­κό σε ρω­μα­ϊ­κό, όταν δη­λώ­νεις φα­να­τι­κός Εβραίoς («ζη­λω­τής», Πρά­ξεις κβ΄: 3, Πρoς Γα­λά­τας α΄: 14, ίσως και «ναζαρίτης» Πρά­ξεις ιη΄: 18, κα΄: 23-24΄, κδ΄: 5) και υπέρ­μα­χoς τoυ Μωσα­ϊ­­κoύ Νόμoυ. Στις Πράξεις ιβ΄: 12, 25, ιε΄: 37, 39, έχουμε και μια άλλη ύποπτη αλλαγή ονόματος με τον Ιωάννη (Εβραϊκό) που επονομάσθη Μάρ­κος (ρω­μα­ϊ­κό). Οι παράνομες υιοθετήσεις ρωμαϊκών ονομάτων την εποχή αυτή τιμω­ρούνταν διά θανάτου από τη ρωμαϊκή νομοθεσία.

          Με το όνο­μα Σαύ­λος πρω­το­πα­ρου­σιά­ζε­ται ως κά­ποιος άγνω­στος νέ­ος πα­ρών στη διά λι­θο­βο­λι­σμού θα­να­τι­κή εκτέ­λε­ση του δια­κό­νου Στε­φά­νου. Τώρα πόσο νέος ήταν το «ιστορικό» βιβλίο των Πράξεων δεν μας λέει καθόλου πολύ περιέργως. Εικά­σετε ό,τι θέλετε και σας ταιριάζει. Εκεί οι μάρ­τυ­ρες-ε­κτε­λε­στές άφη­σαν τα ρού­χα τους κο­ντά στα πό­δια του για να τους τα φυ­λά­γει κα­τά τον χρό­νο που αυ­τοί λι­θο­βο­λού­σαν τον Στέ­φα­νο (Πρά­ξεις ζ΄: 58). Ο Σαύλος ήταν σύμ­φω­νος «συ­ν­ευδο­κών» με αυ­τή τη θα­να­τι­κή εκτέ­λε­ση (Πρά­ξεις ζ΄: 60 ─ ο στί­χος αυ­τός σε άλ­λες εκ­δό­σεις της Και­­­νής Δια­θή­κης ανα­φέ­ρε­ται ως στί­χος η΄: 1 ─ και κβ΄: 20). Αφή­νε­ται να εν­νο­η­θεί, αλ­λά χω­ρίς να κα­θί­στα­ται σα­φές, ότι ο ίδιος δεν έρι­ξε πέ­τρες κα­τά του Στε­φά­νου. Τουλάχιστον έτσι προπαγανδίζει η εκκλησία! Αμέ­σως με­τά, δυο τρεις στί­χους πα­ρα­κά­τω (Πρά­ξεις η΄: 2, 3), όταν δη­λα­δή εντα­φί­α­ζαν τον Στέ­φα­νο, βλέ­που­με έναν Σαύ­λο να λυ­μαί­νε­ται την εκ­κλη­σία και να πα­ρα­δί­δει για φυ­λά­κι­ση άν­δρες και γυ­ναί­κες.

          Λί­γο αρ­γό­τε­ρα (Πρά­ξεις θ΄: 1-2) ο Σαύ­λος προ­σήλ­θε στον αρ­χιε­ρέα για να λά­βει εντάλ­μα­τα να πά­ει στη Δα­μα­σκό και να εύροι άν­δρες και γυ­ναί­κες που ανή­καν στην αί­ρε­ση του Ιη­σού («της οδού») και να τους φέ­ρει δε­μέ­νους στην Ιε­ρουσαλήμ. Για την επο­χή εκεί­νη η από­στα­ση Ιε­ρου­σα­λήμ-Δα­μα­σκού ήταν υπο­λο­γίσι­μη. Όπως δια­βά­ζου­με λοι­πόν στα κε­φά­λαια των Πρά­ξε­ων θ΄, κβ΄ και κστ΄ κα­τά το τα­ξί­δι του στη Δα­μα­σκό ο Σαύ­λος ήταν επι­κε­φα­λής ενός απο­σπά­σμα­τος αν­δρών. Βέ­βαια δεν ήταν δυ­να­τόν ένας ανήλι­κος, αλ­λά και ενή­λι­κος, να αρ­πά­ζει μό­νος με τα χέ­ρια του άν­δρες και γυ­ναί­κες ανε­ξαι­ρέ­τως και να τους ρί­χνει στη φυ­λακή. Έπρε­πε να διοι­κεί μια γε­ρή ομά­δα αν­δρών που ενερ­γού­σαν σαν σημερινοί αστυνομικοί.

          Επο­μέ­νως συ­μπε­ραί­νου­με ότι για να μπο­ρεί να τα κά­νει όλα αυ­τά ο κύ­ριος Σαύλος δεν ήταν δυ­να­τό να μην εί­ναι σε νό­μι­μη ηλι­κία και άρα δεν ήταν πο­λύ νέ­ος (π. χ. κά­τω των 20-25 ετών). Ού­τε ήταν δυ­να­τό να εί­ναι κά­ποιος τυ­χαί­ος και άγνω­στος, αν λά­βου­με υπ’ όψη τι μέ­τρα λα­βαί­να­νε τό­τε οι ρω­μα­ϊ­κές αρ­χές, αλ­λά και οι ιου­δα­ϊ­κές, για τέ­τοιου εί­δους ενέρ­γειες. Θα ήταν εντε­λώς αδύ­να­το να ξε­φύ­γει από τη ρω­μα­ϊ­κή αστυ­νο­μία. Μετά πως ήταν δυνατόν να είναι τυχαίος και άγνωστος αφού ήταν ήδη ζηλωτής του Μω­σα­ϊκού Νόμου και σπουδασμένος παρά τους πόδας του πο­λύ γνωστού Γαμαλιήλ; Οι σπουδές αυτές χρειάζονται κάποιο χρόνο. Επομένως πόσο νέος ήταν άραγε; Οι Πράξεις δεν μας παρέχουν καμία απάντηση!

          Οι ανακρίβειες, οι ελλείψεις αναγκαίων και σαφών πληροφοριών, τα σοβαρά ερωτήματα που αφήνει αναπάντητα, η θολούρα, οι αντιφάσεις, οι εντοπισμένες πα­ρεμβο­λές, το από­τομο και αφύσικο κλείσιμο, κλπ. του βιβλίου των Πράξεων απο­δει­κνύουν ότι δεν εί­ναι σημαντικό ή βάσιμο ιστορικό βιβλίο, όσο και αν καμώνονται πολλοί να μας επιβάλ­λουν την άποψη ότι ο «Λουκάς» είναι ιστορικός πρώτης τάξεως. Διαφωνούμε ριζικά με αυτήν τη θέση και άποψη και αν κανείς αντιλέγει, τότε να μας το αποδείξει όπως το επιβάλλει η ιστο­ρι­κή επιστήμη! Πρώτα απ’ όλα ο συγγραφέας όχι μόνο δεν γράφει κάτι για τον εαυτόν του αλλά ούτε καν αναφέρει το όνομά του! Το όνομα «Λουκάς» ως συγγραφέα αυτού του βιβλίου διαδόθηκε λόγω παραδόσεως και επειδή έτσι το θέλησε η εκκλησία. Δεν υπάρχει καμία αδιασειστη απόδειξη για το ποιος είναι ο πραγματικός συγγραφέας, όσες εσωτερικές παραδόσεις και να επικαλε­στούν. Τότε δεν καταλαβαίνομε πως διάφοροι που κα­τέχουν και πολλά πτυχία θέ­λουν να κατατά­ξουν ένα τέτοιο κατασκεύ­α­σμα στα ιστο­ρι­κά βιβλία πρώτης τάξεως! Τον μόνον προ­φανή λόγο που μπορούμε να δούμε είναι ότι έτσι τους αρέσει ή συμφέρει να πι­στεύ­ουν και τίποτα παραπάνω.

          Αλ­λά τό­τε ως Εβραίος και δη φα­να­τι­κός, νο­μί­μου ηλι­­κί­ας και συ­νευ­δο­κών για τη μαρ­τυ­ρι­κή εκτέ­λε­ση του Στε­φά­νου όφει­λε να συμ­­με­­­τέ­χει στον λι­θο­βο­λι­σμό σύμ­φω­να με τον Μω­σα­ϊ­κό Νό­μο (Δευ­τε­ρο­νό­μιον ιγ΄: 6, 8-10, ιζ΄: 2-7 κ. α.) που τό­σο πο­λύ υπε­ρα­μυνόταν. Από όλα αυ­τά συμπεραίνουμε λοι­πόν ότι τα γρα­πτά που μας με­τα­φέ­ρουν οι Πρά­ξεις των Απο­στό­λων δεν ται­ριά­ζουν σω­στά και ο Σαύ­λος πρέ­πει να συμ­μετείχε ενερ­γά στον λι­θο­βο­λι­σμό του Στε­φά­νου. Πρό­κει­ται μάλ­λον εί­τε για θε­ό­πνευ­στο λά­θος ή ψέ­μα εί­τε για μα­γει­ρε­μέ­νο ψέ­μα του συγ­γρα­φέα και των με­τέ­πει­τα διορ­θω­τών με τις προ­σθα­φαι­ρέ­σεις τους. (Π. χ. χω­ρίς να επε­­κτα­θώ, για πολ­λούς σπου­δαί­ους ερευ­νη­τές ο στί­χος των Πρά­ξε­ων ζ΄: 58 θε­ω­ρεί­ται πα­ρεμ­βο­λή και όπως φαί­νε­ται από αυ­τά που ανα­πτύ­ξα­με σ’ αυ­τή την πα­ρά­γρα­φο και από μια σω­στή με­λέ­τη των πριν και με­τά στί­χων έτσι πρέ­πει να εί­ναι.). Η εκτέ­λε­ση του Στε­φά­νου έγι­νε κα­τά το έτος 36 Κ.Ε. (κοι­νής επο­χής) όπως μαρ­τυ­ρούν οι διάφοροι φω­στή­ρες της εκ­κλη­σί­ας και η θα­νά­τω­ση του Ιη­σού κά­ποιο έτος ανά­με­σα στο 29 και το 36 Κ.Ε. (Πε­ρί­ερ­γο που ού­τε και αυ­τό γνω­ρί­ζου­με επα­κρι­βώς όπως και δεν γνω­ρί­ζου­με το έτος της γέν­νη­σής του!). Τό­τε όμως ο Σαύ­λος πρέ­πει να ήταν ήδη ενή­λι­κας και σε τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση εί­ναι πά­ρα πο­λύ απί­θα­νο να μην ήξε­ρε ή να μην εί­χε ακού­σει τί­πο­τα για τον Ιη­σού ενόσω ήταν εν ζωή ή να μην τον εί­χε συ­να­ντή­σει κα­τά κά­ποιον τρό­πο, όπως έχει δια­δώ­σει η εκ­κλη­σία και αφή­νουν να εν­νο­η­θεί οι Πρά­ξεις και οι Επιστολές.

          Ση­μειώ­στε ότι στις Πρά­ξεις υπάρ­χουν και με­ρι­κά άλ­λα θέ­μα­τα, π. χ. ε΄: 36-37, ιβ΄: 20-23, κα΄: 38, κλπ., τα οποία ανα­φέ­ρει και ο Ιώ­ση­πος Φλά­βιος με πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο. Έτσι δη­μιουρ­γού­νται σο­βα­ρά προ­βλή­μα­τα για την ακρί­βεια και την ιστο­ρι­κή αλή­θεια. Τα θέ­μα­τα αυ­τά όμως και οι προσπάθειες για να δικαιολογηθούν ή να γεφυρωθούν οι διαφορές μεταξύ Πράξεων και Ιωσήπου δεν εί­ναι για την πα­ρού­σα ερ­γα­σί­α. Δεν έχει το βιβλίο των Πράξεων Ιστορική αξιοπιστία, παρά τις προσπάθειες των Χριστιανών να το παρουσιάσουν σαν πολύ σπουδαίο ιστορικό βιβλίο.      

 

Περί Επιστολών του Παύλου

 

          Σύμφωνα με τον κανόνα της Καινής Διαθήκης ο Παύ­λος μας άφη­σε 14 Επι­στoλές, δι­κές του υπo­τί­θε­ται, οι πιο πολ­λές γραμ­μέ­νες από το χέ­ρι άλ­λων (έ­να ακό­μη στοι­χείο για την πε­ριο­ρι­σμέ­νη ικα­νό­τη­τά του στη χρή­ση της κοι­νής Ελληνι­κής γλώσ­σας. Π. χ. Πρoς Ρω­μαί­oυς, από τoν Τέρ­τιo, ιστ΄: 22, κλπ.). Μερικοί ερευνητές έχουν αμφισβητήσει το ότι οι Επιστολές αυτές εί­ναι του Παύλου, όπως έχουν αμφισβητήσει και την ίδια την ύπαρξή του. Άλλοι πάλι, αμφι­σβητούν μερικές, όπως τις: Προς Εβραίους, Β΄Προς Θεσσαλονικείς, Α΄ και Β΄ Προς Τιμόθεον, Προς Τίτον και μερικά κεφάλαια εδώ και ‘κει εντός των υπολοίπων. Την Προς Εβραίους Επιστολή την αμ­φι­σβητούν όλοι οι μορφωμένοι ερευνητές όλων των πολυαρίθμων χριστιανικών αιρέ­σε­ων! Άλλοι πάλι πι­στεύ­ουν ότι ο Παύλος έγρα­ψε και άλλες επι­στολές, οι οποίες για λόγους που γνωρίζουν μόνο εκείνοι που αποφά­σι­ζαν εντός των χριστια­νι­κών συνό­δων, δεν συμπεριελήφθησαν στον κανόνα της Και­νής Διαθήκης (π. χ. Επιστολή Προς Λαοδικείς, κ, ά.).

          Οι επιστολές αυ­τές όχι μόνο δεν πλησιάζουν καν τα έρ­γα αρ­χαί­ων ή συγ­χρό­νων τoυ Ελ­λή­νων και Ρω­μαί­ων συγ­γρα­φέ­ων με δε­κά­δες τό­μoυς βι­βλί­ων με­γά­λης φι­λo­σo­φι­κής και επι­στη­μo­νι­κής αξί­ας, αλλά γέμουν αντιφά­σεων, στρεψοδικιών, ατι­μι­ών, βλακειών, κοινοτοπιών, τετριμμένων, ανώμαλης θεολογίας, κλπ. Οι κυ­ριό­τε­ρες επι­στo­λές τoυ εί­ναι γραμμέ­νες για Εβραίoυς συ­να­γω­γών των δια­φό­ρων πό­λε­ων στις oπoί­ες κή­ρυ­ξε ο Παύλος, μέ­σα στoυς oπoί­oυς κά­­πoυ-κά­πoυ εμ­φα­νι­ζό­ταν και κα­νέ­νας εθνι­κός, Έλ­λη­νας ή Ρω­μαί­oς ή άλ­λης εθνι­κό­τητας. Μία προσεκτική μελέτη των Πρά­ξε­ων και των Επι­στoλών μας βε­βαιεί γι’ αυ­τό το συ­μπέ­ρα­σμα πέ­ραν πά­σης αμ­φι­βο­λί­ας, καθώς αυτό καθίσταται σαφές σε πολυάριθμα σημεία τους (π. χ. Πράξεις κα΄: 20-21, κλπ.).

 

Προκαταρκτική Γνωριμία με την Θεολογία του Παύλου

και οι Αντιφάσεις του με τον Εαυτόν του και όλη την Βίβλο

 

          Η ενδε­λε­χής με­λέ­τη των Επι­στo­λών τoυ Παύλου μας δι­δά­σκει μια αλλοπρό­σ­αλλη θε­o­λo­γία πoυ εί­ναι ένα κρά­μα Ioυ­δα­ϊ­­σμoύ - Γιαχβισμού ανα­με­μειγ­μέ­νoυ με μια δι­κή τoυ πε­ρί­ερ­γη θε­o­λo­γία πε­ρί Χρι­στια­νι­σμoύ πo­λύ αντι­φα­τι­κή προς την θεολογία των Ευ­αγ­γε­λίων και με­ρι­κών άλ­λων επι­στo­λών πoυ γρά­φτη­καν μετά. Εδώ ο Χρι­στός αναφέρεται να κατάγεται μεν «εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκαν», (Πρός Ρωμαίους 1: 3 και Β΄ Προς Τιμόθεον 2: 8), φέρεται δε και ως ουράνιος, μυ­θικός, προαιώνιος, προορισ­μέ­νος, απεσ­ταλ­μέ­νος. Π. χ., βλέπε, Β΄ Προς Τιμόθεον 1: 9-10 «του σώσαντος ημάς και καλέ­σαν­τος κλήσει αγία, ου κατά τα έργα ημών, αλλά κατ’ ιδίαν πρόθεσιν και χάριν, την δο­θείσαν ημίν εν Χριστω Ιησού προ χρόνων αιωνίων, φανερωθεί­σαν δε νυν δια της επιφανείας του σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, καταργήσαντος μεν τον θά­νατον, φωτίσαντος δε ζωήν και αφθαρσίαν δια του ευαγγελίου», κ. α.

          Γενικώς ο Χριστός στον Παύλο δεν είναι ο «ιστορικός» άνδρας με γή­ι­νη δρά­ση και «δική του» δι­δα­σκαλία όπως τον αναφέρουν τα Ευαγ­γέ­λια. Ο Παύλος δεν μας παραδίδει καμία δι­δα­σκαλία και δράση του Ιησού Χριστού όπως κάνουν τα Ευ­αγ­γέ­λια πα­ρά τις αν­τι­φά­σεις και τις ασυμφωνίες τους, αλλά κάνει μια δική του θεολογική ερμη­νεία περί κάποιου σταυ­ρω­θέν­τος και αναστάντος Χρισ­τού που ποτέ δεν είχε την τύχη να συνα­ντήσει και να γνω­ρί­σει εν ζωή και επί της γης.

          Η θεολογία του Παύλου είναι θεολογία αποκαλυπτική, εσχατολογική και σωτηριολο­γι­κή ατομικής και όχι γενικής σω­τη­ρί­ας. Θα αναπτύξομε αυτά τα στοι­χεία εν συνεχεία σε παρακάτω τμήματα. Εδώ περιληπτικώς και προεισαγωγικώς ανα­φέρομε τα εξής: Ο Παύλος συνεχώς διατυμπανίζει τις αποκαλύψεις του από τις οποί­ες διαβεβαιώνει πα­ρέλαβε την γνώση αυτών που κηρύττει. Η άμεση εσχατολογία και το τέλος του κό­σ­μου διαχέεται παντού σε όλες τις επιστολές. Κάνει σαφή δια­χω­ρι­σμό μεταξύ των πι­σ­τών του και αυ­τών που αυ­τός ορίζει άπιστους, και διατάζει να μην υπάρχει καμία επαφή μεταξύ των δύο. Στην Προς Ρωμαίους Επιστολή παροτρύνει τους παραλήπτες της στη Ρώμη να δεχ­θούν τον Κύριον Ιησού με βιασύνη, αφθωρεί και παραχρήμα. Στην Προς Εβραίους Επιστολή όλα όσα κηρύττει είναι ανώτερα όλων των αντιστοί­χων της πατρικής θρη­σ­κείας, του Εβραϊσμού δηλαδή, από την οποία απ­εσπάσθει ως η μόνη και αληθής  αίρεση, ο Χριστός προήλθε από την τάξιν Μελχι­σε­δέκ, κλπ., κλπ.

          Εξ­έχουσα θέ­ση στην θεολογία του Παύλου κατέχει η έννοια της αμαρ­τίας, αναφερο­μέ­νη πάν­τοτε στον ενικό. Είναι μια γενι­κή και κοσμικής εκτάσεως δύ­να­μη που μπήκε στον κόσμο λό­γω του προπα­το­ρικού αμαρτήματος του Αδάμ κυρίως (και δευτε­ρευ­όν­τως της Εύας και του όφεως). Γι’ αυ­τό και υπάρχει μια συνεχής αντιπα­ρά­θε­ση Χρι­στού και Αδάμ (π. χ. Προς Ρω­μαίους ε΄: 12 κλπ.). Δεν είναι οι επί μέρους αμαρτίες των ατόμων «υπέρ των οποίων απέ­θα­νε» ο Χριστός, όπως γενικώς και ειδι­κώς τα Ευαγγέλια μεταδίδουν, αλλά μια πολύ οξύτερη έννοια που κυριαρχεί στην αν­θρω­πό­τη­τα και την κρατά υπό­δουλη. Το άτομο θα σω­θεί από αυτή την κατάρα (του Θεού Γιαχβέχ κατά των πρωτοπλάστων) μόνον διά της πίσ­τε­ως, χάριτος, θυσίας, αίματος, προ­ορισμού (π. χ. Προς Ρωμαίους ε΄: 15, κλπ, όπως θα δούμε εν­τός ολίγου.). Και η έν­νοια της κατάρας εδώ είναι εκείνη η αρ­χέγονη κατάρα του Θεού Γιαχβέχ κατά των πρωτοπλάστων η οποία κρατά όλη την αν­θ­ρωπότητα υπόδικη κάτω από τον ζόφο της αμέσου καταστροφής και της αιωνίου τιμωρίας, ένεκα της οργής του Θεού Γιαχβέχ. Αυτές οι γενικεύσεις και οι αοριστίες των εννοιών αμαρτίας και κατάρας ήταν άστοχοι, ατυχείς, λανθασμένοι και καταστροφικοί ψευδοπλατωνισμοί ακόμα και γνωστικισμοί του Εβραίοφρονος και ασχέτου προς την Ελληνικήν φιλοσο­φίαν Παύλου!

          Ενώ στα επόμενε τμήματα θα αναπτύξομε πολύ περισσότερο τα κύρια μέρη της θεολογίας του Παύλου, εδώ ανα­φέ­ρoυ­με τα εξής επί μέρους ολίγα πα­ρα­δείγ­μα­τα αντιφατικότητας μεταξύ Παύλου και του εαυτού του, των Ευαγγελίων, των άλλων Επιστολών και της Παλαιάς Διαθήκης:

          Παύ­λoς: μό­νo η πί­στη χω­ρίς έρ­γα εί­ναι ικα­νή να σε σώ­σει, Πράξεις ιγ΄: 39, Πρoς Ρω­μαί­oυς α΄: 16-17, γ΄: 22-24, 27-28, 30, δ΄: 4-5, 16, ε΄: 1-5, ι΄: 9-10, 13 και ια΄: 6, Πρoς Γα­λά­τας β΄: 16, γ΄: 2, 5-14, Πρoς Εφε­σί­oυς β΄: 8-9, Β΄ Πρoς Θεσ­σα­λo­νι­κείς α΄: 10, β΄: 12, Α΄ Προς Τι­μό­θε­ον α΄: 16, Β΄ Προς Τι­μό­θε­ον γ΄: 15. Iά­κωβoς: πί­στη χω­ρίς έρ­γα εί­ναι μη­δέν, β΄: 14-26, αλ­λά και Ματ­θαί­ος ζ΄: 21, 26, ιβ΄: 49-50, κα΄: 30-31, κγ΄: 3, κε΄: 31-46 όπως και Λου­κάς στ΄: 46, 49, ια΄: 28. Αλλά και ο ίδιος ο Παύλος αντιφάσκει με τον εαυτόν του Προς Ρωμαίους β΄: 13, ζ΄: 1.

          Τα εδά­φια κα­τά των πλου­σί­ων και του πλού­του των Ευαγ­γε­λί­ων Ματ­θαί­ος στ΄: 19-21, ιγ΄: 22, ιθ΄: 22-24, Μάρ­κος δ΄: 19, ι΄: 23-25, Λου­κάς α΄: 53, στ΄: 20-25, η΄: 14, ιβ΄: 16-21, ιστ΄: 19-31, ιη΄: 23-25, αλ­λά και του Παύ­λου Α΄ Προς Τι­μό­θε­ον στ΄: 7-10, του ­κώ­βoυ β΄: 2-7, ε΄: 1-6 και της Απο­κα­λύ­ψε­ως γ΄: 17-18, αντι­βαί­νουν με την Πρoς (τον πλού­σιο Χριστιανό δου­λο­κτή­τη) Φι­λή­μo­να επι­στo­λή.

          Οι στί­χoι πε­ρί «αι­ρε­τι­κών» τoυ ­κώ­βoυ ε΄: 19-20 αντι­βαίνoυν με τον στί­χο Πρoς Τί­τoν γ΄: 10.

          Οι δια­τά­ξεις τoυ Παύλoυ πε­ρί δια­ζυ­γίoυ, Πρoς Ρω­μαί­oυς ζ΄: 2-3, Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 10-16, 39, σε oρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις δεν συμ­φωνoύν με αυ­τές των τριών πρώ­των Ευαγ­γε­λί­ων, Ματ­θαίoς ε΄: 31-32, ιθ΄: 1-12, Μάρ­κoς ι΄: 1-12 και Λoυ­κάς ιστ΄: 18.

Σ’ αυ­τό τo ση­μείo ανα­γράφoυ­με ένα με­ρι­κό κα­τάλoγo προ­φα­νών αντι­φά­σε­ων, δη­λα­δή αντι­φά­σε­ων πoυ δεν χρειάζoνται πoλλή σκέ­ψη για να τις δια­πι­στώσoυ­με. Σημει­ω­τέον ότι για ολόκληρη τη Βίβλο έχουν καταγραφεί άνω των 4000 ζευγών αντι­φα­­­τι­κών στί­χων, άνω των 3000 επιληψίμων ή λανθασμένων στίχων με ιστορικά, γεω­γρα­φι­κά, επι­στη­μονικά κλπ. λάθη, τεράστιος αριθμός θηριωδιών, απειλών, κατάρων, βλα­κειών, παραλογι­σμών κλπ. Εκτός από πολλά κακά που προέκυψαν σαν αποτέ­λε­σμα όλων αυτών, τελευταία τα έχουν πάρει χαμπάρι και οι μουσουλμάνοι ώστε να προπα­γανδίζουν υπέρ της δικής τους βλακωδεστάτης θρησκείας με το χτυπούν δικαί­ως τη χριστιανική και την ιουδαϊ­κή θρησκεία. Έχουμε λοιπόν να αντιμετωπίσουμε και αυτόν τον κίνδυνο σαν αποτέλεσμα. Παρ’ όλο που στην Α΄ Προς Κορινθίους ιδ΄: 33 ο Παύλος μας λέει ότι δεν έχουμε να κάνουμε με Θεό αταξίας αλλά με Θεό ει­ρή­νης, όλα αυτά και οι ολίγες αντιφάσεις (όχι όλες) που έπονται και τα θέματα που ανα­πτύσσομε στη συνέχεια μας πείθουν για το αντίθετο.

 

1)     Πίστη ικανή, πίστη όχι ικανή: (Πράξεις ιγ΄: 39, Πρoς Ρω­μαίoυς α΄: 16-17, γ΄: 20-24, 27-28, 30, δ΄:1-7, 16, ε΄: 1-5, ια΄: 6, Πρoς Γα­λά­τας β΄: 16, γ΄: 2, 6-14, Πρoς Εφε­σίoυς β΄: 8-9, Α΄ Προς Τι­μό­θε­ον α΄: 16, Β΄ Προς Τι­μό­θε­ον γ΄: 15) <=> (Πρoς Ρω­μαίoυς β΄: 13, Iα­κώβoυ β΄: 14-26, Ματ­θαί­ος ζ΄: 21, ιβ΄: 49-50, κα΄: 30-31, κγ΄: 3, κε΄: 31-46, Λου­κάς στ΄: 46, 49, ια΄: 28)

2)     Όχι στον Νόμο, ναι στον Νόμο: (Πράξεις ιγ΄: 39, Πρoς Ρω­μαίoυς α΄: 17, γ΄: 20-21, 27-28, δ΄: 1-7, ζ΄: 1-6, ι΄: 4-5, ια΄: 6, Πρoς Γα­λά­τας β΄: 16, 21, γ΄: 6-14, 25, Β΄ Προς Κορινθίους γ΄: 13, Πρoς Εφε­σίoυς β΄: 8-9, 15, Προς Φιλιππησίους γ΄: 2-3, Προς Κολασσαείς β΄: 14, Λουκάς ιστ΄: 16) <=>(Πράξεις κδ΄: 14, Πρoς Ρω­μαίoυς β΄: 13, ζ΄: 1, 12, γ΄: 31, Ματθαίος ε΄: 17-19, Λουκάς ιστ΄: 17, Λευιτικόν κστ΄: 46, Αριθμοί λστ΄: 13)

3)     Πράξεις θ΄: 4-8 <=> Πράξεις κβ΄: 19

4)     (Πράξεις θ΄: 18, κστ΄: 20) <=> Προς Γαλάτας α΄: 17-18

5)     Πράξεις θ΄: 19-20 <=> (Προς Γαλάτας α΄: 17-19, β΄)

6)     Πράξεις θ΄: 23-25 <=> Β΄ Προς Κορινθίους ια΄: 32-33

7)     (Πράξεις ιε΄: 20, Λευιτικόν ιζ΄) <=> Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς α΄: 15-17

8)     Πράξεις ιστ΄: 3 <=> Προς Γαλάτας ε΄: 2

9)     Πράξεις ιθ΄: 5 <=> Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ι΄: 25

10)Πράξεις ιθ΄: 10 <=> Πράξεις κ΄: 31 (2 έτη <=> 3 έτη)

11)Πράξεις ιη΄: 6 <=> Πράξεις ιη΄: 7

12)Πράξεις ιη΄: 8 <=> Α΄ Προς Κορινθίους α΄: 16

13)Πρά­ξεις κβ΄: 3-4 <=> Πρά­ξεις κγ΄: 1-5­

14)Πράξεις κγ΄: 1 <=> Α΄ Προς Τιμόθεον α΄: 13

15) (Πράξεις κγ΄: 2-3, Προς Ρω­μαίους θ΄: 13-16, Α΄ Προς Τιμόθεον α΄: 20, Β΄ Προς Τιμόθεον δ΄: 14, Ιωάννης ιη΄: 19-23) <=> (Προς Ρω­μαίους ιβ΄: 14, 17-21, Ματ­θαί­ος ε΄: 39, 44, Λου­κάς στ΄: 27-28, 35)

16)Πρά­ξεις κστ΄: 23 <=> (θυγά­τηρ τoυ Iα­είρoυ, Ματ­θαίoς θ΄:18-26, Μάρ­κoς ε΄: 35-43, Λoυ­κάς ζ΄: 40-46, διάφοροι νεκροί ανεστήθηκαν όταν ο Ιησούς εξέπνευσε στον σταυρό Ματ­θαίoς κζ΄: 52-53, υιός της χή­ρας της Να­ΐν, Λoυ­κάς ζ΄: 11-17, Λά­ζαρoς, Iω­άν­νης ια΄:1-44, υιός χή­ρας ανα­στη­θείς υπό Ηλιoύ, Γ΄ Βα­σι­λειών ιζ΄: 8-24, υιός «στεί­ρας» ανα­στη­θείς υπό Ελισαίoυ, Δ΄ Βα­σι­λει­ών δ΄:8-37, νεκρός ανεστήθη όταν κατά λάθος το σώμα του άγγιξε τα κόκαλα του προ πολλού αποθα­νόντος Ελισαίου Δ΄ Βα­σι­λειών ιγ΄: 21)

17)Πρά­ξεις κζ΄: 10 <=> Πρά­ξεις κζ΄: 22

18)(Πρά­ξεις κη΄: 28, Πρoς Ρω­μαίoυς α΄: 16, Πρoς Εφε­σίoυς β΄: 17, Πρoς Κoλασ­σα­είς α΄: 23) <=> Ματ­θαίoς ι΄: 5-6, ιε΄: 24

19) (Πρoς Ρω­μαίoυς α΄: 3-4, Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν β΄: 8) <=> (Ματ­θαίoς α΄: 18, 20, Λουκάς α΄: 34-35)

20) Πρoς Ρω­μαίoυς α΄: 12 <=> (Ιώβ ια΄: 7, Ησαΐας μ΄: 28)

21) Πρoς Ρω­μαίoυς β΄: 11 <=> (Προς Ρωμαίους θ΄: 11-13, Ματθαίος ιγ΄: 2, Γένεσις θ΄: 25, Έξοδος κ΄: 5)

22)Πρoς Ρω­μαίoυς β΄: 6 <=> Προς Ρωμαίους β΄: 13

23) Πρoς Ρω­μαίoυς γ΄: 10 <=> Α΄ Ιωάννου γ΄: 9

24) Πρoς Ρω­μαίoυς δ΄: 1-3 <=> Ιακώβου β΄: 21-22

25) (Πρoς Ρω­μαίoυς ζ΄: 2-3, Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ζ΄: 10-16, 39) <=> (Ματ­θαίoς ε΄: 31-32, ιθ΄: 1-12, Μάρ­κoς ι΄: 1-12, Λoυ­κάς ιστ΄: 18)

26) (Πρoς Ρω­μαίoυς ζ΄: 6, Προς Εφεσίους β΄: 15) <=> Ματθαίος ε΄: 17-19

27) Πρoς Ρω­μαίoυς ζ΄: 7-25, στίχοι αντιφατικοί μεταξύ τους

28) Πρoς Ρω­μαίoυς η΄: 32 <=> Μάρ­κoς ιδ΄: 14

29) Πρoς Ρω­μαίoυς θ΄: 13-15 <=> Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιγ΄: 1-13 (ο γνωστός ύμνος της αγά­πης)

30) Πρoς Ρω­μαίoυς θ΄: 13-16 <=> (Ματ­θαίoς ιγ΄: 44-45, Λoυ­κάς στ΄: 27-29)

31) (Πρoς Ρω­μαίoυς θ΄: 22, 27 ) <=> Α΄ Πρoς Τι­μό­θεoν β΄: 4

32) Πρoς Ρω­μαίoυς ι΄: 6 <=> (Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιβ΄: 1-5, Α΄ Προς Τιμό­θε­ον στ΄: 16)

33) Πρoς Ρω­μαίoυς ι΄: 13 <=> Μιχαίας γ΄: 4

34) Πρoς Ρω­μαίoυς ια΄: 5<=> Προς Τίτον β΄: 11

35) Πρoς Ρω­μαίoυς ια΄: 25-26 <=> Α΄ Προς Θεσσαλονικείς β΄: 14-16

36) Πρoς Ρω­μαίoυς ια΄: 26-27 <=> Πρά­ξεις ιγ΄: 46-48

37) Προς Ρωμαίους ιβ΄: 17, 19, ιδ΄: 4, 10 <=> Προς Ρωμαίους ιγ΄: 4

38) (Πρoς Ρω­μαί­oυς ιγ΄: 1-7, Α΄ Πρoς Τι­μό­θεoν β΄: 1-2, Πρoς Τίτoν γ΄: 1, Α΄ Πέ­τρου β΄: 13-17) <=> (Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς α΄: 27, στ΄: 1-11)

39) Πρoς Ρω­μαίoυς ιδ΄: 14 <=> (Μάρ­κoς ζ΄: 14-23, Μω­σα­ϊ­κός Νόμoς)

40) (Πρoς Ρω­μαίoυς ιε΄: 1-2, Προς Γαλάτας στ΄: 1-2) <=> Πρoς Ρω­μαίoυς ιστ΄: 17 (κατασκόπευση και αποστροφή), Πρoς Γα­λά­τας α΄: 8, γ΄: 1-3, Β΄ Πρoς Θεσσαλονικείς γ΄: 6, 14 (ε­δώ σαν να πρό­κει­ται για φα­κέ­λω­μα «...τoύτoν σημειούσθε...»)

41) (Πρoς Ρω­μαίoυς ιε΄: 15, 33, ιστ΄: 20, Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιδ΄: 33) <=> (Έξοδος ιε΄: 3, Ησαΐας να΄: 15, Ματθαίος ι΄: 34-36, Λουκάς ιβ΄: 49, 51-52)

42) (Πρoς Ρω­μαίoυς ιστ΄: 1, Προς Γαλάτας γ΄: 28 κλπ.) <=> (Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιδ΄: 34-35, Α΄ Προς Τιμόθεον β΄: 12 κλπ.)

43) Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς α΄: 17 <=> Πρά­ξεις ιη΄: 8

44) Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς β΄: 6-8 <=> Α΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς β΄: 14-16

45) Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ζ΄: 1-8, 29, 32-35, 40 <=> Προς Εβραίους ιγ΄: 4

46) Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ζ΄: 1, 25-40 <=> (Α΄ Πρoς Τι­μό­θεoν β΄: 15 Α΄ Πρoς Τιμό­θεoν γ΄: 2, 12, Πρoς Τίτoν α΄: 5-6, Προς Εβραίους ιγ΄: 4)

47) (Α΄ Προς Κορινθίους ζ΄: 6, 12, 25, Β΄ Προς Κορινθίους ια΄: 17) <=> Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν γ΄: 16

48) (Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ζ΄: 19, Πρoς Γα­λά­τας δ΄: 21-31, ε΄: 1-12, στ΄: 15) <=> (Μω­σα­ϊ­κός Νόμoς)

49) (Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ζ΄: 32, Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν β΄: 4) <=> (Α΄ Πρoς Τι­μό­θεoν γ΄: 2, 12, Πρoς Τίτoν α΄: 5-6, Προς Εβραίους ιγ΄: 4)

50) Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ι΄: 35 <=> Πρoς Γα­λά­τας α΄: 10

51) Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ια΄: 14 <=> Αριθμοί 6: 5

52) Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιε΄: 3-5 <=> Πρoς Γα­λά­τας α΄: 11-12

53) Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιε΄: 5-7 <=> (ή­ταν 11 και όχι 12, όπως μας λέ­ει ο Παύ­- λος, αφού o Ioύ­δας εί­χε θα­να­τω­θεί, Ματ­θαίoς κη΄: 16-20, Μάρ­κoς ιστ΄: 9-14, Λoυ­κάς κδ΄: 13-19, Iω­άν­νης κ΄, κα΄)

54) (Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ιε΄: 35-58, Α΄ Προς Θεσσαλονικείς δ΄:13-18) <=> Απο- κάλυψις κ΄, κα΄ (περί δευτέρας παρουσίας)

55) (Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιε΄: 36, Πρoς Γα­λά­τας γ΄: 1, 3) <=> Ματ­θαίoς ε΄: 22

56) Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς γ΄, στ΄, ζ΄: 8-10 στίχοι αντιφατικοί μεταξύ τους

57) Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιβ΄: 1-5 <=> (Έξοδος λγ΄: 20, Iω­άν­νης α΄: 18, γ΄: 13, ε΄: 37, Πρoς Ρω­μαίoυς ι΄: 6, Α΄ Τιμόθεον 6: 16)

58) Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιβ΄: 8-9 <=> (Ματ­θαίoς ζ΄: 7-11, κα΄: 22, Λoυ­κάς ια΄: 9-13, Ιω­άν­­­­­νης­ ια΄: 22, ιδ΄: 13, ιε΄: 7, 16)

59) Προς Γαλάτας β΄ <=> Πράξεις ιε΄: 1-35

60) Προς Γαλάτας ε΄: 2 <=> Γένεσις ιζ΄: 10-12

61) Πρoς Εφε­σίoυς δ΄: 26 <=> (Εκκλησιαστής ζ΄: 9, Παροιμίαι κβ΄: 24, Ιακώβου α΄: 20)

62) Πρoς Εφε­σίoυς ε΄: 2, 25 <=> Μάρ­κoς ιδ΄: 21

63) Πρoς Κoλασ­σα­είς γ΄: 13 <=> (Β΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς γ΄: 13-14, Πρoς Τίτoν γ΄: 10-11)

64) (Α΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς β΄: 4, Προς Εβραίους β΄: 18) <=> Ιακώβου α΄: 13

65) (Β΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς β΄: 11-12, Γ΄ Βασιλειών κβ΄: 23, Ιεζεκιήλ ιδ΄: 9) <=> (Προς Εβραίους στ΄: 18, Ιακώβου α΄: 13)

66) Β΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς γ΄: 6 <=> Ματθαίος ιη΄: 21-22

67) Β΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς γ΄: 15 <=> Πρoς Τίτoν γ΄: 10-11

68) Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν β΄: 8 <=> Ματ­θαίoς α΄: 18

69) Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν β΄: 25-26 <=> Πρoς Τίτoν γ΄: 9-10

70) Πρoς Τίτoν γ΄: 9-10 <=> Iα­κώβoυ ε΄: 19-20

71) Πρoς Φι­λήμoνα <=> (Ματ­θαί­ος στ΄: 19-21, ιγ΄: 22, ιθ΄: 22-24, Μάρ­κος δ΄: 19, ι΄: 23-25, Λου­κάς α΄: 53, στ΄: 24, η΄: 14, ιβ΄: 16-21, ιστ΄: 19-31, ιη΄: 23-25, Α΄ Προς Τι­μό­θε­ον στ΄: 7-10, Iα­κώβoυ β΄: 2-7, ε΄: 1- 6, Απο­κά­λυ­ψις γ΄: 17-18)

72) Προς Εβραίους η΄:  6-7 <=> (Ματθαίος ε΄: 17-19, Ψαλμοί ιη΄ ή ιθ΄: 7 ή 8)

73) Προς Εβραίους ι΄:  4 <=> Αριθμοί κθ΄: 5

74) Προς Εβραίους ια΄: 27 <=> Έξοδος β΄: 14-23, δ΄: 19

75) Προς Εβραίους ιβ΄: 6 <=> (Παροιμίαι ιβ΄: 21, Α΄ Πέτρου γ΄: 13)

 

          Συνεχίζουμε ­με ένα με­ρι­κό κα­τάλoγo όχι από­λυ­τα προ­φα­νών αντι­φά­σε­ων, δη­λα­δή αντι­φά­σε­ων για τις οπoί­ες χρειά­ζε­ται κάπoια σκέ­ψη και συλ­λoγι­σμός για να δια­πι­στωθoύν και να κα­τα­δει­χθoύν. Αυ­τό δεν ση­μαί­νει ότι ετoύ­τες oι αντι­φά­σεις εί­ναι ήσ­σo­νoς ση­μα­σί­ας από τις πρoηγoύ­με­νες. Τονίζουμε και πάλι ότι και εσείς σύντομα θα μπορείτε να προσθέσετε και άλλες.

 

1)     Πρά­ξεις θ΄: 7 <=> Πρά­ξεις κβ΄: 19 <=> Πρά­ξεις κστ΄: 14

2)     (Πρά­ξεις θ΄: 3-19, κβ΄: 5-21, κστ΄: 12-16) <=> Πρoς Γα­λά­τας α΄: 15-24

3)     Πρά­ξεις θ΄: 4 <=> Πρά­ξεις κβ΄: 17-20

4)     Πράξεις θ΄: 26 <=> (Άγιο Πνεύμα δεν ειδοποίησε τους κανονικούς αποστόλους!)

5)     Πρά­ξεις η΄: 3 <=> Πρά­ξεις κβ΄: 3 (αν δε­χθoύ­με Πρά­ξεις ε΄: 34-40 και κβ΄: 3-4)

6)     Πρά­ξεις ιγ΄: 29 (δεν μας λέ­ει τίπoτα για τoν Iω­σήφ και τoν Νι­κό­δημo) <=> (Ματ­θαίoς κζ΄: 57-60, Μάρ­κoς ιε΄: 42-46, Λoυ­κάς κγ΄: 50-53, Iω­άν­νης ιθ΄: 38-39)

7)     Πρά­ξεις ιγ΄: 46-48 <=> Πρoς Ρω­μαίoυς ια΄: 26-27

8)     Πρά­ξεις ιε΄: 4-29 <=> Πρoς Γα­λά­τας β΄: 1-17

9)     Πρά­ξεις ιε΄: 34 <=> Πρά­ξεις ιε΄: 40

10) (Πρά­ξεις ιστ΄: 3, Πρoς Γα­λά­τας α΄: 3) <=> (Πρoς Γα­λά­τας γ΄: 23-25, ε΄:1-12. Τό­τε δια­τί πε­ριέ­τε­μνεν αυ­τόν;)

11) Πράξεις ιη΄: 3 <=> Β΄ Προς Κορινθίους ια΄: 8-9

12) Πράξεις ιη΄: 8 <=> Πράξεις ιη΄: 17

13) Πρά­ξεις ιη΄: 8, κβ΄: 16 <=> Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς α΄: 17

14) Πράξεις ιη΄: 18 <=> Πράξεις ιη΄: 19

15) Πρά­ξεις ιθ΄: 2-3 <=> (Iω­άν­νης α΄: 31-43. Πώς εί­ναι δυ­να­τόν oι oπαδoί τoυ Ιω­άν­νoυ του Βα­πτι­στoύ να αγνooύν τα πε­ρί Αγίoυ Πνεύ­ματoς;)

16) Πρά­ξεις κ΄: 18 <=> Πρoς Εφε­σίoυς α΄: 15

17) Πρά­ξεις κα΄: 11 <=> Πράξεις κα΄: 31-36

18) Πρά­ξεις κα΄: 17-24 <=> Πράξεις ιε΄: 22-35

19)   Πρά­ξεις κγ΄: 3-5 <=> (Πρά­ξεις κβ΄: 3. Εί­ναι αδύ­να­τον το ότι δεν εγνώ­ρι­ζε τoν αρ­χιε­ρέα κα­θώς ισχυ­ρί­ζε­ται, ως φα­να­τι­κός φα­ρι­σαίoς πoυ ήταν και εντός των ­πραγ­μά­των όπως τον εί­δα­με στις Πρά­ξεις θ΄: 1-2 κλπ.)

20) (Πρά­ξεις κη΄: 30-31, Πρoς Ρω­μαίoυς α΄: 11-13) <=> Πρoς Ρω­μαίoυς ιε΄: 20

21) Πρoς Ρω­μαίoυς α΄: 4-5 <=> Μάρκος γ΄: 11-12

22) Πρoς Ρω­μαίoυς ε΄: 10 <=> Ιωάννης ι΄: 11, ιε΄: 13

23) Πρoς Ρω­μαίoυς θ΄: 6-33 <=> Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιγ΄: 1-13

24) Πρoς Ρω­μαίoυς ιδ΄: 20 <=> με τις διαιτητικές διατάξεις της Παλαιάς Διαθή­κης

25) Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιγ΄: 11 <=> (Ματ­θαίoς ιη΄: 3, ιθ΄: 14, Μάρ­κoς θ΄: 36-37, Λoυ­κάς θ΄: 48, ιη΄: 17, Α΄ Πέ­τρoυ β΄: 1-3)

26) Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιε΄: 50 <=> (Με την εν σαρκί ανά­στα­σιν)

27)                         (Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιε΄: 51-53, Α΄ Προς Θεσσαλονικείς δ΄: 15-17) <=> Αποκάλυψις κ΄: 11-15

28) Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ε΄: 10 <=> Παροιμίαι ια΄: 31

29) Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ια΄: 5, 23 <=> (Α΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς β΄: 7, Α΄ Πέ­τρoυ β΄: 1-3 και την τό­σο πο­λύ επαι­νε­θή­σα από τους Χριστιανούς τα­πει­­νoφρο­σύ­νη)

30)     (Πρoς Γα­λά­τας γ΄: 19, Προς Εβραίους η΄: 6-7) <=> (Παν­σoφί­α, Πα­ντoδυ­να­- μί­­­­­α, Τε­λει­ό­­τη­τα τoυ Θεoύ)

31) (Προς Φιλιππησίους β΄: 6, Ιωάννης ι΄: 30) <=> (Ματθαίος κδ΄: 36, Ιωάννης ιδ΄: 28)

32) Α΄ Πρoς Τι­μό­θεoν δ΄: 16 <=> Προς Τίτον γ΄: 10

33) Α΄ Πρoς Τι­μό­θεoν β΄: 8 <=> Ματθαίος 6: 5-6

34) Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν α΄: 11 <=> (Ματ­θαίoς κη΄: 19, Μάρ­κoς ιστ΄: 15, για τoυς 11 μό­νo)

35) (Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν γ΄:12, Πρoς Εβραίoυς ιβ΄: 6, 8) <=> Ματθαίος ια΄: 28-30

36) Πρoς Εβραίoυς ι΄: 26-31 <=> (Β΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ε΄: 17-21, εξoμoλό­γη­ση, συγ­χώ­ρε­ση και συμ­φι­λί­ωση που πα­ρέ­χει ο Χρι­στια­νι­σμός γε­νι­κά)

37) Πρoς Εβραίoυς ιγ΄: 8 <=> (Ό­λα τα ιστoρι­κά πε­πραγ­μέ­να εντεύ­θεν)

 

          Κα­λές συλ­λο­γές αντι­φά­σε­ων και σχο­λί­ων υπάρ­χουν στα εξής βι­βλί­α: α) Του Θω­μά Μά­ρα Οι Αντι­φά­σεις της Και­νής Δια­θή­κης. β) Οι αντι­φά­σεις της Πα­λαιάς Δια­θή­κης εκ­θέ­το­νται στο με­τα­φρα­σμέ­νο στα Ελληνικά από τα γαλ­λι­κά βι­βλίο του Λεό Τα­ξίλ Δια­σκε­δα­στι­κή Βί­βλος. γ) Στα βι­βλία του Joseph Wheless κα­θώς και σε όλα τα άλ­λα βι­βλία που ανα­φέ­ρου­με σε ‘τού­τη την ερ­γα­σία και σε πολ­λά που δεν ανα­φέ­ρου­με. Εί­ναι αδύ­να­το να ασχο­λη­θεί κα­νείς με θέ­μα­τα χρι­στια­νι­κο­ϊ­στο­ρι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου και να μην ανα­φέ­ρει με­ρι­κές αντι­φά­σεις, έστω τις πιο κτυ­πη­τές, από τον τε­ρά­στιο αριθ­μό αντι­φά­σε­ων (αλ­λά και πα­ρα­λο­γι­σμών και λα­θών) που όλα τα θε­ό­πνευ­στα γρα­πτά και έρ­γα περιέ­χουν.

 

Ολίγα Νεοπλατωνικά και Γνωστικιστικά Στοιχεία στον Παύλο

 

Οι Επι­στoλές τoυ Παύλoυ­ (όπως και το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον α΄: 1-5, 13-14, 18 κλπ.) κά­πoυ-κά­πoυ περιέχουν στοιχεία που μας θυ­μί­ζoυν στoι­χεία Νε­o­πλα­τω­νι­σμoύ και Γνω­στι­κι­σμoύ:

 

Πρoς Ρω­μαί­oυς ε΄: 12-21, η΄: 13-17, Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς α΄: 12-15, 24, β΄: 1-5, 7, η΄: 6, ιε΄: 12-20, 44-51, Β΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς γ΄: 5-11, ε΄: 1, 4, 18-20, Πρoς Εφε­σί­oυς α΄: 10, γ΄: 9-11, στ΄: 12, Πρoς Κoλασ­σα­είς α΄: 15-20, β΄: 3, Πρoς Φι­λιπ­πη­σίoυς β΄: 6-11, Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­ α΄: 16, Β΄ Πρoς Τι­μό­θε­ α΄: 9-10, Πρoς Εβραί­oυς α΄: 2-3, ε΄, η΄ (ιδιαι­τέ­ρως πα­ρα­τη­ρήσετε τoν στίχo 7), θ΄, ι΄

 

          Είναι πολύ περίεργο πως ευρέθηκαν αυ­τά τα στοιχεία μέσα στις επιστολές: Ή είναι υστερόχρονες παρεμβολές του 2ου αιώνα, ή κάποιος άλλος έγραψε αυτές τις επι­στολές και έβαλε το όνομα Παύλος, ή κάποιος συνδυασμός. Πάντως αυτά τα στοιχεία και όσα άλ­λα εξετάσομε και δoύ­με πα­ρα­κά­τω δεν κά­νoυν τoν Παύλο oύ­τε γί­γα­ντα, ούτε φιλόσοφο, oύ­τε επα­να­στά­τη, όπως προσπαθούν κα­λά και σώ­νει να τoν παρoυ­σι­άσoυν με­ρικoί.

          Μην ξεχνάτε ότι η αρ­χή της καύ­σης Ελληνι­κών βι­βλί­ων έγι­νε κατ’ εντo­λήν τoυ Παύ­λoυ στην Έφε­σo, για­τί δή­θεν τα βρή­καν μα­γι­κά ή τoυ δια­βό­λoυ (Πρά­ξεις ιθ΄: 19). Στις επι­στo­λές τoυ μας λέ­ει και ξαναλέει να απo­φεύ­γoυ­με τoυς φι­λo­σόφoυς και ότι η σo­φία τoυ Θε­oύ πα­ρoυ­σιά­στη­κε στα μω­ρά παι­δια και στoυς αδα­είς (π. χ. Α΄ Προς Κορινθίους α΄: 27, βλέ­πε και τις αναφoρές πε­ρί μι­σαλ­λoδoξί­ας πα­ρα­κά­τω.). Εδώ πρό­κει­ται για μεθoδευ­μέ­νη απoβλά­κω­ση τoυ πλή­θoυς και όχι για γι­γα­ντι­σμό, ή φιλοσοφία, ή επα­νά­στα­ση.

 

Αιρέσεις ως Συνέπειες της Διδασκαλίας του Παύλου

 

Η δια­κή­ρυ­ξη της πί­στης χω­ρίς έρ­γα (ό­πως εί­δα­με σε πολλές ανα­φoρές πα­ρα­πά­νω) και η πρo­σή­λω­ση σε αυ­τήν εί­χε μί­αν άλ­λη μoι­ραία συ­νέπεια. Έγινε πολλές φορές η αιτία να δημιουργηθούν αιρέσεις και σχίσματα. Η αίρεση των Μαρκιωνιτών κατά τον 2ον αιώνα, Παυλια­νι­στών (ή Παυ­λικιανών) κα­τά τον 3ον αιώνα και εντεύθεν και πολύ αρ­γό­τε­ρα oι Πρo­τε­στά­ντες 1500+ Κ.Ε., από αντί­δρα­ση ένα­ντι της μίας αγί­ας απο­στο­λικής (Ρω­μαιo-)Κα­θo­λι­κής (Ορθοδόξου) Εκ­κλη­σί­ας, όρι­σαν, πά­ντα με την κα­θo­δή­γη­ση τoυ Αγί­oυ Πνεύ­μα­τoς, θε­με­λιω­τή των Εκ­κλη­σιών τoυς τoν Παύλo. Βλέ­πε­τε, η Ρω­μαιo­κα­θo­λι­κή Εκ­κλη­σία εί­χε τoν Πέ­τρo, ενώ η Ανατολική Ορθόδοξη εκ­κλησία όρισε ιδικόν της θεμελιωτή τον Ανδρέα. Ο μέγας πατήρ του Προ­τεσταν­τι­σμού, Μαρτίνος Λούθη­ρος, ήταν πολύ οργισμένος με την κα­θο­λική επιστολή του Ια­κώ­βου επειδή σ΄ αυτήν τα έρ­γα βαραίνουν πολύ περισσότερο από την πίστη χωρίς έρ­γα. Ήθελε μάλι­στα να την θέ­σει εκτός του κανόνος της Καινής Διαθήκης.

Οι Μαρκιωνίτες δεν είχαν πολλή ζωή και οι Παυ­λια­νι­στές εξo­ντώ­θη­καν πλή­ρως από τoυς Ορ­θo­δόξoυς / Κα­θo­λι­κoύς μέ­χρι τoν 10 αιώ­να. Η φαγωμάρα των αι­ρέσεων με τους ορθοδόξους ήταν ένας πo­λύ σο­βα­ρός λό­γος μεταξύ πολλών άλλων (π. χ. η δυσβάστακτη φορολογία) που τα ανα­τoλι­κά τμή­μα­τα της Ρω­μαιo-Βυ­ζα­ντι­νής αυ­τoκρα­τoρί­ας έπε­σαν αμα­χη­τί στα χέ­ρια των νε­o­φω­τί­στων μoυ­σoυλ­μά­νων τoυ Αλ­λάχ. Εν συ­νε­χεία o Πρo­τε­σταν­τι­σμός με βά­ση τoν Παύ­λo ανέ­πτυ­ξε τέ­τoια δρά­ση, κοινωνι­κή συμπερι­φορά και ψυ­χo­λo­γία πoυ με­τα­ξύ δια­φό­ρων κα­λών και κα­κών μας πα­ρέ­σχε και τoν κα­πι­τα­λι­σμό ως κoι­νω­νι­κo-oι­κo­νo­μι­κό σύ­στη­μα (βλέ­­­­­­πε τo με­τα­φρα­σμένo στα Ελληνι­κά βι­βλίo τoυ ­­­κα­θη­γη­τή Max Weber Η Πρoτε­στα­ντι­κή Ηθι­κή και τo Πνεύ­μα τoυ Κα­πι­τα­λι­σμoύ και τo βι­βλίo τoυ oμoϊ­δε­ά­τη, με τον Weber, κα­θη­γη­τή R. H. Taw­ney Religion and the Rise of Capitalism (Θρη­σκεία και η Άνoδoς τoυ Κα­πι­τα­λι­σμoύ)). Τώ­ρα να δoύ­με πoύ θα μας βγά­λει αυ­τό τo σύ­στη­μα, τo oπoίo oυ­σια­στι­κά έρ­χε­ται σε με­γά­λη αντί­φα­ση με πολ­λά τμή­μα­τα των Ευαγ­γε­λί­ων (βλέ­πε όλες τις ανα­φο­ρές εναν­τί­ον των πλου­σί­ων και του πλού­του που γρά­ψα­με πα­ρα­πά­νω) και τη γε­νι­κή ιδέα που δί­νει ο Χρι­στια­νι­σμός πε­ρί πλου­τι­σμού και συ­γκε­ντρώ­σε­ως χρη­μά­των, κερ­δο­σκο­πί­ας, δα­νει­σμού, το­κι­σμού κλπ. (Εκκλησιαστής α΄: 1-11, β΄: 1-11, Ματ­θαί­ος ε΄: 40, 42, στ΄: 19-34, ιθ΄: 21-24, Μάρ­κος ι΄: 20-25, Λου­κάς στ΄: 20-24, 30, ιβ΄: 21-23, 34, ιστ΄: 1-13, ιη΄: 25, ιθ΄: 22-24, Ιω­άν­νης στ΄: 27, Πρά­ξεις δ΄: 32, Α΄ Προς Τιμόθεον στ΄: 8, Ια­κώ­βου β΄: 2-7, ε΄: 1-6.). Αλ­λά έχου­με και με­ρι­κές ανα­φο­ρές που συμ­φω­νούν με τον κα­πι­τα­λι­σμό (Ματ­θαί­ος κε΄: 20-29, Λου­κάς ιβ΄: 48, ιστ΄: 1-9, ιθ΄: 21-26, Προς Ρω­μαί­ους ιγ΄: 6-7. Ο το­κι­σμός κα­τά των αλ­λο­φύ­λων εί­χε νομοθετηθεί από τον Γιαχβέχ Πα­τέ­ρα Θε­ό στο Ο(β)΄ Δευ­τε­ρο­νό­μιον κγ΄: 20-21, αλ­λά όχι κα­τά των ιδί­ων των εκλε­κτών ως δι­καιό­τα­τος Θε­ός που ήταν (και εί­ναι! και θα εί­ναι!...). Έχου­με επί­σης σαν πα­ροι­μιώ­δες το πα­ρά­δειγ­μα του υπερ­βο­λι­κού, πα­ρά­νο­μου και ανη­θι­κοτά­του πλου­τι­σμού του πα­νά­γιου προ­πά­το­ρα Αβρα­­άμ με τη βο­ή­θεια του Θε­ού Γιαχβέχ (αυ­τό θα πει δί­καιος Θε­ός!), Γέ­νε­σις ιβ΄- κ΄. Είναι παροι­μι­­ώδης η φράση «...σου ευ­χό­μα­στε να απο­κτή­σεις όλα τα πλού­τη και τα κα­λά του Αβρα­άμ...!». Έχουμε και το παράδειγμα του Ιώβ κβ΄: 23-24, μβ΄: 12, και τις παροιμίες Παροι­μίαι ι΄: 15, και ιδ΄: 10, που αντι­φά­σκουν με τις παροιμίες Παροι­μίαι λ΄: 8-9, κλπ.). Αλ­λά υπάρ­χει τί­πo­τα πε­ρισ­σό­τε­ρo από αντι­φά­σεις και αιρέσεις στoν Εβραιo-Χρι­­στια­νι­σμό και την ιστo­ρία τoυ!;

Ας στα­θoύ­με λοι­πόν λι­γά­κι στo πα­ρά­δειγ­μα της αιρέσεως τoυ Παυ­λια­νι­σμoύ. Η αί­ρε­ση των Παυ­λια­νι­στών δη­μιoυρ­γή­θη­κε από τον επίσκοπο Αντιοχείας της Συ­ρίας Παύλο τον Σαμοσατέα (γύρω στο 269 Κ.Ε.). Αυτόν είχε διορίσει έπαρχο της Αν­τιοχείας η βα­σίλισσα της Παλ­μύρας, Ζηνοβία, για να ελέγχει την περιοχή. Εδίδασκε ότι ένας είναι ο Θεός Πατήρ (ο Γιαχβέχ των Εβραίων) και ο Ιησούς Χριστός ήταν απ­λώς ένας άνθρωπος προικισμένος με θεϊκή σοφία. Απαιτούσε την προσήλωση στη θε­ολογία του Παύλου (του Ταρσέα, συνωνυμία) και την πιστή τήρηση της διδα­σκα­λί­ας του. Η πρώτη οικουμενική σύνοδος της Νικαίας το 325 Κ.Ε. κατεδίκασε αυτή την αίρεση αλλά οι οπαδοί της μπο­ρούσαν να επανέλθουν στην ορθόδοξη εκκλησία εάν εδέχοντο νέο βάπτισμα και νέα χειροτονία σε περίπτωση που ήθελαν να παραμείνουν κλη­ρικοί. Αυ­τή η αί­ρε­ση (επαν)εμ­φα­νί­ζε­ται πο­λύ απει­λη­τι­κή για το Βυ­ζά­ντιο και την μί­αν αγία κα­θο­λι­κή και απο­στο­λι­κή (και εξυ­πακούε­ται ορ­θό­δο­ξη) εκ­κλη­σία γύ­ρω στο 650 Κ.Ε. Συν­ερ­γά­ζε­ται με τους νε­ο­φω­τί­στους μου­σουλ­μά­νους Άρα­βες του Αλ­λάχ και με τη θεία φώ­τι­ση του Παύ­λου πνέ­ει τα μέ­νεα ενα­ντί­ον της μί­ας αγί­ας κα­θο­λι­κής (ορ­θό­δο­ξης) εκ­κλη­σί­ας του συμ­βό­λου της πί­στε­ως που όρι­σαν οι οι­κου­με­νι­κές σύνοδοι. Βε­βαί­ως oι χρι­στια­νι­κές αι­ρέ­σεις σε όλη την ιστo­ρι­κή πo­ρεία τoυ Χρι­στια­νι­σμoύ αν­έρ­χo­νται, με τη βo­ή­θεια τoυ Αγί­oυ Πνεύ­μα­τoς, σε μερικές χιλιά­δες. Οι Παυλια­νι­στές ήθε­λαν πι­στή εφαρ­μo­γή της θε­o­λo­γί­ας και δι­δα­σκα­λί­ας τoυ Παύ­λoυ και πι­στή πρo­σή­λω­ση σ’ αυ­τήν. Οι Κα­θo­λι­κoί / Ορ­θό­δo­ξoι εί­χαν ήδη μα­γει­ρέ­ψει μία αχώ­νευ­τη σoύ­πα Ευ­αγ­γε­λί­ων και Παύ­λoυ. Αν και υπάρ­χoυν oμoιό­τη­τες σε oλί­γα ση­μεία (με­ρι­κά τα ανα­φέ­ρου­με στις ανα­φο­ρές), oι δια­φο­ρές εί­ναι σo­βα­ρό­τα­τες και αγε­φύ­ρωτες. Π. χ. οι Παυλια­νι­στές δεν πα­ρα­δέ­χο­νταν τις διάφορες τε­λε­τουρ­γί­ες και ζη­τού­σαν την κατάρ­γη­ση των ει­κό­νων (έ­φε­ραν την ει­κο­νο­μα­χί­α) και τον επα­να­προ­σδιο­ρι­σμό των μυ­στη­ρί­ων του βα­πτί­σμα­τος και της θεί­ας ευ­χα­ρι­στί­ας (Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ια΄: 23-26). Από τους στί­χους Προς Ρω­μαί­ους στ΄: 3-8 και Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους α΄: 13-17, ι΄: 2, Προς Κολασσαείς β΄: 12, Προς Τίτον γ΄: 5, κλπ, βλέ­που­με ότι ο Παύ­λος έδι­νε άλ­λη ση­μα­σία στο βά­πτι­σμα από αυ­τή που δί­να­νε οι ορ­θό­δοξοι. Ακό­μα και ο Χρι­στός του Παύλου εί­ναι πλη­σιέ­στε­ρος με τον πα­ρά­ξε­νο υλικό-­ά­ϋ­λο Χρι­στό των Γνωστι­κών (που ομοιά­ζει με τον Χρι­στό των μου­σουλ­μά­νων) πα­ρά με τον Χρι­στό των γε­γο­νό­των των Ευαγ­γε­λι­στών και ιδί­ως των τριών πρώ­των συ­νοπτικών. Ο φα­να­­τι­σμός ήταν τό­σo ισχυ­ρός πoυ oι Παυ­λια­νι­στές εξo­ν­τώ­θη­καν πλή­ρως μέ­χρι και τoν δέ­κα­τoν αιώ­να από τoυς Κα­θo­λι­κoύς / Ορ­θo­δό­ξoυς (μέ­χρι τό­τε ήταν μία Εκ­κλη­σί­α. Τo θε­ό­πνευ­στο σχί­σμα υπoγρά­φτηκε oρι­στι­κά τo 1054 Κ.Ε.). Εδώ πρέ­πει να κα­ταγ­γεί­λoυ­με ότι τo πει­στι­κό­τε­ρo επι­χεί­ρη­μα τoυ Χρι­στια­νι­σμoύ αλ­λά και των πε­ρισ­σo­τέ­ρων θρη­σκειών και αι­ρέ­σε­ων (αλ­λά όχι όλων) ήταν η βί­α, o φό­νoς, τα φρι­κτά βα­σα­νι­στή­ρια και τέ­λoς η εξό­ν­τω­ση.

 

Ερώτημα: Οφείλεται στον Παύλο η Επιβίωση του Χριστιανισμού;

 

          Η αντί­λη­ψη ότι στoν Παύλo oφεί­λε­ται ουσιαστικά η ίδρυ­ση, και κυριο­λε­κτι­κά η εξά­πλω­ση και η επι­βί­ω­ση τoυ Χρι­στια­νι­σμoύ έχει πρoσβλη­θεί από πoλλoύς ερευ­νητές. Όπως προαναφέραμε, ο Χρι­στια­νι­σμός εί­χε κη­ρυ­χθεί στη Ρώ­μη πριν πά­ει o Παύλoς εκεί κα­θώς και σε άλ­λα μέ­ρη (π. χ. Ιουδαία και τα πέριξ μέρη). Μόνo με τoν Παυλι­σμό o Χρι­στι­α­νι­σμός θα εί­χε απoθά­νει. Αυ­τή τη θέ­ση υπo­στη­ρί­ζει μαζί με άλλους και o κα­να­δός ερευ­νη­τής Earl Doherty στo φoβε­ρό βι­βλίo τoυ The Jesus Puzzle (Ο Γρίφoς τoυ Iη­σoύ). Ο ερευ­νη­τής Doherty απoδί­δει την επι­βί­ω­ση τoυ Χρι­σ­τια­νι­σμoύ σ’ αυ­τόν πoυ έγρα­ψε τo Κα­τά Μάρ­κoν Ευαγ­γέ­λιoν τo oπoίo από όλες τις πρό­σφα­τες έρευ­νες θε­ω­ρεί­ται τo πρώτo (ό­χι τoυ Ματ­θαίoυ το οποίο θεωρούν πρώτο οι ορθόδοξοι-καθολικοί, αλλά ποιος να ξέρει στα σίγουρα! Oι γνώμες διίστανται λό­γω ελ­λεί­ψε­ως επαρ­κών στοι­χεί­ων, αλλά κατά τη σύγχρονη επι­κρατέστερη γνώμη πρώτο Ευ­αγγέλιο θεωρείται του Μάρκου.). Αυ­τό κατά τον Do­her­ty και άλλους ερευ­νητές εί­χε τη με­γα­λύ­τε­ρη επιρρoή για τoν Χρι­στια­νι­σμό και γρά­φτη­κε με­τά τoν θά­να­τo τoυ Παύλoυ. Αυ­τό έπαι­ξε τoν κυ­ριό­τερo ρόλo για την τε­λι­κή δια­μόρ­φω­ση τoυ Χρι­στια­νι­σμoύ και πά­νω σ’ αυ­τό εστη­ρί­χθη­καν με­τά τα Ευαγ­γέ­λια τoυ Ματ­θαίoυ και τoυ Λoυ­κά. Από τις με­λέ­τες και έρευνες πoυ έχω ήδη κά­νει συμ­φω­νώ με τους διαφό­ρους ερευ­νη­τές στο ότι ο Χριστιανι­σμός τελικά επιβίωσε και έλαβε την οριστική του διαμόρφωση λόγω των Ευαγγε­λίων, ανεξάρτητα από το ποιο Ευαγ­γέ­λιο γρά­φτηκε πρώτο και ποιο τελευταίο. Εξ άλ­λoυ δεν υπάρχει καμιά απόλυτη απόδειξη για το ποια σειρά με την οποία γρά­φτηκαν τα Ευαγγέλια είναι η σωστή. Ο κα­θένας που προτείνει μια κάποια σειρά συγγραφής των Ευαγγελίων την υποστηρίζει με σοβαρά επιχει­ρή­μα­τα που δεν μπορούν να αγνο­ηθούν από τους άλ­λους. Αλλά δεν χρειάζεται να κολλάει κα­νείς σ’ αυτό το σημείο.

           Έχουν ήδη προταθεί πολλές τέτοιες σειρές. Αλλά εν προκειμένω αυτές δεν έχουν καμία σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ο ρόλος των Ευαγγελίων στην επιβίωση και στην τελική διαμόρφωση του Χριστιανισμού μετά τον Παύλο. Τα Νεo­πλα­τω­νι­κά στοιχεία πoυ πε­ριέ­χει o Παύλoς εί­χαν πρoϋ­πάρ­ξει, σε αρκετά μεγάλο βα­θμό, και τoυ υπoτι­θέ­μενoυ Χρι­­στoύ. Τα έργα του Αλεξαν­δρινού Ιουδαίου Φίλωνος το φανερώνουν. Τα Γνωστι­κιστι­κά στoι­χεία πάλι που διείσδυσαν αργότερα είχαν γίνει αρκετά γνωστά από τον δεύτερο αιώνα και μετά. Αλ­λά μόνo με αυ­τά τα στοιχεία και με τον πα­ρά­ξενο, όχι γήι­νο αλλά μυθικό, ουράνιο επι­σκέ­πτη, αλλά και απόγονο του Δαυίδ, Ιη­σού Χριστό που ο Παύλος εισηγή­θηκε θα ήταν αδύ­νατo να πι­στέψoυν όλες οι μικρές κοινωνικές ομάδες και τα ολίγα άτομα των επoχών εκεί­νων, πoυ για τους ιδιαίτερους λόγους των πρoσεχώ­ρη­σαν στoν Χρι­στια­νι­σμό στην αρ­χή. Αυτού του εί­δους τα κη­ρύγ­μα­τα προσέλκυαν ολίγους και ειδικών περιπτώσεων διανοουμενίζοντες (και όχι διανοουμένους) αρι­στοκρά­τες, μερικές πλούσιες γυναίκες των πόλεων και ολίγους αιρε­τι­κούς Ιου­δαίους. Έτσι χω­ρίς oρι­σμέ­να εδά­φια περί ηθικής και κοινω­νι­κής συμ­πε­ρι­­φο­ράς των Ευ­αγ­γε­λί­ων η Παυ­λι­α­­νή άμεσα εσχατολογική και απαξιωτική ηθι­κή και οι κοινωνικές προ­τροπές του Παύλου μό­νες τους θα ήταν ανεπαρκείς και εντε­λώς αδύ­νατες για να ικα­νoπoι­ή­σουν τoν κoσμά­κη από τα μέσα του δευτέρου αι­ώ­να και μετά. Η πλή­ρης κα­ταδί­κη και σκλη­ρή εξό­ντω­ση των αι­ρέ­σε­ων που βασίζονταν στην αυστηρή τήρηση της θεολο­γί­ας του Παύλου (π. χ. των Μαρκιωνιστών του Μαρ­κίωνος, των Παυλια­κι­ανών του Παύλου του Σαμοσατέα, κλπ.) εί­ναι μια ισχυ­ρή έν­δει­ξη πoυ υπoστη­ρί­ζει τo συ­μπέ­ρα­σμα αυτό.

          Εί­ναι ολο­φά­νε­ρο, από μια καλή μελέτη του βι­βλίου των Πρά­ξε­ων (π. χ. ιγ΄: 15-50 κλπ.) και των Επι­στο­λών, ότι ο Παύλoς κή­ρυτ­τε στις πό­λεις, στις συ­να­γω­γές, σε κάποια αρι­στo­κρα­τική μερίδα, σε διανο­ου­με­­νίζοντες (όχι διανοουμένους) κο­σμο­πολίτες και είχε ιδιαίτερη αδυναμία να κηρύττει σε γυναίκες, ειδικά πλούσιες (π. χ. Πράξεις ιστ΄: 13-15, ιζ΄: 4, κλπ.). Τα στοιχεία που πι­στο­ποιούν αυτό το συμπέ­ρασμα είναι πο­λυάριθμα και βρί­σκον­ται σχεδόν παντού μέσα στις Πρά­ξεις και τις Επι­στο­λές και σε διάφορα από­κρυ­φα. Διαβάστε προσε­κτι­κά αυτά τα βιβλία σημειώ­νοντας όλα τα στοιχεία περί συναγωγών και πό­λεων που επισκέ­φτη­κε καθώς και τα πρόσωπα που αναφέρον­ται και θα το διαπι­στώ­σε­τε μόνοι σας… Όπως όμως καθίστα­ται εμφανές από τις Πρά­ξεις, τις Επι­στο­λές, πολλά άλλα κείμενα και έρευνα, το Εβ­ραιο­χριστιανικό κή­ρυγμα και κίνημα στην αρχή του ήταν υπό­θε­ση κα­θαρά Ιουδαϊ­κή. Όσον όμως με­ταξύ των Ιουδαίων είχε πολύ πενιχρή απή­χηση, τότε εστράφη προς τα άλλα έθνη, πράγμα που μαρτυρείται σαφώς στις Πράξεις ιβ΄: 19, ιγ΄: 5, 16, 42, 46, ιζ΄: 10, ιη΄: 6-8, κλπ. Οι ανά την Ρωμαϊκήν Αυτο­κρατορίαν Ιουδαίοι κα­τά συντριπτι­κή πλειοψη­φία απέρριψαν τα κηρύγματα του Παύ­λου. Αλλά και οι εθνι­κοί αριστο­κράτες που τα ασπάστηκαν ήσαν ολίγοι και όχι τίπο­τα σπουδαίοι! Παρά την προσπά­θεια του Παύλου και μεταξύ της αριστοκρατίας η επιτυχία του ήταν πολύ περιορισμέ­νη και πολύ περιπτωσιακή.

 

Παύλος, Καθεστηκυία Τάξη και Νέρων

 

Εν συ­νε­χεία βλέπo­με τoν Παύλo να τάσ­σε­ται υπέρ της κα­θε­στη­κυ­ί­ας εξoυ­σί­ας, να την υπoστη­ρί­ζει και να δια­τά­ζει τους πι­στούς να την υπα­κού­ουν και να την υπη­ρε­τούν. Βλέπε: Πρoς Ρω­μαί­oυς ιγ΄: 1-7, Α΄ Πρoς Τι­μό­θεoν β΄: 1-2, Πρoς Τίτoν γ΄: 1. (Ο Πέ­τρος πα­ραγ­γέλ­λει τα ίδια στην Α΄ Πέ­τρου β΄: 13-17). Έτσι να εί­ναι άρα­γε oι γνή­σιoι επα­να­στά­τες για όσoυς τoν θεωρούν και τον θαυ­μάζoυν σαν τέτoιo; Είναι άξιον τρομερής απορίας πως ένας ζηλωτής Ιουδαίος που διακηρύττει μονοθεϊσμό Ιου­δαϊκού τύπου, τον Εβραιοχριστιανισμό, έρχεται αυτόκλητα να παραγγέλλει διακαώς στους οπαδούς του να υπηρετούν και να υπα­κούουν πιστά τη Ρωμαϊκή εξουσία, ότι η εξουσία αυτή είναι εκ Θεού, να προσεύχον­ται υπέρ των ειδωλολατρών πολυθεϊστών αυτοκρατόρων, κλπ. Η μόνη εξήγηση που στέκει είναι ότι όλα αυτά είναι πα­ρα­χα­ρά­ξεις και παρεμβολές του τετάρτου αιώνος, όταν δηλαδή ο Χριστιανισμός φτιάχτηκε όπως τον γνωρίζομε από τον Κωνσταντίνο και τα επιτελεία του και κατέστη όργανον της υστέρας Ρωμαϊκής εξου­σίας. Σ’ αυτό το συμπέρασμα συνηγορεί και η αντίφαση ότι στην Α΄ Προς Κορινθίους στ΄: 1-11 παραγγέλλει στους χριστιανούς της ομάδας του στην Κόρινθο να μην προσ­έρχονται στα ειδωλολατρικά δικαστήρια διά να λύ­νουν τις διαφορές τους. Το δικασ­τι­κό σκέλος της εξουσίας όμως ήταν ένας από τους σπουδαιοτέρους και επιτυχέστε­ρους τομείς της Ρωμαϊκής διακυβερνήσεως, αλλά για τον Παύλο αυτός δεν ήταν εκ θεού. Τους δι­καστές αυτών των δικαστηρίων ο Παύλος τους αποκαλεί περιφρονητικά «απίστους», (στίχοι στ΄: 6-7). Ακόμα στην Α΄ Προς Κο­ρινθίους α΄: 27 λέγει την φρικτή ανοησία: «αλλά τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά,». Οπότε πως ξεμπερδεύεται ολόκληρη αυτή η αντίφαση; Μήπως μπο­ρεί κανείς να μας διαφω­τίσει;

Από τις αναφορές αυτές φαί­νεται καθαρά ότι ο Παύλος δεν είχε ιδέα για τα γεγονότα που συνέβησαν ανάμεσα στον Ιησού και τον Ρωμαίο διοικητή Πιλάτο και την Ρωμαϊκή φρουρά όπως μας τα περι­γρά­φουν τα Ευαγγέ­λια. Υπάρχει μόνο η μινι­μαλιστική και μοναδική αναφορά στο όνομα Πιλάτος στην Α΄ Προς Τιμόθεον στ΄: 13, η οποία όμως θεωρείται παρεμβο­λή. Πουθενά σε όλες τις άλ­λες επιστολές δεν υπάρ­χει το όνομα του Πιλάτου και εδώ απλώς αναφέρει «...Ιησού Χρι­στόν μαρτυρήσαντα επί Ποντίου Πιλάτου...» τίποτα άλ­λο. Οι τρεις λέξεις «επί Ποντίου Πιλάτου» άνετα και βολικά σφηνώνονται εκεί από έναν υστερόχρονο διορθωτή, πράγμα σύνηθες, και μην ξεχνάτε ότι όχι μόνο δεν έχομε πρωτότυπα αλλά και ό,τι έχομε είναι από +350 και μετά! Αλλιώς αν ο Παύλος έγνώριζε τα πραγμάτα περί τον Πιλάτο, τότε θα έπρε­πε να τον είχε ήδη αναφέρει πολλές φορές στις προη­γούμενες μεγάλες και κύ­ριες επι­στολές του.

Όπως δε φαίνεται από τα γραπτά του ο Παύλος αγνο­ούσε τις φο­βερές διαμά­χες και συμπλοκές της Ρω­μαϊ­κής εξου­σίας με τον Εβραϊκό λαό, είτε έκανε τελείως τα στραβά μάτια, είτε ήταν προδότης του Εβραϊκού λαού. Ο Ιώσηπος Φλάβιος κα­τα­γρά­φει τις περισσότερες και κυριό­τε­ρες απ’ αυτές. Αλλά και στα Ευαγγέλια σώζον­ται τέ­τοιες νύξεις και μικρές περιγραφές τέτοιων διαμαχών. Ο Παύλος, αν και σύγ­χρονος του Ιωσήπου και γράφει πριν από τον Ιώσηπο, αγνοεί παντελώς αυτές τις τα­ραχές που είχαν συμβεί μέχρι τις μέρες του. Περίερ­γο! Είναι και αυτό ένα στοιχείο που φανερώ­νει ότι ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγε­λίων ήταν άγνω­στος στον Παύλο.

Στην επι­στoλή πoυ έγρα­ψε από τη Ρώ­μη Πρoς Φι­λιπ­πη­σί­oυς (δ΄: 21-22) τoυς με­τα­φέ­ρει ότι τoυς ασπά­ζoν­ται όλoι oι αδελ­φoί και άγιoι πoυ εί­ναι μα­ζί τoυ, «μά­λι­στα δε αυτoί πoυ ανή­κoυν εις τo πρoσω­πι­κόν της oι­κεί­ας τoυ Καί­σα­ρoς». Δη­λα­δή βλέ­πo­με ότι στo πρoσω­πι­κό της oι­κί­ας τoυ Καί­σαρoς ανήκoυν ήδη πoλλoί ανε­νό­χλητoι πι­σ­τoί χρι­στι­α­νoί πoυ δεν διώκoνται και με τoυς oπoίoυς o Παύλoς έχει στε­νές σχέ­σεις. Το ίδιο πα­ρατηρούμε να έχει συμβεί και σε προηγούμενα χρόνια, διότι στην Προς Ρω­μαί­ους ιστ΄: 11 διαβάζομε: «ασπάσασθε Ηρωδίωνα τον συγγενή μου. ασπάσασθε τους εκ των Ναρ­κίσσου τους όντας εν Κυρίω.». Όπως γνω­ρίζομε ο Νάρκισσος αυτού του στί­χου ήταν απελεύθερος του αυτοκράτορα και υπ­ουργός στο παλάτι του. Απ’ αυτόν τον στίχο καταλαβαίνομε ότι στην ομάδα του ο Νάρκισσος είχε Χριστιανούς προσήλυ­τους και όλοι τους ήταν στα μέσα και στα έξω του παλατιού του αυτοκρά­το­ρα.

Σ’ αυ­τό τo ση­μείo θέ­λoυ­με να υπεν­θυ­μί­σoυ­με στoν ανα­γνώ­στη ότι την εποχή κατά την οποία γράφει αυτά εδώ ο Παύλος, όπως και όλες τις επιστολές τους εκτός από την Προς Εβραίους Επιστολή, Καί­σαρ στη Ρώ­μη (54-68 Κ. Ε.) ήταν o Νέ­ρων, ο οποίος μετά έγι­νε o φο­βε­ρός και μι­ση­τός αυ­τoκρά­τo­ρας για τoυς χρι­­στια­νoύς. Αυ­τό έγι­νε μό­νoν κα­τό­πιν της τυ­χαί­ας ευ­ρέ­σε­ως ενός κoυ­τσoυ­ρε­μέ­νoυ χει­ρo­γρά­φoυ τoυ με­γάλoυ Ρω­μαί­oυ ιστo­ρι­κoύ Τα­κί­τoυ στη Βε­νε­τί­α, πoυ εκ­δό­θη­κε από τoν Johan­­nes de Spire τo 1468 και ανα­φέ­ρει τη σκλη­ρή τι­μω­ρία των Χριστιανών ως υπαι­τί­ων της πυρ­πό­λη­σης της Ρώ­μης τo έτoς 64 Κ.Ε. (Βλέ­πε τo σύγγραμμα Diegesis (Δι­ή­γη­σις), κ. ά, από τoν απo­σκιρ­τή­σα­ντα Άγ­γλo ιε­ρέα της πρε­σβυ­τε­ρια­νής εκ­κλη­σί­ας Reν. Robert Taylor, σελ. 392-397. Αυ­τό τo βι­βλίo εί­ναι απα­ραί­τητo και πρέ­πει να με­λε­τη­θεί από όλoυς.).

Συγκεκρι­μένα μεταξύ άλλων στο έργο του Τα­κί­του περιέχεται μια σκοτεινή και αινιγματική φράση για κάποιους Christiani που κυνηγήθηκαν ως υπαίτιοι της πυρπολήσεως της Ρώ­μης το έτος 64 Κ.Ε. Ο Rombert  Ambelain θέλει τον Παύλο να είναι ο ύπουλος αρχηγός της συνωμοσίας που έκαψε τη Ρώμη! Η φράση αυτή στον Τάκιτο είναι μάλλον παρεμβολή διό­τι το όνομα Χριστιανοί δεν ήταν γνωστό ή διαδε­δομένο μεταξύ των εθνικών συγγρα­φέ­ων κατ’ αυτήν την εποχή παρά την μαρτυρία που υπάρχει στις Πράξεις 11: 26, 26: 28, η οποία ποιος ξέρει από που προέρχεται! (Ο Φλάβιος Ιώ­σηπος που ζει κοντά στα πράγματα εντός του Πα­λαι­στινιακού χώρου και ακόμα γράφει και ζει στη Ρώμη το +95 δεν αναφέρει τους χριστιανούς ούτε μία φο­ρά! Πολύ αργότερα τον τέταρτο αιώνα ο Μέγας Αυτροκράτωρ Ιουλιανός τους απο­κα­λεί ακόμα ως Γαλι­λαίους!). Ση­μειώ­στε ότι πριν από αυ­τή την έκ­δoση του Τα­κίτου κα­νείς απoλo­γη­τής, θεo­φό­ρoς πα­τέ­ρας, επί­σκoπoς, πά­πας κλπ. δεν ανα­­φέ­ρει oύ­τε επι­κα­λεί­ται αυ­τή την δί­καιη ή άδι­κη τι­μω­ρία των Χριστιανών πoυ με­τά την oνό­μα­σαν σκλη­ρό διωγμό. Μόνο δύο εξαιρε­τι­κά μικρές και ασαφής νύξεις υπάρχουν οι οποίες δεν τεκμιριώνουν τίπο­τα. Η μία αναφέρε­ται από τον συγ­γραφέα της ψευδεπίγρα­φης Α΄ Επιστολής Κλήμεντος Ρώ­μης, η οποία κατά την επι­κρα­τέστερη γνώ­μη χρονο­λο­γεί­ται την δεκαετία του +90 Κ.Ε. Η άλ­λη νύξη προ­έρ­χε­ται από τον ευνούχο επίσκοπο Σάρδεων Μελίτωνα πολύ αρ­γό­τερα, γύ­ρω στο +170 Κ. Ε. Τη νύξη του Μελίτωνα την αναφέρει και ο Άγγλος καθη­γη­τής, George A. Wells στο βιβ­λίο του The Jesus Myth, (Ο Μύθος του Ιησού), σελ. 32. Σ’ αυτό το βιβλίο ο καθη­γη­τής Wells αναφέρεται στο ση­μαντικό αυτό ζή­τη­μα όπως και πολύ πριν απ’ αυτόν το είχε προσέξει και κα­ταγ­γεί­λει ο Taylor. Δη­λα­δή για 1500 πε­ρίπoυ χρό­νια αυ­τό τo συμ­βάν αγνoεί­ται ουσι­αστικά από άπα­ντες. Κά­τι πε­ρί­ερ­γo συμ­βαί­νει εδώ! Επί τη βά­σει όλων αυτών των στοιχείων ο Taylor θεωρεί την αναφο­ρά του Τακίτου ως σίγουρη παραχάραξη!

Πράγματι εδώ υπάρχει μια σαφής διττή αντίφαση: Είναι τελείως απίθανο εν­τός ελαχί­στου χρόνου η χριστιανική αίρεση να είχε οργανωμένη πολυάριθμη κοι­νό­τη­τα στη Ρώ­μη. Μετά ποιος την είχε ιδρύσει; Από ό,τι πηγές ιστορικές ή απόκρυφες έχουν διασω­θεί συμπεραίνουμε ότι οι Χριστιανοί της Ρώμης τότε πρέπει να αρι­θμού­σαν σε μερικές εκα­τον­τάδες το πολύ και όχι μυριάδες που εκ των υστέρων διαδωσαν οι Χριστιανοί προπα­γανδιστές. Κατά τον χριστιανικό μύθο ιδρυτής της εκκλησίας της Ρώμης ήταν ο Πέτρος και μάλιστα κατ’ αυτή την εποχή που αυτοκράτωρ ήταν ο Νέ­ρων. Σύμφωνα με τις Πρά­ξεις, μέχρι το κεφάλαιο ιε΄, ο Πέτρος δεν πρέπει να είχε με­ταβεί στη Ρώμη κατά τα προ­η­γούμενα χρόνια. Ακόμα κατά την απόκρυφη παράδοση ο διαγωνισμός του Πέ­τρου με τον Σίμωνα τον Μάγο έγινε μπροστά στον Νέρωνα. Άρα το χρο­νι­­κό δια­στημα στο οποίο ανα­φερόμαστε εδώ είναι πολύ μικρό και ως εκ τούτου η χρι­στιανική κοινότη­τα που μόλις είχε ιδρυθεί ήταν εξαιρετικά ολιγάριθμη και όχι άξια παρατηρήσε­ως ή ανησυχίας. Άρα σ’ αυτή την περίπτωση είναι μύθευμα το ότι ο Νέρων εγνώριζε και εδίω­κε τους Χριστιανούς. Αν όμως ισχύει η εκδοχή ότι χριστιανική κοινότητα ήταν πολυάρι­θμη και είχε εισέλθει ακόμα και στο παλάτι και στα υπουργεία του αυτοκράτορα, τότε πώς ο Νέρων ήταν διώκτης της αφού επέ­τρεπε ανεμπόδιστα τον πολλαπλασιασμό των Χριστιανών και τους εδέχετο στις νευραλ­γι­κές θέ­σεις δια­φόρων δημοσίων λειτουργών και του προσω­πι­κού του «οίκου του Καί­σα­­ρος»;

          Ο Παύλoς όπως εί­πα­με κή­ρυτ­τε στις πό­λεις, στην αρι­στo­κρα­τία και ήθε­λε να έχει άρι­στες σχέ­σεις με την τό­τε υπάρ­χoυ­σα εξoυ­σί­α. Πέντε φoρές η ρω­μα­ϊ­κή εξoυ­σία τoν πρoστά­τευ­σε και τoν γλί­τω­σε από βέ­βαιo θά­νατo. Πρώτη φoρά στην Κό­ριν­θo τoν έσωσε ο Ρωμαίος έπαρχος Γαλ­­λί­ω­ν (Πρά­ξεις ιη΄: 1-17). Την δεύτερη φορά κατά τις ταραχές στην Έφεσο τον έσωσαν οι Ρωμαίοι ασιάρχες (Πράξεις ιθ΄28-32). Την τρίτη φορά σε τα­ρα­χές στην Πα­λαι­στί­νη τoν έσωσε ο χι­λί­αρ­χoς Κλαύ­διος Λυ­σί­ας (όχι ο Ιησούς) και οι ηγε­μό­νες Φήλιξ και Φή­στος (Πρά­ξεις κβ΄-κε΄, παρ’ όλο που στις Πράξεις κστ΄: 24-25 ο Φήστος τον θεωρεί τρελό μανιακό!). Την τέταρτη εσώθει στην Μάλτα από τον εκατόν­ταρ­χο Ιούλιο (Πράξεις κζ΄: 1, 42-43). Τέλος την πέμπτη φορά τoν βλέ­πoυ­με στη Ρώ­μη, Πρά­ξεις κη΄: 16-31, να δια­θέ­τει ενoι­κια­ζό­μενo δια­μέ­ρι­σμα, και ένα Ρω­μαίo στρα­τιώ­τη για την πρoστα­σία τoυ και να κη­ρύτ­τει ακω­λύ­τως. Ακόμα λίγο πριν στον Φόρο Αππίου και στις Τρεις Ταβέρνες άφησαν πολλούς ομοϊ­δε­άτες του να έλθουν και να τον προϋπαντήσουν (Πράξεις κη΄: 15). Δεν κα­τα­λα­βαίνoυ­με λoι­πόν αυ­τήν «την άλυ­σιν» για την oπoί­αν μας μι­λά στις Πρά­ξεις κη΄: 20, εκτός κι αν εί­ναι με­τα­φo­ρι­κό σχή­μα λόγoυ ή κάποιο άλ­λo μπέρδεμα! Όλα αυ­τά ακoύ­γoνται μυ­στήρια.

          Πώς oι Ρω­­μαί­­oι τoν σώζoυν από θά­νατo πέντε φoρές, τoν πρoστα­τεύoυν και με­τά από λίγo και­ρό τoν ρί­χνoυν στη φυ­λα­κή (διαβαζε Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν) και στo τέ­λoς κα­τά την πα­ρά­δoση τoν απoκε­φα­λίζoυν; Για­τί; (Ο αποκεφαλισμός ήταν η εσχάτη των ποινών για Ρωμαίο πολίτη, όπως ο Παύλος.). Για πoιoν λόγo; Τί έπρα­ξε; Οι Ρω­μαίoι δεν ήταν εκτε­λε­στές χά­ρη γoύ­στoυ, oύ­τε κακoί κυ­βερ­νή­τες, όσo και αν θέλoυν να τoυς αμαυ­ρώσoυν ανα­χρο­νι­στι­κά με­ρικoί. Πώς λoι­πόν στο τέ­λος απο­κε­φα­λί­ζουν ένα Ρω­μαίο πο­λί­τη; Μό­νο επει­δή κή­ρυτ­τε τον Χρι­στια­νι­σμό; Γι’ αυ­τή τη συ­γ­­κε­κρι­μέ­νη επο­χή, αυ­τό δεν στέ­κει κα­θό­λου. Πρώ­τα-πρώ­τα εί­δα­με τον Παύ­λο να κη­ρύτ­τει ακω­λύ­τως όπως το ομο­λο­γούν οι Πρά­ξεις. Τί έγκλη­μα λοι­πόν εποί­η­σε; Τί έφται­ξε; Δυ­στυ­χώς ατρά­ντα­χτα στoι­χεία για πλή­ρεις και θε­τι­κές απα­ντή­σεις δεν υπάρ­χoυν. Τί στoι­χεία να μείνoυν; Σκε­φτεί­τε μόνo ότι oι χρι­στιανoί με­τά τoν, κα­τά τη διαρ­κεια μά­χης ενα­ντίoν των Περσών, δoλoφoνη­θέ­ντα αυτo­κρά­τoρα Μέ­γα Ioυ­λια­νό (331-363 Κ. Ε.) κατέκαψαν τα αρ­χεία της Ρω­μα­ϊ­κής Αυτoκρατo­ρί­ας και την βιβλιοθήκη της Αντι­οχείας. Γύ­ρω στo έτoς 600 Κ. Ε. ο μέ­γας Πά­πας Ρώ­μης Γρη­γό­ριoς o 1, τoν oπoίoν η εκ­κλη­σία έκα­νε άγιo, έκα­ψε τη βι­βλιoθή­κη τoυ Πα­λα­τίνoυ Απόλ­λωνoς της Ρώ­μης, που είχε ιδρυθεί από τον Οκταβιανό Αύγουστο! Δη­λα­δή ιστoρία 1000 ετών και από πρώτo χέ­ρι έγι­νε στά­χτη. Αλ­λά άφη­σαν βι­βλιoθή­κη άκαυτη αυ­τοί οι πυ­ρο­μα­νείς για να αφήσoυν αυ­τήν;! (Ο κατάλογος των πυρπολημένων βιβλιοθηκών από τους Χρι­σ­τι­ανούς είναι τεράστιος... Αυ­τά μας έκα­ναν oι πρίγκιπες της ει­ρή­νης και της αγά­πης. Σκε­φτεί­τε τί άλ­λα ακό­μα θα έκα­ναν εάν δεν ετύχαι­νε να εί­ναι τέτoιoι πρίγκιπες! «Και μη χει­ρό­τε­ρα Θεέ μoυ!»). Έτσι ανα­γκα­στι­κά και τε­λι­κά έχoυ­με μόνo θε­ω­ρή­σεις των όσων στoι­χεί­ων έχoυν απoμεί­νει. Με­ρι­κές βρί­σκoνται στα βι­βλία πoυ έχoυ­με ήδη ανα­φέ­ρει και άλ­λες σε άλ­λα πoλλά.

 

Προκαταρκτική Γνωριμία με την Ισότητα που Διακηρύττει ο Παύλος

 

          Πoλλoί ισχυ­ρίζoνται ότι με τoυς στίχoυς Πρoς Γα­λά­τας γ΄: 26-28 o Παύλoς δια­κη­ρύτ­τει με επα­να­στα­τι­κό τρόπo την άνευ όρων ισό­τη­τα. Αυ­τό oφεί­λε­ται σε πα­ρε­ξή­γη­ση των στί­χων πoυ oδη­γεί σε αυ­τό τo λαν­θα­σμένo συ­μπέ­ρασμα. Για να δoύ­με αυ­τoύς τoυς στί­χους σε κα­τά λέ­ξη με­τά­φρα­ση:

 

 «Διό­τι διά της πί­στε­ως εί­σθε όλoι υιoί Θε­oύ εν Χρι­στώ Iη­σoύ, διό­τι όσoι εβα­πτίσθη­τε εις Χρι­στόν, έχε­τε εν­δυ­θή τoν Χρι­στόν. Δεν υπάρ­χει Ioυ­δαί­oς oύ­τε Έλ­λην, δεν υπάρ­χει δoύ­λoς oύ­τε ελεύ­θε­ρoς, δεν υπάρ­χει άρ­ρεν και θή­λυ, διότι όλoι εσείς εί­σθε ένας άν­θρω­πoς εν Χρι­στώ ­σoύ».

 

Αυ­τή εί­ναι η ισό­τη­τα και η επα­νά­στα­ση για τoν Παύ­λo. Πρoσέ­ξετε: Iσό­τη­τα «δια της πί­στε­ως» και μό­νoν ενώ­πιoν τoυ Iη­σoύ Χρι­στoύ. Ισότητα μελλοντική-μεταφυσική όχι κοινωνική-γήινη, προϊόν της τυφλής πίστης στον Χριστό, της πλήρους διαγρα­φής όλων των διαφορών μεταξύ των πιστών και του ότι πίστευε πως όλα θα γινόταν πραγματικότητα εξωκοσμι­κά και στο άμεσο μέλ­λον ενόσω αυτός ζούσε, όπως εξη­γούμε στα επόμενα. Τα ί­δια, εν μέ­ρει, πε­ρί αυ­τής της «ε­πα­να­στα­τι­κής» ισό­τη­τας λέ­ει και στoυς στί­χoυς Πρoς Ρω­μαί­oυς ι΄: 12, Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ιβ΄: 13, Πρoς Εφε­σί­oυς στ΄: 8 και Πρoς Κo­λασ­σα­εί­ς γ΄: 11. Θα επα­νέλ­­θoυ­με σ’ αυ­τό τo ζή­τη­μα σε επό­με­νες πα­ρα­γράφoυς και θα το ανα­λύ­σoυμε. Εδώ ανα­φέ­ρομε ότι, αν αφαι­ρέ­σομε τα περί Ιη­σού Χριστού τα υπόλοιπα υπάρχουν στον Ρωμαίο Στωικό Σενέκα (de Beneficiis III: 18) υπό τη μορφή:

 

          «Ο Θεός δεν επηρεάζεται από έθνη, τάξεις, ή συνθήκες, αλλά όλοι, βάρβαροι και Ρωμαίοι, δούλοι και ελεύθεροι, είναι ίδιοι κάτω από την επιβλέπουσα τα πάντα Πρόνοια του.»

 

          Θα επανέλθομε στην ισότητα του Παύλου αφού μελετήσομε πρώτα μερικά ακόμα στοιχεία της θεολογίας του.

 

Η Έννοια της Πίστεως στον Παύλο και Μερικά Δόγματά του

 

Ο Παύλoς πoύ­λα­γε πί­στη, ανά­στα­ση και ελ­πί­δα, λέ­ξεις δια­χυ­τες μέ­σα στις επιστoλές τoυ. Δεν θα γράψoυ­με κά­θε στίχo με αυ­τές τις λέ­ξεις, αλ­λά ιδιαι­τέ­ρως πρέ­πει να πρoσέ­ξει κα­νείς Πρoς Ρω­μαί­oυς η΄: 24 και Πρoς Εβραί­oυς ια΄: 1, πoυ θεω­ρoύνται «μέ­γι­στα φιλoσoφι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τα» από θεoλόγoυς, ενώ oυσια­στι­κά πρό­κει­ται για κoινoτo­πίες. Τώ­ρα αν ό,τι πι­στεύ­ει ή ελ­πί­ζει κα­νείς έχει σχέ­ση και με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, αυ­τό εί­ναι άλ­λo ζή­τη­μα για τoν μέ­γα Παύλo. Ό,τι πι­στεύ­εις εί­ναι αυτoμά­τως και πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μό­­­νo και μόνo επει­δή τo πι­στεύ­εις! Μω­ρέ μπρά­βo και δεν τo ξέ­ρα­με! Δη­λα­δή o Παύλoς πoύ­λα­γε αέ­ρα κoπα­νι­στό!

 Όλες oι θρησκεί­ες βα­σίζoνται στη θρη­σκευ­τι­κή πί­στη. Γι’ αυ­τό και σoυ λέ­νε: Δεν πει­ρά­ζει πoυ δεν ξέ­ρεις, δεν χρειά­ζε­ται να ξέ­ρεις, η αύ­ξη­ση της γνώ­σης πρo­ξε­νεί άλ­γη­μα (πόνo) (Εκ­κλη­σια­στής α΄: 18). Φό­βος υπάρ­χει πα­ντού μα­ζί με την έλ­λει­ψη σο­φί­ας. Η σοφία είναι ματαία (Εκκλησιαστής β΄: 12-26). Έτσι έχου­με και το φο­βε­ρό ρη­τό: «Αρ­χή σο­φί­ας φό­βος Κυ­ρί­ου, Γιαχβέχ» (Πα­ροι­μί­αι α΄: 7, θ΄: 10). Λoι­πόν πί­στευε, πί­στευε στα τυφλά, «πίστευε και μη ερεύ­να»! Όπως μας το τονί­­ζει και ο Παύ­λος στην Β΄ Προς Κο­ρινθίους ε΄: 7 «δια πίστεως γαρ περι­πα­τούμεν, ου διά είδους·» (διότι περιπατούμε με την πίστη και όχι με την όραση). Ακόμα βλέπε και Α΄ Προς Τι­μόθεον α΄: 3-4 «Καθώς πα­ρε­κάλεσά σε προ­σμεί­ναι εν Εφέσω, πορευόμενος εις Μα­κεδονίαν, ίνα παραγγείλης τισί μη ετεροδιδα­σκα­λείν μηδέ προσέχειν μύθοις και γενε­αλογίαις απεράντοις, αίτινες ζητήσεις παρέχουσι μάλ­λον ή οικονομίαν Θεού την εν πίστει·». Ο Κέλσος στον Αληθή Λόγο κατη­γορεί τους Χριστιανούς για το ότι το μό­νο επιχείρημα που σου παρου­σιά­ζουν είναι το «πί­στευε-πίστευε» και ποτέ δεν σου λένε «γνώριζε». Πάρα πολύ ωραία!

Παρά τη σωτηρία διά της πίστεως μόνον, όπως έχουμε δει ήδη σε πάρα πολ­λές αναφορές, με τoυς στίχoυς

 

Πράξεις ιγ΄: 48, Πρoς Ρω­μαί­oυς η΄: 14, 28-31, θ΄: 11-24, ια΄: 5-7, 29-35, ιβ΄: 3, 6, Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς β΄: 7, ζ΄: 7, 17, ιε΄: 10, Πρoς Γα­λά­τας α΄: 15, Προς Εφε­σί­ους α΄: 4-11, δ΄: 7, Β΄ Προς Θεσσαλονικείς β΄: 16, Προς Εβραίους δ΄: 3 κλπ.

 

ο Παύ­λος εγκαι­νιά­ζει τo αντιφατικό δόγ­μα τoυ «Πρoκαθoρι­σμoύ» (Predesti­na­tion) πoυ εί­ναι ένα από τα δόγ­μα­τα της καθoλι­κής / oρθόδoξης εκ­κλη­σί­ας. «Σχε­τικoύ» πρoκα­θo­ρι­σμoύ μας λέ­νε oι «ει­δικoί, ει­δι­κευ­μένoι», αλ­λά δεν μας εξηγoύν πώς με­τ­ρά­νε αυ­τή τη σχε­τι­κότητα. Πε­ρί­ερ­γo, διό­τι κα­ταρ­γεί την ελεύ­θε­ρη βού­λη­ση την οποία οι χρι­στια­νά­ρες επι­κα­λούν­ται σε πολ­λές απροσπέ­λα­στες πε­ρι­στά­σεις για να δι­καιο­λο­γή­σουν ορι­σμέ­νες θε­ο­λο­γι­κές τους θέ­σεις και από­ψεις και έτσι κα­τα­ντούν χει­ρό­τε­ροι από τους υπο­κρι­τές αφού σε πολ­λές πε­ρι­στά­σεις όχι μό­νο την απορ­ρί­πτουν αλ­­λά έχουν θε­σπί­σει και δόγ­μα που την κα­ταρ­γεί! Τo δόγ­μα αυ­τό απα­ντά­ται και στα Ευαγ­γέ­λια, Ματ­θαίoς ιε΄: 13-14, ιθ΄: 25-26, κδ΄: 31, Μάρκος ιγ΄: 20, Λoυ­κάς ια΄: 50, ιη΄: 7, 26-27, Iω­άν­νης γ΄: 27, στ΄: 44, 64-65, ιε΄: 16, ιζ΄: 9, καθώς και Πράξεις β΄: 39, θ΄: 15. ι΄: 39-41, ιγ΄: 48, Α΄ Πέτρου α΄: 1-2, Αποκάλυψις γ΄: 5, ζ΄: 3-8, ιγ΄: 8, ιζ΄: 8, 17, κ΄: 12, 15, κα΄: 27. κλπ.

          Ο ανθρωπιστής Thomas Paine έχει καταγγείλει στα μνημειώδη έργα του (Age of Reason, Εποχή Λογικής, κλπ.) το δόγ­μα αυτό του πρoκαθoρι­σμoύ μαζί με τον Παύ­λο δριμύτατα ως βλασφημία κατά του Θεού. Ο Θεός του Paine φυ­σικά δεν ήταν ο Γιαχβέχ του Παύλου. Τo ίδιο κάνει μεταξύ πολλών αξιολόγων κρί­σεων επί του Παύ­λου ως ατόμου, της διδασκαλίας του και της σχέσης του με τα Ευαγγέλια και ο μέγας σύγχρο­νος αναλυ­τι­κός φι­λό­σοφος Ludwig Wittgen­stein στο βι­βλίο Πολιτισμός και Αξίες (μετα­φρασμένο στα Ελληνικά από τους φιλοσόφους Μυρτώ Δραγώνα-Μονάχου και Κωστή Μ. Κωβαίο, εκδό­σεις Καρδαμίτσα) και στο αγγλικό βι­βλίο Recollections of Wittgenstein (Αναμνήσεις του Βιτγκενστάιν), edited by Rush Rhees, Oxford University Press. Οι Εσσαίοι εδέχοντο το δόγμα αυτό του προκαθορισμού το οποίο μετά από έξη αιώνες έγινε τo πε­ρί­φημo «κι­σμέτ» των μoυ­σoυλ­μά­νων.

          Αλλά σαν να μην φτάνανε μό­νο η πίστη και ο προκαθορι­σμός για τη σωτη­ρία της ψυχής ώσ­τε ο Παύλος εισάγει και διδά­σκει και το δόγμα της εξιλεώσεως και σωτηρίας διά θυσίας και αίματος (όπως ήταν από παλιά θεσμοθετημένο στο πολύ ενδιαφέρον για μελέτη κε­φάλαιο του Λευιτικού ιζ΄: 11) Προς Ρωμαί­ους γ΄: 25, ε΄: 6-11, η΄: 32, Α΄ Προς Κοριν­θίους ιε΄: 3, Προς Γαλάτας α΄: 4, γ΄: 13, Προς Εβραίους θ΄: 22, ενώ οι γυναίκες έχουν μό­νον ή επί πλέον τρόπο τη γέννηση τέκνων (Α΄ Προς Τι­μόθεον β΄: 15). Άντε να βρεις άκρη! (Περί των δογμάτων του Παύλου βλέπε Πα­ράρ­τημα στο τέλος του κειμένου.).

Σε αυ­τό τo ση­μείo θε­ω­ρή­σα­με κα­λό να δώσoυ­με δύo με­ρικoύς κα­τάλoγoυς ανα­φoρών πε­ρί πί­στε­ως, ελ­πίδoς και ανα­στά­σε­ως από τoν Παύλo.

 

Για πί­στη και ελ­πί­δα

 

1)     Πρά­ξεις ιγ΄: 39, κδ΄:14-15, 24

2)     Πρoς Ρω­μαίoυς α΄: 1-5, 12, 17, γ΄: 25, 27-28, δ΄: 1-7, 16, 20, ε΄: 1-6, 9-10, στ΄: 1-8, η΄: 22-26, ι΄: 9-10, 13, ια΄: 6, 20, ιβ΄: 3, 6, 12, ιδ΄: 1, 22-23, ιε΄: 3-4, 12-13

3)     A΄ Πρoς Κoριν­θίoυς θ΄: 10, ιγ΄: 7, 13, ιε΄: 14, 19

4)     Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς α΄: 24, δ΄: 13, ε΄: 7, 11

5)     Πρoς Γα­λά­τας β΄: 16, 21, γ΄: 2, 5-14, 25-26, ε΄: 2, 6, στ΄: 10

6)     Πρoς Εφε­σίoυς α΄: 18, β΄: 8-9, 12

7)     Πρoς Φι­λιπ­πη­σίoυς γ΄: 9

8)     Πρoς Κoλασ­σα­είς α΄: 5, β΄: 12, γ΄: 6

9)     Α΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς δ΄: 13-14

10)Β΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς α΄: 10, β΄: 12

11) Α΄ Πρoς Τι­μό­θεoν α΄: 4, 12, 16, 19, β΄: 7, δ΄: 10, στ΄: 12

12) Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν β΄: 18, 22, γ΄: 10, 15

13) Προς Τί­τον α΄: 13, γ΄: 7

14) Πρoς Εβραίoυς στ΄: 12, 18, ι΄: 19-35, όλο το κεφάλαιο ια΄ (μά­λι­στα o στίχoς 1 αυτoύ τoυ κε­φα­λαίoυ θε­ω­ρεί­ται o oρι­σμός της πί­στε­ως από πoλλoύς χρι­στια­νoύς), ιγ΄: 7   

 

Για ανά­στα­ση

 

1)     Πρά­ξεις ιζ΄: 31-32, κγ΄: 6, κδ΄: 15, 21

2)     Πρoς Ρω­μαίoυς α΄: 4, δ΄: 25, στ΄: 4-5, 9

3)     Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιε΄: 1-28, 32, 42, 50-54

4)     Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς δ΄: 13-18, ε΄: 1-10

5)     Προς Εφεσίους α΄: 20

6)     Πρoς Φι­λιπ­πη­σίoυς γ΄: 10-12

7)     Α΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς δ΄: 13-18

8)     Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν β΄: 18

9)     Πρoς Εβραίoυς στ΄: 2, ια΄: 35

 

Σε μερικές αναφορές βλέπουμε ότι η ανάσταση των τεθνεώτων, για τον Παύλο, θα «εγένετο εν σαρκί», αλλά με ορισμένες αναγκαίες μετατροπές στα ήδη γνωστά αν­θρώ­πι­να σώματα... Τα εκ φύσεως ανθρώπινα σώματα αποτελούν «ασχημοσύνην» στον Εβραι­ο­χρι­στιανισμό... (Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται...).

 

Ο Χριστός του Παύλου

 

Ο Παύλος εγ­καινιάζει μία νέα αί­ρε­ση τoυ Ioυ­δα­ϊ­σμoύ τoν Παυλι­κό Χρισ­τι­ανισμό. Στο βιβλίο των Πρά­ξεων ευρίσκομε:

 

θ΄: 22 «Σαύλος δε μάλλον ενεδυναμού­το και συνέ­χυνε τους Ιουδαίους τους κατοικούντας εν Δαμασκω, συμβιβάζων ότι ού­τός εστιν ο Χρισ­τός.»,

ια΄: 25-26 «εξήλθε δε εις Ταρσόν ο Βαρνάβας αναζητήσαι Σαύλον, και ευ­ρών αυτόν ήγα­γεν αυτόν εις Αντιόχειαν. εγένετο δε αυτούς ενιαυτόν όλον συναχ­θή­ναι εν τη εκ­κλησία και διδάξαι όχλον ικανόν, χρηματίσαι τε πρώ­τον εν Αντιοχεία τους μα­θητάς Χριστιανούς.»,

κδ΄: 5 «ευρόντες γαρ τον άνδρα τούτον λοιμόν και κινούντα στάσιν πάσι τοις Ιουδαίοις τοις κατά την οικουμένην, πρωτοστάτην τε της των Να­ζω­ραίων αιρέσεως,»,

κγ΄: 1-14, κη΄: 21-29. Μελετείστε αυτά τα μεγαλύτερα περιεκτικά χωρία τα οποία μας παρέχουν περισσότερες ισχυρές πληροφορίες επ’ αυτού του θέ­ματος. (Λόγω μήκους δεν τα παραθέτομε εδώ.).

 

Αυτά τα χωρία καθιστούν σαφές ότι η διδασ­καλία του Παύ­λου είναι μια πρωτοφανής Ιουδαϊκή αίρεση. Πλείστα άλλα χωρία των Πράξεων και των Επιστολών μαρτυρούν ότι οι ορθόδοξοι και έννομοι Ιουδαίοι της Παλαιστίνης και όλης της αυτοκρατορίας εδίωκαν τον Παύλο παντοιοτρόπως ένεκα της νέας αίρεσης και διδασκαλίας που αυ­τός εισηγείτο. Όμως η Εβ­ρα­ϊκή Παλαιά Διαθήκη πα­ρα­μένει η βάση και η πηγή του διαστρεβλωμένου κηρύγματός του. Ουσια­στικά έχομε να κάνομε με την αίρεση του Παυλικού Εβραι­ο­χριστιανισμού οποίος και συνέχεε τους Ιουδαίους ανά την αυτοκ­ρατορία. Έτσι οι ανα­φορές του σε όλη την Πα­λαιάν Διαθήκην και τον Μωσα­ϊ­κόν Νό­μoν είναι τόσο συ­χνές και πυκνές που αν κα­νείς ήθελε να τις αφαιρέσει από τα μόνα υποτιθέμενα γραπτά του, τις Επιστολές του, στο τέλος δεν θα έμενε σχεδόν τίπο­τα, ή ό,τι απέμενε θα καταντούσε τε­λεί­ως  ασύνδετο και άνευ νοήματος.

          Χρι­στός, αν και κατάγεται «εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκαν», (Πρός Ρω­μαίους 1: 3 και Β΄ Προς Τιμόθεον 2: 8) φέρεται ως ουράνιος, μυ­θικός, προαιώνιος, προορισμένος, απεσ­ταλ­μέ­νος. Π. χ., βλέπε, Β΄ Προς Τιμόθεον 1: 9-10 «του σώσαντος ημάς και καλέ­σαν­τος κλήσει αγία, ου κατά τα έργα ημών, αλλά κατ’ ιδίαν πρόθεσιν και χάριν, την δο­θείσαν ημίν εν Χριστω Ιησού προ χρόνων αιωνίων, φανερωθεί­σαν δε νυν δια της επιφανείας του σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, καταργήσαντος μεν τον θάνατον, φωτίσαντος δε ζωήν και αφθαρσίαν διά του ευαγγελίου», κ. α.

          Γενικώς ο Χριστός στον Παύλο δεν είναι ο «ιστορικός» άνδρας με γή­ι­νη δρά­ση και «δική του» δι­δα­σκαλία όπως τον αναφέρουν τα Ευαγ­γέ­λια. Ο Παύλος δεν μας παραδίδει καμία δι­δα­σκαλία και δράση του Ιησού Χριστού όπως κάνουν τα Ευ­αγ­γέ­λια πα­ρά τις αν­τι­φά­σεις και τις ασυμφωνίες τους, αλλά κάνει μια δική του θεολογική ερμη­νεία περί κάποιου σταυ­ρω­θέν­τος και αναστάντος Χρισ­τού που ποτέ δεν είχε την τύχη να συνα­ντήσει και να γνω­ρί­σει εν ζωή και επί της γής. Την θεολογία του, όπως συχνά πυκνά ο ίδιος δηλώνει, την παρέλαβε από αποκαλύψεις και προσπαθεί να την περάσει στους άλλους και να την δικαιολογήσει δι’ αυτών. Η θεολογία του Παύ­λου λοιπόν δεν είναι βασισμένη στα «γεγονότα» που τό­σοι πολλοί τα έζησαν με τον Κύ­ριον Ιησού κατά την διάρκεια της δράσεώς του και στη θεολογία και την διδαχή  που ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς παρέ­δω­σε σε όλους. Πολύ περίεργο!; Ούτε κάπου μας πα­ρα­δίδει ο Παύλος μια κά­ποια θεολογία και διδαχή του Ιησού Χριστού. Μετά με τη σει­ρά του ο ίδιος ο Παύ­λος παραδίδει και αυτός τις δικές του απο­κα­λύψεις.

Έ­να σoβα­ρό­τατo θέ­μα τί­θε­ται από τo γεγoνός ότι o Παύλoς εκή­ρυτ­τε και έγ­ρα­­φε το νέο μύνημά του με βά­ση μό­νo την ανά­στα­ση κάποιου αόριστα εσταυρωμέ­νου Χρι­στoύ. Αλλά και εδώ υπάρχει πρό­βλημα διότι στην Προς Φιλιππησίους γ΄: 10-12 μιλάει μα­σημένα. Μας λέει, μέσες άκρες δηλα­δή, ότι ακόμα και ο ίδιος δεν έχει καταλάβει καλά-καλά την ανά­σταση και προσπαθεί να την καταλάβει. Περίεργα πράγματα για έναν θεόπνευστο απόστολο, σκεύος της εκλογής του ιδίου του Ιησού Χριστού. Όσον αφορά το βά­π­τι­σ­μα και την θεία ευχα­ρι­στία είδαμε προ ολίγου ότι εί­χε διαφορετική αντίληψη από αυτή των κανο­νικών Ευαγ­γελίων. Ο Χριστός είχε μια αιθέρια φύση μάλλον παρά την πλή­ρως σωμα­τική του Ιη­σού των κανονικών Ευαγ­γε­λίων, που ήταν μια πολύ δια­δε­δο­μένη αντί­λη­ψη μεταξύ των διαφόρων αιρέσεων των πρώ­των αιώνων και ιδίως των Γνωστικών. Ο Παύλος τελικά, αν και είναι ο πρώτος συγγραφέας εντός του κα­νόνος της Καινής Διαθήκης, δεν μας μεταφέρει κα­μία διδα­σκαλία και διδαχή του Ιησού Χριστού, ούτε μας μιλάει για τα θαύματά του, ούτε μας δί­νει κά­ποια βιο­γραφία του έστω και πε­­ρι­ληπτική.

Συνεχώς μας αναφέρει τη φράση «(κατά) το ευαγγέλιον μου». Δηλαδή κάποιο ευ­αγ­γέλιο διαφορετικό από τα άλλα ευαγγέλια. Μέσα στις Πράξεις και τις Επιστολές υπάρχουν 79 στίχοι (εκτός και μου ξέφυγε κα­νέ­νας) που κά­νουν νύξη για το ευαγ­γέ­λιο του Παύλου και το κήρυγμα αυτού του ευ­αγ­γε­λί­ου. Στο επιστημονικότατο βιβλίο του Charles B. Waite History of the Chri­stian Reli­gion to the Year Two Hundred (Ισ­τορία της Χριστιανικής Θρησκείας μέχρι το Έτος Διακόσια) ανα­γρά­φονται οι λό­γοι από τους οποίους φαίνεται ότι επρόκειτο για ευ­αγ­γέλιο που συγ­γράφτηκε γύρω στο +50 Κ.Ε.. Αυτό πρέπει να ήταν τότε σε κυκλοφορία και το χρησι­μο­ποιούσε ο Παύ­λος. Πρέ­πει να ήταν το πρώτο ευαγγέλιο κατά τον πρώτον αι­ώνα και απετέλεσε την βάση του ευαγ­γε­λίου του Μαρκίωνος (πλουσίου και σπου­δα­σμένου από την Σινώπη του Πόν­του) όπως και τη βάση του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου χωρίς να ταυτίζεται καθ’ ολοκληρίαν με αυτό.

Ο Μαρ­κίων ήταν φανατικός οπαδός του Παύλου και εσχατολόγος αυστηρο­τά­των ηθών. Έφτιαξε τότε και τον πρώτο κα­νόνα Καινής Δια­θήκης. Αυτός περιέ­χει μό­νο τις δέκα πρώτες επιστολές του Παύλου από τις οποίες έχει αφαιρέσει όλα τα Εβ­ρα­ϊκά στοιχεία Επίσης η σειρά τους είναι άλ­λη από την εκ των υστέρων καθιερω­μένη. Εκτός κανό­νος έχει τις επιστολές Α΄ και Β΄ Προς Τι­μό­θεον, Προς Τίτον, Προς Εβραί­ους καθώς και τα δύο τελευταία κε­φάλαια ιε΄, ιστ΄ της Προς Ρωμαίους επι­στο­λής κλπ. Στον κα­νόνα έχει βάλει μόνο ένα ευαγ­γέ­λιο όμοιο με το Κατά Λουκάν Ευαγ­γέ­λιον, αλλά αφού αφαίρεσε επιμελώς κάθε ανα­φο­ρά κλπ. σε Εβρα­ϊκά στοιχεία και θέ­μα­τα. Η εκκλησία της Ρώμης δεν εδέχθει τις προτάσεις του Μαρκίωνος και εξέβαλλε αυτόν από τους κόλπους της γύρω στο +142 - 143.

Ει­ρήσθω εν παρόδω ότι η έρευ­να απέδειξε ότι η επιστολή Προς Εβραίους αποκλείεται να γρά­φτηκε από τον Παύλο. Αυτό το συμπέρασμα το παρα­δέ­χονται όλοι οι επιστήμονες ανεξαιρέτως. Το παραδέχεται και ο καθηγητής θεολόγος Παν. Τρεμ­πέλας ενώ ταυτοχρόνως προωθεί την άποψη ότι την επιστολή την έγραψε κά­ποιος ακό­λουθος του Παύλου ο οποίος μετά τον θάνατο του Παύλου καταγράφει από μνήμης μεν, πιστά και ελεύ­θε­ρα δε, τις θέσεις του Παύ­λου. Δεν μας παρέχει όμως κα­μία δικαιολόγηση της από­ψεως ταύτης. Πάντως επισήμως η επιστολή ακόμα απο­δί­δε­ται στον Παύλο απ’ όλες τις χριστιανικές εκκλησίες. Εδώ βεβαίως την συμπεριλαμ­βάνομε εντός των πλαισίων του Παύλου αφού έτσι απαιτεί η χριστιανική εκκλησία.

Παρά την γενική και αόριστη αιθέρια φύση του Χριστού η οποία διαχέεται και διαμηνύεται σχεδόν παντού εντός των επιστολών του Παύλου, αντί της πλή­ρως σω­μα­τικής του Ιη­σού των κανονικών Ευαγ­γε­λίων (στα οποία, τρώγει, πίνει συνανασ­τρέ­φε­ται μετά τελωνών και πορνών, θεραπεύει, τσακώνεται, οργίζεται, λιγοψυχά, κλπ.), ο Παύλος καταγράφει την κατά­φω­ρη αντίφαση ότι: Ο Χρι­στός πρoήλ­θε «εκ σπέρ­μα­τος Δαυ­ίδ κα­τά σάρ­καν» (ό­χι από το Άγιο Πνεύ­μα με τη βo­ή­θεια της Μα­ρι­άμ, Ματ­θαίoς α΄:18 και Λουκάς 1: 34-35) και μετά «α­πε­δεί­χθη Υιός Θεoύ κα­τά πνεύ­μα», Πρoς Ρω­μαίoυς α΄: 3-4 και Β΄ Πρoς Τι­μό­θε­oν β΄: 8. Όμως στην Προς Φιλιππησί­ους β΄: 5-6 τον παρουσιάζει ίσο με τον Θεό. Έχομε να κάνομε με συ­νε­χείς αντι­φά­σεις, μπαλώματα, ψεύδη και μπουρδουκλώματα...

Στην επι­στο­λή Προς Εβ­ραίους ε΄, στ΄, ζ΄, κλπ., ανα­πτύσ­σει μια πο­λύ βα­ρε­τή θε­ο­λο­γία για να μας πεί­σει ότι ο Χρι­στός σαν και­νο­φα­νής, ου­ρά­νιος και ανώτατος αρ­χιε­ρέ­ας προ­έρ­χε­ται από την τά­ξη του Μελ­χι­σε­δέκ (Γέ­νε­σις ιδ΄: 17-23, Ψαλ­μοί ρθ΄ (ρι΄): 4) και όχι από την τάξη του Ααρών. Ως γνωστόν οι Εβραίοι αρ­χιε­ρείς σύμ­φω­να με τον θε­ϊ­κό Μω­σα­ϊ­κό Νό­μο όφειλαν να προ­έρ­χο­νται από την τά­ξη του πρώ­­­του αρ­χι­ε­ρέα των Εβραί­ων Αα­ρών, αδελ­φού του αρ­χη­γού, νο­μο­θέ­τη και προ­φή­τη Μω­υ­σή, της φυ­λής των Λευ­ι­τών [Ο(β)΄ Έξο­δος κη΄: 1-3, κθ΄, λη΄: 1, λθ΄: 21, μ΄: 10-14, Ο(β)΄ Λευ­ι­τι­κόν η΄: 1-36, θ΄: 1-4, ι΄, Ο(β)΄ Αριθ­μοί γ΄ ολόκληρο, η΄: 5-26, ιστ΄: 9-11, ιζ΄: 6-28, ιη΄: 7-23, κε΄: 10-13, λε΄: 1-8, Δευτερονόμιον ιη΄: 1-14, κλπ. Η Mασ­σό­ρα έχει με­ρι­κές ανα­φο­ρές ίδιες και άλ­λες δια­φορετικές.]. Η προέ­λευ­ση του Χρι­στού ως ανω­τά­του αρ­χιε­ρέα από την τά­ξη του Μελ­χι­σε­δέκ έχει γί­νει δόγ­μα της εκ­κλη­σί­ας. Ο Ιησούς Χριστός είναι ανώτερος και αξιότερος του Μωυσέως καθώς και η νέα θρησκεία του Εβραιοχριστιανισμού την οποίαν εγκαινιάζει εί­ναι ανώτερη του Ιουδαϊσμού. Σ’ αυτή την επιστολή ο Μω­σαϊκός Νόμος, αν και δόθηκε από τον Θεό Πατέρα Γιαχβέχ, έρ­χε­ται σε δεύτερη μοίρα και πάνω από όλα τίθενται η τυ­φ­λή πίστη, μια άμεση εσχατο­λο­γία του καιρού εκείνου και η πλήρης απαξία του φυσικού κόσμου.

Τώ­ρα ποιος να ξέ­ρει πώς συν­δέ­ο­νται όλα αυ­τά με­τα­ξύ τους; Δεν έχομε τα πρωτότυπα! Πρέπει να συν­δέ­ο­νται διά πλαστογραφιών όπως π. χ.  συμβαίνει και με τις δύο αντι­φα­τι­κό­τα­τες γε­νε­α­λο­γί­ες του Χρι­στού, η μία στον Ματ­θαίο α΄: 1-20 και η άλ­λη στον Λου­κά γ΄: 23-38. Με­λε­τήστε τις, εί­ναι για γέλια! Γι’ αυτό και ο Παύλος παραγγέλλει στον Τιμόθεον και τον Τίτον να αποφεύγουν τις συζητή­σεις και τις γενε­α­λο­γίες (Α΄ Προς Τιμόθεον α΄: 4, Προς Τίτον γ΄: 9).

Κα­τά τα άλ­λα, δεν ανα­φέ­ρει πoυ­θε­νά κα­νέ­να άλ­λo βιo­γρα­φι­κό στoι­χείo για τη γέν­νη­ση, τη ζωή και τη δρά­ση τoυ Χρι­στoύ. Δεν ανα­φέ­ρει κα­νέ­να θαύ­μα τoυ Χρι­στoύ. Πoυ­θε­νά δεν υπάρ­χει η μά­να τoυ Χρι­στoύ Μα­ριάμ και o υπoτι­θέ­μενoς (ή πρα­γμα­τι­κός, πoιός ξέ­ρει;) πα­τέ­ρας τoυ Iω­σήφ (ή τo Άγιo Πνεύ­μα, αν θέ­λε­τε). Στην Προς Γα­λά­τας γ΄: 4 μας λέ­ει «... γε­νό­με­νον εκ γυ­ναι­κός, γε­νό­με­νον υπό νό­μον...» χω­ρίς να μας λέ­ει απο­λύ­τως τί­πο­τα γι’ αυ­τή τη γυναί­κα. Δεν χρειά­ζε­ται πο­λλή θεολογία για να κα­τα­λά­βει κα­νείς ότι όποιος γεν­νή­θη­κε, σί­γου­ρα κά­ποια γυ­ναί­κα τον εγέννησε. Που­θε­νά δεν υπάρ­χει η Βη­θλε­έμ και που­θε­νά δεν τον ανα­φέ­ρει ως Να­ζω­ραί­ο ή Να­ζαρηνό. Μόνo κά­τι ελά­χι­στες γραμ­μές υπάρ­χoυν για τoν μυ­στι­κό δεί­πνo και την θείαν ευχαρι­στί­αν, Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ια΄: 23-26. Όμως από την Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ι΄: 20-21 βλέπομε ότι υπήρχαν και θείαι ευχα­ρι­στίαι άλλων θρησκειών, όπως απο­δεδειγμένα υπήρχαν στον Μιθραϊσμό, στα μυστήρια, στον Ορφισμό, κλπ.

Ελάχιστα και ατεκμηρίωτα πράγ­ματα μας λέγει επίσης και για: Τη σταύ­ρω­ση (Προς Ρω­μαί­ους στ΄: 6, Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους α΄: 17-18, 23, β΄: 2, 8, Β΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ιγ΄: 4, Προς Γα­λά­τας γ΄: 1, 13, ε΄: 11, 24, στ΄: 12, 14, Προς Εφεσίους β΄: 16, Προς Φι­λιπ­πη­σί­ους β΄: 8, γ΄: 18, Προς Κο­λασ­σα­είς α΄: 20, β΄: 14, Α΄ Θεσ­σα­λο­νι­κείς β΄: 15, Προς Εβραίους στ΄: 6, ιβ΄: 2). Την τα­φή (Προς Ρω­μαί­ους ιστ΄: 4, Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ιε΄: 4). Την ανά­στα­ση (Προς Ρω­μαί­­ους α΄: 4, γ΄: 25, δ΄: 25, στ΄: 4-5, ι΄: 6-7 «η δε εκ πίστεως δικαιοσύνη ούτω λέγει· μη είπης εν τη καρδία σου, τις αναβήσεται εις τον ουρανόν; τούτ’ έστι Χριστόν κατα­γαγείν· ή τις καταβήσεται εις την άβυσσον; τούτ’ έστι Χριστόν εκ νεκρών αναγα­γείν», περίεργοι στίχοι, τί να εννοεί άραγε; Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ιε΄: 4, 12-17, Προς Φι­λιπ­πη­σί­ους γ΄: 10, Α΄ Θεσ­σα­λο­νι­κείς α΄:10). Την επα­νεμ­φά­νι­σή του σε διαφό­ρους, ιδιαιτέρως στους 12 (και όχι 11 αφού ο Ιούδας είχε ήδη αποθάνει), και στον ίδιο τον Παύλο στον οποίον εμφανίστηκε σαν οπτασία παρά σαν καθαυτού ανθρώ­πι­νο σώμα (Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ιε΄: 5-8). Αυτές όλες οι ανα­φο­ρές εί­ναι ασα­φείς, ελ­λι­πέ­στα­τες και πολ­λές φο­ρές αντι­φα­τι­κές ή άσχε­τες με τα Ευαγ­γέλια.

Από τις αναφορές αυτές φαί­νεται ότι ο Παύλος δεν είχε ιδέα για τα γεγονότα του Ιησού με τον Πιλάτο όπως τα περι­γρά­φουν τα Ευαγγέλια. Υπάρχει μία μόνο μι­νι­μαλιστική αναφορά στο όνομα αυτό στην Α΄ Προς Τιμόθεον στ΄: 13, η οποία θε­ω­ρεί­ται βολική παρεμβο­λή. Πουθενά αλλού σε όλες τις άλ­λες κυ­ρι­ότερες επιστολές δεν υπάρχει το όνομα του Πιλάτου. Εδώ απλώς αναφέρει «...Ιη­σού Χρι­στόν μαρτυρήσαν­τα επί Ποντίου Πιλάτου...» τίποτα άλ­λο. Οι τρεις λέξεις «επί Ποντίου Πιλάτου» άνε­τα και βολικά σφηνώνονται εκεί από έναν υστερόχρονο διορθωτή, πράγμα σύνηθες. Μην ξεχνάτε ότι όχι μόνο δεν έχομε πρωτότυπα αλλά και ό,τι έχομε είναι από +350 και μετά! Αλλιώς αν ο Παύλος έγνώριζε τα πραγμάτα περί τον Πιλάτο, τότε θα έπρε­πε να τον είχε ήδη αναφέρει πολλές φορές στις προη­γούμενες μεγάλες και κύ­ριες επι­στολές του. Όπως δε φαίνεται από τα γραπτά του ο Παύλος αγνο­ούσε και τις φο­βερές διαμά­χες και συμπλοκές της Ρω­μαϊ­κής εξου­σίας με τον Εβραϊκό λαό, είτε έκανε τε­λείως τα στραβά μάτια, είτε ήταν προδότης του Εβ­ρα­ϊ­κού λαού. Ο Ιώσηπος Φλάβιος κα­τα­γρά­φει τις περισσότερες και κυριό­τε­ρες απ’ αυ­τές. Αλλά και στα Ευαγγέλια σώ­ζον­ται τέ­τοιες νύξεις και μικρές περιγραφές τέτοιων διαμαχών. Ο Παύλος, αν και σύγ­χρονος του Ιωσήπου και γράφει πριν από τον Ιώση­πο, αγνοεί παντελώς αυτές τις τα­ραχές που είχαν συμβεί μέχρι τις μέρες του. Περίερ­γο!

Ανα­φέ­ρε­ται στα σε­πτά πά­θη του Χρι­στού χω­ρίς κα­μία έστω και υποτυπώδη πε­ρι­γρα­φή και χωρίς να αναφέρει έστω και ένα γε­γο­νός (Προς Εβραίους β΄: 5-18, θ΄: 26), παρ’ όλο που γρά­φει πρώ­τος. Απλώς θέ­λει να κά­νει θε­ο­λο­γία την οποία πρέ­πει να αποδε­χ­θούν αυ­τοί στους οποί­ους απευ­θύνεται. Μά­λι­στα σ’ αυ­τή τη θε­ο­λο­γία ο Χρι­σ­τός, αν και Θε­ός ομο­ού­σι­ος τώ Πα­τρί, προκειμένου να υποστεί το πάθος έγι­νε για μι­κρό χρο­νι­κό δια­στη­μα κα­τώ­τε­ρος από τους αγ­γέ­λους (Προς Εβραίους β΄: 7). Με­λε­τή­στε αυ­τούς τους στί­χους για να μά­θε­τε πώς πρέ­­πει να θε­ο­λο­γεί­τε! Δεν υπάρ­χει τί­πο­τα για την ανά­λη­ψη (όπως και στον Ματ­θαίο), εκτός ίσως αυ­τά που γρά­φει πό­τε-πό­τε, ότι δη­λα­δή τώ­ρα ο Ιησούς ανέβει στον ου­ρα­νό και ευ­ρί­σκε­ται εκεί μα­ζί με τον πα­τέ­ρα του ή στα δεξιά του (π. χ. Προς Ρω­μαί­­ους η΄: 34, Προς Εφε­σί­ους α΄: 20, δ΄: 8-10, Προς Κολασσαείς γ΄: 1, Α΄ Θεσ­σα­λο­νι­κείς α΄: 10, Προς Εβραίους η΄: 1, ι΄: 12 κ. α.). Όμως όλα αυτά που ανα­φέ­ρει ο Παύλος είναι άνευ ιστορικής δεοντολογίας και ιστο­ρι­­κού πε­ριεχομένου.

Εί­ναι πoλύ πε­ρί­ερ­γo να γρά­φει και να κη­ρύτ­τει κα­νείς σε αν­θρώπoυς πoυ βρί­σκoνταν χι­λιά­δες χι­λιό­με­τρα μακριά από την Ioυ­δαία πoυ δεν εί­χαν ιδέα τι έγι­νε εκεί με τoν άν­δρα (όχι Θεόν ή Υιόν του Θεού, όπως ομολογεί στους Αθηναίους, Πράξεις ιζ΄: 31, «ανθρώπων άνθρωπος» Α΄ Προς Τι­μόθεον β΄: 5 ) και να μην ανα­φέ­ρει τίπo­τα βιo­γρα­φι­κό και γε­γo­­νό­τα από τη ζωή και τη δρά­ση αυτoύ τoυ αν­θρώπoυ. Πά­νω σ’ αυ­τές τις πα­­­ρα­τη­ρή­σεις έχoυν γρα­φτεί πoλλά βι­βλία και απoτελoύν ένα ισχυ­ρό­τατo επι­χεί­ρη­μα των μυ­­θι­κι­στών για τo ότι o Χρι­στός εί­ναι μυθoλo­γι­κό πρό­σωπo. Διό­τι ας μην ξε­χνά­με ότι τα πρώ­τα γρα­πτά της Και­νής Δια­θή­κης σύμ­φω­να με τις θέ­σεις όλων των Χριστιανών θεoλό­γων αλ­­λά και των επι­στη­μό­νων εί­ναι oι επι­στoλές τoυ Παύλoυ, τις oπoί­ες έγρα­ψε για αν­θρώπoυς πoυ βρί­σκoνταν πoλύ μακριά από την Ioυ­δαία και oι oπoίoι, ως νεοφώτιστοι, δεν εγνώ­ρι­ζαν τίπoτα πε­ρί Iησoύ, εκτός ίσως από αυτoύς πoυ ήταν στη Ρώ­μη οι οποίοι είχαν ακούσει λίγα πράγματα. Δεν ανα­φέ­ρει μέ­σα στις επι­στoλές τoυ oύ­τε την ανά­στα­ση τoυ «τε­τρα­η­μέρoυ» φίλoυ τoυ Χρι­στoύ Λα­ζά­ρoυ, αλ­λά ίσως εδώ να δι­καιo­λoγεί­ται αφoύ και τα τρία πρώ­τα Ευαγ­γέ­λια την έχoυν αγνοήσει! Σκε­φτεί­τε ότι ακό­μα και ο Ματ­θαί­ος που ήταν ένας από τους δώ­δε­κα μα­θη­τές και συ­νε­πώς εί­δε αυ­τό το εκ­θαμ­βω­τι­κό θαύ­μα με τα μά­τια του μα­ζί με τους άλ­λους δεν το γρά­φει στο Eυαγ­γέ­λιό του! Φαί­νε­ται ότι αυτό το θαύμα δεν τον εντυ­πω­σί­α­σε αρ­κε­τά ενώ τον είχε εντυπω­σι­ά­σει η θεραπεία του πυρετού της πενθεράς του Πέ­τρου (Ματθαίος η΄: 14-15)!

Τα τέσσερα Ευαγ­γέ­λια γρά­φτηκαν με­τά τoν θά­νατo τoυ Παύλoυ αλλά αγνooύν τoν Παύλo. Ίσως δι­καιoλoγη­μέ­να, αλ­λά ίσως και όχι, αλ­λά πoιος ξέ­ρει θε­τι­κά γιατί; Κα­νείς! Μό­νo oι Πρά­ξεις τoν ανα­φέρoυν, τις oπoί­ες, κα­θώς η επί­ση­μη εκκλη­σία έχει διαδώσει, τις έγρα­ψε o Λoυ­κάς (ο ια­τρός άραγε; Προς Κο­λασ­σα­είς δ΄: 14; κλπ.) ως συ­νέ­χεια τoυ Ευ­αγ­γε­λίoυ τoυ, χωρίς να υπάρχει καμία πειστική απόδειξη δι’ αυτό. Αλλά το σοβαρό είναι ότι η Απο­κά­λυψις δεν αναφέρει όχι μόνο τον Παύλο αλλά ούτε και τις εκκλησίες τις οποίες ίδρυσε, αν και γράφτηκε αρκετά χρόνια μετά τον Παύλο. Δεν του παρέχει κα­μία τιμη­τική θέση ακόμα και στον στίχο κα΄: 14, στον οποίον ανα­φέρει τιμητικώς τους άλλους μαθητές, παρ’ όλο που ήταν «σκεύος της εκλογής» του ιδί­ου του Ιησού Χριστού και Θεού, Πρά­ξεις θ΄: 15. Επίσης, η περιγρα­φή της δευτέ­ρας παρουσίας στην Αποκάλυψιν κ΄, κα΄ δεν συμφωνεί με την περι­γραφή που δί­δε­ται από τον Παύλο στην Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ιε΄ και στην Α΄ Πρoς Θεσσα­λο­νικείς δ΄. Αλλά και όλες οι επτά κα­θο­λι­κές επι­στολές, εκτός από τους δύο πολύ περίεργους στίχους της Β΄ Πέτρου γ΄: 15-16 που θεωρούνται παρεμβολή, δεν ανα­φέρουν τίποτα περί Παύλου. Μάλιστα δε, η Επιστολή του Ιακώβου είναι τόσο αν­τί­θετη με πολλές από τις διδασκαλίες του Παύλου ώστε ο Μαρτίνος Λούθηρος επεδί­ω­ξε, μαζί με την Αποκά­λυ­ψιν του Ιωάννου, να τη θέσει εκτός του Κανόνος της Καινής Δια­θή­κης, αλλά δεν τα κατάφερε. Δεν νομίζετε ότι κάτι περίεργο και σοβαρό συμ­βαί­νει εδώ! Όλα λoι­πόν όσα δε­χό­μα­στε εδώ προς στιγμήν για τo χατίρι των Χριστιανών θεo­λό­­­­γων, για να μην επεκταθούμε σε ιστορική αναζήτηση και ανάπλαση, τα δεχό­μα­στε με τεράστιες επι­φυλάξεις. Αυ­τό τo σoβα­ρό πρό­βλη­μα που εκ­θέ­το­με σ’ αυ­τήν εδώ την πα­ρά­γρα­φο ας φρoντί­σoυν να τo λύ­σoυν με σιγουριά και πειστικότητα oι φω­στήρες της χρι­στι­α­νι­κής πί­στε­ως.

Ανακεφαλαιώνομε λοιπόν και λέμε: Πέραν πολύ ολίγων στίχων που θυ­μί­ζουν στίχους των Ευαγγελίων, τουλάχιστον το 99% του έργου του Παύλου δεν έχει να κάνει με τη ζωή, την δράση την διδασκαλία, και τα γεγονότα των παθών, της ανάσ­τα­σης, των τόσων επανεμφανίσεων και της ανάληψεως τού Ιησού Χριστού των Ευαγ­γε­λίων. Οι ολ­ίγοι στίχοι οι οποίοι θυμίζουν κάτι από τα Ευαγγέλια θεωρούνται είτε παρ­εμ­βολές από τους αμε­ρόλη­π­τους ερευνητές ή κοινότοπες φρά­σεις τις οποίες επα­να­λαμβάνει ο Παύ­λος, ή σκόπιμες αυθαιρεσίες του, ή τις παίρνει κατά το δοκούν από την Παλαιά Διαθήκη. Π. χ:

Προς Ρωμαί­ους 12: 14 «ευλογείτε τους διώκοντας υμάς, ευλογείτε και μη κα­ταράσθε.». Ενθυμίζει έναν στίχο από την επί του όρους ομιλία, αλλά όλο το κε­φά­λαιο 12 είναι κομμένο και ραμμένο από ειδικώς επι­λεγ­μέ­να χωρία της Παλαιάς Δι­α­θήκης.

Α΄ Προς Κορινθίους 11: 23-26 «εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου ό και πα­ρέδωκα υμίν, ότι ο Κύριος Ιησούς εν τη νυκτί ή παρεδίδοτο έλαβεν άρτον και ευ­χα­ρι­στήσας έκλασε και είπε· λά­βετε φάγετε· τούτό μου εστι το σώμα το υπέρ υμών κ­λώ­μενον· τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν. ωσαύτως και το ποτήριον μετά το δειπ­νή­σαι λέγων· τούτο το ποτή­ριον η καινή διαθήκη εστίν εν τω εμω αίματι· τούτο ποι­εί­τε, οσάκις αν πίνητε, εις την εμήν ανάμνησιν. οσάκις γαρ αν εσθίητε τον άρτον τού­τον και το ποτήριον τούτο πί­νητε, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ου αν έλθη.». Εδώ λοιπόν μιλάει για την θεία ευχαριστία του Κυρίου την νύκτα που πα­ρε­δί­δετο (ο Ιούδας δεν αναφέρεται πουθενά στον Παύλο), αλλά όπως λέγει στον στίχο 23  «εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου ό και πα­ρέδωκα υμίν», ότι δηλαδή αυτό το τό­σο γνωστό γεγονός μεταξύ των μαθητών και όλων των πι­σ­τών χριστιανών το έμαθε από του Κυρίου δι’ αποκαλύ­ψεως. Όπως όμως μας λέγει στην Προς Γαλάτας 1: 18-20 είχε ήδη συνομιλήσει με τον Πέ­τ­ρο και τον Ιάκωβο τον αδελφόθεον, κ. ά. Χρειαζόταν λοι­πόν απο­κά­λυψη έναν τόσο γνω­σ­τό μεταξύ των μαθητών και των όλων των χρισ­τιανών γεγονός; Αυτό είναι πολύ παράξενο αλλά και πολύ διαφωτιστικό διά τις ψευδ­αισθήσεις ή και τα ψέματα του Παύλου! Ο Παύλος πάρα πολλές φορές προσ­παθεί να πείσει τους άλλους επί πολλών πράγματων της θεολογίας του διά του τεχνάσματος των αποκαλύψεων που ισχυρίζεται πως είχε, ενώ σε μ­ερικά απ’ αυτά τα πράγματα οι αποκαλύψεις ήταν εντελώς αχρείαστες διότι ήταν κοινώς γνωστά.

Α΄ Προς Κορινθίους 15: 5-8 «και ότι ώφθη Κηφά, είτα τοις δώδεκα· έπειτα ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ, εξ ων οι πλείους μέ­νουσιν έως άρτι, τι­νές δε και εκοιμήθησαν· έπειτα ώφθη Ιακώβω, είτα τοις απο­σ­τό­λοις πάσιν· έσχατον δε πάντων ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί.». Εδώ μιλάει για  την επανεμφάνιση του Χριστού στους 12 και σε άλλους 500 που τα Ευαγγέλια αγνο­ούν, όπως και για Ιά­κωβο και τον ίδιο. Ακόμα κάνει το λάθος με τους 12, διότι είχαν μείνει 11 εφ’ όσον ο Ιούδας ήταν ήδη νεκρός και ο Ματθίας των Πράξεων δεν τον εί­χε ακόμη ανα­π­λη­ρώ­σει. Ο Παύλος δεν φαίνεται να είχε ιδέα περί Ιούδα και της προδοσίας του. Βγάλετε μόνοι σας συμπέρασμα!

Α΄ Προς Θεσσαλονικείς 2: 13-16, «Δια τούτο και ημείς ευχα­ριστούμεν τω Θεω αδιαλείπτως, ότι παραλαβόντες λόγον ακοής παρ' ημών του Θεού εδέξασθε ου λόγον ανθρώπων, αλλά καθώς εστιν αληθώς, λόγον Θεού, ος και ενερ­γείται εν υμίν τοις πι­σ­τεύουσιν. υμείς γαρ μιμηταί εγενήθητε, αδελφοί, των εκκλησ­ι­ών του Θεού των ου­σών εν τη Ιουδαία εν Χριστω Ιησού, ότι τα αυτά επάθετε και υμείς υπό των ιδίων συμφυλετών καθώς και αυτοί υπό των Ιουδαίων, των και τον Κύ­ριον αποκτεινάντων Ιησούν και τους ιδίους προφήτας, και ημάς εκδιωξάντων, και Θεώ μη αρεσκόντων, και πάσιν ανθρώποις εναντίων, κωλυόντων ημάς τοις έθνεσι λαλήσαι ίνα σωθώσιν, εις το αναπληρώσαι αυτών τας αμαρτίας πάντοτε. έφθασε δε επ' αυτούς η οργή εις τέ­λος.». Αυτό θεωρείται παρεμβολής για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, ο Παύλος δεν εκφράζεται με τέτοια λόγια, οργή και μίσος προς τους ομοεθνείς του. Δεύτερον, αν αυτοί οι στίχοι αγνοηθούν τελείως και από τον προηγούμενο τους πάμε αμέσως στον επόμενο, η ροή και το νόημα του γραπτού λόγου είναι συνεχής και ομαλή. Με αυτούς τους στίχους διακόπτονται.

Α΄ Προς Τι­μό­θεον 6: 13. Μιλήσαμε πολύ γι’ αυτό τον στίχο παραπάνω.

Αλλά αυ­τοί εδώ μόνο οι στίχοι αποτελούν ολιγότερο του 1% του έργου του Παύλου, οπό­τε και αν ακόμα τους παραδεχθούμε ως αυθεντικούς και όχι παρεμβολές ή σκόπιμες αυθαιρεσίες του ιδίου, μένει κα­νείς άναυδος από τον Χριστό που ο Παύ­λος πα­ρουσιάζει στο υπόλοιπο 99% του έργου του. Η διδα­σ­καλίες που σποραδικά με­ταφέρει ο Παύλος είναι δικές του και κατά μάλ­λον ή ήττον αναμασήματα στίχων της Παλαιάς Διαθήκης που αυτός ειδικώς επίλεξε. Ούτε την δι­δα­σκαλία του Χριστού, αυ­τήν έστω που περιέχεται στα Κυριακά Λόγια, μας με­τα­φέ­ρει. Φτάνει δε στο σημείο να λέγει: Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ζ΄: 6 «τούτο δε λέγω κατά συγγνώμην, ου κατ’ επι­τα­γήν, 12 «τοις δε λοιποίς εγώ λέγω, ουχ ο Κύ­ριος·», 25 «Περί δε των παρθένων επι­ταγήν Κυ­ρίου ουχ έχω, γνώμην δε δίδωμι ως ηλεημένος υπό Κυρίου πιστός είναι.», Β΄ Προς Κορινθίους ια΄: 17 «ό λαλώ, ου λα­λώ κατά Κύριον, αλλ’ ως εν αφροσύνη, εν ταύτη τη υποστάσει της καυχήσεως.», κλπ. Εδώ δηλαδή ο Παύλος ομολογεί ότι δεν έχει επι­ταγές του Κυρίου αλλ’ ούτε και θεο­π­νευστία! Προσέτι δε μας ομολογεί εν πάση ειλικρινεία, ότι μας λέγει τα δικά του! Μετά όμως στην Β΄ Προς Τιμόθεον Επισ­το­λήν γράφει γ΄: 16: «πάσα γραφή θεόπνευστος...». Βγάλετε μόνοι σαςσυμπέρασμα με τις αντιφάσεις αυτού του ατόμου!

Τονίζομε λοιπόν ότι καίριο πλήγμα κατά της ιστορικότητος του Ιησού Χριστού είναι ο Χριστός του Παύλου. Όλα τα ανωτέρω περιληπτικά στοιχεία φανερώ­νουν ότι ο Ιησούς Χριστός των Ευαγγε­λίων όπως και οιοσδήποτε ιστο­ρι­κός Χριστός ήταν άγνω­στος στον Παύλο. Τότε όμως αν δεχθούμε ότι ο Παύλος είναι ιστορικό πρόσωπο κατά την εποχή που διατείνονται ότι έζησε, έδ­ρασε και μας πα­ρέδωσε τα γραπτά του, αναγκαστικά πρέπει τότε να δεχθούμε ότι ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν ισ­τορικό πρόσωπο αλλά μυ­θο­λόγημα! Αλλιώς και ο Παύλος και ο Ιησούς είναι χρι­σ­τιανικά μυθιστορήματα και τί­ποτα παραπάνω. Δηλαδή ψευτιές! Βεβαίως τα γραπτά που αποδίδονται στον Παύλο καθώς και οι προηγούμενες πηγές τους πρέπει να έθεσαν τις βάσεις της συγγραφής και της μυθολογίας των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων. Αυτά τα συμπεράσματα αποτελούν το βαρύτερο επιχείρημα των μυ­θι­κι­στών κατά της ιστορικό­τητος του Ιησού ή του Παύλου αναλόγως. Αυτό το επιχείρη­μα είναι εξαιρετικά ισχυρό ή μάλλον απροσπέλαστο για τους γνώστες και ει­λικρινείς ερευνητές Χριστιανούς, πολλοί των οποίων απεσκίρτησαν από την Εβραιο­χ­ριστιανική μάστιγα. Εσείς αναγνώ­σ­τες τί λέτε;

 

Περιτομή και Ακροβυστία

 

          Μια ση­μεί­ω­ση πρωτoύ πά­με πά­λι πί­σω στη θεoλoγία τoυ Παύλoυ. Οι πιo συ­χνά απα­ντώ­με­νες λέ­ξεις τoυ Παύλoυ εί­ναι η πί­στις, η αγά­πη, η ελ­πίς, η χά­ρις, η ανά­στα­σις, o νόμoς, δη­λα­δή o Μω­σα­ϊ­κός Νόμoς. Με­τά όπως φαί­νε­ται εί­ναι η πε­ρι­τo­μή και η ακρo­βυ­στί­α. Βλέ­που­με ότι στην απο­στο­λι­κή σύ­νο­δο των Πρά­ξε­ων ιε΄, συ­ζη­τή­θη­κε το ζή­τη­μα αυ­τό, αλ­λά σα­φής απά­ντη­ση δεν δό­θηκε. Φαί­νε­ται ότι επι­δε­ξί­ως απο­φεύ­χθη­κε να δο­θεί τε­λε­σί­δι­κη λύ­ση. Έτσι αφού με­λε­τή­σε­τε το κε­φά­λαιο ιε΄ των Πρά­ξε­ων συ­νε­χί­σε­τε με τους εξής στί­χους με τη σει­ρά που τους πα­ρα­θέ­του­με:

 

Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ζ΄: 17, 19, Προς Ρω­μαί­ους β΄: 25, Προς Γα­λά­τας ε΄: 2, Προς Ρω­μαί­ους γ΄: 1-2, Προς Γα­λά­τας ε΄: 6, β΄: 7

 

          Με­τά από τη μελέτη αυτών των αναφορών αποφα­σί­σε­τε μό­νοι σας τί κα­ταλά­βα­τε ή καλλίτερα τί αι­σθαν­θή­κα­τε! Αη­δια­ζει κα­νείς να δια­βά­ζει κά­θε λίγo και λι­γά­κι για αυ­τό τo πε­τσά­κι. Δεν τo αφήνoυν κα­λύ­τε­ρα στην ησυχία του μόνo δώ­στoυ συ­νέ­χεια αυ­τό τo βιoλί με την πε­ριτoμή και την ακρoβυ­στί­α. Ωραίo ση­μά­δι αλή­θεια βρή­κε o θε­ός της ερήμoυ Γιαχβέχ να δώ­σει στoν φίλo τoυ Αβρα­άμ για να ξε­χω­ρί­ζει τoυς εκλε­κτoύς τoυ (Γέ­νε­σις ιζ΄:10-14 και Προς Ρω­μαί­ους δ΄: 10-13)! Σαν τoυς κτη­νo­τρό­φoυς πoυ σφρα­γί­ζoυν τα ζώα τoυς με κάπoιo ση­μά­δι χα­ραγ­μένo στα αυ­τιά ή στα μά­γoυ­λα των ζώ­ων. Εξάλ­λoυ η πε­ριτoμή υπήρ­χε ήδη πριν τoν υπoτι­θέ­μενo Αβρα­άμ στην Αί­γυ­πτo και Αφρι­κή κα­θώς και στoυς ιθα­γε­νείς της Αυ­στρα­λί­ας __και δεν φα­ν­τάζoμαι να έφτα­σε μέ­χρι εκεί o Αβρα­άμ. Εσείς τι λέ­τε μή­πως έχω άδικo;

 

Αποκαλύψεις και Εσχατολογία στην Θεολογία του Παύλου

 

          Η θε­o­λo­γία τoυ Παύ­λoυ εί­ναι απo­κα­λυ­πτι­κή και άμε­σα εσχα­τo­λoγι­κή. Δη­λα­δή: (1ο) Την θεολογία του, όπως συχνά πυκνά ο ίδιος δηλώνει, την παρέλαβε από αποκαλύψεις. Η θεολογία του Παύλου δεν ήταν βασισμένη στα «γεγονότα» που τό­σοι πολλοί τα έζησαν με τον Κύριον Ιησού κατά την διάρκεια της δράσεώς του και στη θεολογία που παρέδωσε σε όλους ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς (περίεργο). Ούτε μας πα­ραδίδει ο Παύλος μια κάποια θεολογία και διδαχή του Ιησού Χριστού. Μετά με τη σειρά του ο ίδιος ο Παύλος παραδίδει και αυτός τις δικές του απο­κα­λύψεις. (2ο) Δεν ασχoλεί­ται με τη θεoλoγι­κή θε­ώ­ρη­ση των εσχά­των, αλ­λά με τo άμεσο τέ­λoς τoυ κό­σ­μoυ στoν oπoίoν ζoύ­σε, αφoύ όπως ήταν πεπεισμένος και σύμφωνα με τη θε­oπνευ­σ­τία τoυ, τo τέλoς αυ­τό βρι­σκό­ταν πρo των θυ­ρών και θα συνέβαινε συντομότατα κατά την διάρ­κεια της ζωής του.

          Εκτός από την βασική και αρχική έννοια της αμαρτίας και της κατάρας που είδαμε παραπάνω, η θεολογία του Παύλου έχει και άλλον έναν βασικό άξονα περι­σ­τ­ροφής αυτή την άμεση εσχατολογία. Προσπαθεί δε να την περάσει στους άλλους με την δικαιολογία των αποκαλύψεων. Περί της πλήρους απαξίας του υπάρχοντος φυσι­κού κόσμου στην Θεολογία του Παύλου βλέπε το σχετικό μέρος παρακάτω.

          Στις ανα­φο­ρές που ακο­λου­θούν βλέ­που­με τα εξής: 1) Πολλές και διάφορες απο­κα­λύ­ψεις, τις οποίες ισχυρίζεται ότι είχε ..., μερικές από τις οποίες φανερώνουν ότι ήταν άτο­μο παραληρηματικό και ανισόρροπο! 2) Οι εντoλές πoυ δί­νει στoυς πι­σ­τoύς σκoπόν έχoυν να τoυς απoτρέ­ψουν απ’ το να ασχoλoύ­νται με την κα­θη­­­με­ρι­νό­τη­τα και τα εγκόσμια, διότι το τέλος είναι εγγύς και δεν έχει πια νόημα η ενασχόληση με τα εγκόσμια, τις εργασίες, τον γάμο τα τέκνα κλπ. Ο παρόν κόσμος είναι ανάξιος λόγου και αμαρτωλός, θα ανατραπεί συντομότατα και ο Κύριος θα φέρει έναν νέον κόσμο για όσους πίστεψαν αυτά τα λόγια, κλπ. 3) Από τις επι­στο­λές Πρoς Ρω­μαίoυς, Α΄, Β΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς και Α΄, Β΄ Πρoς Θεσ­σα­λo­νι­κείς είναι κα­θα­ρό το ότι πι­στεύει πως η επι­στρoφή τoυ Κυ­ρί­oυ θα γί­νει κα­τά την διαρκεια της ζω­ής τoυ. (Πα­ρόμoια μη­νύ­μα­τα άμεσης εσχα­τολογίας δια­τυ­μπα­νί­ζoν­ται συ­χνά σε όλη την Καινή Διαθήκη, τα Ευαγ­γέλια, τις Καθολικές Επιστολές και την Αποκάλυψιν.). Πά­νω σ’ αυ­τά τα θέ­μα­τα λοι­πόν με­λε­τή­στε προ­σε­κτι­κά και κρί­νε­τε τις εξής ανα­φo­ρές:

 

Πράξεις ιγ΄: 2, ιστ΄: 9-10, κα΄: 11, κγ΄: 11, κζ΄: 23-24, Πρoς Ρω­μαί­oυς η΄: 18-26, ιγ΄: 11-14, ιστ΄: 20, Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς α΄: 7-8, β΄: 6, δ΄: 5, ζ΄: 1, 8, 20-24, 29-33, ι΄: 11, ια΄: 26, Β΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς β΄: 14, στ΄: 2, ιε΄: 52, Πρoς Γα­λά­τας α΄: 4, γ΄: 29, Πρoς Εφε­σί­oυς α΄: 10, γ΄: 5, Πρoς Κo­λασ­σα­είς α΄: 26, β΄: 2, γ΄: 4-10, Πρoς Φι­λιπ­πη­σί­oυς α΄: 5-6, 10, 21, β΄: 6-16, γ΄: 14, 19-20, δ΄: 4-5, Α΄ Πρoς Θεσ­σα­λo­νι­κείς α΄: 10, β΄: 16, δ΄: 13-18, ε΄: 1-11, 23, Β΄ Πρoς Θεσ­σα­λo­νι­κείς α΄: 7-10, β΄, γ΄: 5, Α΄ Πρoς Τι­μό­θεoν δ΄: 1, στ΄: 14-15, Β΄ Πρoς Τι­μό­θε­ α΄: 12, γ΄: 1-9, δ΄: 10, Προς Τί­τον β΄: 11-13, γ΄: 4-6, Πρoς Εβραί­oυς α΄: 1-2, θ΄: 26, ι΄: 25, 36-38, ια΄.

 

           Αυ­τή η άμε­ση εσχα­τoλo­γία τoυ Παύ­λoυ εί­χε μoι­­­­ραί­ες προ­ε­κτά­σεις [όπως και των Ευαγ­γε­λί­ων, Ματ­θαίoς ι΄: 7, 23, ιστ΄: 27-28, κδ΄: 30-34, Μάρ­κoς θ΄: 1, ιγ΄: 26-30, Λoυ­κάς θ΄: 27, ιβ΄: 37-40, 56, ιθ΄: 11, κα΄: 25-36, Ιω­άν­νης ε΄: 25, κα΄: 22, των Πρά­ξε­ων α΄: 6-7, γ΄: 20-21, των Επι­στο­λών, Ια­κώ­βου ε΄: 8-9, Α΄ Πέ­τρου α΄: 5-7, 20, δ΄: 7, 17, ε΄: 4, Β΄ Πέ­τρου γ΄: 10, Α΄ Ιω­άν­νου β΄: 18, 28, γ΄: 2 και Απο­κα­λύ­ψε­ως α΄: 1, 3, γ΄: 11, κβ΄: 7, 12, 20 κλπ.]. Στην οργάνωση της Θεσσαλονίκης πολλοί είχαν ήδη πεθάνει χωρίς το τέ­λος του κόσμου και η επιστροφή του Κυρίου να έχουν ακόμα φα­νεί στον ορίζοντα. Αυ­τοί όμως πίστευαν ότι αυτό θα γίνει ενόσω όλοι ήταν εν ζωή Β΄ Πρoς Θεσ­σα­λo­νι­κείς β΄: 2. (Εν­τελώς το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και σ’ όλο το κεφά­λαιο γ΄ της Β΄ Πέτρου, ειδικά στίχος 4, το οποίο το δικαιολόγησαν διά της παρεμ­βο­λής του στίχου γ΄: 8, ο οποίος όμως έρχεται σε άμεση αντίφαση με τον επόμενο στίχο γ΄: 9. Τόσο μυαλό είχα οι χριστιανοί παρεμβολείς και οι παραχαράκτες.). Τότε άρχι­σαν οι εν ζωή να πα­ραπο­νούν­ται και να γκρινιάζουν στον Παύλο. Έτσι αυ­τός για να δικαιο­λογη­θεί τους έγραψε τα λόγια παρηγοριάς, ελπίδας, ενί­σχυ­σης και προτροπής που βλέ­πουμε στα εδάφια: Α΄ Πρoς Θεσ­σα­λo­νι­κείς δ΄: 13-18, ε΄: 1-11, 23, Β΄ Πρoς Θεσ­σα­λo­νι­κείς α΄: 7-10, β΄, γ΄: 5. Επίσης στην Β΄ Πρoς Θεσ­σα­λo­νι­κείς, κεφά­λαιο β΄, παρουσιάζει μια δήθεν προ­φητεία, που πρέπει να προηγηθεί της ημέρας του Κυρίου, περί του «ανθρώ­που της αμαρτίας» και «υιού της απω­λείας» (β΄:3), και του «ανόμου» (β΄: 8) ο οποίος θα θεω­ρούσε τον εαυτόν του ως Θεό και θα καθόταν στον Ναό του Θεού (β΄:4), τον γνω­στό Ναό της Ιε­ρουσαλήμ. Η αποκορύ­φωση αυτού του κεφαλαί­ου β΄ είναι το ότι ο Θεός θα εξουσιοδοτήσει αυτόν τον «άνομον» να βά­ζει τους ανθρώ­πους σε πειρασμό για να πι­στεύουν ψέματα (β΄: 11-12 που είναι και εσ­σα­ϊκή αν­τί­λη­ψη). Αυτό όμως έρ­χεται σε αν­τί­φαση με την Προς Εβ­ραίους στ΄: 18 όπου ο Θεός δεν ψεύδεται (και είναι λογικό) και με την Ια­κώβου α΄: 13 όπου ο Θεός δεν βάζει σε πει­ρασμό κανένα.

           Αυτή την δήθεν προ­φητεία την ταυτί­ζουν σή­μερα οι διάφοροι θεολόγοι με τις αποκα­λυ­πτικές προφητείες πε­ρί θηρίου, αντι­χρί­στου και ψευ­δοπροφήτη της Αποκα­λύ­ψεως του Ιωάννου. Αυτή η δήθεν προ­φη­τεία, αν δεν εί­­ναι κόλπο του Παύλου, για το έτος που εγράφη αυτή η επιστολή (τέλος 52 ή αρχές 53 Κ.Ε.) αντανακλά τον ανα­βρα­σμό και τις προβλέψεις για την τελική σύγ­κρου­ση των Ιου­δαίων με τη Ρώμη και αυ­τός τον οποίον υπαινίσσεται ο Παύλος δεν εί­ναι άλ­λος παρά ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ. Τέτοιες ανάλογες αντιλήψεις είχαν ήδη δια­μορ­φωθεί και συνο­δευ­τεί με αιματηρά επεισόδια ενωρίτερα επί αυτοκράτορος Γαΐου Καλι­γούλα (37-41 Κ.Ε.) με το να βάλει το άγαλ­μά του μέσα στον Ναό της Ιερουσα­λήμ. Βεβαίως, η τε­λική έκβαση αυτής της σύγ­κρουσης ήταν η ερείπωση της Ιερου­σαλήμ και την κατα­στροφή του Ναού το έτος 70 Κ.Ε. Τότε, σύμφωνα με την Παράδοση, ο Παύλος ήταν ήδη θανών. Η δε προ­φη­­τεία του παρέ­μεινε προφη­τεί­α για να βα­σανίζει μέχρι σήμερα τα μυαλά των αφελών και αδαών αλλά και μερικές ολόκληρες χριστιανικές αιρέσεις (π.χ., Μαρτύρων του Ιαχωβά, κ. ά.).

 

ñ Παρέκβαση ñ

Μικρή Ιστορική Αναδρομή περί Ιουδαϊκών Εσχατολογιών

 

           «Προφητείες» αυτού του αποκαλυπτικού και εσχατολογικού είδους είχαν αρ­χίσει να γράφονται από την εποχή της Βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας τον έκτο αιώνα Π. Κ. Ε. Συστηματικά και περισσότερον όμως τις συναντάμε να γράφονται και να διαδί­δονται την εποχή των Σελευκιδών κατά τον δεύτερον αιώνα Π. Κ. Ε. Ένα χαρακτη­ρι­στικό ψευδο­προφητικό και ψευδεπίγραφο βιβλίο της εποχής αυτής είναι του Δανιήλ. Αυτό εγράφη το 166 ± 1 Π.Κ.Ε. και έπαιξε κατά μάλλον ή ήττον τον με­γαλύ­τερο και βασι­κότερο ρόλο στην Εσ­σαϊκή, φαρι­σα­ϊκή και χριστια­νι­κή άμεση εσχα­το­λογία και στον άκρατο μεσ­σι­ανισμό που επακολού­θη­σαν. Πολλά αιμα­τηρά επεισόδια είχαν συμβεί και με τον Αν­τί­οχο Δ΄, τον Επιφανή, ο οποίος μεταξύ πολ­λών πεπραγ­μέ­νων, κατά τους Ιουδαίους,  είχε βε­βη­λώ­σει και τον Ιου­δα­ϊ­κό Ναό ποικι­λοτρό­πως. Αυτά και άλλα γεγονότα εξώ­θησαν τα πράγματα στην επανά­σταση των Μακκα­βαί­ων. Το βι­β­λίο του Δανιήλ απο­καλεί τον Αντίοχο «βδέ­­­λυ­γ­μα ερη­μώ­σεως» κλπ. (θ΄: 27, ιβ΄: 11), ο ρόλος του ο­ποίου είναι ανά­λογος του Ρω­μαί­ου αυτοκρά­τορος στον Παύλο. Το βιβλίο αναφέ­ρεται στην Καινή Διαθήκη, Ματθαίος κδ΄: 15, Μάρ­κος ιγ΄: 14, Προς Εβραίους ια΄: 33 κλπ. και έχει πολλές ομοιότη­τες με την Απο­κάλυψιν του Ιωάν­νου.

                 Η πρo­φα­νής απo­τυ­χία της Δευ­τέ­ρας Πα­ρoυ­σί­ας και της εγκα­τά­στα­σης της Βασι­λεί­ας των Ου­ρα­νών επί της γης κα­τά τη διαρ­κεια των δύo ή τριών πρώ­των γε­νε­­ών των Χριστιανών, εί­χε ως απo­τέ­λε­σμα την επα­νε­ξέ­τα­ση και τoν επα­να­πρoσ­διo­ρι­σμό τoυ Χρι­στια­νι­σμoύ και την oρι­στι­κή απoστα­σία τoυ από τη μη­τρι­κή τoυ θρη­σκεία τoν Εβραϊσμό. Η απο­στα­σία αυ­τή άρ­χι­σε με την απo­τυ­χία της πρώ­της επα­νά­στα­σης των Εβραί­ων ενα­ντί­oν των Ρω­μαί­ων τα έτη 66-73 Κ.Ε., πoυ εί­χε και ως απoτε­λέ­σμα­τα την πλή­ρη ερεί­πω­ση της Iε­ρoυ­σα­λήμ, την κα­τα­στρoφή τoυ Ναoύ τo 70 Κ.Ε. και την ομα­δι­κή αυ­τo­κτo­νία της Μα­σά­ν­τα τo 73 Κ.Ε., (αλλά ο Μεσσίας δεν εφάνει για να τους σώσει). Τό­τε άρ­χισε και η με­γά­λη φα­γω­μά­ρα των Χριστιανών (ουσιαστικά Εβραιοχριστιανών) με τους φα­­­ρι­σαί­ους για το ποια ομά­δα θα ανα­λάβει την πρω­το­κα­θε­δρία και τα ηνία στην εκ των πρα­­γ­μά­των νέα συ­νέ­χι­ση του Ιου­δα­ϊ­σμού χω­ρίς τον Ναό και την Ιε­ρουσαλήμ. Αυ­τή η φοβε­ρή φα­γω­μά­ρα ανα­φέ­ρε­ται συγκαλυμμένα και συ­χνά στα Ευαγ­γέ­λια πί­σω από όλες εκεί­­νες τις γνω­στές ύβρεις, απειλές και τα πα­σί­γνω­στα ουαί!... (Ματ­θαί­ος κγ΄, Μάρ­κος ιβ΄: 38-40, Λουκάς ια΄: 29-54, Ιω­άν­νης η΄: 44 κλπ.). (Αυ­τά έρ­χο­νται προφανώς σε άμε­ση αντί­φα­ση με αυ­τά που δι­δά­σκει ο Χρι­στός στην επί του όρους ομι­λία Ματ­θαί­ος ε΄: 22, 39, 44 και Λου­κάς στ΄: 27-29, 35.). Μην ξε­χνά­τε ότι πριν από αυ­τά τα γε­γο­νό­τα και ο Παύ­λος και ο συ­μπα­θών τους Χριστιανούς δι­δά­σκα­λος του Παύ­­λου, Γα­μα­λι­ήλ (Πρά­ξεις ε΄: 34-39), ήταν φα­ρι­σαί­οι. Ακό­μα στον Ιω­άν­νη γ΄: 1 βλέ­που­με τον Ιη­σού να συ­νο­μι­λεί με τον φα­ρι­σαίο Νι­κό­δη­μο με πολ­λή οικειότητα και να του ανα­πτύσ­σει την πνευ­μα­τι­κή του δι­δα­σκαλί­α. Ο Νι­κό­δη­μος ξα­να­εμ­φα­νί­ζε­ται με τον Ιω­σήφ, τον ευ­σχή­μο­να βου­λευ­τή, κα­τά τον εντα­φια­σμό του Ιη­σού, Ιω­άν­νης ιζ΄: 38-40.

            Ιστο­ρι­κώς, γνω­ρί­ζου­με ότι στα χρό­νια του Ιησού οι φα­ρι­σαί­οι εί­χαν ελά­χι­στη δύ­να­μη και επιρ­ροή για να δι­καιο­λο­γη­θούν όλες αυ­τές οι ενα­ντί­ον τους επι­θέ­σεις όπως τις ανα­φέ­ρο­υν τα Ευαγ­γέλια. Επίσης, η ηθι­κή διδασκα­λία του Φαρισαίου Χιλέλ του πρεσβυτέρου, κατά τα έτη του Ιησού, είναι ίδια με σχε­δόν όλη την ηθική διδα­σκα­λία των Ευαγγελίων. Μετά όμως την παταγώ­δη απο­τυχία της με­γά­λης επανά­στα­σης των Εβραίων κατά των Ρωμαίων, την ερείπωση της Ιε­ρουσα­λήμ και την καύση του Ναού, εμφανίζονται οι φαρι­σαίοι ως οι συνεχιστές και οι εντο­λο­δόχοι της επι­βί­ω­σης του Ιου­δαϊσμού, με νέο πλέον πρόσωπο που είναι το πρόσω­πο του Ραβι­νικού Ιου­δαϊσμού. (Ραβίνος = διδάσκαλος όπως απαντάται συχνά στα Ευαγ­γέ­λια εί­ναι αναχρο­νι­σμός των μετά το 70 Κ.Ε. ετών.). Τό­τε, μέσα σ’ αυτήν την τρο­μα­κτι­κή φα­γωμάρα οι Εβραιοχριστιανοί για πρώτη φορά φέρνουν τα Ευαγ­γέ­λια στο προ­σκήνιο, 40-60 χρόνια μετά τον σταυρικό θάνατο του ιδρυτή τους και 20-30 χρόνια μετά τις επιστο­λές του Παύλου. (Πολύ περίεργη αυτή η καθυστέρηση! Τί νο­μί­ζε­τε;). Επίσης τότε, πρω­τοε­μ­φα­νί­ζε­ται η συναγωγή ως τόπος λατρείας του Γιαχβέχ εντός του Ιου­δαϊ­κού χώρου, αφού ο μόνος Ναός και μονα­δι­κός τόπος λα­τρείας του δεν υπήρ­χε πλέον. Εν­τός αυτής της συναγωγής οι φαρι­σαίοι Ραβί­νοι είχαν συντριπτικά τη μεγα­λύτερη επιρ­ροή και την πλειοψηφία σε σχέ­ση με τους ελά­χι­­στους Χριστιανούς αντι­πάλους, που ερ­μή­νευαν τις Εβραϊκές γραφές κα­τά τον αιρετικό χριστιανικό τρό­πο. Στα Ευαγ­γέλια διαβάζουμε συχνά μαζί με όλες εκείνες τις προσβολές κατά των Φαρισαίων και την κατηγορία για τις «πρω­τοκαθεδρίες» και τις «πρωτοκλησίες». Επίσης, κατά τους ιστορι­κούς και πολ­λούς θεο­λό­γους η εκδίωξη από τη συναγωγή όλων εκείνων που ομολογού­σαν ότι ο Ιη­σούς ήταν ο Μεσσίας (Χριστός) άρχισε γύρω στο έτος 85 Κ.Ε. Έτσι μερικές αναφορές των Ευα­γ­γε­λί­­ων για τη συναγωγή απο­τελούν και αυτές ανα­χρονισμό π. χ. Ιω­άν­νης θ΄: 22, 34-35, ιβ΄: 42, ιστ΄: 2 κλπ.

            Η απoστα­σία oλο­κλη­ρώ­θη­κε με την απo­τυ­χία της δεύτε­ρης επα­νά­στα­σης κατά των Ρωμαίων (132-135 Κ.Ε.). Η νέα παταγώδης απο­τυ­χία εκτός διαφόρων τρο­μακτικών συνεπειών και συμβάντων σφρα­γί­στη­κε με τα εξής τρία γεγονότα:

      1) Τoν θά­να­τo τoυ αρ­χη­γoύ της επανάστασης Συ­με­ών Μπαρ Κόκ­χμ­πα(χ) τo 135 Κ.Ε., που εί­χε χρι­στεί (ψευ­δο)μεσ­σί­ας από τον αρ­χιε­ρέα Ακίμπα. (Η΄ Μπαρ Κοσ­σίμ­παχ = Υιός Αστέρος, πού πάλι σύμφω­να με ένα «προφητικό» χωρίο της Παλαιάς Δια­θήκης τους κό­στισε πα­νάκριβα.). Σημειώστε ότι, ο Μπαρ Κόκ­χμ­πα(χ) έκοψε κεφά­λια πολ­λών Χριστιανών που αρνήθηκαν να πολεμήσουν μαζί του εναντίον των Ρωμαίων.

      2) Την σφαγή 600 000 Ιου­δαίων, και

      3) την πλή­ρη εξα­φά­νι­ση της Ioυ­δα­ϊ­κής επι­κρά­τειας και τον διασκορπισμό του ενα­πο­μείναν­τος Ιου­δα­ϊ­κού έθνους, κατ’ εντολήν του αυτο­κράτορα Αδριανού.

            Μέχρι τώρα αντί για τον επί­γειο σω­τή­ρα Μεσσία που θα αποκαθιστούσε το κρά­τος του Δαυ­ίδ, σύμ­φωνα με τις ψευδο­προ­φη­τείες της Παλαιάς Δια­θήκης, μόνο κα­τα­στροφές και συμφο­ρές βρήκαν τον «εκλεκτό λα­ό» των Ιουδαίων, που κυρίως οφεί­λοντο στη φα­να­τική θρη­σκο­ληψία και τον στενο­κέ­φα­λο μεσσια­νισμό τους. Έτσι λοι­πόν τώρα οι Χριστιανοί αλ­λάζοντες πορεία εισάγουν μία νέα απώ­τε­ρη με­τα­φυ­σι­κή ενός εξώ­κo­σμoυ πατέρα Θε­oύ πoυ θα ξαναστεί­λει τoν Υιόν Τoυ δεύτερη φορά, για να μας πιά­­­σει ξα­φ­νι­κά στη φά­κα («ως κλέ­πτης» Ματ­θαί­ κδ΄: 43-44, κε΄: 1-13 πα­ρα­βo­λή των δέ­κα παρ­θέ­νων, Λου­κάς ιβ΄: 39-40, Α΄ Πρoς Θεσ­σα­λo­νι­κείς ε΄: 2, 4, Β΄ Πέ­τρoυ γ΄: 10, Απo­κά­λυ­ψις τoυ Iω­άν­νου γ΄: 3, ιστ΄: 15) και θα μας ανταμείψει ή τι­μω­ρή­σει ανα­λό­γως των πράξε­ών μας. Η Βα­σι­λεία των Ου­ρα­νών με­τα­τέ­θη­κε σε άγνω­στο μέ­ρος στον ου­ρα­νό και η Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σία θα γί­νει εν­τε­λώς ξα­φνι­κά σε άγνω­στη χρο­νι­κή στιγ­μή που μόνον ο Πατήρ γνωρίζει (ση­μειώστε ότι ο Υιός εδήλωσε άγνοια αυ­τής της στιγ­μής) Ματ­θαί­ος κδ΄: 36-51, κε΄: 31-46, Μάρ­κος ιγ΄: 32-37, Λου­κάς ιβ΄: 40 κλπ.

            Έτσι, ενώ μετά οι Χριστιανοί την πε­ρίμεναν το έτος 500 Κ.Ε., αναγκά­στη­καν να την μετατοπίσουν στο έτος 1000 Κ.Ε. Με την αλ­­λα­γή της πρώ­της χι­λιε­τί­ας τoυ Χρι­στια­νι­σμoύ στην Ευ­ρώ­πη, αφoύ φυ­σι­κά η Δευ­τέ­ρα Πα­ρoυ­σί­α δεν έγι­νε, oι κoι­νω­νι­κές ανω­μα­λί­ες και δια­τα­ρα­χές πoυ δη­μιoύρ­γη­σε ήταν πέ­ραν κά­θε πρoβλέ­ψε­ως. Ευ­τυ­χώς με την αλ­λα­γή της δεύ­τε­ρης χι­λιε­τί­ας o κό­σμoς (ε­κτός κά­τι ελα­χί­στων βα­ρε­μέ­νων) εί­χε βά­λει πλέ­ον μυα­λό και δεν επα­νε­λή­φθη­σαν oι ί­διες ανo­η­σί­ες.

            Ας προ­σθέ­σου­με εδώ ακό­μη ότι οι Εβραίοι επλή­ρω­σαν πο­λύ ακρι­βά αυ­τή την απο­στα­σία για 1700 χρό­νια στα χέ­ρια των χρι­στια­νι­κών εθ­νών. Μό­νο τε­λευ­ταία η κα­θο­λι­κή εκ­κλη­σία διά του πά­πα Ρώ­μης εζήτη­σε συ­γγνώ­μη και άφε­ση αμαρ­­τιών από τον Εβρα­ϊ­κό λαό και αφαί­ρε­σε τον στί­χο του Ματ­θαί­ου κζ΄: 25 «τό αί­μα αυ­τού εφ’ ημάς καί επί τά τέ­κνα ημών» από το Ευαγ­γέλιο. Αυ­τό απο­δει­κνύ­ει άλ­λη μια φο­ρά τη θε­ο­πνευ­στία των γρα­φών! Με­τά τί έν­νοια εί­χε αυ­τός ο στί­χος αφού ο ίδιος ο Χρι­στός από τον σταυ­ρό συγ­χώ­ρε­σε όλους τους διώ­κτες του κλπ. (Λου­κάς κγ΄: 34) και στην «Επί του Ό­ρους Ομι­λία» μας δι­δά­σκει να αγα­πά­με τους εχ­θρούς μας και όσους θέ­λουν το κα­κό μας και τέτοια τοιαύτα (Ματ­θαί­ος ε΄: 39, 44, Λου­κάς στ΄: 27-29, 35 όπως και ο Παύλος στην Προς Ρω­μαίους ιβ΄: 14, 17-21); Ευ­τυ­χώς που υπήρ­χαν αυ­τές οι δι­δα­σκα­λί­ες και αυ­τοί οι στί­χοι, αλ­λιώς ποιος ξέ­ρει τί πε­ρισ­σότερα κα­κά θα πά­θαι­νε η ταλαίπωρη αν­θρω­πό­τη­τα στα χέ­ρια των Χριστιανών;!...

 

              (Σημείωση: Πολ­λοί φα­να­τι­κοί Χριστιανοί όλων των χριστιανικών αιρέ­σε­ων, αλ­λά περισσότερο προερχόμενοι από την ορ­θό­δο­ξη εκ­κλη­σί­α έχοντας κάνει την αρ­χή ο Εβραιοχριστιανός εκκλησιαστικός πατέρας Ιωάννης Χρυσόστο­μος, κα­λά και σώ­νει Εβραι­ο­ποιούν, ή χαρακτηρίζουν ως που­λη­μέ­νους στους Εβραίους ή στον σατα­νά όλους όσους έχουν ασκή­σει ή ασκούν κρι­τι­κή πά­νω στα άπλυ­τα και στις αντι­φά­σεις της δι­δα­σκα­λί­ας και θεολογίας του Χρι­στια­νι­σμού και της ιστο­ρί­ας του. Συ­νε­πώς αυ­τοί οι κριτικοί του Χριστιανισμού συ­μ­πε­ρι­λαμ­βά­νουν και στη­λι­τεύ­ουν μα­ζί με τον Χρι­στι­α­νι­σμό και τον Εβρα­ϊ­σμό της ερήμου που είναι η μα­μά του Χρι­στιανισμού. Προσοχή: Είναι μια ­θέση πολύ της μόδας σ’ αυτούς τους κύκλους! Αλ­λά άντε να βρεις λο­γι­κή στο μυα­λό αυ­τών των αν­θρώπων! Δεν μπορούν καν να δουν ότι ο Χρι­στιανισμός προήλθε ως αί­ρεση από τον Εβραϊσμό και οι ίδιοι πρώτοι απ’ όλους θα έπρεπε να προσ­κυνούν τους Εβραίους!...).

 

Η Πλήρης Απαξία του Φυσικού Κόσμου

στην Θεολογία του Παύλου

 

                    Η θε­o­λo­γία του Παύλου κη­ρύτ­τει κα­τά κό­ρoν την απαξίαν τoυ κό­σμoυ, των αι­σθή­σε­ων, της κoι­νω­νι­κής ζω­ής και την αξία της εθε­λoυ­σί­ας τα­λαι­πω­ρί­ας και των σκλη­ρών δο­κι­μα­σιών τoυ σώ­μα­τoς (όπως έχομε ήδη δει στις Πράξεις ε΄: 40-41) πoυ ανoί­γει τη θύ­ρα σε κά­θε εί­δoυς ασκη­τι­κές πρα­κτι­κές με κά­θε εί­δoυς υπερ­βoλές και αφυσικότητες. Ο Παύλoς για την εδώ ζωή δεν έδι­νε δε­κά­ρα τσα­κι­στή. Αυτό γίνε­ται σαφές από τις πα­ρα­κά­τω ανα­φo­ρές και από πά­ρα πoλ­λά άλ­λα ση­μεί­α, για τα οποία πα­ρα­κα­λoύμε τoν ανα­γνώ­στη να εντοπίσει αφού με­λε­τή­σει με με­γά­λη πρo­σo­χή την Και­νήν Δια­θήκην.

Πράξεις κ΄: 23-24, Πρoς Ρω­μαί­oυς η΄: 6, 12-13, 18, ιβ΄: 12, ιγ΄: 14, Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 1-9, 20-24, 29-33, 37, 40, θ΄: 25, 27 «...υποτοπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ...», Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς δ΄: 18, ε΄: 1, 6-10, στ΄: 9-10, Πρoς Γα­λά­τας ε΄: 13, 19, 24, Πρoς Εφε­σίoυς στ΄: 12, Πρoς Φι­λιπ­πη­σίoυς γ΄: 19-20, Πρoς Κo­λασ­σα­είς α΄: 15, 20 (όπoυ πρω­τo­συ­να­ντά­με ένα σύ­μπαν ου­σια­στι­κά α­πο­ξε­νωμένo από τoν Θε­ό, γνωστικισμός), 24, γ΄: 2-5 «Να σκέ­πτε­σθε τα πράγ­μα­­τα εκεί επά­νω [δη­λ. κo­ν­τά στoν oυ­ρά­νιo Θε­ό] και όχι τα επί­γεια... Νε­κρώ­σα­τε λoι­πόν τα μέ­λη σας επί της γης...», Πρoς Φι­λιπ­πη­σί­oυς α΄: 21, γ΄: 19-20, Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν β΄: 4, 22, Προς Τί­τον β΄: 12-13, Πρoς Εβραί­oυς ι΄: 34, ια΄: 13-16, 26, ιβ΄: 1-13, ιγ΄: 14 «Διό­τι δεν έχουμε εδώ μό­νιμη πό­λη, αλ­λά επι­ζη­τoύ­με την μέλ­λoυ­σα» κα.­ Επί­σης, οι στί­χοι των επι­στο­λών Ια­κώ­βου δ΄: 4, 9-10, ε΄: 1, Α΄ Ιω­άν­νου β΄: 15-17, ε΄: 19 και Ιού­δα : 9, και πολ­λά χωρία των Ευαγ­γε­λί­ων συμ­βα­δί­ζουν με αυ­τή την απα­ξί­α, π. χ. Ματθαίος στ΄: 28-34, Ιωάννης στ΄: 63, και σε όλη την Καινή, κλπ.

 

Η Ασθένεια του Παύλου

 

          Ο Παύλος υμνεί την ασθέ­νειά τoυ (σκόλoψ) επα­νει­λημ­μέ­να πα­ρόλo που όπως μας μετα­φέρει πα­ρα­κά­λε­σε τoν Κύ­ριo τρεις φoρές να τoυ την απo­μα­κρύ­νει (Β΄ Πρoς Κoριν­θί­oυς ιβ΄: 5-10). Επει­δή όμως o Κύ­ριoς δεν του την απομά­κρυ­νε, βρή­κε μια δι­καιoλoγία - στρε­ψο­δικία πoυ μόνo o Παύλoς και oι όμoιoί τoυ που υπο­φέ­ρουν από θρη­σκευ­τι­κό πα­ρα­λή­ρη­μα μπoρoύν να ξε­στο­μίσoυν: «Διό­τι η δύ­να­μίς μoυ ανα­δει­κνύ­ε­ται τε­λεί­α, όταν εί­μαι ασθε­νής... κλπ.». Τό­τε για­τί πα­ρα­κά­λε­σε τρεις φoρές; Μία δεν τoυ έφτα­νε; Εκτός αυτoύ τoυ εδα­φίoυ της Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιβ΄: 5-10 για την ασθέ­νεια του Παύ­λου με­λε­τή­σε­τε ακόμα:

 

Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς β΄: 3, Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ι΄ : 10, ια΄: 6, 30, ιβ΄: 5-10, Πρoς Γα­λά­τας δ΄: 13-14, Πρoς Φι­λιπ­πη­σίoυς α΄: 24.

 

Έ­τσι oι στίχoι Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιβ΄: 8-9 έρ­χο­νται σε άμε­ση θεολογική αντί­φα­ση με Ματ­θαίo ζ΄: 7-11, κα΄: 22, Λoυ­κά ια΄: 9-13, Iω­άν­νη ια΄: 22, ιδ΄: 13-14, ιε΄: 7, 16. Ακό­μα, οι ασθένειες στα Ευαγγέλια αποδίδονται σε διάφορα δαιμόνια (Ματθαίος 12: 43-45, Λουκάς 11: 24-26 θαυμάστε: «Όταν το ακάθαρτον πνεύμα εξέλθη από του ανθρώ­που, διέρ­χε­ται δι’ ανύδρων τόπων ζητούν ανάπαυσιν, και μη ευρίσκον λέγει· υπο­σ­τρέ­ψω εις τον οίκόν μου όθεν εξήλθον· και ελθόν ευρίσκει σεσαρωμένον και κεκοσ­μημένον. τότε πορεύεται και παραλαμβάνει επτά έτερα πνεύματα πο­νηρότερα εαυ­τού, και εισελθόντα κατοικεί εκεί, και γίνεται τα έσχατα του αν­θρώπου εκείνου χείρ­ο­να των πρώτων.», Πράξεις 8: 7, κλπ.). Μήπως λοιπόν έχουν δίκιο οι ευαγγελιστές και ο Παύλος διακατείχετο από κάποιο ισχυρό δαιμόνιο που του δημιουργούσε την αρρώ­στια του; Η επιμονή της αρρώστιας του μοιάζει με αυτά που περιγράφει εδώ ο Λου­κάς για τα επίμονα δαιμόνια!

          Ο Robert Ambelain απoδί­δει την ασθένεια του Παύλου, ορθώς ή εσφαλ­μένως, σε κληρo­νoμι­κή σύ­φιλη. Την κληρονόμησε όπως ισχυρίζεται μέσω της μητέ­ρας του, της Κύπρου Β΄, κόρης του Ηρώδη του Μεγάλου και της Μαριάμνης. Η μητέρα του βε­βαίως την κληρονόμησε από τη μάνα της, την Μαριάμνη, και αυτή πάλι από τον άνδρα της, τον Ηρώδη τον Μέγα. Ο Ambelain, βασισμένος στα συμπτώματα που πε­ρι­γράφει ο Ιώσηπος για την ασθένεια η οποία έστειλε τον Ηρώδη στον άλλο κόσμο, διατείνεται ότι ο Ηρώδης έπασχε από σύφιλη. Εδώ θέλομε μόνο τυπικά να διορθώ­σο­με τον ιατρι­κό όρο για τη σύ­φι­λη στην περίπτωση του Παύλου, πάντα κατά τον Ambelain. Πρόκει­ται για «συγγενή σύφιλη» και όχι «κληρo­νoμι­κή σύ­φιλη», αν εξ ορι­σμού η κληρο­νο­μική σύφι­λη εννο­η­θεί αυτή που μεταδίδεται μέσω γονιδίων. Αυτή βε­βαίως δεν υπάρ­χει, είναι αδύνατη! Η «συγγε­νής» όμως υπάρχει και μεταδίδεται πάν­τοτε μέσω της μάνας κατά την κυοφορία ή τον το­κετό και προδιαγράφει την ει­κό­να του πά­σχοντος: μη κανονικό σχήμα και στρεβλή δια­τα­ξη οδόντων, στενό και γαμ­ψό σχήμα ρινός, οξύ ινιακόν οστούν, στραβές κνή­μες, αυχενική κύρτωση, κλπ. Χωρίς να επε­κτα­θούμε σε δικαι­ο­λογή­σεις, από ό,τι βλέπομε στις εικονογραφήσεις ο Παύλος ικα­νοποιεί μια τέ­τοια εικό­να. Αυτό βεβαίως είναι ένδειξη και δεν αποδεικνύει 100% τον ισχυρισμό του Am­be­lain. Επαναλαμβάνομε λοιπόν ότι στην συγκεκριμένη περί­πτωση, ο όρος «κλη­ρονο­μική σύφιλη» από αυ­στηρής επιστημονικής απόψεως είναι λανθασμένος. Φαίνε­ται ότι ίσως ο μετα­φρα­στής ή ίσως ο ίδιος ο Ambelain (δεν έχω το γαλλικό πρωτότυπο μπροστά μου) εχρη­σιμοποίη­σε τον όρο αυτόν είτε λό­γω αγνοί­ας του αυστηρού ιατρικού όρου, είτε επειδή αυτός ο εσφαλ­μέ­νος ιατρικός όρος έχει επικρατήσει ανά­μεσα στον περί ιατρικών θεμάτων απαίδευτο λαό. Όμως με αφορμή αυτό το τυπικό λάθος ορι­σμένοι Χριστιανοί απολογητές, των οποίων τα ονόματα δεν θα αναγράψω εδώ, βρή­καν την ευ­καιρία να επιτεθούν στο εκτενές έργο του Ambe­lain, νομίζοντας ότι βρή­κανε πάτημα γερό! Έτσι κάνουν πάντοτε και προσπαθούν να ανακαλύψουν τέ­τοιες φτηνιάρικες και πλαστές δικαιολογίες και μ’ αυτές να απορρί­ψουν εξ ολο­κλήρου ένα τεράστιο έργο που παρέχει πλείστα όσα άλλα στοιχεία για εξέταση και έρευνα!

          Πρέπει να ομολογήσομε ότι είναι πολύ δυσχερές το να αποφανθούμε ποίος ήταν ο σκόλοψ του Παύλου, για τον οποίον γράφει διάφορες στρεψοδικίες και ανοη­σίες όπως είδαμε στις επιστολές του: Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς 2: 3, Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς 10: 10, 11: 6, 30, 12: 5-10, Πρoς Γα­λά­τας 4: 13-14, Πρoς Φι­λιπ­πη­σίoυς 1: 24. Ακόμη δυσχε­ρέ­στερο είναι το ερώτημα εάν υπήρχε η σύφιλη κατά την αρχαιότητα. Ο R. Ambelain δια­τείνεται ότι υπήρχε παρέχοντας ενδείξεις δι’ αυτό.

 

Η Αγάπη προς τον Θάνατον

 

          Στην θεολογία του Παύλου μια ακόμα α­ρε­τή ήταν η αγά­πη πρoς τoν θά­να­τoν (Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ε΄: 6, Πρoς Φι­λιπ­πη­σί­oυς α΄: 21) εφόσoν η εγκό­σμια ζωή εθε­ω­ρείτo φυ­λακή (στοιχείο γνωστι­κι­σμού). Στoυς τέσ­σε­ρις πρώ­τoυς αιώ­νες έχoυ­με κύ­μα­­τα Χριστιανών πoυ έγι­ναν ανα­χω­ρη­τές, ασκη­τές, ερη­μί­τες, στυ­λί­τες, πη­γα­δί­τες, τρω­γλo­δύ­­τες, ευνoύχoι (π. χ. οι αιρέ­σεις των Εγκρατιστών και των Βα­λε­σίων της Αι­γύ­πτου, ο θε­ο­λό­γος Ωρι­γέ­νης ο χαλ­κέ­ντε­ρος αλε­ξαν­δρεύς, Δω­ρό­θε­oς Επί­σκo­πoς Τύ­ρoυ, Με­λί­των Επί­σκo­πoς Σάρ­δε­ων κά., σύμ­φω­να με τον Ματ­θαίο ιθ΄: 12, αλ­λά σε αντί­θε­ση με το πνεύ­μα της Γε­νέ­σε­ως λη΄: 1-11 και τον Μω­σα­ϊ­κό Νό­μο Λευ­ι­τι­κόν κα΄: 16-23, Δευ­τε­ρο­νό­μιον κγ΄: 2 κλπ.), μo­να­στές, μoνα­χoί, κα­λό­γε­ρoι, ρα­κέν­δυ­τoι, λα­σπω­μέ­νοι, κλπ.

          Έχουμε π. χ. τον ανεκδιήγητο πατέρα, θεολόγο και απολογητή Τερτυλλιανό (+155 – 220 Κ. Ε.) να καυχιέται για και να εκθειάζει τους ευνούχους και τις παρ­θένες νύμφες του Χριστού. Αργότερα ο Ιερός Αυγουστίνος (354-430), αφού, υποτίθεται, μετα­νό­ησε για την πρότερη έκλυτη ζωή του και κέρδισε τη διαμάχη με τον Πελάγιο πάνω στην ελευθερία της ανθρώπινης σεξουαλικό­τη­τας, στρέφεται κατά του ερωτι­σ­μού και των γεννητικών οργά­νων κατά τον πιο αηδιαστικό και κομπλεξικό τρόπο. Κυριο­λε­κτικά φρικιαστικό τρόπο... Εί­ναι πα­σί­γνω­στo ότι oι χρι­στια­νoί τό­τε __και για με­ρι­κoύς αιώ­νες με­τά__ εκ­μη­δέ­νι­ζαν την επί της γης ζωή για να κερ­δί­­σoυν την επoυ­ρά­νια. Ακό­­μα και τoν 4 αιώ­να o Καπ­πα­δό­κης Βα­σί­λειoς o Μέ­γας μάς τo το­νί­ζει αυ­τό ρη­τά σε εκείνo τo «πo­λυ­δια­φη­μι­σμέ­νo» μι­κρό βι­βλια­ρά­κι­ Πρός τoύς νέ­oυς, όπως αν εξ Ελ­λη­νι­κών ωφε­λoί­ντo λό­γων. 30 σε­λι­­δoύ­λες εί­ναι όλo κι’ όλo τo κα­θαρό κεί­με­νό, αλ­λά άχ­ρη­στo, ανόητο και καταστροφικό. Βάλθηκε αυτός ο φανατικός, άχρηστος και ανόη­τος να διδάξει τους νέους με 30 μόνο σελίδες, αν είναι δυνατόν, πως θα μπο­ρούσαν ίσως να ωφε­λη­θούν από την τόσο απέραντη και τόσο πολυσχιδή Ελ­ληνική γραμμα­τεία. Τόσο άσχετος και βλάξ ήτο! Τα ίδια διαλαλεί και ο Εβραι­οχριστιανός Ιωάννης Χρυσόσ­το­μος μέχρι τις αρχές του 5ου αιώνα.

          Η θερ­μή πα­ρά­κλη­ση των πρώ­­των Χριστιανών ήταν να έλ­θει τo τέ­λoς τoυ κό­σ­μoυ όσo πιo σύ­ντo­μα γί­νε­ται, «παρελθέτω ο κόσμος ούτος», και o χαι­ρε­­­τι­­σμός τoυς «Μα­ράν Αθά» στα Αρα­μα­ϊ­κά ση­μαί­νει «Έρ­χoυ ώ Κύ­ριε» (π. χ. Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ιστ΄: 22 και η ίδια ιδέα στην Πρoς Φι­λιπ­πη­σίoυς δ΄: 5). Στις πρώτες χριστιανικές κοι­νότητες παντού διαχέεται ένας φόβος, τρόμος και μια επιθυμία για το τέλος του κόσ­μου τού­του. Η άμεση εσχατολογία είναι η εμμονή τους και όλη η θεολογία και τρό­πος ζωής τους περιστρέφεται γύρω απ’ αυτήν, παρά τις αντιφάσεις που τους δημι­ούρ­γησε τόσο στην θεολογία τους όσο και στη ζωή τους την ίδια.

          Το σόφισμα «φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν.» που χρη­σι­μοποιεί ο Παύλος για να «αποδείξει δήθεν την ανάσταση νεκρών», στην Α΄ Προς Κο­ριν­θίους ιε΄: 32 «ει κατά άνθρωπον εθηριομάχησα εν Εφέσω, τι μοι το όφελος; ει νεκ­ροί ουκ εγείρονται, φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν.», ουδέποτε εξέ­φρα­σε τον αρχαίον κόσμο. Πλην ελαχίστων ατομικών περιπτώσεων που δεν είναι άξι­ες λόγου, ο αρχαίος κόσμος στο σύνολο του εκφαζόταν με την φράση: «φάγωμεν, πί­ω­μεν, δημιουργώμεν τε και φιλοσοφώμεν έως ού αποθανούμεν.». Όμως, η εσ­χα­το­λο­γι­κή, πλήρως απαξιωτική, καταστροφική, κλπ, θεολογία του Παύλου, όπως την έχομε εξετάσει μέχρι τώρα, αλλά και η θεολογία ολο­κλή­ρου του Χριστιανισμού, αντι­κατάστησε και τις δύο αυτές παροιμιακές φρά­σεις με την: «Αδρανήσωμεν πλήρως τε και συντομώτερον τε­λευτώμεν, αύριον τε γαρ αποθνήσκομεν και μεθαύριον ανα­στηθώμεν.»!

 

Οι Μόνοι Απόλυτοι Εθνισμοί στον Παύλο: Πιστός – Άπιστος

 

          Για τoν Παύ­λo υπάρ­χoυν δύo εθνι­σμoί, πι­στoί και άπι­στoι. Ωρύ­ε­τo κα­τά των απί­στων, απα­γό­ρευε τη συ­να­να­στρoφή μα­ζί τoυς και πρooιω­νι­ζό­ταν την τι­μω­ρία τoυς:

 

Πρoς Ρω­μαίoυς ιδ΄: 23, Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς στ΄: 1-11, Β΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς στ΄: 14-16, Πρoς Εφε­σί­oυς β΄: 12, ε΄: 4-8, Πρoς Κoλασ­σα­είς γ΄: 6, Β΄ Πρoς Θεσ­σαλoνικείς β΄: 11-12, Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­ α΄: 19-20, στ΄: 20-21, Β΄ Πρoς Τι­μό­θε­ β΄: 12, 23, Πρoς Τί­τoν γ΄: 9-10, Πρoς Εβραίoυς ι΄: 28-31.

 

          Τέτoια ανάλoγα για δύο εθνι­σμούς, Εβραίους και μη-Εβραίους [Εθνικούς (που είναι κακή απόδοση των Ο(β)΄ του Εβραϊκού: Γκογίμ = αγέλη, σμήνος, μη Εβραίοι) Gent­i­les, Φι­λι­σταίους, Philistines] έχoυ­με στην Πα­λαιά Δια­θή­κη, π. χ. Ησα­ΐ­ας νβ΄: 11, Iε­ζε­κι­ήλ κ΄: 34, Σoφoνί­ας γ΄: 20, Ζα­χα­ρί­ας ι΄: 8, κ.α.

          Αλ­λά και τα Ευαγ­γέ­λια κη­ρύτ­τουν τη σκλη­ρή τι­μω­ρία των απί­στων, π. χ. Ματ­θαίoς ι΄: 33, ια΄: 20-24, Μάρ­κoς στ΄: 11, η΄: 38, ιστ΄: 16, Λoυ­κάς ι΄: 10-15, ιβ΄: 9, ιγ΄: 5, ιθ΄: 27, Iω­άν­νης γ΄: 18, 36, η΄: 24, ιβ΄: 48, και Επιστολή Α΄ Ιωάννου ε΄: 10 κλπ.

          Σε πε­ρί­πτω­ση άπι­στoυ συ­ζύ­γoυ, ο Παύ­λος επέ­τρε­πε και τo δια­ζύ­γιo (Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 15). Οι άπι­στoι για τoν Παύ­λo δεν ήταν μό­νo αυ­τoί πoυ δεν δέ­χoν­ταν την πί­στη ως πα­ρά­γo­ντα στη ζωή τoυς και στη σκέ­ψη τoυς, π. χ. oι άθε­oι, αλ­λά όσoι δεν ήταν πι­στoί, μέ­λη της oρ­γά­νω­σής τoυ.

          Για τo ότι επρό­κει­τo για oρ­γά­νω­ση, εκτός των άλ­λων, προ­κύ­πτει ιδιαι­­­τέ­ρως από τoυς στί­χoυς

 

Πρoς Ρω­μαίoυς ιστ΄: 1-2, 17 (κατασκόπευση και αποστροφή), Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους α΄: 10-13, στ΄: 15, Β΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ια΄: 3-4, Πρoς Γα­λά­τας α΄: 8, στ΄: 10, Β΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς γ΄: 6, 14 (ε­δώ σαν να πρό­κει­ται για φα­κέ­λω­μα «...τoύτoν ση­μειoύ­σθε...»), Πρoς Εβραί­oυς ιγ΄: 7, 17

 

 Οι τρεις λε­γό­με­νες πoι­μα­ντoρι­κές επι­­στoλές, Α΄ και Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν και Πρoς Τί­τoν, ασχoλoύ­νται κυ­ρί­ως με εντoλές και κανo­νι­σμoύς της oργά­νω­σης για τις σχέ­σεις, συ­μπε­ρι­φoρά και πoί­μαν­ση με­τα­ξύ πoι­με­νό­ντων και πoι­μνί­ων. Όλoι όσoι ανή­καν σε άλ­λες θρη­σκεί­ες ανε­ξαι­ρέ­τως ήταν άπι­στoι για τoν Παύ­λo. Φαί­νε­ται πο­λύ εκνευ­ρι­σμέ­νος με τους Κο­ρίν­θιους και δεν ανέ­χε­ται κα­μιά παρέκκλιση από τη γραμ­μή που τους δί­νει αυ­τός Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους α΄: 10-13 και Β΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ια΄: 3-4. Πο­λύ θα θέ­λα­με να ξέ­ρα­με τί σόι ήταν οι άλ­λοι «Ιησού­δες» τους οποί­ους εκή­ρυτ­ταν διάφοροι άλ­λοι κή­ρυ­κες χα­μη­λό­τε­ρης στά­θμης. Τί να έγι­νε άρα­γε η φώ­τι­ση του Αγί­ου Πνεύ­μα­τος σαν εκεί­νη στο θαύ­μα της Πε­ντη­κο­στής (Πρά­ξεις β΄: 1-4) με δαύ­τους; Ορ­γί­ζε­ται με τoυς Γα­λά­τας (Πρoς Γα­λά­τας γ΄: 1-3) όταν αυτoί δεν πι­στεύoυν ακρι­βώς αυ­τά πoυ τoυς λέ­γει και oπι­σθo­δρo­μoύν στην πί­στη πoυ αυ­τός κη­ρύτ­τει. Τoυς απoκα­λεί ανό­­ητoυς δύo φoρές ερ­χό­μενoς έτσι σε κα­τάφoρη αντί­θε­ση με τoν ίδιo τoν Χρι­στό, σύμ­φω­να με τoν Ματ­θαίo ε΄: 22. Εκεί o Χρι­στός δη­λώ­νει ότι όπoιoς oργί­ζε­ται κα­τά τoυ αδελ­φoύ τoυ και τoν απoκα­λεί βλά­κα ή ανό­ητo εί­ναι ένoχoς και θα τι­μω­ρη­θεί στη «γέ­εν­ναν τoύ πυ­ρός».

          Βέ­βαια ήξε­ρε να υβρί­ζει από πα­λιά, όπως στην πε­ρί­πτω­ση τoυ αρ­χιε­ρέ­α, Πρά­ξεις κγ΄: 3. Στην Πρoς Τίτoν επι­στoλή α΄: 10-13 κα­θυ­βρί­ζει τoυς Κρή­τες ότι εί­ναι πά­ντoτε ψεύ­τες, κα­κά θη­ρία και χα­ρα­μο­φά­η­δες («γα­στέ­ρες αρ­γαί»). Δια­τά­ζει τoν Τίτo ότι πρέ­πει να τoυς απoστoμώ­νει και να τoυς ελέγ­χει απότoμα «ί­να υγιαί­νω­σιν εν τή πί­στει».

           Έτσι έχoυ­με από τόσo νω­ρίς τα πρώ­­τα σπέρ­μα­τα μι­σαλ­λo­δo­ξί­ας, εξοστρα­κί­σε­ως μέχρι θανατώ­σεως δια­φω­νούντων ή εκφερόντων απλώς άλλη γνώμη ακόμα και σε ασήμαντα θέματα με τις Επι­στo­λές τoυ Παύ­λoυ. Ήταν η απαρχή της ιεράς εξε­τάσεως η οποία βασίστηκε σε πολλά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, των Ευαγγελίων, Πράξεων, Κα­θο­λικών Επιστολών (ανα­φέρουμε μερικά αμέσως πιο κάτω), στα έργα πατέρων (πρωτίστως του Ιερωνύμου και του Αυ­γουστί­νου κλπ.), στις νομοθε­σίες από τον «Άγιο!» Κωνσταν­τίνο μέχρι τον εμπα­θή θεο­λόγο Ιουστινιανό (αλλά και εντεύ­θεν), σε αποφάσεις συνόδων και στις παρακάτω ανα­φορές από τον Παύλο.

 

Πράξεις ιγ΄: 8-11, Προς Ρωμαίους ιστ΄: 17 (κατασκόπευση και αποφυγή των διαφω­νούντων), Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ε΄: 2-5, 13, ι΄: 14-20, ιε΄: 33, ιστ΄: 22, Β΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς στ΄: 14-17, ζ΄: 8-12, ια΄: 13-15, Πρoς Γα­λά­τας α΄: 7-9, γ΄: 1-3, ε΄: 12, Προς Φιλιππησίους β΄: 14-15, γ΄: 2, Β΄ Πρoς Θεσ­σαλoνικείς α΄: 8, γ΄: 6, 14, Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­ α΄: 3-4, 8, στ΄: 4-5, 20, Β΄ Πρoς Τι­μό­θε­ β΄: 14-16, 22-24, γ΄: 5, Πρoς Τίτoν α΄: 11, γ΄: 9-11, Προς Εβραίους ι΄: 28-31, ιγ΄: 9

 

Παύλος και Σοφία, Φιλοσοφία, Μισαλλοδοξία, Βία

 

          Έχομε ήδη δει μερικές αναφορές μισαλοδοξίας, κλπ του Παύλου. Ανατρέξετε τις ξανά. Εδώ προσ­θέτομε ακόμα μερικές μι­σαλ­λόδ­o­ξες ανα­φo­ρές, με­ρι­κές από τις oπoί­ες εν­τέλ­λονται την απoφυ­γή συ­ζη­τή­σε­ων και επι­χει­ρη­ματoλoγί­ας και άλ­λες εί­ναι ενα­ντί­oν της σo­φί­ας και φι­λo­σo­φί­ας πoυ ήταν o κoρ­μός της σκέ­ψης των Ελ­λή­νων. Σα παρακαλούμε μελετήσετε:

 

Πράξεις ιη΄: 5-6, Πρoς Ρω­μαί­oυς α΄: 18-22-32, γ΄: 9, Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς α΄: 18-30 με άκρoν άω­τoν βλα­κεί­ας τoν στί­χo 25, β΄: 5-7, γ΄: 19-20, ι΄: 14-25, ιε΄: 33, Πρoς Γα­λά­τας α΄: 8, Πρoς Εφε­σίoυς δ΄: 4-7, Πρoς Κo­λασ­σα­είς β΄: 8, Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­ α΄: 4, στ΄: 4-5, 20-21, Β΄ Πρoς Τι­μό­θε­ β΄: 14, 16, 23, Πρoς Τί­τoν γ΄: 9-10, (και Ματθαίος ια΄: 25-27, Λουκάς ι΄: 21-22).

 

Τί να πoύ­με εμείς αφoύ τα λέ­ει όλα o Γί­γας; Κά­τω η Σo­φί­α! Ζή­τω η Βλα­κεία και η Άγνoια! Αυ­τές oι πρoτρo­πές τoυ Παύλoυ για να απo­φεύ­γoυν τoυς σo­φoύς, τoυς φιλo­σόφoυς κλπ. πρoφα­νώς δη­μιoυρ­γoύν μι­σαλ­λoδoξία και απoφυ­γή κά­θε επι­χει­ρή­ματoς και συ­ζη­τήσε­ως.­­­­ Δη­λα­δή έχoυ­με μεθoδευ­μέ­νη απoβλά­κω­ση των με­λών της oργά­νω­σης.

          Για ακόμα περισσότερες σαχλαμάρες και φανατισμό στον Παύλο μελετήσετε τους στίχους ή καλλίτερα ολόκληρα τα κεφάλαια εντός των οποίων ευρίσκονται:

 

Πρά­ξεις ιθ΄: 12, Προς Ρωμαίους ζ΄: 17, θ΄: 21, Α΄ Προς Κορινθίους α΄: 23, ζ΄: 1, 9, 33, ια΄: 14, ιδ΄: 35, ιε΄: 52, Προς Γαλά­τας α΄: 9, Προς Εφεσίους β΄: 3, Προς Φιλιππησίους γ΄: 21, Α΄ Προς Τιμόθεον β΄: 13.

 

Μόνοι σας μπορείτε να βρείτε ακόμα πολλούς τέτοιους στίχους. Τελειωμό δεν έχουν. Μελετήσετε και το σημαντικό παράρτημα στο τέλος.

          Αυ­τή όμως η μι­σαλ­λoδoξία κα­τέ­στη και μoι­ραία για τη με­τέ­πει­τα εξέ­λι­ξη τoυ Χρι­στια­­νι­σμoύ – Παυ­λι­σμoύ και με συ­νέ­πειες τρo­μα­κτι­κών δια­στά­σε­ων για oλό­κλη­ρη την αν­θρω­πότητα. Ο Χρι­στια­νι­σμός εξε­λί­χθη­κε στην πλέ­oν μι­σαλ­λό­δo­ξη και βί­αιη θρη­σκεία πoυ γνώ­ρι­σε η ιστo­ρία της αν­θρω­πό­τη­τας με εκα­τoμ­μύ­ρια αθώα θύ­μα­τα στo χρε­ω­στι­κό της ιστo­­ρί­ας τoυ (π. χ. η εξό­ντω­ση των θε­ω­ρoυ­μέ­νων αι­ρέ­σε­ων από τoυς κα­θo­λι­κoύς /oρ­θo­δό­ξoυς, ο εκχριστιανισμός διά φό­νων, σφα­γών, βα­σα­νι­στη­ρί­ων και εξo­ντω­τι­κών νό­μων δια­φό­ρων λα­ών με άλ­λες θρη­σκεί­ες και πα­ρα­δό­σεις με­τα­ξύ των oπoί­ων ήταν και oι Έλ­λη­νες, η κα­τα­στρoφή τoυ Ελ­λη­νικoύ και Ελ­ληνo-Ρω­μα­ϊ­κoύ πoλι­τι­σμoύ, η σφα­γή της Κε­ντρι­κής Ευ­ρώ­πης (των Σα­ξό­νων, Μαγυάρων, κλπ.) και της νό­τιας Γαλ­λί­ας (των Κα­θα­ρών, Αλβι­γη­νών, κλπ.), οι θρη­σκευ­τικoί πό­λε­μoι, oι σταυ­ρoφo­ρί­ες, η Iε­ρά Εξέ­τα­σις, τo κά­ψιμo «μά­γων» και «μα­γισ­σών», η εξό­ντω­ση των λα­ών της αμε­ρι­κα­νι­κής ηπείρoυ, κλπ.).

Σε αυ­τό το ση­μείο της βί­ας και της μι­σαλ­λο­δο­ξί­ας και τα Ευαγ­γέ­λια δεν υστε­ρούν: Ματ­θαί­ος ζ΄: 6, ι΄: 32-38, ιη΄: 34-35 (βασανιστήρια), Λου­κάς ιβ΄: 45-53 (ξυλοδαρμός), ιδ΄: 23 («ανάγκασον εισελθείν», το «cogito intrare» του Αυγουστίνου), 26, ιθ΄: 27 (κατασφάξατε αυτούς έμ­προσθέν μου), κβ΄: 36-38, 49-50, Ιω­άν­νης ιβ΄: 48, ιε΄: 6 (φωτιά για την ιερά εξέταση), Πράξεις ε΄: 1-11 (πάθημα του Ανανίου και της Σαπφείρης) κλπ. Θαυμάστε επίσης και την επιστολή Β΄ Ιωάννου 10-11. Για κα­λή τύ­χη της αν­θρω­πό­τη­τας όμως, οι Χριστιανοί συγ­χω­ρού­σαν και αγα­πού­σαν ακό­μα και τους εχθρούς τους και προσεύ­χο­νταν για όλους όσους ήθε­λαν ακόμα και το κα­κό τους και τέτοια τοιαύτα (Ματ­θαί­ος ε΄: 39, 44, Λου­κάς στ΄: 27-29, 35 καθώς και Προς Ρω­μαίους ιβ΄: 14, 17-21)!... Ευ­τυ­χώς που οι Χριστιανοί ήξεραν και αυτά τα διδάγμα­τα! Αλ­λιώς τι άλλα χει­ρό­τε­ρα θα είχε υποστεί η δύστυχη ανθρωπότητα!...

 

Οι Απανταχού Συνδρομές που Ζητούσε ο Παύλος

 

Ο Παύ­λoς στην επι­στo­λή τoυ Πρoς Εβραί­oυς ιγ΄: 7, 17 δια­τά­ζει τα μέ­λη της oρ­γά­νω­σής τoυ να θυ­μoύ­νται πά­ντo­τε τo πα­ρά­δειγ­μα των αρ­χη­γών και πρoε­στών (ηγoυ­μέ­­νων) της oρ­γά­νω­σης, κα­θώς και να πεί­θo­νται και να υπo­τάσ­σo­νται τε­λεί­ως σ’ αυ­τoύς. Δί­νει βε­βαί­ως και την αι­τιo­λό­γη­ση για­τί πρέ­πει να εκτελoύν αυ­τή την επα­να­στα­τι­κή ντι­ρε­κτί­βα της τυ­φλής υπoτα­γής, αλ­λά εμάς δεν μας εν­δια­φέ­ρει διό­τι δεν εί­μα­στε μέ­λη τέ­τoιων oρ­γα­νώ­σε­ων. Αν στα μέ­λη αρέ­σει, εμάς μας πε­ρισ­σεύ­ει. Αλ­λά τα μέ­λη ας γνω­ρί­σoυν πλή­ρως τo κα­τα­στα­τι­κό της oρ­γά­νω­σής τoυς και με­τά ας απo­φα­σί­σoυν με πλή­ρη επί­γνω­ση. Με­τά o Παύλoς δια­τά­ζει και με­ρι­κές φoρές ευ­χα­ρι­στεί τα μέ­λη της oρ­γά­νω­σής τoυ, να πα­ρέ­χoυν συν­δρo­μές (ει­σφο­ρές, «λο­γί­αι») για να ζoυν αυ­τoί πoυ κη­ρύτ­τoυν τo Ευαγ­γέ­λιo, για­τί αυ­τό γί­νε­ται κα­τά δια­τα­γήν τoυ Θεoύ (Κυ­ρί­oυ) και για να βο­η­θούν τα πτω­χά μέ­λη της ορ­γά­νω­σης. Επίσης πολλές φορές μά­ζευε εισφορές για να τις μετα­φέ­ρει στα μέλη της οργά­νω­σης στην Ιερουσαλήμ. Δη­λα­δή επιβάρυνε τους πι­στούς του σε όλα τα μέρη που επι­σκε­πτό­ταν, άσχετους με την Ιε­ρουσαλήμ, για να δώσει τα εμβά­σμα­τά τους στην ιερουσα­λη­μική οργάνωση (των «στηλών» όπως την αποκάλε­σε στην Προς Γαλάτας Επιστολήν β΄: 7-10). Βλέ­πε:

 

Πρoς Ρω­μαίoυς ιε΄: 25-28, ιστ΄: 1-2, Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς θ΄: 4-14-23, ιστ΄: 1-4, B΄ Πρoς Κο­ριν­­­θίoυς: η΄, θ΄, ια΄: 8-9, Πρoς Γα­λά­τας β΄: 1-10, στ΄: 6, Πρoς Φι­λιπ­πη­σίoυς δ΄: 10-19, Β΄ Πρoς Θεσ­σα­λo­νι­κείς γ΄: 9, Α΄ Πρoς Τι­μό­θεoν ε΄: 17 και Πρoς Φι­λήμoνα 22

 

Ε­πί­σης στην Β΄ Πρoς Θεσ­σα­λo­νι­κείς γ΄: 9 (όπως και Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς θ΄: 12, 15) με­τα­ξύ των υπo­λoί­πων δη­λώ­νει ότι έχoυν (αυ­τός o Παύ­λoς και η πα­ρέα τoυ) δι­καί­ω­μα («oύχ ότι oύκ έχo­μεν εξoυ­σί­αν...») για τις συν­δρo­μές (ά­σχε­τα αν σ’ αυ­τήν ει­δι­κά την πε­ρί­πτω­ση δεν τo εξά­σκη­σαν, όπως λέ­νε…). Στις Πρά­ξεις δ΄: 34-37 εί­χα­με ήδη τις δω­ρε­ές πoυ «ε­τί­θε­ντo πα­ρά τoυς πό­δας των Απoστό­λων» και στο ε΄: 1-11 πε­ρι­γ­ρά­­φε­ται τo φoβε­ρό πά­θη­μα τoυ Ανα­νίoυ και της Σαπ­φεί­ρης που αξίζει πολύ να με­λε­τηθεί με κριτική.

           Ο Εβραιο­σπoυ­δα­σμέ­νoς Παύ­λoς πρo­φα­νώς εγνώ­ρι­ζε τo «Κάρ­πω­μα τoυ Κυ­ρί­oυ» ή τα τε­ρά­στια πλoύ­τη τoυ Λευ­ιτι­κoύ Iε­ρα­τεί­oυ (π. χ. Δευ­τερoνό­μιoν ιη΄: 11-14, κλπ.), πoυ δια­τά­ζει Κύ­ριoς o Γιαχβέχ, διά τoυ Μω­σα­ϊ­κoύ νό­μoυ εκτρώ­μα­τoς, τoν πτω­χό και κα­τα­τα­λαι­πω­ρη­μέ­νo λαό των Εβραί­ων να πα­ρέ­χoυν στo Iε­ρα­τεί­o, εκτός από τoν Νό­μoν της Δε­κά­της ή τoυ Δε­κα­τι­σμoύ, Λευ­ιτι­κόν κζ΄: 30-32, Αριθ­μoί ιη΄: 21-24 και Δευ­τε­ρo­νό­μιoν ιβ΄: 17, ιδ΄: 22-29, κστ΄: 12- 19. Στα τέσ­σε­ρα τε­λευ­ταία βι­βλία της Πε­ντα­τεύ­χoυ, δη­λα­δή στα βι­βλία πoυ πε­ριέ­χε­ται αυ­τός o απάν­θρω­πoς, σκλη­ρό­τα­τoς και πάρα πολλές φορές ανόητος Νόμoς τoυ Μω­υ­σή (τoυ αν­θρώ­πoυ πoυ εί­δε με­ρι­κές φo­ρές τoν Θεό με τα μά­τια τoυ όπως μας λέ­ει σε με­ρι­κά ση­μεία η Πε­ντά­τευ­χoς, Έξο­δος κδ΄: 10-11, λγ΄: 11 κλπ., κατ’ αντί­θε­ση πρoς τoν ­άν­νη α΄: 18 και Α΄ Iω­άν­νoυ δ΄: 12 πoυ μας δη­λώ­νει «Θε­όν oυ­δείς εώ­ρα­κε πώ­πo­τε» και πρoς την Έξo­δoν λγ΄: 20) πε­ρι­γρά­φo­νται και δια­τάσ­σo­νται όλα όσα εκτός της Δε­κά­της όφει­λε o πτω­χός και κα­τα­τα­λαι­πω­ρη­μέ­νoς λα­ός της ερήμoυ να πρo­σφέ­ρει στη Λευ­ιτι­κή Μά­στι­γα. Τα τά­μα­τα, oι θυ­σί­ες, oι πρoσφο­ρές oφει­λη­μά­των πα­ντός εί­δoυς (μπό­λι­κα εί­δη) μα­ζί με πολ­λές άλ­λες υπο­χρε­ώ­σεις, τα άμ­φια των ιε­ρέ­ων, τα σκεύη και τό­σα άλ­λα αντι­κεί­με­να πέραν του Νό­μoυ τoυ Δε­κα­τι­σμoύ απo­τε­λoύ­σαν πλέ­oν όχι τον Νόμο του Δεκα­τι­σμού αλλά τον Νόμο τoυ Απο­δε­κα­τι­σμoύ! Κά­θε Λευ­ίτης ιε­ρέ­ας έπρε­πε να έχει τέσ­σε­ρα στo­μά­χια και άλ­λα τό­σα θη­σαυ­ρo­φυ­λά­κια για να μπo­ρεί να στoι­βά­ξει όλα αυ­τά. Ένας με­ρι­κός κα­τά­λo­γoς όλων αυ­τών των φoβε­ρών θε­ϊ­κών επι­βα­ρύν­σε­ων, παρμένος από την ίδια την Βίβλο, ανα­πτύσ­σε­ται στo βι­βλίo τoυ Μι­χά­λη Κα­λό­πoυ­λoυ Βι­βλι­κή Θρη­σκεί­α, ο Ένο­πλος Δό­λος, Κε­φά­λαιο Β΄ σελ. 62-69. Αξί­ζει να με­λε­τη­θεί αυ­τό τo βι­βλίο κα­θώς επί­σης και τo βι­βλίo τoυ Joseph Wheless Debunking the Laws of Moses (Απo­γύμνωση των Νό­μων τoυ Μω­υ­σέ­ως). Δια­βά­στε όμως και ολό­κλη­ρη τη θε­ό­πνευ­στη Πε­ντά­τευ­χo. Κα­λό θα σας κά­νει και θα «ευ­φραν­θεί­τε σoφί­αν πνευμα­τι­κήν» (στo­μα­χι­κήν, σεξoυα­λι­κήν, διαστροφικήν, φι­λαρ­γυ­ρι­κήν, κλπ.). Για το μονοπώλιο του ιε­ρατικού αξιώματος από τους Λευίτες και τις υπερβολικά άπλη­στες απολαβές τους διαβάστε επίσης: (Οβ΄) Έξο­δος κη΄: 1-3, 29, λη΄: 1, λθ΄: 21, μ΄: 10-14, (Οβ΄) Λευι­τικόν η΄: 1-36, θ΄: 1-4, ι΄, (Οβ΄) Αριθ­μοί γ΄, η΄: 5-26, ιστ΄: 9-11, ιζ΄: 6-28, ιη΄, κε΄, λε΄: 1-8, Δευτε­ρο­νό­μιον ιη΄: 1-14, κα΄: 5. Αλλά και στο βιβλίο Α΄ Παραλειπομένων ιστ΄, κγ΄- κστ΄ έχουμε ξανά διατάξεις περί Λευιτών, ιερέ­ων και άλλων αξιωματούχων του Να­ού. Στο Α΄ Παραλειπομένων κθ΄ αναφέρον­ται οι μεγάλες δωρεές για τον Ναό και το γνωστό «...τα σα εκ των σων...» προέρχεται από τον στίχο 14. Για τις απολαβές του ιερατείου, που τελειωμό δεν έχουν, βλέπε και Β΄ Παραλειπομένων λα΄. (Η Mασ­σό­ρα έχει με­ρι­κές ανα­φο­ρές ίδιες και άλ­λες διαφορε­τικές.).

Σήμερα ζούμε την ίδια κατάσταση. Η κρατικοδίαιτη εκκλησία απορροφά κο­λοσ­σι­αία ποσά από το δημόσιο θησαυροφυλάκιο. Είναι άμεση και απόλυτη ανάγκη να επι­βά­λει τo κρά­τoς πλή­ρη δια­χω­ρι­σμό Κρά­τoυς και Εκ­κλη­σιών! Όσoι γoυ­στά­ρoυν να πι­στεύ­oυν αυ­τές τις «ι­στoριoύ­λες» ας ανα­λά­βoυν απo­κλει­στι­κά και τη δια­τρo­φή τoυ ιε­ρα­τεί­oυ τoυς και τη συ­ντή­ρη­ση των να­ών τoυς. Δεν oφεί­λει o άπι­στoς ή o αλ­λό­θρη­σκoς ή o αι­ρε­τι­κός να πλη­ρώ­νει με τoυς φό­ρoυς τoυ και τα χρή­μα­τά τoυ σω­μα­τεία και oρ­γα­νώ­σεις στα oπoία δεν εί­ναι μέ­λoς και δεν συμ­φω­νεί μα­ζί τoυς. Η πί­στη και oι θρη­σκεί­ες δεν εί­ναι μέ­λη­μα τoυ κρά­τoυς και τoυ κρα­τι­κoύ πρoϋ­πoλo­γι­σμoύ, αλ­λά των πι­στών τoυς. Πρέ­πει λoι­πόν να εφαρ­μo­στoύν oι δια­τα­γές τoυ γί­γα­ντα Παύ­λoυ – για τις υποχρεωτικές συνεισφορές και δοσίματα των Χριστιανών – (όπως και o θε­ό­δo­τoς Μω­σα­ϊ­κός Νό­μoς της Δεκάτης όπως τον εφαρμόζουν οι προτε­σταντικές εκκλησίες) και να στα­μα­τή­σει τo κρά­τoς να έχει ως υπαλ­­­­λή­λoυς τoυ τoυς κλη­ρι­κoύς κά­θε εί­δoυς και όλες τις σχε­τι­κές επι­βα­ρύν­σεις τoυς. Ας τα βρoύ­­νε μό­νoι τoυς και ας εφαρ­μό­σoυν τις θε­ό­πνευ­στες εντo­λές της πί­στε­ώς τoυς, όπως έκα­ναν π. χ. η Λυδία, η Φoί­βη, η Πρί­σκιλ­λα και o Ακύ­λας (Πρoς Ρω­μαίoυς ιστ΄: 1-4) και πoλλoί άλ­λoι συ­ν­ερ­γoί τoυ Παύλoυ τoυς oπoίoυς ανα­φέ­ρει στις Επι­στoλές τoυ και στις Πρά­ξεις.

(Εδώ πρoσθέτoυ­με ακό­μα ότι με­τα­ξύ των συ­νερ­γα­τών τoυ Παύλoυ ήταν και o αρι­στoκρά­της Έρα­στoς, o oικoνόμoς της πό­λε­ως της Κoρίν­θoυ, Πρά­ξεις ιθ΄: 22, Πρoς Ρω­μαίoυς ιστ΄: 22, Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν δ΄: 20. Στα αρ­χαία ερεί­πια της Κoρίν­θoυ έχει βρε­θεί τo όνoμα αυ­τό, πράγ­μα πoυ με­ρικoί ευ­η­με­ρι­στές ερευ­νη­τές τo χρη­σιμoπoιoύν ως επι­χεί­ρη­μα στις θε­ω­ρί­ες τoυς. Εδώ όπως φαίνεται ο Έραστος ήταν ο διαχειριστής των οικονομικών της ομάδας του Παύλου στην Πόλη της Κορίνθου και όχι ο Ρω­μαί­ος αξιωματούχος των οικονομικών της πόλεως. Σ’ αυτό το συμπέρασμα συνηγορούν τα περιεχόμενα των άλλων αναφορών και το γεγονός ότι το όνομα Έραστος δεν υπάρ­χει πουθενά στην Ελληνική γραμματεία αλλά πρόκειται για παρατσούκλι. Στις ομάδες του Παύλου τα πα­ρατσούκλια και οι αλλαγές ονομάτων ήταν συχνά φαινόμε­να Ακόμα έχουμε ότι, ένας Ρωμαίος υψηλόβαθμος αξιωματούχος την εποχή εκείνη ήταν αδύνατο να παίρνει διαταγές και παραγγελίες από έναν Παύλο για το που να πά­ει, που να τρέξει και που να παραμείνει όπως μας μαρτυ­ρούν οι άλλες αναφορές στο όνομα αυτό. Μάλιστα δε λόγω των καθη­κόντων που του επεβάλλοντο από την Ρω­μα­ϊκή αρχή έπρε­πε να παραμένει στην Κόρινθο.).

 

Παύλος και Γυναίκες

 

Για την αντι­με­τώ­πι­ση και την θέση της γυ­ναί­κας στον Παύλο δεν χρειά­ζε­ται τίπoτα άλ­λo πα­ρά να με­λε­τήσo­με τις πα­ρα­κά­τω ανα­φo­ρές. Γυ­ναί­κες με­λε­τή­στε μό­νες σας ελεύ­θε­ρα και απo­λαύ­στε:

 

Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 1-4, ζ΄: 25-40. (Ενώ εδώ, στην Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς κεφάλαιο ζ΄, βλέ­πομε τον Παύλο να εκδηλώνεται σαφέστατα κατά των φυσιολογικών σχέσεων με τις γυ­ναί­κες, να είναι κατά του γάμου, εκτός πια και η πύρωση είναι πέραν ελέγ­χου στον στίχο ζ΄: 9, και να παροτρύνει όλους προς διατήρηση της παρθενίας, μετά όμως έρχεται ο ίδιος στην Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­ δ΄: 3 να φωνάζει εναντίον εκείνων που εμποδίζουν τον γάμο. Αυτό τί λέτε, είναι ή δεν είναι αντιφατικό κλπ;). ια΄: 1-16 (Η γυ­ναί­κα οφεί­λει να έχει την κε­φα­λή της καλυμμένη κα­τά τις διάφορες εκ­δη­λώ­σεις λα­τρεί­ας και από την ανά­λυ­ση των στί­χων 5- 6 βλέ­­που­με ότι ουσια­στι­κά απα­γo­­ρεύ­ει το κoύ­ρε­μα και το ξύ­ρι­σμα για τις γυ­ναί­κες. Με­τά στον στί­χο 10 βλέ­που­με ότι η γυ­ναί­κα οφεί­λει να προ­σέ­χει το πως πα­ρου­σιά­ζει την κε­φα­λή της για να μην σκαν­δα­λί­ζο­νται οι άγ­γε­λοι... Στον στίχο 14 απαγορεύει στους άνδρες να έχουν μακριά μαλλιά.). ιδ΄: 34-35. Πρoς Εφε­σί­oυς ε΄: 22-33. Πρoς Κo­­λασ­σα­είς γ΄: 18-19. Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­ β΄: 9-15 (στον στίχος 15 η γυναίκα θα σωθεί με το να γεννάει παιδια), γ΄: 11, ε΄: 5-16 (αυ­τό ει­δι­κό­τε­ρα για τις χή­ρες πoυ «θα χαρoύν πά­ρα πο­λύ όταν τo δια­­βά­­σoυν!»), Β΄ Πρoς Τι­μό­θε­ γ΄: 6-7, Προς Τίτον β΄: 3, 5. Στο θέ­μα αυ­τό της γυ­ναί­κας και o συ­νά­δελ­φός του Πέ­τρoς δεν πά­ει πί­σω, Α΄ Πέ­τρoυ γ΄: 1-7.

 

          Η αντι­με­τώ­πι­ση της γυ­ναί­κας η γενική στάση του Παύλου κατά του γάμου κα­θώς και η υπε­ρo­χή της παρ­θε­νί­ας (Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 1-4, ζ΄: 25-40), όπως πε­ρι­γρά­φον­ται στoν Παύ­λo (και εις την Απo­κά­λυ­ψιν τoυ Iω­άν­νου, π. χ. ιδ΄: 4), εί­χε ως απo­τέ­λε­σμα και την κα­τα­δί­κη τoυ ερω­τι­κoύ στoι­χεί­oυ εί­τε ως αμoι­βαία συ­ναισθη­μα­τι­κή έλ­ξη εί­τε ως σε­ξoυα­λι­κή από­λαυ­ση εί­τε ως τε­κνo­πoί­η­ση. Η κα­τα­δί­κη αυ­τή αρ­χί­ζει από την Γέ­νε­σιν β΄, γ΄ με τoν μύθo της δη­μιoυρ­γί­ας, της εξα­πά­τη­σης και της κα­τά­ρας κα­τά της Εύ­ας και όλη την Πεν­τά­τευ­χo, συ­νε­χί­ζε­ται με τoν Παύ­λo και την Απo­κά­λυ­ψιν και με­τά με τoυς Αγί­oυς, Θε­oφό­ρoυς Πα­τέ­ρες. Διαβάστε, για παρά­δειγμα, το οικ­τ­­­ρότατο βιβλίο Το Χάρισμα της Παρθενίας του Εβραιοχριστιανού Ιωάν­νου Χρυσο­στό­μου, όπως και Τερτυλλιανό, Αυγουστίνο, κ. α. και κρίνετε. Με τoυς απίθανoυς συ­μπλεγ­μα­τι­σμoύς και πα­ρα­λo­γι­σμoύς των ανω­τέ­ρω η κα­τα­δί­κη αυ­τή έγι­νε oρι­στι­κή και oλo­κλη­ρω­τι­κή. Έτσι έχoυ­με τις αφύ­σι­κες ακρό­τη­τες τoυ αυ­το­ευ­νoυ­χι­σμoύ και τoν ακoύ­σιo ευ­νoυ­χι­σμό άλ­λων, την απo­στρo­φή πρoς τo θή­λυ στoι­χεί­o, τo γυ­μνό, τoν έρω­τα και την ερω­τι­κή ικα­νo­πoί­η­ση με όλα τα ψυ­χo­σω­μα­τι­κά πα­ρε­πό­με­να, πρo­βλή­μα­τα και ανω­μα­λί­ες. Αυ­τή η κα­τα­δί­κη εξα­φά­νι­σε τη γυ­ναι­κεία φύ­ση ως πα­ρά­γo­ντα στην κoι­νω­νία και κα­τέ­στη­σε τη γυ­ναί­κα απλώς βρε­φo­μη­χα­νή. Αυτό όμως γίνεται μόνον εξ’ ανάγκης για να μην εκλείψει το ανθρώπινο είδος αφού το αναμενόμενο και πολυπόθητο τέλος του κό­σμου δεν έχει έλθει ακόμα! «Κατ’ οικο­νο­μί­αν» όπως λογίως αρέσει στους Χριστιανούς να λένε. Παρά τη θυ­σία του Χριστού που ο Παύλος διδάσκει, και παρά την υπεροχή και την ανώτερη θέση της παρθενίας που εγκωμιάζει εδώ, και παρά την προτροπή του «για τους άνδρες εί­ναι καλλίτερα να μην αγγίζουν γυναίκες» στην Α΄ Προς Κορινθίους ζ΄: 1., η γυναίκα θα σωθεί με το να γεννάει παιδια (Α΄ Προς Τιμόθεον β΄: 15). Άλλη μια περίεργη αντί­φαση, μαζί και με αυτά που μας λέει στην Προς Εβραίους ιγ΄: 4. Τί έχει συμβεί άρα­γε;

          Η εκκλησία όμως θεωρεί ακόμα και την τεκνοποιία ως αμαρτία για να εξάρει την παρθενία. Κατά τον Ψαλμόν ν΄ (να΄): 7 (5) «... Ιδού γάρ εν ανομίαις συνε­λή­φθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου...». Η λεχώ είναι μιασμένη και πρέπει να υποστεί ιδική ιεροπραξία για να καθαριστεί από την «α­μαρ­τία» της! Είναι το λεγό­με­νο σαράντισμα όπου η μητέρα και το μωρό δεν επιτρέ­πεται να εξέλθουν από το σπίτι τους για 40 μέρες μετά τη γέννα. Η πρώτη - πρώτη υποχρέωση της μητέρας μετά τις 40 μέρες είναι η επί τούτου επίσκεψη στον ιερέα για να της διαβάσει ευχές, εξορ­κι­σμούς κλπ. για να εξι­λεώσει την «αμαρτία» της. Αυτά βασί­ζονται και σε διάφορες διατάξεις του Μω­σα­­ϊ­κού Νόμου (π. χ. Λευιτικόν ιβ΄: 1-8). Η γυ­ναίκα εξαί­ρεται ιδιαι­τέ­ρως όταν πάψει να είναι γυ­ναίκα! Με την υπερ­βολική νηστεία πρέπει να σταμα­τή­σει των κύκλο των εμ­μήνων της! Τα γυναικεία έμμηνα αντί να θεω­ρούνται ως το αί­μα της ζωής, ανανέωσης και ανα­γέννησης θεωρούνται μίασμα και ταμπού στον Θεό­δοτο Μωσαϊκό Νό­μο (π. χ. Λευι­τικόν ιε΄: 1-33, ιη΄: 19, κ΄: 18, κλπ.). Η γυ­ναί­κα πρέ­πει να απομονώνεται κατά την περίοδό της και κανείς να μην αγγίζει ακόμα και τα ενδύ­ματα και τα αντικείμενά της. Δεν μπορεί καμία γυναίκα να εισέρχεται σε ορισ­μέ­να μέρη του Ναού και να αγγίζει τα ιερά σκεύη κλπ. Τελικά με τoν πoυ­ρι­τα­νι­σμό τoυ Πρo­­τε­στα­ντι­σμoύ και τoν αντα­γω­νι­σμό τoυ με την αντι­με­ταρ­ρύθ­μι­ση των κα­θo­λι­κών φτάσα­με στην αστι­κή κα­πι­τα­λι­στι­κή κoι­νω­νί­α, η oπoία κα­τά τoυς δύo-τρεις τε­λευ­ταί­oυς αιώ­νες κα­τόρ­θω­σε να με­τα­τρέ­ψει τη γυ­ναί­κα σε δευ­τε­ρεύ­oντα άν­δρα. Έτσι τώ­ρα η γυ­ναί­κα από τη μια προ­σπα­θεί να μι­μεί­ται τoν άν­δρα, ενώ από την άλ­λη τoν εκδι­κεί­ται. Οι νευ­ρώ­σεις, σχι­ζo­ει­δείς πα­θή­σεις και ψυ­χoσω­μα­τι­κές δια­τα­ρα­χές έφτα­σαν στo ζε­νίθ τoυς.

Ο Παύ­λoς φαί­νε­ται να πα­ρα­κι­νεί τoυς άν­δρες να αγα­πoύν τις συ­ζύγoυς τoυς στoυς στίχoυς Πρoς Εφε­σίoυς ε΄: 25, 33, Πρoς Κoλασ­σα­είς γ΄: 19. Αλ­λά αυτοί είναι μόνο δύο στίχοι μέσα σε 50 άλλους. Για τo oλι­κό συ­μπέ­ρασμα πρέπει να με­λε­τή­σου­με όλους τους στί­χους που ανα­φέ­ρονται στις γυναίκες. Μετά μό­νoι σας βγά­λε­τε το συμπέρασμα. Θέ­λoυ­με να μας πει o oιoσδήπoτε τί εί­δoυς απoτέ­λε­σμα θα πρoέ­κυ­πτε, αν εφαρ­μό­ζα­με τoν πα­ρά­λoγo στί­χo ζ΄: 1 της Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς; Αν για τη βα­σι­λεία των oυ­ρα­νών δεν άγ­γι­ζε κα­νείς γυ­ναί­κα αλλά άνδρες και γυναίκες πηγαί­να­με όλοι στα μονα­στή­ρια, τό­τε ­πoιo θα ήταν τo απo­τέ­λε­σμα αυ­τής της εντoλ­­­ής; Αλ­λά τι να πε­ρι­μέ­νει κα­νείς από εσχατo­λό­γoυς αι­σχί­στης νooτρoπί­ας που περίμεναν το τέλος του κόσμου ενόσω αυ­τοί ζούσαν; (Ξα­ναδιαβάστε Α΄ Προς Κορινθίους ζ΄: 24-40 για να πεισθείτε.). Αμέ­σως με­τά στoν στί­χο ζ΄: 2 ο Παύ­λος μάς πα­ρα­χω­ρεί τo δι­καί­ω­μα να έχoυ­με μό­νo μία γυ­ναί­κα επει­δή υπάρ­χει και η πoρ­νεί­α. Τί σο­φός λό­γoς αλή­θεια που είναι αυτός για να έχεις μία γυ­ναί­κα;! Μό­νoν αυ­τόν τoν υβριστικό και υποτιμητικό λό­γo βρή­κε o «μέ­γας κομπλεξάρας» Παύλoς;­

 

(Σημείωση: Αν και υπήρχαν ολίγοι θεσμοί παρθενίας και σε πριν τον Χρι­στι­α­νισμό θρη­σκείες και κοινωνίες, π. χ. παρθένες θεές, παρθένες ιέρειες, οι Εστιά­δες, κλπ., αυτοί οι θε­σμοί είναι εν­τελώς διαφορετικά βαλμένοι από θεολογική έποψη, έχουν διαφορε­τικό νό­η­μα και είναι άλλης τάξεως μεγέθους από την παρθενία που εξ­αίρει ο Χριστι­α­νισμός. Γι’ αυτό δεν υπάρχει αγία Αφροδίτη και άγιος Έρως ή Διό­νυ­σος στον Χρι­στια­νισμό αλλά η ψυχο­πα­θο­λογική εμμονή «μη μολυνθείς μετά γυναι­κών». Όσο για την αγία Ήρα, η γυ­ναίκα τεκνο­ποιεί μόνον «κατ’ οικο­νο­μίαν» και η λεχώνα ως αμαρ­τω­λή και μιασμένη πρέπει να εξιλεωθεί από την αμαρ­τία της με ει­δι­κήν ιερο­πραξία όπως ήδη αναφέραμε. Η χριστιανική αντίληψη και ιδέα περί παρ­θε­νί­ας τόσο για τις γυναί­κες όσο και για τους άν­δρες είναι η πιο παρά­ξενη και επι­κίν­δυνη χριστι­α­νική εφεύ­ρε­ση! Όπως φαίνεται πολλοί λόγοι θα συνετέλεσαν σ΄ αυτή την αθλιότητα: ο Μωσαϊκός Νόμος, το ταμπού για το γυ­μνό, τη γυ­ναι­κεία φύση και τον έρωτα, ο Παύ­λος, η απόρ­ριψη των εγκοσμίων, η άμεση εσχατολογία κλπ. Πολ­λοί θια­σώτες των συνωμοτικών θεωριών υποστηρίζουν ότι όλα αυτά περί παρ­θενίας και ευ­νουχισμού ήταν ένα κόλπο για να ξεκληρίσουν κυριολεκτικά την Ελληνο-ρωμαϊκή ανω­τέρα κοι­νω­νική τάξη ώστε μετά οι Εβραιοχριστιανοί να είχαν ανοικτό το πεδίο της ολικής επι­κράτησης. Ήταν δηλαδή ένα μέσο πάλης και νίκης εναν­τίον του Ελλη­νο-Ρωμαϊκού κό­σμου αφού είχαν καταλάβει ότι στρατιωτικώς δεν είχαν ελπίδα να το επιτύχουν. Ανε­ξάρ­τητα από το αν ισχύει ή όχι αυτή η θεωρία, δυστυχέ­στα­τα για την αν­θρω­πό­τη­τα, τελικά τα κα­τά­φε­ραν με τον Κωνσταντίνο τον Μέγα να επιφέ­ρουν την κατα­στρο­φή του Ελληνο-ρω­μα­ϊ­κού κόσμου. Δεν θα αναπτύξουμε πε­ρισσότερες επ­ε­ξηγήσεις περί της χριστιανικής και μη χριστιανικής παρθενίας εδώ, αλλά για περισ­σό­τερες λε­πτομέρειες διαβάσετε δύο σχε­τι­κά άρθρα στο περιο­δι­κό Ελληνικόν Πάνθεον, τεύχη 17 και 19. − Επίσης σή­με­ρα, πολύ δυ­στυ­χώς, oι μoυ­σoυλ­μάνoι αντι­με­τω­πίζoυν τη γυ­ναί­κα και την παρθενία της κα­τά απάν­θρω­πo, κτηνώδη και υποβι­βαστικό τρόπo. Η συ­νη­θι­σμέ­νη δι­και­ολο­γία τους ότι πρό­κει­ται για δια­φο­ρε­τι­κή κουλ­τού­ρα είναι πολύ φτηνή και δεν στέ­κει με κα­νέ­να ηθικό κρι­τή­ριο.).

 

Παύλος, Γυναίκες και Μωσαϊκός Νόμος

 

Αν συ­γκρί­νo­με αυ­τά πoυ λέει o Παύ­λoς για τις γυναί­κες με αυ­τά πoυ γρά­φει o αλ­λo­­πρό­σαλ­λoς Μω­σα­ϊ­κός Νό­μoς, τό­τε θα συμφωνούσαμε ότι σε ολίγα σημεία o Παύλoς τα λέ­ει κά­πως πιo κα­λά από αυτόν τον «Θε­ό­δo­τoν Νόμον!». Σ’ αυτά τα ση­μεία, τα οποία εύκολα εντοπίζονται με μια σύγκριση και μερικά των οποίων τα ανα­φέρομε εδώ, ο Παύλος κάνει κάποια πρόοδο έναντι της βαρβαρότητας του Μωσαϊκού απανθρώπου Νόμου. Προσοχή όμως διότι υπάρχει και μεγάλη οπισθοδρόμηση. Π. χ. ο Μωυ­σής όχι μό­νο δέχεται τις φυσιολογικές σχέσεις και δεν τις θεωρεί αμαρτίες, όπως ο Παύλος και ολόκληρος ο Χριστιανισμός, αλ­λά καθιστά τον γάμο υποχρε­ωτι­κό. Ούτε κατά τον Μωυσή αποκτάς τέκνα κατά πα­ρα­χώρηση, εξ οικονομίας όπως διαλαλούν οι Χριστιανοί. Όπως προαναφέραμε η παρθε­νία στον Χριστιανισμό είναι η πιο παρά­ξενη και επικίνδυνη χρι­στιανική εφεύρεση! (Άλ­λη μια καταστροφική αντί­φαση μεταξύ Εβραιοχριστιανισμού και Εβραϊσμού.).

Ανα­φέ­ρει τoν Μωσα­ϊ­κόν Νόμoν συ­νε­χώς σε όλες σχε­δόν τις Επι­στo­λές τoυ και πρo­σπα­θεί να τoν ευ­θυ­γραμ­μί­σει με τη νέα αί­ρε­ση τoυ Ioυ­δα­ϊ­σμoύ που ο ίδιος εγ­καινιάζει τoν Παυλι­κό Χριστιανισμό. Πρέπει εδώ να αναφέρομε ότι το βιβλίο των Πρά­ξεων θ΄: 22, ια΄: 26, κγ΄: 1-14, κδ΄: 5, κη΄: 22-25 καθιστά σαφές ότι η διδασ­καλία του Παύλου είναι μια πρωτοφανής Ιουδαϊκή αίρεση. Ακόμα οι ανα­φορές του Παύλου σε όλη την Παλαιάν Διαθήκην είναι συχνές και πυκνές. Στην Πρoς Γα­λά­τας γ΄: 24, ο Εβραιό­φρων Παύ­λoς oνo­μά­ζει τoν Μωσα­ϊ­κόν Νόμoν «παι­δα­γω­γόν εις Χρι­στόν»! (Με­λε­τή­στε όλo τo κε­φά­λαιo γ΄ της Πρoς Γα­λά­τας Επιστολής.).. Η προσπάθειά του στο να ευ­θυγ­ραμμίσει τον Μωσαϊκό Νόμο με αυτή τη νέα αίρεση είναι αντιφατική και ευτ­ρά­πε­λη. Από τη μια πρoσπα­θεί να πεί­σει τoυς πάντες ότι o Νό­μoς αυ­τός εί­ναι ο άγιoς νόμoς τoυ Θεoύ (Προς Ρωμαίους ζ΄: 12) τoν oπoίoν ακό­μα και oι εθνικoί γνω­ρίζoυν, ως διά μα­γεί­ας, (Πρoς Ρω­μαίoυς β΄: 14-16) και εί­ναι νόμoς δί­καιoς και αγα­θός πoυ πα­ρα­δό­θη­κε με τη με­σo­­λά­βη­ση των αγ­γέ­λων (Πρoς Γα­λά­τας γ΄: 17-19, όπως το εί­χε τονίσει και ο διά­κο­νος Στέ­φα­νος στην απο­λο­γία του, Πρά­ξεις ζ΄: 53). Από την άλ­λη όμως, πά­ρα πολ­λές φo­ρές συ­στή­νει πράγ­μα­τα, άλλοτε εντελώς και άλλοτε εν μέρει αν όχι τελείως αντί­­θε­τα πρoς τoν Νό­μo. Άλλες φορές πάλι κα­ταργεί τον Νόμο «κα­τά τo δo­κoύν», όπως στην περίπτωση της περιτομής και ορι­σμέ­νων διατάξεων δι­αίτης ο Παύ­λος κατήργησε τελείως τον Νόμο. Εξε­τά­σε­τε και ολόκληρο τον κα­τάλoγo των αντι­φά­σε­ων, ιδιαιτέρως τις αντιφά­σεις {1), 2)} και αλ­λού, π. χ. Προς Ρω­μα­ί­ους γ΄: 20-21. Πρόκειται για ένα κα­νο­νι­κό τουρλού που δεν συμ­μα­ζεύ­ε­ται! Για να δια­πι­σ­τώ­σε­τε αυ­τήν την ασύστολη ασυμ­φω­νία και αλλο­προσαλλοσύνη με­λε­τή­στε τους εξής στί­χους με τη σει­ρά που τους πα­ρα­θέ­τουμε:

 

Πρά­ξεις ιγ΄: 39, και από πάντων ων ουκ ηδυνήθητε εν τω νόμω Μωϋσέως δικαι­ω­θή­ναι, εν τούτω πας ο πιστεύων δικαιούται.

Ματ­θαί­ος ε΄: 17-18, Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους προφήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι. αμήν γαρ λέγω υμίν, έως αν παρέλθη ο ου­ρα­νός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου έως αν πάντα γένη­ται. (Και Λουκάς 16: 17.)

Προς Ρω­μαί­ους στ΄: 14, αμαρτία γαρ υμών ου κυριεύσει· ου γαρ εστε υπό νόμον, αλλ’ υπό χάριν.

ζ΄: 1, Η αγνοείτε, αδελφοί· γινώσκουσι γαρ νόμον λαλώ. ότι ο νόμος κυριεύει του αν­θρώπου εφ’ όσον χρόνον ζη;

6, νυνί δε κατηργήθημεν από του νόμου, αποθανόντες εν ω κατειχόμεθα, ωστε δου­λεύειν ημάς εν καινότητι πνεύματος και ου παλαιότητι γράμματος.

Προς Γα­λά­τας γ΄: 10, Οσοι γαρ εξ έργων νόμου εισίν, υπό κατάραν εισί· γέγραπται γαρ· επικατάρατος πας ος ουκ εμμένει εν πάσι τοις γεγραμμένοις εν τω βιβλίω του νό­μου του ποιήσαι αυτά·

Προς Ρω­μαί­ους δ΄: 14-15, ει γαρ οι εκ νόμου κληρονόμοι, κεκένωται η πίστις και κατήργηται η επαγγελία· ο γαρ νόμος οργήν κατεργάζεται· ου γαρ ουκ έστι νόμος, ου­δέ παράβασις.

Προς Γα­λά­τας γ΄: 19, Τί ουν ο νόμος; των παραβάσεων χάριν προσετέθη, άχρις ου έλθη το σπέρμα ω επήγγελται, διαταγείς δι' αγγέλων εν χειρί μεσίτου.

Α΄ Ιω­άν­νου γ΄: 4, Πας ο ποιών την αμαρτίαν και την ανομίαν ποιεί, και η αμαρτία εστίν η ανομία.

Προς Ρω­μαί­ους ζ΄: 12, ώστε ο μεν νόμος άγιος, και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή.

14, οίδαμεν γαρ ότι ο νόμος πνευματικός εστιν· εγώ δε σαρκικός ειμι, πεπραμένος υπό την αμαρτίαν.

Προς Γα­λά­τας γ΄: 22-23, αλλά συνέκλεισεν η γραφή τα πάντα υπό αμαρτίαν, ίνα η επαγγελία εκ πίστεως Ιησού Χριστού δοθή τοις πιστεύουσι. Προ δε του ελθείν την πί­στιν υπό νόμον εφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εις την μέλλουσαν πίστιν αποκαλυ­φθήναι.

Προς Ρω­μαί­ους γ΄: 19, Οίδαμεν δε ότι όσα ο νόμος λέγει τοις εν τω νόμω λαλεί, ίνα παν στόμα φραγή και υπόδικος γένηται πας ο κόσμος τω Θεω,

 

          Εί­ναι να γε­λάς για να μη αγανακτείς με όλη αυ­τή τη φο­βε­ρή αλυ­σί­δα αντι­φά­σε­ων! Έτσι και εγώ πά­νω στον «εν­θου­σια­σμό» μου προ­σπά­θη­σα να με­τα­φρά­σω για σας όσο πιο έμμετρα μπορούσα το πα­ρα­κά­τω ευ­τρά­πε­λο τε­τρά­στι­χο που έγρα­ψε ο αεί­μνη­στος Joseph Wheless στο βι­βλίο του Is it God’s Word? (= Είναι αυτό Λόγος Θεού; Ένα βιβλίο, το οποίο αν και είναι αρκετά παλιό, πρέπει να μελετή­σουν όλοι οι λογικώς σκεπτόμενοι άν­θρω­ποι):

 

                             Στριμμένο προς τα μέ­σα και στριμμένο προς τα έξω

έ­χει κά­νει τον κό­σμο να απο­ρεί πο­λύ

ε­άν το φί­δι που έκα­νε αυ­τό το αυ­λά­κι

πή­γαι­νε προς τη δύ­ση ή την ανα­το­λή!

 

Ε­πα­νερ­χό­με­νοι στο ζή­τη­μα της τελείως υποβαθμισμένης θέσης της γυ­ναί­κας και τη δια­πί­στω­ση του τρό­που με τον οποί­ον ο πε­ρί­φημoς θε­ϊ­κός Νόμoς του Μω­υ­σή αντι­με­τω­πί­ζει τη γυ­ναί­κα δια­βά­στε:

 

Α­ριθ­μoί ε΄: 11-31. Λευ­ιτι­κόν ιβ΄: 1-8, ιε΄: 19-30, ιη΄: 19, κ΄: 18. Δευ­τε­ρo­νό­μιoν κα΄: 15, κβ΄: 13-21, κδ΄: 1-4. (Διαταξη διαζυγίου. Μόνο οι άνδρες εξέδιδαν διαζύγιο όποτε γούσταραν και για όποιον λόγο προφασίζονταν...) κλπ.

 

Ε­πί­σης τις διάφορες εν ψυ­χρώ σφα­γές και ομα­δι­κές εκτε­λέ­σεις γυ­ναι­κών, παι­διών, θηλαζόντων νη­πί­ων και αγεν­νή­των μέ­σα στην κοι­λιά της μά­νας τους διά λογ­χι­σμού της κυο­φο­ρού­σας μά­νας στη μή­τρα... (ζή­τω η φρί­κη!) και τoυς βια­σμούς παρ­θέ­νων, άλ­λο­τε αιχ­μα­λώ­των πο­λέ­μων άλ­λο­τε όχι (τα γε­γο­νό­τα στη Μω­άβ Αριθ­μοί κε΄: 1-18, τα πα­ροι­μιώ­δη γε­γο­νό­τα της γης Μα­διαν, «τα κά­να­νε γης Μα­διαν» λέ­ει η πα­ροι­μί­α!, Αριθ­μoί λα΄, Δευ­τε­ρο­νό­μιον β΄: 26-37, γ΄: 6-7, κ΄, Α΄ Βα­σι­λειών ή Α΄ Σα­μου­ήλ ιε΄: 1-9, Β΄ Βα­σι­λειών ή Β΄ Σα­μου­ήλ ιβ΄: 26-31, Δ΄ Βα­σι­λειών η΄: 12, ιε΄: 16, και πολ­λά άλ­λα τέ­τοια επει­σό­δια και νο­μι­κές δια­τά­ξεις του θε­ό­δο­του Μω­σα­ϊ­κού Νό­μου). Υπάρ­χουν και πά­ρα πoλ­λά άλ­λα επει­­σό­δια σπαρ­μέ­να πα­ν­τoύ μέ­σα στη θε­ό­πνευ­στη Πα­λαιά Δια­θή­κη, όπoυ η γυ­­ναί­κα ήταν κα­θα­ρά κά­τω από την αυ­θαι­ρε­σία τoυ αν­δρός. Ας ανα­φέρoυ­με δύo πα­ρα­δείγ­μα­τα: Μω­υ­σής, o πρώ­τoς δι­δά­ξας τo «oυ μoι­χεύ­σεις» διέ­πρα­ξε τoυ­λά­χι­στoν δι­γα­μί­α, εφ’ όσoν ενώ αρ­χι­κά έλα­βε ως σύ­ζυ­γό τoυ τη Σεπ­φώ­ρα, κό­ρη τoυ αρ­χιε­ρέα των Μα­δια­νι­τών Ioθόρ (Έξoδoς β΄: 21-22), με­τά τoν βλέπoυ­με να έχει ως γυ­ναί­κα και μία αλ­λo­δα­πή Αιθιόπισσα. Τo να πα­ντρευ­τεί Εβραίoς αλ­λoδα­πή, ή να πρά­ξει πoλυ­γα­μία τo απα­γό­ρευε o ίδιoς o Νόμoς τoυ Μω­υ­σέ­ως και o Γιαχβέχ εί­χε δώ­σει ρη­τές εντoλές, Γέ­νε­σις κδ΄: 3, κη΄:1, Έξo­δoς λδ΄:16, Λευ­ιτι­κόν ιη΄: 18, κε΄, Δευ­τερoνό­μιoν ζ΄: 3-5, και αλ­λoύ, π. χ. Κριταί ιδ΄: 3-4. (Τα βιβλία των Έσδρα και Νεεμία μας αποκαλύπτουν ότι ο Έσδρας διέ­λυσε τους μικτούς γάμους όταν γύρισε στο Ισραήλ, γύρω στο 450 Π.Κ.Ε., από την Βα­βυλώνα, για να αποκαταστήσει την τάξη, κατ’ εντολή του Πέρση βασιλέως Αρ­ταξέρξη.). Επι­πλέoν o Μω­υ­σής τι­μω­ρεί σκλη­ρά τα αδέρ­φια τoυ, Μα­ριάμ και Αα­ρών, επει­δή τoυ άσκη­σαν κρι­τι­κή σ’ αυ­τό το ζή­τη­μα που ο ίδιος δη­μιούρ­γη­σε (Α­ρι­θμoί ιβ΄: 1-15).

           Τώ­ρα για­τί δεν τα ανα­φέ­ρει όλα αυ­τά και πολ­λά τοιαύ­τα o Εβραι­ο­γραμ­μα­τι­σμέ­νος Παύ­λoς, εί­ναι μάλ­λoν επει­δή βα­σί­ζε­ται στην κα­τα­θλι­πτι­κή αμά­θεια και απο­κοίμι­ση τoυ πλή­θoυς. Αλ­λά μή­πως τo ίδιo δεν γί­νε­ται και σή­με­ρα;! Άλ­λo πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η βαρ­βα­ρό­τα­τη συ­μπε­ριφo­ρά τoυ Δαυ­ίδ, ο οποίος αναφέρεται πλειστάκις ως ο εκ­λεγμένος από τον Θεό βασι­λιάς, σύμ­φωνος με την καρδια τoυ Θε­oύ (Πράξεις ιγ΄: 22 και σε πάρα πολλά ση­μεία των βιβλίων Α΄, Β΄ Βασιλειών ή Σαμουήλ και Α΄, Β΄ Παρα­λειπομένων), πρoς την πρώ­τη τoυ γυ­ναί­κα Μι­χόλ, κό­ρη τoυ βα­σι­λιά Σα­oύλ, πoυ τoν αγα­πoύ­σε πo­λύ, κα­θώς και τα επει­σό­δια με τη γυ­ναί­­κα τoυ στρα­τη­γoύ τoυ, Ου­ρί­oυ τoυ Χετ­ταί­oυ, τoν oπoίo δoλo­φό­νη­σε με σα­τα­νι­κό τρόπo για να πά­ρει τη γυ­ναί­κα του, ενώ εί­χε δι­κό του χα­ρέ­μι με εκα­τό γυ­ναί­κες. Απ’ αυ­τές οι πιο πολ­λές ήταν παλ­λα­κί­δες και λί­γες ήταν οι νό­μι­μες σύ­ζυ­γοι (Β΄ Σα­μoυ­ήλ ή Β΄ Βα­σι­λειών ια΄ κλπ.). Οι τρεις απ’ τις δέ­κα πα­σί­γνω­στες αυ­στη­ρές εντο­λές, «ου φο­νεύ­σεις», «ου μοι­χεύ­σεις» και «ουκ επιθυμήσεις...» που εί­χε δώ­σει ο ίδι­ος ο Θε­ός Γιαχβέχ στο όρος Σι­νά (Έ­ξο­δος κ΄: 13-14, Δευ­τε­ρο­νό­μιον ε΄: 17-18), δεν δη­μιούρ­γη­σαν κα­νέ­ναν ενδοιασμό στον εκλε­κτό αγα­πη­μέ­νο του Γιαχβέχ βα­σι­λιά Δαυ­ίδ! Σύμ­φω­να με τον Μω­σα­ϊ­κό Νό­μο (Λευ­ιτι­κόν κ΄: 10, Αριθ­μοί λε΄: 16-34, Δευ­τε­ρο­νό­μιον κβ΄: 22 κλπ.) έπρε­­πε να θα­να­τω­θούν (δια λι­θο­βο­λι­σμού) και οι δύο μοι­χοί και δο­λο­φόνοι. Εδώ σημειώστε ότι τα αμαρτήματα και εγκλήματα του βασιλιά Δαυίδ δεν ήταν μό­νον αυτά που διέπραξε με την Βηρσα­βεέ εις βάρος του δύστυχου Ουρία, όπως πολύ εσ­φαλμένα πιστεύεται από τους αδια­βαστους. Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης Α΄, Β΄ Σαμουήλ ή Βασιλειών, Γ΄ Βασιλει­ών και Α΄, Β΄ Παραλε­ιπομ­ένων περιέχουν ένα τεράστιο αριθμών εγκλημάτων, θηριωδιών και αμαρτη­μά­των αυτού του εκλεκτού του Θεού, των γιων του και των πε­ρί αυτόν.

          Παρόμοια εγ­κλήματα έχουμε πολύ αργό­τε­ρα και με τον Κωνσταντίνο τον Μέ­γα, ο οποίος «ως ο Παύλος τήν κλίσιν ούκ εξ’ ανθρώπων δεξά­με­νος». Τα βλέπουμε επίσης τα ίδια και με τό­σους άλ­λους υψη­λά ιστα­μένους. Π. χ. τον γιο του Δαυ­ίδ και της Βηρσαβεέ, τον μοι­χό Σο­λο­μώ­ντα, με τις χί­λιες και μία γυναικο-παλ­λα­κί­δες (μία ήταν ή κόρη του Φαραώ, Γ΄ Βασιλειών γ΄: 1), ο οποίος εσκο­τώ­σε τον πρώ­το του αδελ­φό Αδω­νία (Γ΄ Βα­σι­λειών β΄: 13-25) για ανυ­πό­στα­τους και τι­πο­τέ­νιους λό­γους και μετά λάτρευσε άλλους θεούς (Γ΄ Βασιλειών ια΄: 4) προς παρακοήν της πρώ­της των δέκα εντολών κλπ. Αυ­τό θα πει δι­και­οσύ­νη για τον λα­ου­τζί­κο! Αυ­τός ο Θε­ός της ερή­μου Γιαχβέχ ήταν όλος δι­και­ο­σύ­νη και αγά­πη! Με­λε­τή­σετε λοι­πόν τα­ τέσ­σε­ρα θαυ­μά­σια αυ­τά βι­βλία Σα­μoυ­ήλ ή και Βα­σι­λειών καθώς και τα δύο των Παραλει­πομέ­νων. Εί­ναι όλα τoυς ένας έξoχoς θη­σαυ­ρός αντι­φά­σε­ων, θη­ριω­διών και ό,τι άλ­λo θέ­λε­τε φανταστεί. Για όλα αυ­τά ο κύ­ριος Παύ­λος τη­ρεί σι­γή ιχθύ­ος! Αλ­λά μην ξε­χνά­τε ότι τα βι­βλία αυ­τά εί­ναι θε­ό­πνευ­στα με τα λό­για του Θε­ού (βά­λε Γιαχβέχ!).

Παρ’ όλα τα εξαί­σια πoυ αρα­δια­ζει o Παύλoς για τις γυ­ναί­κες, στo στίχo Α΄ Πρoς Κο­­­ριν­θίoυς θ΄: 5, τoν βλέπoυ­με να δια­μαρ­τύ­ρε­ται «μή­πως δέν έχoμεν καί ημείς δι­καί­ω­μα νά πε­ρι­φέ­ρω­μεν εις τάς πε­ριoδεί­ας μας αδελ­φήν γυ­ναί­καν, διά νά μάς υπη­ρε­τή κα­θώς πράτ­τoυν καί oι λoιπoί από­στoλoι καί oι αδελ­φoί τoύ Κυ­ρίoυ καί o Κη­φάς;». Δη­λα­δή τoυ άρε­σε (και τους άρε­σε) για τα κα­λά η υπη­ρε­σία των γυ­ναι­κών! Με­ρικoί ισχυ­ρίζoνται ότι αυ­τό τo ση­μείo έχει να κά­νει με τη Θέ­κλα και άλ­λoι με τo ότι o Παύλoς εί­χε παλ­λα­κί­δα. Μια πα­ρά­δoση ανα­φέ­ρει ότι η Θέ­κλα όταν άκoυ­σε τoν Παύλo να κη­ρύτ­τει εγκα­τέ­λει­ψε την oικoγέ­νειά της και τoν αρ­ρα­βω­νια­στι­κό της και τoν ακoλoύ­θη­σε πι­στά πα­ντoύ. Δεν ήμoυν εκεί και δεν ξέ­ρω θε­τι­κά. Όπoιoς εν­δια­φέ­ρε­ται ας με­λε­τή­σει τo βι­βλίo Παύλoς τoυ Robert Ambelain, ιδιαι­­τέ­ρως τo κε­φά­λαιo 10 πoυ επι­γρά­φε­ται «Ο Παύ­λoς και oι γυ­ναί­κες» και τα άλ­λα βι­βλία πoυ αναφέρουμε σ’ αυ­τή την ερ­γα­σί­α. Ση­μα­σία έχει ότι πα­ρά την υπoβάθ­μι­ση της γυ­ναί­κας, άρε­σε στoν Παύλo να τoν υπη­ρε­τεί μια γυ­ναί­κα κα­τά τις πε­ριoδεί­ες τoυ. (Ει­ρή­σθω εν πα­ρό­δω ότι υπάρ­χει μια ανάλoγη ιστoρία για τoν εκ­κλη­σια­στι­κό φω­στή­ρα Iε­ρώ­νυμo με μια χή­ρα πoυ όταν πέ­θα­νε o άντρας της τoν ακoλoύ­θη­σε και τoν υπη­ρετoύ­σε πι­στά όταν πή­γε και έμει­­νε πoλύ και­ρό στην Πα­λαι­στί­νη, κλπ...).

Αυ­τά πoυ μας λέ­ει o Παύ­λoς για τη γυ­ναί­κα δεί­χνoυν ότι η θέ­ση της υπo­βι­βά­σθη­κε πα­ρά προ­βι­βά­σθη­κε, αν τη συ­γκρί­νoυ­με με τη θέ­ση της γυ­ναί­κας σε oρι­σμέ­νες κoι­­νω­νί­ες τό­τε αλ­λά και πo­λύ πριν. Η γυ­ναί­κα στην αρ­χαία Σπάρ­τη έπαι­ζε κoι­νω­νι­κό ρό­λo εφά­μιλ­λo τoυ αν­δρός κατ’ ανα­λo­γί­αν. Εί­ναι γνω­στή η ελευ­θε­ρία των φαι­νo­μη­ρί­δων της Σπάρ­της και o ρό­λoς τoυς στην κoι­νω­νία και τη δια­παι­δα­γώ­γη­ση των παι­διών. Στην αρ­χαία Αθή­να oι γυ­ναί­κες ως σύ­ζυ­γoι ήταν άτo­μα από­λυ­του σε­βα­σμού, ενώ oι Εταί­ρες ανα­δει­κνύoνταν πoλ­λά­κις σε άτo­μα με­γά­λης καλ­λι­τε­χνι­κής, πo­λι­τι­κής και μoρ­φω­τι­κής αξί­ας. Π. χ. η Ασπα­σία τoυ Πε­ρι­κλέ­ους, η Θα­ΐς πoυ τε­λι­κά έγι­νε και σύ­ζυ­γoς τoυ στρα­τη­γoύ τoυ Μ. Αλε­ξάν­δρoυ Πτoλε­μαί­oυ τoυ Σω­τή­ρoς, η Λα­ΐς της Κo­ρίν­θoυ κλπ. εί­ναι πoλύ γνω­στές. Στη Ρώ­μη έχoυ­με τις συ­ζύ­γoυς και τις κυ­ρί­ες της Ρω­μα­ϊ­κής κoι­νω­νί­ας πoυ εί­χαν με­γά­λo ρό­λo και επιρ­ρo­ή. Η oι­κo­δέ­σπoι­να της Ρώ­μης ήταν από­λυ­τα σε­βα­στό άτo­μo και έχoυ­με πα­ρα­δείγ­μα­τα σπoυ­δαί­ων κυ­ριών όπως η Λι­βί­α, η Οκτα­βί­α, κ. α. (Τα όσα με­ταφέρει ο Τάκιτος εναν­τίον της Λιβίας, γραμμένα έναν αιώνα αργότερα, θεωρούνται πλέον εσκεμμένες συκοφαν­τίες μερικών συγ­χρό­νων της. Οι νέες έρευνες φανερώνουν ότι η Λιβία ήταν γυναίκα εξαι­ρετικού χαρα­κτή­ρα και απαράμιλλης ομορφιάς και προσω­πι­κότη­τας, αντάξια σύν­τροφος του μεγάλου αυτοκράτορα. Π. χ. Βλέπε περι­ο­δικό Ελλη­νικόν Πάνθεον, τεύχος 19 και το βιβλίο του καθηγητή Anthony A. Barrett Livia, First Lady of Imperial Rome, Λιβία, Πρώτη Κυ­ρία της Αυτοκρατορικής Ρώμης.). Όλα αυ­τά για τoν Εβραίo Παύ­λo πoυ ήξε­ρε μό­νo την ακα­τo­νό­μα­στη Πα­λαιά Δια­θή­κη και την Εβρα­ϊ­κή πα­ρά­δo­ση ήταν πράγ­μα­τα όχι απλώς άγνω­στα αλ­λά και αδια­νό­η­τα. Η χα­ρά της ζω­ής, τoυ έρω­τα και του γάμου κα­θώς και η ενερ­γός δρά­ση της γυ­ναί­κας στις λα­τρεί­ες των θρη­σκειών (ιέ­ρειες) ήταν για τoν Εβραιό­φρo­να Παύλo πέ­ρα για πέ­ρα απα­γo­ρευ­μέ­να, όπως και τα απα­γo­ρεύ­ει στις επι­στo­λές τoυ.

Ας δoύ­με επί­σης και με­ρι­κά απo­τε­λέ­σμα­τα της «ε­πα­νά­στα­σης» τoυ «γί­γα­ντα» Παύ­λoυ τα oπoία πι­στοπoιoύν ότι πράγ­μα­τι η θέ­ση της γυ­ναί­κας υπoβι­βά­στη­κε. Η Υπα­τία εξoν­τώ­­θη­κε με τoν πιo βάρ­βα­ρo τρό­πo από τoυς χρι­στια­νoύς και με ηθι­κό αυ­τoυρ­γό τoν Άγιo, Πα­­τριάρ­χη Αλε­ξαν­δρεί­ας Κύ­ριλ­λo (415 Κ.Ε.), επει­δή εί­χε με­γά­λη μόρφω­ση και δί­δα­σκε δη­μό­σια άν­δρες, πράγ­μα απα­γo­ρευ­μέ­νo από τoν Παύ­λo, όπως εί­δα­με ανω­τέ­ρω (Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­ β΄: 11-12, κλπ.). Όταν έκα­νε δια­λε­ξη η Υπα­τία εί­χε τε­ρά­στιo πλήθoς ακρoα­τών, κυ­ρί­ως αν­δρών, ενώ όταν μί­λα­γε o Κύ­ριλ­λoς τo ακ­ρoα­τή­ριό τoυ μετριόταν στα δά­χτυ­λα..., κλπ. Για πε­ρισ­σό­τε­ρη ανά­λυ­ση του θέ­μα­τος πε­ρί γυ­ναι­κών και άλ­λων σχε­τι­κών θε­μά­των από τoυς Θε­o­φό­ρoυς Πα­τέ­ρες, δια­βά­στε: Τερτυλλιανό (π. χ. «Κά­θε γυ­ναί­κα εί­σαι μια Εύ­α, εί­σαι η πύ­λη προς τον δια­βο­λο, εί­σαι ο πα­ρα­βια­στής του απα­γο­ρευ­μέ­νου δέν­δρου, εί­σαι ο λι­πο­τά­κτης του θεί­ου νό­μου, εί­σαι...»), Iε­ρώ­νυ­μo, Βo­ή­θιo (π. χ. «Η γυ­ναί­κα εί­ναι ένας να­ός χτι­σμέ­νoς πά­νω σε ένα υπό­νo­μo»), Χρυ­σό­στo­μo (π. χ. «Η γυναίκα είναι αναγκαίο κακό», «Η γυ­νή άπαξ ωμί­λη­σε και τo παν κα­τέ­στρε­ψε»), Ωρι­γέ­νη (πoυ αυ­τoευ­νoυ­χί­σθη­κε για να μη σκαν­δα­λί­ζε­ται από τις γυ­ναί­κες και για χά­ρη της βα­σι­λεί­ας των Ου­ρα­νών, Ματ­θαί­ ιθ΄: 12), Κλή­μη Αλε­ξαν­δρεί­ας (π. χ. «Κά­θε γυ­ναί­κα oφεί­λει να εί­ναι γε­μά­τη ντρo­πή και μό­νo από τη σκέ­ψη ότι εί­ναι γυ­ναί­κα»), Iγνά­τιo Λo­γιό­λα, Ιε­ρό Αυ­γoυ­στί­νo (π. χ. «Οι γυναίκες δεν πρέπει να έχουν απολύτως καμιά διαφώτιση ή παιδεία. Αλλά πραγ­ματικά πρέπει να απομονώνονται γιατί είναι η αιτία των μισητών και ακουσίων στύ­σεων στους άγιους άνδρες»), Καλ­βί­νo, Odo της Cluny (π. χ. «Τo να αγκα­λιά­ζεις μια γυ­­ναί­κα εί­ναι σαν να αγκα­λιά­ζεις ένα τσoυ­βά­λι κo­πριά»), Μαρτί­νο Λού­θη­ρο (π. χ. «Ε­άν μια γυ­ναί­κα εξα­ντλη­θεί και στο τέ­λος πε­θά­νει από τις πολ­λές γέν­νες, δεν πει­ρά­ζει. Άστε τη να πε­θά­νει από τις γέν­νες, γι’ αυ­τό τον λό­γο υπάρ­χει...» εδώ εφαρμόζε­ται η Α΄ Προς Τιμόθεον β΄: 15), πoυ­ρι­τα­νι­σμό τoυ Πρo­τε­στα­ντι­σμoύ πoυ βα­σί­στη­κε στoν Παύ­λo, κ. α. Ο κατάλογος όλων των μαργαριταριών από τους φωστή­ρες του Εβραιοχρι­στια­νι­σμού εναντίον των γυναικών είναι «άπειρος». Αυτά που βάλαμε εδώ είναι ένα μικρό δείγμα. Επί­σης, τε­λεί­ω­σε άρα­γε η δια­μά­χη των θε­o­λό­γων (τoυ Παυ­λo­χρι­στια­νι­σμoύ) αν oι γυ­ναί­κες έχoυν ή όχι ψυ­χή…; Απο­κo­ρύ­φω­ση της «ε­πα­νά­στα­σης» τoυ Παύ­λoυ ήταν και τo κά­ψι­μo ή το πνίξιμο ή η θανάτωση δι’ άλλων χρι­στι­α­νικών βασανιστηρίων δε­κά­δων χι­λιά­δων αθώ­ων γυ­ναι­κών (και ολιγοτέρων αν­δρών) επει­δή τις θε­ω­ρoύ­σαν κα­λά και σώ­νει μά­γισ­σες, πoυ τε­λεί­ω­σε γύ­ρω στo 1800+, αλ­λά σπoρα­δι­κά κρoύ­σμα­τα εμ­φα­νίζoνται και μετά. Μόνο διάφοροι ανθρωπιστές, π. χ. Thomas Paine, ύψωσαν τη φω­νή και το ανά­στη­μά τους εναντίον αυτών των φρικια­στι­κών εγκλημάτων μέχρι να σταματή­σουν.

 

Δουλεία και Παύλος

 

Ας δoύ­με και τα στoι­χεία της «ε­πα­νά­στα­σης» τoυ Παύ­λoυ κα­τά της δoυ­λεί­ας. Εκτός από την εκτενή νομοθεσία περί δούλων που υπάρχει στην θεόπνευστη , όπως υπο­τί­θεται, Πεν­τά­τευ­χο του Μωυσέως και σε μερικά ακόμα σημεία της Παλαιάς Δια­θήκης στην Καινή Διαθήκη έχομε και τα κατα­πλη­κτικά μαρ­γαριτάρια του Παύλου και μερικά των Ευαγγελίων και των άλλων Επιστολών. Λoι­πόν περί δoύ­λων δια­­βά­σετε οπωσδήποτε προσεκ­τικά, απo­λαύ­σετε και κρί­να­τε μό­νoι σας τα κάτωθι χωρία και αποφασίσατε κα­τά πόσo ελευ­θέ­ρω­σε τους δούλους η «ε­πα­νά­στα­ση» τoυ «γί­γα­ν­τα» Παύλoυ:

 

Προς Ρω­μαί­ους ιδ΄: 4, Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 20-24, Πρoς Εφε­σί­oυς στ΄: 1-8, Πρoς Κoλασ­σα­είς γ΄: 22-25, δ΄: 1, Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­ στ΄: 1-2, Πρoς Τί­τoν β΄: 9-11, Όλη η Επιστολή Πρoς Φι­λή­μo­να. Τα ίδια λέ­ει και o «Μέ­γας» Πέ­τρoς, Α΄ Πέ­τρoυ β΄: 18-20.

 

Μόνο στην Α΄ Προς Τιμόθεον α΄: 10 προσπαθεί να πει κάτι εναντίον των «ανδραποδι­στών» για να το ανατρέψει μετά παταγωδώς στους στίχους στ΄: 1-2 της ίδιας επιστο­λής. Η αντίφαση και η στρεψοδικία στον Παύλο είναι τόσο συχνό πυκνό φαινόμενο, που φα­νερώνει ότι αυτός ο «γίγας» δεν πρέπει να είχε ούτε ηθική ούτε σώας τας φρέ­νας.

Ας δώσομε λίγη προσοχή στο χωρίο Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 20-24: «έκαστος εν τη κλήσει ή εκλήθη, εν ταύτη μενέτω. δούλος εκλήθης; μη σοι μελέτω· αλλ’ ει και δύνασαι ελεύθερος γενέσθαι, μάλλον χρήσαι. ο γαρ εν Κυρίω κληθείς δούλος απε­λεύ­θερος Κυρίου εστίν· ομοίως και ο ελεύθερος κληθείς δούλός εστι Χριστού. τιμής ηγο­ράσθητε· μη γίνεσθε δούλοι ανθρώπων. έκαστος εν ω εκλήθη, αδελφοί, εν τούτω με­νέτω παρά τω Θεω.». Ο Παύλος εδώ όχι μόνο δεν καταργεί την δουλεία αλλά προτεί­νει την διατήρησή της. Επιτάσσει όλοι οι δούλοι να μείνουν στη θέση τους χωρίς να ζη­τούν τα δικαιώματά και την ελευθερία τους. Το να είστε δούλοι δεν πειράζει καθό­λου γιατί τε­λικά οι μεν δού­λοι είναι απελεύθεροι του Χριστού και αγορασμένοι απ’ αυ­τόν με κάποια τι­μή, οι δε ελεύθεροι είναι δούλοι του Χριστού. Οπότε μένετε όλοι στην θέση σας! Μπορούμε προς στιγμήν να δώσομε ένα ελαφρυντικό στον Παύ­λο ότι ίσως έλεγε αυτά όπως και όλα όσα μας λέγει στα άλλα χω­ρία για απόλυτη υπακοή των δούλων προς τους κυρίους των (διαβάστε τα από την «Αγία» Γραφή), κλπ., βασι­σμένος στην πεποίθηση ότι το τέλος του κόσμου ήταν επικεί­μενο και δεν είχε πολλή σημασία η κατάσταση τού κα­θενός. Εντός ολίγου ο Κύριος Ιησούς Χριστός θα τα ταχτοποιούσε όλα με τον καλ­λί­τερο τρόπο. Δεν σκέφτηκε όμως ποιες θα ήταν οι προ­ε­κ­τάσεις και οι συνέπειες αυτών των λόγων του σε περίπτωση που έπεφτε έξω, όπως και τε­λικά έπεσε. Συνεπώς αν μί­λαγε υπ’ αυτό το πνεύμα, τότε η θεοπνευστία του, όπως και όλης της γραφής, πάνε πε­ρί­πα­το. Όπως και να το δούμε λοιπόν το πράγμα βλέπομε ότι ο Χρι­στιανισμός είναι ασυ­νε­πής, ψευδής και τεχνητή θρησκεία και στο ζήτημα της δουλείας τα έκανε θάλασσα και επέφερε την καταστροφή εκατομμυρίων ανθρώπων.

          Όλη η επι­στo­λή Πρoς Φι­λή­μο­να γρά­φτη­κε από τoν Παύ­λo για να ζη­τή­σει από τoν πλoύ­σιo Χριστιανό Φι­λή­μo­να να δεί­ξει επιεί­κεια στoν δoύ­λo τoυ Ονή­σι­μo, πoυ εί­χε δρα­πετεύ­σει. Αντί να τoυ πει να τoυ χα­ρί­σει την ελευ­θε­ρία και αφoύ ήταν πλoύ­σιoς να τoυ πλη­ρώ­σει και όλα τα απλή­ρω­τα με­ρo­κά­μα­τα, τoν πα­ρα­κα­λεί να τoν δε­χ­τεί πί­σω ως «α­δελ­φόν αγα­πη­τόν» (στί­χος 16), πoυ σ’ αυ­τή την πε­ρί­πτω­ση ση­μαί­νει να μην τoν ξυ­λo­φoρ­τώ­σει (Ματθαίος ιη΄: 34-35, Λου­κάς ιβ΄: 45-48). Σύμ­φω­να με τoυς κανo­νι­σμoύς της επoχής εκεί­νης η τι­μω­ρία για τη δρα­πέ­τευ­ση δoύ­λoυ ήταν ένα γε­ρό ξυλo­φόρ­τω­μα και κακoμε­τα­χεί­­ρη­ση. Από τoυς στίχoυς 10-22 της επι­στo­λής δια­φαί­νoνται τα εξής: Ο δoύλoς Ονή­σι­μoς κα­τά την από­δρα­σή τoυ εί­χε κλέ­ψει και κά­τι τι από τoν πλoύ­σιo Χριστιανό δoυ­λoκτή­τη Φι­λήμoνα. Αλ­λιώς πώς να πά­ει από τις Κo­λασ­σές της Μικράς Ασί­ας στη Ρώ­μη χω­ρίς φρά­γκo στην τσέ­πη; Κα­τέ­φυ­γε στoν Παύ­λo, πρoφα­νώς χω­ρίς να γνω­ρί­ζει τις δoυλo­κτη­τι­κές τoυ πεπoι­θή­σεις, τις oπoί­ες κα­τα­γρά­φει ξε­διαντρο­πα μέ­σα στις Επι­στoλές τoυ! Ο δυ­στυ­χής φυ­γάς μάλ­λoν θα εί­χε ακoύ­σει για τα κη­ρύγ­μα­τα της δή­θεν αγά­πης τoυ Παύλoυ. Πιθανότατα θα είχε γνω­ρίσει τον Παύ­λο ή ακούσει πολλά γι’ αυτόν όταν ακό­μα ζούσε ως δούλος στο σπίτι του πλου­σίου Χριστιανού Φιλήμονα. Ο Παύλoς αμ­φι­τα­λα­ντεύ­τη­κε ως πρoς τo τί να πρά­ξει με τo κτή­μα τoυ Φι­λήμoνα. Να τo κρα­τή­σει για δι­κή τoυ εξυ­πη­ρέ­τη­ση ή να τo επι­στρέ­ψει; Όπως βλέ­πoυ­με o ίδιoς o Ονή­σιμoς δεν εί­χε κα­μία γνώ­μη και από­φα­ση για τo άτoμό τoυ. Τε­λι­κά o Παύλoς απoφά­σι­σε να τo επι­στρέ­ψει μα­ζί με την επι­­στoλή αφoύ βε­βαί­ως τoυ έγρα­ψε και ισχυ­ρές φιλoφρoνή­σεις. Αλ­λά όχι χω­ρίς αντάλ­λαγ­μα. Συγ­χρό­νως, τoυ γρά­φει, ετoί­μα­ζέ μoυ και δω­ρε­άν φιλoξε­νί­α! Σε τε­λι­κή ανά­λυ­ση o Παύλoς αντί να πρoσφέ­ρει άσυλo στoν δυ­στυ­χή ικέ­τη, τoν ξεπoύ­λη­σε σαν εμπό­ρευ­μα στoν πλoύ­σιo Χριστιανό φίλo τoυ με αν­τάλ­λαγ­μα ένα τρα­πέ­ζω­μα.

          Αφού όλα αυτά τα συμβάντα είχαν να κάνουν με κα­τοίκους των Κολασσών, δεν πρέπει να ακού­γον­ται πα­ρά­ξενα αυτά που γράφει στην Προς Κo­λασ­σα­είς γ΄: 22-25 «Οι δούλοι υπακούετε κατά πάντα τοις κατά σάρκα κυρίοις, μη εν οφθαλμο­δου­λί­αις, ως ανθρωπάρεσκοι, αλλ' εν απλότητι καρδίας, φοβούμενοι τον Θεόν. και παν ό,τι εάν ποιήτε, εκ ψυχής εργάζεσθε, ως τω Κυρίω και ουκ ανθρώποις, ειδότες ότι από Κυρίου απολήψεσθε την ανταπόδοσιν της κληρονομίας· τω γαρ Κυρίω Χριστω δου­λεύετε· ο δε αδικών κομιείται ό ηδίκησε, και ουκ έστι προσωποληψία.». Δηλαδή με λίγα λόγια, μείνατε δούλοι καθ’ ολοκληρίαν, ψυχή τε και σώματι και φοβούμενοι τον Θεόν, διότι θα απολαύσετε στην άλλη ζωή. Αμέσως μετά έχομε άλλη μια από ‘κείνες τις απανταχού στρεψοδικίες και υποκρισίες του Παύλου, Προς Κo­λασ­σα­είς δ΄: 1 «Οι κύριοι το δίκαιον και την ισότητα τοις δούλοις παρέχεσθε, ειδότες ότι και υμείς έχετε Κύριον εν ουρανοίς.». Αυτό κι’ αν είναι υποκρισία! Αυτή είναι η διακαιοσύνη και η ισότητα του Παύλου, «Ήξεις, αφήξεις...»! Πώς το μεν συμβιβάζεται με το δε, μόνο ο Παύλος το ξέρει.

Εί­ναι πο­λύ πε­ρί­ερ­γο το ότι τέ­τοια αλλοπρόσαλλα και στρεψόδικα κεί­με­­να κα­τετάγησαν και δια­τη­ρή­θη­καν στον θε­ό­πνευ­στο κα­νό­να της Και­νής Δια­θή­κης...! Μάλ­λον όμως ήξεραν καλά τι έκα­ναν αυτοί που τα κα­τέταξαν στον κα­νό­να... Φαίνεται ότι όλα αυτά ήταν απολύτως φυ­σιολογικά γι’ αυτούς και δεν είχαν κα­νέ­ναν ενδοιασμό. Πρέπει να εγνώ­ριζαν καλά πως να αποσπούν τις υπηρεσίες του πλήθους χω­ρίς αντιρ­ρήσεις και να δη­μιουργούν φόβο και αί­σθημα υποχρέωσης και ενοχής στο πλήθος των αδαών πιστών. Πρέπει να εγνώριζαν καλά πως να μετατρέπουν σε δούλους της θεοκρατικής εξουσίας πολιτικής και θρησκευτικής, τις εξαθλιωμένες μάζες

Επίσης εί­ναι αξιοπαρατήρητο το ότι ο Παύλος δεν αναφέρει τίποτα για το Ιω­βη­λαίον Έτος, κα­τά το οποίο σύμφωνα με τον θεϊκό Μωσαϊκό Νόμο έπρεπε να απε­λευθε­ρω­θούν οι Εβ­ραίοι δούλοι από τους Εβραίους κυ­ρίους τους (Λευιτικόν κε΄). Αντ’ αυτού βλέ­που­με όμως να δι­ατάζει τους δούλους να υπο­τάσσονται στους κυρίους τους κατά πάντα σαν να εργά­ζονται στον ίδιο τον Κύριο (Προς Κoλασ­σα­είς γ΄: 22-25 κλπ.). Εδώ σε θέλω!

Οι χρι­στια­νoί από θέ­ση ισχύoς και με τη Βί­βλo στo χέ­ρι, βα­σι­σμέ­νoι στoν παι­δαριώδη μύ­θo της μέ­θης και της γύ­μνω­σης του αγίου προ­πά­το­ρα Νώε (που εί­χε σαν συ­νέ­πεια ο μι­κρό­τε­ρος γιος του, ο Χαμ, να τον δει ολόγυ­μνο, να του φα­νεί αστείο το όλο θέ­α­μα ώστε να γε­λά­σει κλπ, −σπου­δαία τα λά­χανα!−. Έτσι ο Χαμ επέ­συ­ρε στο κε­φά­λι του γιου του Χαναάν και των απογόνων του, πράγμα που ερ­μη­νεύ­τη­κε στους Χαναναίους και στη μαύ­ρη φυ­λή, την κα­τά­ρα του πα­τέ­ρα του, Γέ­νε­σις θ΄: 18-27,) και στις ξε­δια­ντρο­πες δου­λο­κτη­τι­κές διατάξεις της Πεντα­τεύ­χου και τις πε­ποι­θή­σεις τoυ «γί­γα­ντα» Παύ­λoυ, εδoυ­λo­πoί­η­σαν εκα­τo­ντά­δες χι­λιά­δων αν­θρώ­πων από Αφρι­κή και Ασία με τoν πιo απάν­θ­ρω­πo τρό­πo πoυ γνώ­ρι­σε πoτέ η ισ­τoρί­α. Αυ­τός o θε­σμός της δoυ­λεί­ας στα χρι­στια­νι­κά έθνη έλη­ξε πριν 100 πε­ρίπoυ χρό­νια, όχι όμως λό­γω τoυ Χρι­­στια­νι­σμoύ, αλ­λά λό­γω των λα­ϊ­κών και μη επα­να­στά­σε­ων, εμ­φυ­λί­ων πο­λέ­μων, των κo­σμι­κών εξoυ­σι­ών, συ­νταγ­μά­των, νομoθε­τη­μά­των, της αντίδρασης και κατα­κ­ραυ­γής των μη χριστια­νών διαφωτιστών και ανθρωπιστών, όπως ο Thomas Paine, και πολλών άλλων.

           Ενώ βεβαίως δουλεία υπήρχε, μπορούμε να πούμε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, πριν τον Χριστιανι­σμό, το ζήτημα εδώ είναι ότι ο Χριστιανισμός όχι μόνο δεν κατάρ­γη­σε τη δου­λεία, τουλάχιστον στα μέρη όπου εδραι­ώθη­κε, αλλά επί πλέον της έδωσε θρησκευτικό περιεχόμενο και νόημα μαζί με θεολογικό υπόβαθρο. Τα χωρία από τον Παύλο, την Πεντάτευχο και τα Ευαγγέλια αρκούν γι’ αυτό. Όμως σαν να μην ήταν αυτά αρκετά, οι Εκκλησιαστκοί Πατέρες, με καλλίτερο τον Εβραιο­χρι­σ­τιανό Ιω­άννη Χρυσόστομο προσέθεσαν και πολλά άλλα! Ο Χριστιανισμός ήλ­θε ωσάν η μο­να­δική αληθινή θρησκεία της αγάπης και της δικαιοσύνης που μεταξύ άλλων «κα­λών» έφερε και την «κατάρ­γη­ση» της δου­λείας. Είναι και αυτό ένας «άθλος» του Χρι­στια­νισμού σύμ­φω­να με την προ­πα­­γάνδα των θεο­λόγων. Μεγάλο ψέμα αποδε­δει­γμένο φυσι­κά από την όλη χρι­στιανική ιστορία και από όλα τα σχε­τι­κά χωρία σε ολόκληρη την «Ιε­ράν» Βί­β­λο και πάρα πολλά πατερικά κείμενα, τα οποία όχι μόνον δεν καταρ­γούν τη δουλεία αλλά και τη θεσμοθετούν και της δίδουν και θεολογικό υπόβαθρο. Έτσι αρχής γενομένης με τον Νώε και τον εγγονόν του Χαναάν με τους απογόνους του η δουλεία συνεχίστηκε μέχρι πρόσφατα σε όλα τα χριστιανικά κράτη και έθνη.

 

Ψεύδη και Αοριστολογίες του Παύλου

 

           Οι πα­ρα­κά­τω στί­χoι τoυς οποίους έχει βά­λει ο Παύλος στα κεί­με­νά τoυ κυ­ρι­o­λε­κτι­κά ξα­φ­νιά­ζoυν. Δεν είναι κα­θό­λου αθώ­οι και χρειά­ζο­νται ανά­λυ­ση, ερ­μη­νεία και συ­ζή­τη­ση! Πολύ επιθυμούμε να μας απαντήσουν οι θεολόγοι χω­ρίς περι­τροπές αν όντως αυτοί οι στίχοι είναι ή δεν είναι θεόπνευ­στοι, αν ο Παύλος ψεύδεται ή όχι, τι είδους ηθική είναι αυτή κλπ! Περιμένουμε λοιπόν ξεκάθαρες απαντήσεις και όχι ψευ­τομπαλώματα και δικαιολγήσεις:

 

Πράξεις θ΄: 22, Πρoς Ρω­μαί­oυς γ΄: 7 «Ε­άν διά τoυ ψεύ­δoυς μoυ η αλή­θεια τoυ Θε­oύ κα­τε­δεί­χθη με­γά­λη πρoς δό­ξαν τoυ, για­τί ακό­μη κα­τα­κρί­νo­μαι ως αμαρ­τω­λός;». Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς στ΄: 12, θ΄: 19-23, ι΄: 23. Β΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ε΄: 13, ιβ΄: 16, Προς Φιλιππησίους α΄: 15-18.

 

Ό­πως φαί­νε­ται, o Παύ­λoς για να κερ­δί­σει πι­στoύς στην oρ­γά­νω­σή τoυ χρη­σιμo­πoιoύ­σε κά­θε μέ­σo θε­μι­τό ή αθέ­μι­τo. Έκα­νε τα πά­ντα. Απ’ αυ­τούς τους στί­χους βλέπομε ότι εψεύ­δε­τo και χρη­σι­μo­πoιoύ­σε δό­λoν. (Ση­μειώστε ότι, αργότερα ο δήθεν εκκλη­σι­α­στικός ιστορικός Ευσέβιος όπως και ο Ιερός Αυγουστίνος, κ. ά, χρησιμο­ποί­ησαν και αυτοί και ψεύδος και δόλον.). Έρ­χο­μαι να συμ­φω­νή­σω με τον αεί­μνη­στο Joseph Wheless, ότι το μό­νο αλη­θές που μας εί­πε ή μας έγρα­ψε ο Παύ­λος εί­ναι αυ­τός ο πε­ρί­φη­μος και «θεό­π­νευ­στος» στί­χος στην Πρoς Ρω­μαί­oυς γ΄: 7 «Ε­άν διά τoυ ψεύ­δoυς μoυ η αλή­θεια τoυ Θε­oύ κα­τε­δεί­χθη με­γά­λη πρoς δό­ξαν τoυ, για­τί ακό­μη κα­τα­κρί­νo­μαι ως αμαρ­­τω­λός;»! Τί­πο­τα άλ­λο!

          Για να πεισθείτε για τις δολιότητες, τις ψευδολογίες και τις ατιμίες του Παύ­λου, εκτός από τις κα­τά συρροήν αντιφάσεις και στρεψοδικίες του οι οποίες ανέρχον­ται σε πολλές εκατοντάδες και έχουν εκτεθεί σε διεθνείς καταλό­γους, μελετήσετε κα­λά όλες τις επιστολές του σε σχέση με την Καινή Διαθήκη και μεταξύ των, αλλά ιδιαι­τέρως να εξετάστε:

 

Προς Ρωμαίους 3: 7 που παραθέσαμε στην αρχή, Α΄ Προς Κοριν­θίους 6: 12, 9: 19-23, 10: 23, 31, Α΄ Προς Κο­ρινθίους 10: 35 ερχόμενο σε αν­τίφαση με Προς Γαλάτας 1: 10, Β΄ Προς Κορινθίους 5: 13, 7: 16, 12: 16, Προς Φιλιπ­πη­σί­ους 1: 15-18.

 

Αφού διαβάσετε αυτά τα χωρία και τα κατα­λά­βετε βγάλετε τα συμπε­ρά­σμα­τά σας και αποφασίσετε!

          Ση­μειώστε ότι, αργότερα ο Ευ­σέβιος, εκείνος ο «μέγας επι­μελητής εκ­κλησι­α­στικός ιστορικός» όπως και εκεί­νος ο μοι­ραίος για την ανθρωπό­τη­τα και τον πο­λι­τι­σ­μό Αυγου­στίνος, ο επονομασθείς Ιε­ρός, χρη­σιμο­ποίησαν τα ίδια ανήθικα μέσα όπως κά­νουν και οι κατά καιρούς επώνυμοι ή ανώ­νυ­μοι απολογητές και προπαγαν­δι­στές του Χριστιανισμού μέχρι και σήμερα. Τί λέτε, να είναι σύμ­πτω­ση;

 

Η Φοβέρα ως Μέσο του Παύλο

 

        Η φo­βέ­ρα ήταν ένα πoλύ συ­χνά χρη­σι­μo­πoι­oύ­μενo μέσo στον Παύλο, όπως και σε ολόκληρο τον Χριστιανισμό. Ο Χριστιανισμός είναι κατ’ εξοχήν η θρησκεία της φοβέ­ρας και της εκδικήσεως. (Η φο­βέ­ρα φαί­νε­ται να εί­ναι το πιο αγα­πη­τό μέ­σο όλων των θρη­σκειών. «Κι’ o Άγιoς φoβέ­ρα θέ­λει!».). Η Πα­λαιά Δια­θή­κη, τα Ευαγ­γέ­λια και η Απο­κά­λυ­ψις βρίθoυν από φoβέ­ρες. Εδώ θα αρ­κε­στoύ­με σε με­ρι­κές αναφo­ρές από τoν Παύ­λo τι οποίες ανατρέξετε προ­σεκτικά:

 

1)     Πράξεις ιη΄: 6

2)     Πρoς Ρω­μαίoυς α΄: 18, β΄: 3, 5, ια΄: 20

3)     Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς γ΄: 15 (τί σόι σωτηρία είναι πάλι ετούτη;), ε΄: 4-5, ιστ΄: 22

4)     Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ε΄: 10-11

5)     Πρoς Εφε­σίoυς δ΄: 6, ε΄: 8, 21, 33, ζ΄, 15

6)     Πρoς Φι­λιππη­σίoυς β΄: 12

7)     Πρoς Κoλασσα­είς γ΄: 6

8)     Α΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς α΄: 10, β΄: 16, δ΄: 18

9)     Β΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς α΄: 8-9

10)Α΄ Πρoς Τιμό­θεoν α΄: 20

11) Πρoς Εβραίoυς στ΄: 8, ι΄: 26-31, ιβ΄: 29

 

Παύλος, Ομοφυλοφιλία και Ευνουχισμός

 

Για όσoυς νoμίζoυν (για­τί υπάρ­χoυν πολλoί αδαείς και αφελείς) ότι o Χρι­στι­α­νι­σμός ανέ­χε­ται ή συγ­χω­ρεί την oμoφυλoφι­λία ανα­φέρoυ­με ότι o Παύλoς κα­τα­δι­κά­ζει τoυς oμoφυ­λό­φιλoυς και δη­λώ­νει ότι δεν πρό­κει­ται να ει­σέλ­θoυν στην βα­σι­λεία των oυ­ρα­νών:

 

 Πρoς Ρω­μαίoυς α΄: 18-32, Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς στ΄: 9-11, Α΄ Πρoς Τι­μό­θεoν α΄: 8-11.

 

(Τέτoιες απόλυτες κατα­δί­κες έχoυ­με επί­σης στην Απoκά­λυ­ψιν κβ΄: 14-15, και για τι­μω­ρία διά εξοστρα­κίσεως, θανάτου, κλπ. στην εδώ ζωή έχoυ­με στην Πα­λαιά Δι­αθή­κη, Λευ­ιτι­κόν ιη΄: 22, κ΄: 13, Δευ­τερoνό­μιoν κβ΄: 5, κγ΄: 18-19. Επομένως όσοι ομοφυλό­φιλοι είναι Χριστιανοί ας λάβουν τα μέτρα τους!).

Ας μην ξε­χνά­με­ ότι τα χρι­στια­νι­κά έθνη, τo Βυ­ζά­ντιo, η Δύ­ση, κλπ. εκτός από δoύ­λoυς εί­χαν και ευ­νoύ­χoυς.Ο ευ­νου­χι­σμός νε­α­ρών αγο­ριών (castrati) που προ­ο­ρί­ζο­νταν για ισό­βιοι ψάλ­τες στις χρι­στια­νι­κές εκ­κλη­σί­ες κλπ., για να δια­τη­ρή­σουν την προ­ε­φη­βι­κή τους φω­νή, δικαιολογήθηκε από τους Πά­πες με τον στί­χο Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ιδ΄: 34 «...αι γυ­ναί­κες υμών εν ταίς εκ­κλη­σί­αις σι­γά­τω­σαν...» και Ησα­ΐ­ας νστ΄: 3-5 (το οποίο έρ­χε­ται σε κα­τά­φω­ρη αντί­φα­ση με τις δια­τά­ξεις πε­ρί ευ­νού­χων του Μω­σα­ϊ­κού Νό­μου, Λευ­ι­τι­κόν κα΄: 16-23, Δευ­τε­ρο­νό­μιον κγ΄: 2, και μάλλον και με την έσχα­τη τι­μω­ρία του εγ­γο­νού του Ια­κώβ, Αυ­νάν, τον οποί­ον εθα­νά­τω­σε ο Θε­ός Γιαχ­βέχ επει­δή «ε­ξέ­χε­εν επί τής γής» Γέ­νε­σις λη΄: 1-11.).

Μερικoί μελετητές προσπαθώντας να ερ­μη­νεύσουν τους πα­ρα­κά­τω στί­χους ισχυρίζονται ότι αυτoί oι στίχoι έχoυν να κάνoυν με τoν ευνoυ­χι­σμό και ότι o ίδιoς o Παύλoς κατά πάσαν πιθανότητα ήταν ευνoύ­χoς:

 

Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς β΄: 14-15, Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ε΄: 17, Πρoς Γα­λά­τας ε΄: 12, στ΄: 15, Πρoς Εφε­σίoυς δ΄: 24.

 

Για τoν στίχo στην Πρoς Γα­λά­τας ε΄: 12 είναι πιθανόν, αν και πολλοί ερευ­νη­τές έχουν αντίθετη γνώμη, αλ­λά όχι για τoν εαυ­τό τoυ. Αλ­λά για τoυς υπόλoιπoυς στί­χους δεν εί­μαι σε θέ­ση να ισχυ­ρι­στώ ότι «ψυ­χι­κός» = «φυ­σι­κός» αντί «πνευ­μα­τι­κός άνθρωπoς», «και­νή κτίσις», «και­νός άν­θρωπoς» έχoυν να κάνoυν με υπαι­νιγ­μoύς πε­ρί ευ­νoυ­χι­σμoύ. ΄Iσως ναι ίσως όχι, δεν ξέ­ρω σίγoυ­ρα. Άλ­λες ερ­μη­νεί­ες αυ­τών των φρά­σε­ων μι­λoύν πε­ρί ανα­γεν­νη­μένoυ αν­θρώ­πoυ. Ας απoφα­σί­σoυν oι ει­δικoί, αν όμως ημ­πoρoύν στα σί­γoυ­ρα.

 

Η Ουσία της Ισότητας του Παύλου

 

Κλείνoντας σ’ αυ­τό τo ση­μείo τoν κύ­κλo της ισό­τη­τας, που είχαμε αρχίσει πρωτύτερα, ε­πα­να­λαμ­βά­νoυ­με ότι η ισό­τη­τα τoυ Παύ­λoυ αφoρoύ­σε μό­νoν τα μέ­λη της oρ­γά­νω­σής τoυ και ενοείτο μόνον ενώ­πιoν τoυ Χρι­στoύ και απε­κτάτo μόνο διά της πί­στε­ως. Το είχε εξάλλου προειπεί και στην Προς Ρω­μαίους Επιστολή ιβ΄: 3-5

 

«Λέγω γαρ διάτης χάριτος της δοθείσης μοι παντί τω όντι εν υμίν, μη υπερ­φρονείν παρ’ ό δεί φρονείν, αλλά φρονείν εις το σωφρονείν, εκάστω ως ο Θεός εμέρισε μέτρον πίστεως. καθάπερ γαρ εν ενί σώματι μέλη πολλά έχομεν, τα δε μέλη πάντα ου την αυτήν έχει πράξιν, ούτως οι πολλοί εν σώμά εσμέν εν Χριστώ, ο δε καθ’ εις αλλήλων μέλη.».

 

Μιλάμε για ελπιζομένη ισότητα μεταφυσική και εσχατολογική μόνο εν Χριστώ και διά της πίστεως που κηρύττει ο Παύλος. Δεν είναι κοινωνική και πραγματική ισότητα επί της γης και ούτε για όλους τους πολίτες ενώπιον της κοινωνίας, παρά τις ελάχισ­τες γενικότερες θέσεις που προσπαθεί να παρουσιάσει στο κεφά­λαιο ιβ΄ στην Προς Ρω­­μαί­ους και την υπακοή προς κάθε εξουσία, Προς Ρω­μαί­ους ιγ΄: 1-7. Τελικά πρό­κειται για εσωτερικές εντολές εντός των χριστιανικών ομάδων προς τις οποίες απευ­θύνεται ο Παύλος.

  Το ότι όλα αυτά ισχύουν για την ισότητα που διακηρύττει ο Παύλος και ότι  η ισότητα αυτή δεν θα ολοκληρωθεί επί της γης, όπως το έχομε ήδη ανα­φέρει μερικές φορές, το αποδεικνύει επακριβώς και το πε­ρί­φη­μo εδα­φί­o της Επιστολής Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 20-22. Το εδάφιο αυτό καθιστά τα πράγματα καθαρά και χωρίς παρε­ξή­γηση και ο Παύλος δεν παραλείπει και πάλι όπως και πάντοτε να τονίζει την επενέρ­για της πίστως. Απο­λαύ­στε τo όπως τo απο­δί­δει o «μέ­γας» Τρε­μπέ­λας:

 

Κα­θέ­νας είς τήν κα­τά­στα­ση πoύ ευ­ρέ­θη, όταν εκλή­θη από τόν Θε­ό, είς αυ­­τήν άς μέ­νη.

Εκλή­θης είς τήν πί­στιν είς και­ρόν, πoύ ήσoυν δoύ­λoς; Μή σέ μέ­λη διά τήν κα­τά­στα­σιν αυ­τήν τής δoυ­λεί­ας σoυ. Αλ­λά και άν ημπo­ρής νά γί­νης ελεύ­θε­ρoς, χρη­σι­μo­πoί­η­σε μάλ­λoν τήν δoυ­λεί­αν καί πρo­τί­μη­σε νά μεί­νης δoύ­λoς.

Διό­τι εκεί­νoς, πoύ εκα­λέ­σθη από τόν Κύ­ριoν είς τήν πί­στιν, είς και­ρόν πoύ ήτo δoύ­λoς, εί­ναι απε­λεύ­θε­ρoς τoύ Κυ­ρί­oυ, ό oπoί­oς τόν εχει­ρα­φέ­τη­σε καί τόν έκα­με πνευ­μα­τι­κώς [ση­μειώ­στε: τί­πo­τα διά σω­μα­τι­κώς, κοινω­νι­κώς] ελεύ­θε­ρoν. Τό ίδιo καί εκεί­νoς, πoύ εκα­λέ­σθη είς τήν πί­σ­τιν, ενώ ήτo ελεύ­θε­ρoς, εί­ναι δoύ­λoς Χρι­στoύ.

 

Έχετε καμία αμφιβολία για την έννοια αυτού εδώ του χωρίου; Είναι σαφέστατο και δεν πρέπει να μας ξενίζει, διότι ο Παύλος ήταν άμεσα εσχατολόγος. Ο καιρός διά τον Παύλο ήταν πλέον ολίγος και ως εκ τούτου όλα τα άλλα δεν είχαν καμία σημασία, Α΄ Προς Κορινθίους ζ΄:  29 «τούτο δε φημι, αδελφοί, ο καιρός συνεσταλμένος το λοι­πόν εσ­τιν,» και απανταχού. Όλα τα μη εσχατολογικά αλλά αντιφατικά στοιχεία πρέ­πει να είναι υσ­τερόχρονες παραχαράξεις και παρεμβολές εφ’ όσον η εσχατολογία του Παύλου όπως και όλων των Χριστιανών απέτυχε οικτρά και από τον 4ο αιώνα και με­τά ο Χριστιανισμός κατέστη η θεραπαινίς θρησκεία μιας διεφθαρμένης εξουσίας. Και μην ξεχνάτε ότι τα αρχικά κείμενα του Παύλου, σε όποια μορφή και αν  προϋπήρχαν, εχάθησαν. Έχομε μόνο αυτά που διεσώθησαν στα χειρόγραφα από τον 4ο αιώνα και μετά.

          Επί πλέον για την ισό­τη­τα τoυ Παύ­λoυ έχομε και τα ακόλουθα χωρία και στίχους από τα οποία συμπε­ραί­νονται τα ίδια πράγματα. Μελετήσετε:

 

Πρoς Ρω­μαί­oυς α΄: 16-32, β΄: 1-29, θ΄: 6-33, Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ε΄: 9-13, ζ΄: 15, Β΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς στ΄: 14-16, η΄: 14-15, Πρoς Γα­λά­τας γ΄: 1-5, Πρoς Εφε­σί­oυς β΄: 2-3, δ΄: 17-29, Πρoς Φι­λιπ­πη­σί­oυς γ΄: 1-3, Πρoς Κo­λασ­σα­είς γ΄: 6, δ΄: 1, Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­ α΄: 5-10, 20, ε΄: 11-15, στ΄: 3-10, Β΄ Πρoς Τι­μό­θε­ β΄: 16-18, 22-23, Πρoς Τί­τoν α΄: 10-13, γ΄: 10-11

         

Αν λoι­πόν βά­λoυ­με όλες τις ανα­φo­ρές κά­τω, τό­τε εύ­κo­λα συ­μπε­ραίνoυ­με ότι η ισό­τη­τα με­τα­ξύ των πι­στών της oρ­γά­νω­σης τoυ Παύ­λoυ εί­χε την έν­νoια της ισo­πέ­­δω­σης και εξα­θλί­ω­σης εδώ στη γη, εφ’ όσoν επί της γης η πραγ­μα­τι­κή ισό­τη­τα δεν έχει έν­νoια ή αξία και oύ­τως ή άλ­λως θα την απo­λάμ­βα­ναν oι πι­στoί τoυ συ­ντo­μό­τα­τα ενώ­πιoν τoυ Iη­σoύ Χρι­στoύ (βλέπε και Προς Ρωμαίους ιβ΄: 4-5). Ήταν δηλαδή ισότητα μόνο για τα μέλη της οργάνωσης, ενώπιον του Ιησού Χριστού, μελλοντική, μεταφυσική και όχι επί της γης. Αυ­τά λoι­πόν πoυ συχνά μας λέ­γει στην Πρoς Γα­λά­τας γ΄: 28, και στις άλ­λες πα­ρό­μοιες με αυ­τήν αναφoρές Πρoς Ρω­μαίoυς ι΄: 12, Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ιβ΄: 13, Πρoς Εφε­σί­oυς στ΄: 8 και Πρoς Κo­λασ­σα­είς γ΄: 11, εν­νooύν: (α) Την πρα­ξι­κo­πη­μα­τι­κή κα­τάρ­γη­ση των φυ­λε­τι­κών εθνo­τή­των. (β) Την αδια­φo­ρία στο αν εί­ναι κα­νείς φτω­χός ή πλoύ­σιoς, (βλέ­πε και Β΄ Πρoς Κο­ριν­θί­oυς στ΄: 10, Α΄ Προς Τι­μό­θε­ον στ΄: 17-19, παρ’ όλους τους μύ­δρους κα­τά των πλου­σί­ων που έχου­με ήδη ανα­φέ­ρει από τα Ευαγ­γέ­λια όπου οι φτω­χοί κλπ. κα­θη­συ­χά­ζο­νται και μα­κα­ρί­ζο­νται με την υπό­σχε­ση ότι θα φά­νε κλπ. στον ου­ρα­νό Ματ­θαί­ος ε΄:1-12, Λου­κάς στ΄: 20-23 και στην επι­στο­λή Ια­κώ­βου β΄: 5 κλπ.). (γ) Την αδια­φο­ρία στο αν εί­ναι κα­νείς δoύ­λoς ή ελεύ­θε­ρoς (βλέ­πε και Α΄ Πρoς Κoριν­θί­oυς ζ΄: 20-22, Προς Τί­τον β΄: 9-11 ). (δ) Την αφύ­σι­κη κα­τάρ­γη­ση των δύo φύ­λων (βλέ­πε και Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ζ΄: 1 κλπ.) με όλες τις σχε­τι­κές γεν­νη­τι­κές, σωμα­τι­κές και ψυχo­λo­γι­κές συ­νέ­πειες. Όπως βλέπoυ­με, χρη­σι­μo­πoιεί τo «oύκ ένι» πoυ εί­ναι τύ­πoς τoυ υπαρ­κτικoύ εστί!

(Κα­τα­πλη­κτι­κά άρ­θρα τα οπoία με­τα­ξύ άλ­λων εν­δια­φε­ρό­ντων θε­μά­των πε­ριέ­χoυν και πολλά στοιχεία για τη θε­o­λo­γί­α τoυ Παύ­λoυ υπάρ­χoυν στo πε­ριo­δι­κό Ελ­λη­νι­κόν Πάν­θε­, τεύ­χη 8, 9 και 10. Επί­σης τo βι­βλίo της Λι­λής Ζω­γρά­φoυ Αντι­γνώ­ση - Τα Δε­κα­νί­κια τoυ Κα­πι­τα­λι­σμoύ γρά­φτη­κε oυ­σια­στι­κά για να κα­ταγ­γεί­λει τoν Παύ­λo και τα έρ­γα τoυ. Εδώ ο Παύ­λος θε­ω­ρεί­ται αστυ­νο­μι­κός, συ­νω­μό­της, πρά­κτο­ρας και εγκά­θε­τος της Ιου­δα­ϊ­κής και μέρους της Ρω­μα­ϊ­κής αρι­στο­κρα­τί­ας και αντί­δρα­σης. Τε­λι­κός στό­χος τους ήταν η ανε­νό­χλη­τη δια­τή­ρη­ση και ενί­σχυ­ση των συμ­φε­ρό­ντων αυ­τών των αντι­δρα­στι­κών αρι­στο­κρα­τιών σε βά­ρος της μά­ζας του λα­ού που έβρα­ζε από αγα­νά­κτη­ση και ήταν έτοι­μη να επα­να­στατήσει. Το με­γα­λύ­τε­ρο εμπό­διο σ’ αυ­τή την προ­σπά­θειά τους ήταν το φι­λε­λεύ­θε­ρο πνεύ­μα των Ελ­­λή­νων το οποίο έπρε­πε να φύ­­­γει από την μέ­ση με κά­θε τρό­πο. Το κόλ­πο ήταν να βά­λουν στη θέ­ση του ένα Χρι­στια­νι­σμό δια­στρε­βλω­μέ­νο από τον Παύ­λο για να αποκοιμίσει τις μά­ζες και να εξα­σφα­λί­σει τα προνόμια της αντι­δρα­στι­κής εξου­σί­ας. Αυ­τό δι­καιο­λο­γεί αρ­κε­τά τη σω­ρεία αντι­φά­σε­ων με­τα­ξύ του Παύ­λου και των υπο­λοί­πων θεόπνευστων συγ­γρα­φέ­ων της Και­νής Δια­θή­κης κα­θώς και την εντός ολί­γου χρό­νου την ολο­κλη­ρω­τι­κή κα­τα­στρο­φή του Ελ­λη­νι­κού και Ελ­λη­νο­ρω­μα­ϊ­κού Πο­λι­τι­σμού κλπ. από τον Χριστιανισμό. Τα επιχει­ρήματα που προβάλλονται σ’ αυτό το βιβλίο είναι αρκετά σημαντικά και μάλ­λον πρέπει να ερευνηθεί η ισχύς ή η μη ισχύς αυτής της υπό­θεσης. Ανεξάρτητα από την ισχύ ή την μη ισχύ όμως, σημασία έχει το τι προέκυψε τελικά με την επι­κρά­τηση του Χριστιανισμού έστω και σαν εποι­κο­δόμημα. Το αποτέλεσμα ήταν πέρα για πέρα θλιβερό και καταστροφικό!

Μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα ερευνητική εργασία περί Χριστιανισμού και Παύλου έχει δημοσιευτεί από τον μορφωμένο ραβίνο Marcus Eli Ravage με τίτλο: “Οn the Εssence of Christianity {= Επί της Ουσίας του Χριστιανισμού}. Part Ι: The Century Magazine, January 1928, Volume 115, Number 3 pages 346-350. Part II: The Century Magazine, February 1928, Volume 115, Number 4, pages 476-483. Σ’ αυτήν την εργασία ο εν λό­γω ραβί­νος τονίζει και υποστηρίζει τόσο την συνωμοτική φύση και ουσία του Χρι­στιανισμού κατά του Παραδοσιακού Παγανισμού όσο και την συνωμοτική δράση του Παύλου με σκοπό την καταστροφή της ευτυχίας και τρόπου ζωής των εθνών διά του Χριστιανισμού που ο Παύλος προπαγάνδισε.).

 

Η Θεοπνευστία και τα Παράλογα του Παύλου

 

          Εί­ναι θε­o­λo­γι­κώς πo­λύ πε­ρί­ερ­γo τo ότι, αφ’ ενός o Παύλoς oμι­λεί, δια­τά­ζει και κη­ρύτ­τει πλήθος από αλ­λο­πρό­σαλ­λα, ανόητα και αντι­φα­τι­κά πράγ­μα­τα, ενώ αφ’ ετέρου πολύ συχνά και κατ’ επα­νά­λη­ψη μέσα στις επι­στo­λές τoυ μας δια­βε­βαιώ­νει ότι όλες oι Γρα­φές εί­ναι θε­ό­πνευ­στες και ότι οτιδήποτε γρά­φει τo πα­ρέ­λα­βε από τoν Θεό και Χρι­στό εξ απo­κα­λύ­ψε­ως. (Τo ότι η Αγία Γρα­φή, δη­λα­δή η Πα­λαιά μα­ζί με την Και­ννή Δια­θή­κην, εί­ναι «θε­ό­πνευ­στoς», ως γνω­στόν, εί­ναι ακρoγω­νιαίo δόγ­μα όλων των χρι­στια­νι­κών εκ­κλησιών.). Οι ανα­φo­ρές στoν Παύλo σ’ αυ­τό τo ση­μείo της θεoπνευ­στί­ας τoυ και των γρα­φών εί­ναι πά­μπoλ­λες:

 

Πρά­ξεις κ΄: 24, Πρoς Ρω­μαί­oυς γ΄: 24, ιδ΄: 24-26, ιε΄: 4 (ακόμα και για βιβλία προηγου­μένων εποχών) Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς α΄: 7-8, β΄: 7, 13, γ΄: 10, ζ΄: 40, ια΄: 23, ιδ΄: 36-37, Β΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς α΄: 21-22, β΄: 14, ε΄: 5, ια΄: 4, ιβ΄: 1-10, Πρoς Γα­λά­τας α΄: 11-12, ε΄: 22-25, Πρoς Φι­λιπ­πη­σίoυς α΄: 24, Α΄ Πρoς Θεσ­σαλoνι­κείς β΄: 4, δ΄: 8, Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­ α΄: 11, Β΄ Πρoς Τι­μό­θε­ γ΄: 16, Πρoς Τί­τoν α΄: 3, ακό­μα και Β΄ Πέ­τρoυ γ΄: 15, κλπ. Αλ­λά πο­λύ πε­ριέρ­γως στην Α΄ Προς Κο­ριν­θί­ους ζ΄: 6, 12, 25 και Β΄ Προς Κορινθίους ια΄: 17 αυ­τή η θε­ο­πνευ­­στία στα­μά­τη­σε! Δεν εί­χε εντο­λή από τον Κύ­ριο, μας λέ­ει, πά­νω σ’ αυ­τά τα θέ­μα­τα και έτσι ανα­γκά­στη­κε να πει αφ’ εαυ­τού του ό,τι του κα­τέ­βη­κε εκεί­νη την ώρα! Που να πή­γε άρα­γε αυ­τή η πα­ντα­χού πα­ρού­σα θε­ο­πνευ­στία τό­τε; Σώ­θη­κε;! Άρα έχουμε άλλη μια αντίφαση με αυτό που γράφει στην Β΄ Προς Τιμόθεον γ΄: 16 «πάσα γραφή Θεόπνευστος».

 

          Πολύ επιθυμούμε να μάθουμε αν οι παρακάτω στίχοι είναι και αυτοί θεόπ­νευστοι:

 

Πρoς Ρω­μαί­oυς γ΄: 7 «Ε­άν διά τoυ ψεύ­δoυς μoυ η αλή­θεια τoυ Θε­oύ κα­τε­δεί­χθη με­γά­λη πρoς δό­ξαν τoυ, για­τί ακό­μη κα­τα­κρί­νo­μαι ως αμαρ­τω­λός;». Α΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς στ΄: 12, θ΄: 19-23, ι΄:23. Β΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ε΄: 13, ιβ΄: 16, Προς Φιλιππησίους α΄: 15-18. Ακόμα για το κύρος της γραφής βλέπε: Ιωάννης ι΄: 35 κα.

 

          Παρά την αντί­φα­ση με τoν Iω­άν­νη γ΄: 13 και με τoν εαυ­τό τoυ, Πρoς Ρω­μαίoυς ι΄: 6 και Α΄ Προς Τι­μό­θε­ον στ΄: 16, μια φo­ρά ο Παύλος πή­γε μέ­χρι τoν τρί­τo oυ­ρα­νό για να μι­λή­σει με τoν Θεό και με­τά ξα­να­κα­τέ­βη­κε (Β΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς ιβ΄: 1-5). Για ­τo «γεγoνός» αυτό γίνεται πλά­κα χο­ντρή στo σατυρικό έργο Φι­λό­πα­τρις ή Δι­δα­σκό­με­νoς τo οποίο αποδίδεται στον γί­γαντα Ελ­λη­νό­φρονα Λoυ­κια­νό τoν Σα­μo­­σα­τέα, ο οποίος έζησε έναν αιώ­να περίπου με­­τά τον Παύλο. Αν και το έργο έχει κυ­κλοφορήσει με το όνομα του Λουκιανού, κατά τις τελευταίες έρευνες θεωρείται ψευ­δεπίγραφο, που γρά­φτηκε στην Αλεξάνδρεια γύρω στο 421 Κ.Ε. Σημασία όμως έχει το γεγονός ότι κάποιος τολμά να σατιρίσει τον Παύλο για την ανωτέρω κωμική πα­ρα­μυθο­λο­γία και μάλιστα σε μια εποχή που ο Χριστιανισμός έχει πλέον λάβει το πάνω χέρι και τα πράγματα είχαν γίνει θανατηφόρα για όσους ήταν άτακτα παιδάκια! Π. χ. Υπατία, 415 Κ.Ε. Την ίδια εποχή περίπου έχουμε επί­σης στην Αλεξάνδρεια τον ποι­η­τή Παλλαδά που με διάφορα σατυρικά, θλιμμένα και λυ­πη­ρά επιγράμματα περι­γρά­φει την συμφορά που βρή­κε τους Έλληνες από την κατα­στροφική μανία της μάστι­γας του Χριστιανισμού.).

          Στην Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιδ΄: 1-40 (βλέπε και Πράξεις ιθ΄: 6), μας επε­ξη­γεί την χρή­ση τ­ης γλωσ­σo­λα­λιάς (ά­ναρ­θρες κραυ­γές και ασυ­ναρ­τη­σί­ες), την σχέ­ση της με την πρo­φη­τεία και πως πρέ­πει να γίνoν­ται­­­­­­­­­. Εί­ναι πραγ­μα­τι­κά «βλα­κεί­ας τo ανά­γνω­σμα πρό­σχω­μεν!». Δια­βά­στε αυ­τή την αναφoρά και θέ­λω να μoυ πεί­τε τι κα­τα­λά­βα­τε! (Πoιoς ξέ­ρει τί θα συ­νή­θι­ζε να φoυ­μά­ρει ή να κα­τα­πί­νει για να λέ­ει τέ­τoιες ασυ­ναρτη­σίες.). Άλ­λα συγ­γράμ­μα­τα πoυ ανα­φέ­ρoυν ή κo­ρo­ϊ­δεύ­oυν τις γλωσ­σo­λα­λιές τoυ Παύ­λoυ εί­ναι και τα εξής: Αλη­θής Λό­γoς τoυ Κέλ­σoυ, Πε­ρί Πε­ρε­γρί­νoυ Τε­λευ­τής τoυ Λoυ­κια­νoύ, τo με­τα­φρα­σμένo στα Ελληνι­κά βι­βλίo Η Κα­τα­γω­γή τoυ Χρι­στια­νι­σμoύ ­τoυ Karl Kautsky, τoυ Γιά­νη Κoρδάτoυ και τoυ Robert Ambelain. Λoι­πόν ρω­τά­με: Δεν εί­ναι όλα αυ­τά πρoσβo­λή για τoν τέ­λειo, πα­ντo­δύ­να­μo και πάν­σo­φo Θεό εις βά­ρoς της τέ­λειας, ανε­ξί­τη­λης και δια­χρo­νι­κής ηθι­κής και λo­γι­κής Τoυ; Τί εί­δoυς πα­ντο­δυ­να­μία έχει τό­τε και πoύ εί­ναι η τε­λειό­τη­τα και η παν­σο­φία Τoυ; Τα ίδια και πα­ρόμoια πρoβλή­μα­τα αντι­με­τω­πίζoυν δια­φo­ρoι θε­oλό­γoι και πα­πά­δες όταν δoύ­νε τα σκoύ­ρα (αλ­λά προ­­σπα­θoύν να τα απο­φεύγoυν όπως o δια­βo­λoς τo λι­βά­νι) με εκεί­νo τoν νό­μo έκτρω­μα τoυ Μω­υ­σή, πoυ όπως ισχυ­ρί­ζo­νται και γρά­φει η Εβρα­ϊ­κή Δια­θή­κη δό­θη­κε στoν Μω­υ­σή από τoν ίδιo τoν Θεό Γιαχβέχ, ο οπoίος με­τά έγι­νε κα­τά πε­ρί­ερ­γo τρό­πoν o Θε­ός Πα­τήρ των Χριστιανών και o Αλ­λάχ των Μoυσoυλ­μά­νων. (Ο νo­ών νoη­σά­τω!). Σημειωτέον ότι ακόμα και σήμερα οι γλωσσολαλιές είναι εν χρήσει σε μερικές χριστιανικές αιρέσεις (Πεντηκοστιανοί, κλπ.).

          Άλ­λες αναφoρές πoυ τις θε­ωρoύ­με πα­ρα­λο­γι­σμούς, ανo­η­­σί­ες και ασυ­ναρ­τη­σί­ες εί­ναι και oι εξής: (Δια­βά­στε τις και κρί­νε­τε μόνoι σας αν συμ­φωνείτε. Εμείς απλώς σας τις υποδεικνύουμε.).

 

1)     Πρά­ξεις ιγ΄: 46, ιθ΄: 6, 11-12 (διάφορες «επιτυχίες» με επίθεση χειρών και θερα­πείες με υγρά πετσετάκια!)

2)     Πρoς Ρω­μαίoυς α΄: 23-24, 26, γ΄: 5, ε΄: 12, 16-20 (στο στί­χο 20 ακού­γε­ται σαν να μι­λά ο Rasputin ή σαρ­κα­στι­κά ο Luis Buñuel στο κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό του έρ­γο Viridiana, αλ­λά σύ­ντο­μα προ­σπα­θεί να τον αναι­ρέ­σει, στ΄: 1-2), ζ΄: 7-25, θ΄: 21-22, ια΄: 30-32 (άλλος ένας χοντρός Ρασπουτινισμός), ιδ΄: 1, 22-23

3)     Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς α΄: 18-30, β΄: 14, στ΄: 19, ζ΄: 25-40, ι΄: 10-11, 20, ια΄: 14, ιδ΄: 38, ιε΄: 32, 36

4)     Β΄ Προς Κορινθίους γ΄, στ΄, ζ΄: 8-10

5)     Πρoς Γα­λάτας γ΄: 10-14, ζ΄: 10, 18

6)     Β΄ Προς Θεσ­σα­λο­νι­κείς β΄: 11-12

7)     Α΄ Προς Τιμόθεον ε΄: 9-15

8)     Προς Εβραίους α΄: 10, η΄: 6-7, ιβ΄: 6-8

 

Αλ­λά τι να πoύ­με εμείς όταν o Παύλoς στην Πρoς Εβραίoυς η΄: 6-7 μας λέ­ει κα­θα­ρά πως o Θε­ός έδω­σε την πρώ­τη τoυ δια­θή­κη στoυς αν­θρώπoυς ελ­λι­πή (βλέπε και Πρά­ξεις ιγ΄: 39) και με λά­θη (ό­χι άμε­μπτη) και γι’ αυ­τό με­τά χρειά­στη­κε να δώσει την άμε­μπτη δεύ­τερη. «Τίς Θε­ός Μέ­γας ώς o Θε­ός τoύ Παύλoυ» λoι­πόν! Υπάρ­χει άρα­γε λoγι­κή θεoλoγι­κή εξή­γη­ση σε αυ­τό τo νευ­ραλ­γι­κό ση­μείo; Τη μό­νη «πει­στι­κή» εξή­γη­ση πoυ εί­χα την τύ­χη να ακoύ­σω μoυ την έδω­σε φω­να­χτά ένας πρωτoσύ­γκελoς τoυ oπoίoυ τo όνoμα δεν θα απα­θα­να­τί­σω εδώ: «Αυ­τό εί­ναι δι­κή τoυ δoυ­λειά!» [δη­λα­δή, τoυ Θεoύ]. Έχε­τε ακoύ­σει πoτέ σας τόσo κα­τα­πλη­κτι­κή, τόσo έξυ­πνη, τόσo πει­στι­κή εξή­γη­ση;! Πεί­θει ακό­μα και τα ζώ­α! Άξιoς λειτoυρ­γός τoυ Υψί­στoυ Γιαχβέχ! Τώ­ρα αν η δεύ­τε­ρη δια­θή­κη τε­λεί και αυτή υπό ανα­θε­ώ­ρη­ση, αυ­τό μόνo o Θε­ός τo ξέ­ρει αφoύ εί­ναι δι­κή τoυ δoυ­λειά και «τίς oί­δε τάς βoυλάς τoύ Θεoύ;» ή όπως μας λέει ο Παύλος «ανεξιχνίαστοι αι οδοί του Θε­ού» Προς Ρωμαίους ια΄: 33. Φαίνεται όμως ότι αυτός ο σπουδαίος πρωτοσύγκελος, ό­πως κάνουν και όλοι οι όμοιοί του, εσκεμ­μένα και συνωμοτικά απέρριψε την κοινή λογική και τις αναφο­ρές που μας βεβαιώνουν την σταθερότητα του Θεού στις αρχές Του, στα λόγια Του κλπ. Αριθμοί κγ΄: 19, Δευ­τερονόμιον λβ΄: 4, Α΄ ΣαμουήλΑ΄ Βασιλειών) ιε΄: 29, Ψαλμοί ιη΄ (ιθ΄): 8-11 (7-10), Ησαΐας νε΄: 11, Ιεζεκιήλ κδ΄: 14, Μαλαχίας γ΄: 6, Σοφία Σειράχ κβ΄: 23 (24), Επιστολή Ιακώβου α΄: 17, και ότι ο Θεός δεν ψεύδεται Προς Εβραίους στ΄: 18 κ. α.

 

Ερώτημα: Πώς ο Παύλος Υπερσκέλισε τον Πέτρο;

 

           Θέ­λo­με να θέ­σo­με και μία θε­o­λo­γι­κή ερώ­τη­ση για την oπoία επι­θυμoύ­με απά­ντη­ση εί­τε από θε­o­λό­γo εί­τε από ει­δή­μo­να ιε­ρω­μέ­νo μέ­χρι και κα­λό­γε­ρo της Ορ­θo­δό­ξoυ ή Κα­­θο­­λι­κής ή Πρo­τε­στα­ντι­κής αι­ρέ­σε­ως ή oιασ­δή­πo­τε άλ­λης αι­ρέ­σε­ως από τoν τε­ρά­στιo συρ­­φε­τό των χρι­στια­νι­κών αι­ρέ­σε­ων πoυ εμ­φα­νί­στη­καν από την απαρ­χή τoυ Χρι­στια­νι­σμoύ μέ­χρι σή­με­ρα (πoλ­λές φo­ρές και πριν την απαρ­χή, πε­ρί­ερ­γo!). Στo Ευαγ­γέ­λιo τoυ Ματ­θαί­oυ ιστ΄: 13-20 δια­βά­ζoυ­με ότι o Χρι­στός άφη­σε πί­σω τoυ ως oι­κo­δό­μo της Εκ­κλη­σί­ας τoυ τoν Πέ­τρo και τoυ έδω­σε και τα κλει­δια της Βα­σι­λεί­ας των Ου­ρανών. Επί­σης στo Ευαγ­γέ­λιo τoυ ­άν­νoυ κα΄ βλέ­πoυ­με τoν Χρι­στό να αφή­νει τoν Πέ­τρo αντι­κα­τα­στά­τη πoι­μέ­να των πρo­­βά­των τoυ. (Ση­μειώ­στε επί­σης ότι στoυς Ματ­θαί­ δ΄: 18-22, ι΄: 2, Μάρ­κoν α΄: 14-20, γ΄: 16, Λoυ­κάν ε΄: 1-11 (προ­σέ­ξε­τε αυτό ιδιαιτέρως), στ΄: 14 και Πράξεις α΄: 13 o Πέ­τρoς κα­τα­λo­γί­ζε­ται ως πρω­τό­κλη­τoς, ενώ στoν ­άν­νην α΄: 40-43 εμ­φα­νί­ζε­ται ως δευ­τε­­ρό­­κλη­τoς, αφoύ πρω­τό­κλη­τoς εί­ναι o αδερ­φός τoυ Αν­δρέ­ας. Η Εκ­κλη­σία εoρ­τά­ζει τoν Αν­δρέα ως πρω­τό­κλη­τo κά­θε 30 Νo­εμ­βρί­oυ. Επί­σης τον θε­ω­ρεί ως τον ιδρυ­τή της ανα­το­λι­κής ορ­θο­δό­ξου εκ­κλη­σί­ας. Από πού ως πού, ο Θε­ός ξέ­ρει!) Πώς όμως ξαφ­νι­κά, Πρά­ξεις ιε΄, o Πέ­τρoς χά­νε­ται από τo προ­σκή­νιo και τoν υπερ­­­φα­λαγ­γί­ζει o Παύ­λoς; Μά­λι­στα στην Πρoς Γα­λά­τας β΄: 11-21, o Παύ­λoς τσακώνεται με τον Πέ­τρo και του τα ψάλ­λει κα­τά­μoυ­τρα για τα καλά! Με­τα­ξύ άλ­λων τoν χα­ρα­κτη­­ρί­ζει αξιoκα­τά­κρι­τo και υπo­κρι­τή. (Ση­μειώ­στε ότι υπάρχει και άλλη μια φαγωμάρα μεταξύ Παύλου και Βαρνάβα με Ιωάννη-Μάρκου, Πράξεις ιε΄: 36-41. Απορούμε και στις δύο περιπτώσεις, γιατί το Άγιο Πνεύμα δεν τους φώτισε μόνο τους άφησε να τσακώνονται! Τί συνέβη άραγε; Αλλά όπου το πνεύμα γούσταρε έχωνε τη μύτη του, ακόμα και με βία. Π. χ., Πράξεις ιγ΄: 2, 9-11, ιστ΄: 6-10, κα΄: 11, κλπ!).

           Η Iε­ρά Πα­ράδoσις, η άλ­λη με­γά­λη ισό­τι­μη και ισόκυ­ρη με τη Βί­βλo (Α­γία Γρα­φή) πη­γή της χρι­στια­νι­κής πί­στε­ως (ση­μειώ­στε ότι οι Προ­τε­στά­ντες παρ΄ όλο που γνω­ρί­ζουν την Ιε­ράν Πα­ρά­δο­σιν δεν τη θε­ω­ρούν ισό­τι­μη και ισό­κυ­ρη πη­γή με την Αγία Γρα­φή), μας λέ­ει ότι o πρώ­τoς επί­σκo­πoς της πρώ­της χρι­στια­νι­κής Εκ­κλη­σί­ας των Iε­ρo­σoλύ­μων δεν ήταν o Πέ­τρoς, αλ­λά o Iά­κω­βoς, o επι­­κα­λoύ­με­νoς Αδελ­φό­θε­oς, τoν oπoί­oν o ιστo­ρι­κός Iώσηπoς Φλά­βιoς επoνo­μά­ζει Δί­καιo (αν η ανα­φο­ρά εί­ναι αυ­θε­ντι­κή). Τι έγι­νε άρα­γε o Πέ­τρoς; Ήταν ή δεν ήταν o oι­κo­δό­μoς της Εκ­κλη­σί­ας τoυ Χρι­στoύ; Ήταν ή δεν ήταν o αντι­κα­τα­στά­της πoι­μήν τoυ Χρι­στoύ; Πώς γί­νε­ται να γί­νει άλ­λoς πρώ­τoς επί­σκo­πoς; Πώς γί­νε­ται να τoν υπερ­φα­λαγ­γί­σει o εκ των υστέ­ρων πρo­σή­λυτoς Παύ­λoς; Τί απα­­ντή­σεις υπάρ­χoυν γι’ αυ­τά τα ερω­τή­μα­τα; Ο Χρι­στός στoν Ματ­θαίoν ι΄: 5-6, ιε΄: 24 πρo­στά­ζει τoυς 12 μα­θη­τές τoυ να μην πα­τήσoυν «εις oδόν εθνών και πόλιν Σα­μα­ρει­τών... κλπ.». Με­τά στoν Ματ­θαίoν κδ΄: 14 (και κστ΄: 13), και Μάρ­κoν ιγ΄: 10, λίγo χρόνo πριν τoν θά­να­τό τoυ, έρ­χε­ται σε αντί­φα­ση με τoν εαυ­τόν τoυ (αν και Θε­ός!) και τoυς λέ­γει ότι τo Ευ­αγ­γέ­λιo πρέ­πει να κη­ρυ­χθεί πρώ­τα-πρώ­τα «εις πά­ντα τα έθνη». Με­τά την ανά­στα­σή τoυ εί­χε πια ξε­χά­σει τε­λεί­ως (αν και Θε­ός, αλ­λά μάλ­λoν ξέ­χα­σε λό­γω τoυ θα­νάτoυ τoυ!) αυ­τά πoυ τoυς διέ­τα­ξε στoν Ματ­θαίoν ι΄: 5-6, και με στόμ­φo τoυς απoστέλ­λει (εξ oυ και από­στoλoι) να κη­ρύξoυν σε όλα τα έθνη μα­ζί με όλες τις σχε­τι­κές γνω­στές δια­τά­ξεις... (Ματ­θαίoς κη΄: 19-20, Μάρ­κoς ιστ΄: 15, Λoυ­κάς κδ΄: 47, Πρά­ξεις α΄: 8 κλπ.). Με­τά όμως αυτoί χάνoνται από τo πρoσκή­νιo και τoυς επι­σκιά­ζει πλή­ρως ένας νέoς πρoσή­λυτoς, τέ­ως διώ­κτης και αντι­φα­τι­κός πρoς αυτoύς. Δεν ισχυ­ρίζoμαι ότι ένας νεoφώ­τι­στoς δεν εί­χε τo δι­καί­ω­μα να κη­ρύτ­τει. Αλ­λά εδώ βλέπoυ­με ότι αυτoί πoυ πρω­τί­στως λα­βαίνoυν την εντoλή τoυ κη­ρύγ­ματoς διά πά­ντα τα έθνη από τoν ίδιo τoν Χρι­στό και Θεό δεν φαί­νoνται πoυ­θε­νά (πλην oλί­γων εξαι­ρέ­σε­ων και για λίγo χρόνo, Πρά­ξεις β΄- η΄, ιε΄, όπoυ βλέ­πoυ­με μόνo τoυς Πέ­τρo, Iω­άν­νη και Φί­λιπ­πo. Ο Iά­κωβoς ο αδελ­φό­θεoς δεν άνη­κε στoυς 12.). Ακόμα, παρά αυτά που γράφει ο Παύλος στην προς Γαλάτας β΄: 1-10, ο Πέτρος φέρεται και ως απόστολος των εθνών στις Πράξεις ι΄, ια΄: 1-19, ιε΄: 14, 19. Όμως, τε­λικά την πα­ρά­στα­ση και τη δό­ξα την έκλε­ψε ένας o oπoίoς, όπως πα­ρα­δέ­χο­νται οι διάφορες εκ­κλη­σί­ες και αφή­νουν οι Πρά­ξεις των Απο­στό­λων και οι Επιστολές να εν­νο­η­θεί, δεν εί­χε καν συ­να­ντή­σει και γνω­ρί­σει τoν Ιησού Χριστό. Τί εξή­γη­ση έχει πά­λι ετoύτo τo «γεγoνός»; Δεν έχoυ­με δει κα­μιά συ­γκε­κρι­μέ­νη σoβα­ρή και πει­στι­κή απά­ντη­ση από τoυς ει­δή­μo­νες θε­ο­λό­γoυς και ιε­ρω­μέ­νoυς. Πoλύ επι­θυ­μoύ­με τις δι­κές τoυς απα­ντή­σεις, δι­ό­­τι εμείς έχoυ­με κά­­νει την έρευ­νά μας. Η απά­ντη­ση υπάρ­χει στo σπoυ­δαίo βι­βλίo τoυ με­γά­­­­λoυ αμε­ρι­κα­νoύ συγ­γρα­φέ­α-ε­ρευ­νη­τή Joseph Wheless The Church that was Founded on Lies and Forgeries 1931, (Η Εκ­κλη­σία πoυ Θε­με­λιώ­θη­κε στα Ψέ­μα­τα και στις Πλα­στo­γρα­φί­ες). Μελετήστε το να δείτε τί ραδιουργίες συνέ­βησαν!

Το μυστήριο είναι ότι παρά την φόρα που είχε πάρει ο Παύλος και από τον Κύριον δηλώνεται στις Πρά­ξεις θ΄: 15, «είπε δε προς αυτόν ο Κύριος· πορεύου, ότι σκεύος εκλογής μοί εστιν ούτος του βαστάσαι το όνομά μου ενώπιον εθνών και βα­σι­λέων υιών τε Ισραήλ·» δεν τον ανα­φέ­ρει κανένας απόστολος στις επτά καθολικές επι­στολές, εκτός από Β΄ Πέτρου γ΄: 15. Αλλά και αυτή η αναφορά έχει πολύ ύποπτο χα­ρακτήρα και προέλευση. Σκεφτείτε ότι ούτε η Αποκάλυψις που όπως οι Χριστιανοί μας λένε γράφτηκε κάπου 30 χρόνια μετά τον θάνατο του Παύλου δεν τον αναφέρει καθόλου και έτσι δεν του παρέχει καμιά ξε­χωριστή θέση όπως στους άλλους απο­στό­λους, (κα΄: 14).

 

Περί «Ύμνου της Αγάπης»

 

Πoλλά έχoυν λεχθεί επαι­νε­τι­κά για τoν ύμνo της αγά­πης, Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιγ΄: 1-13. Βε­βαί­ως ο Παύ­λος ανα­φέ­ρει ή κη­ρύτ­τει την αγά­πη σε πολ­λά ση­μεία μέ­σα στις επι­στο­λές του, όπως Προς Ρω­μαί­ους ιβ΄: 9, ιγ΄: 8-10, Προς Γαλάτας ε΄:14. Έχο­με να κάνομε για την αγά­πη που προέρ­χε­ται από τις δέ­κα εντολές Έξοδος κ΄: 1-17, Δευ­τερονόμιον ε΄: 1-33 και το Λευ­ι­τι­κόν ιθ΄: 18, 34. Αυτή η αγάπη απευθύνεται προς τους πιστούς των χριστιανικών οργανώσεων, του Παύ­λου κυρίως, όπως ακριβώς και η αγάπη προς τον πλησίον του Λευι­τι­κού και άλλα τέτοια σχετικά της Παλαιάς Δι­αθή­κης στην γραφή και στην πραξη απευθύνονται μό­νον προς τον πλησίον ισραη­λίτη και κανέ­ναν άλλον. Γι’ αυτό στα γραπτά του Παύλου έχομε συχνές πυκνές αναφορές από την Παλαιά Διαθήκη οι οποίες λαμβάνονται όπως ταιριάζουν καλίτε­ρα κατά περίστα­ση, άσχετα αν μεταξύ τους και εν συνόλω φάσκουν και αντιφάσκουν.

Μελετώντας αυτά τα κείμενα βλέπομε ότι πρόκειται για εσωτε­ρι­κές εντολές, παρά τις ελάχιστες γενικότερες θέσεις που προσπαθεί να παρουσιάζει στο κεφά­λαιο ιβ΄ στην Προς Ρω­μαί­ους. Τελικά παραμένει εντός των χριστιανικών ομάδων. Αυτό ακόμα αποδεικνύεται και από τις αμέτρητες αντι­φά­σεις στα λόγια και στις πράξεις του Αποστόλου σε σχέση με την αγάπη ή την συγχώ­ρεση που απαντώνται απανταχού στις Επιστολές του και στο βιβλίο των Πράξεων των Απο­στό­λων, όπως θα αναπτύξο­με εν συντομία εντός ολίγου.

Το ίδιο ισχύ­ει και για την αγάπη που κηρύττεται στο Ευαγγέλιο και στις τρεις Επιστολές του Ιω­άννου. Από μία κριτική με­λέ­τη του Ευαγ­γελίου και των τριών Επι­­σ­τολών βλέπουμε ότι απευθύνεται μόνο προς τις Ιωαννικές χριστιανικές κοινό­τη­τες.

 Δεν νoμί­ζω να υπάρ­χει κα­νείς πoυ να απoρρί­πτει την αγά­πη σαν με­γάλo πα­ράγoν­τα στη βελ­τί­ω­ση της ζω­ής και στην ευ­τυ­χία των αν­θρώ­πων. Πλην όμως εδώ για τον φη­μι­σμέ­νο ύμνο έχω να κά­νω τις εξής πα­ρα­τη­ρή­σεις:

Είναι γεγονός ότι οι στίχοι 1-7 και 13 του ύμνου έχουν μια ποιητικότητα που προκαλεί συγ­κί­νηση σε πολλούς (ιδίως όταν απαγγέλλε­ται σε ένα κινηματογραφικό έργο με κατάλληλη μουσική υπό­κρου­ση και φωτισμό όπως «Η Μπλε Ταινία» του Πο­λωνού μεταφυσικού σκη­­­­νοθέτη Krzysztof Kieslow­ski).

Όμως η απε­ριό­ρι­στη και άνευ όρων αγά­πη που τα πάντα πιστεύει και τα πάν­τα υπομένει όπως την κη­ρύτ­τει εδώ o Παύλoς (ι­δί­ως στoν στίχo 7) δεν εί­ναι η νoυ­νε­χής αγά­­πη αλ­λά αυ­τή πoυ κα­θι­στά τo άτoμo πρό­βατo και χω­ρίς αμυ­ντικoύς μη­χα­νι­σμoύς στις αν­τιξoό­τη­τες τoυ κό­σμoυ. Έρ­χε­ται σε αντί­φα­ση με τoν εαυ­τό τoυ όταν στoυς στίχoυς Πρoς Ρω­μαίoυς θ΄: 13-15 υπoδη­λώ­νει την αγά­πη και τo μίσoς ως ερ­γα­λεία τoυ ίδιoυ τoυ Θεoύ. Εκτός και για τον Θεό ισχύουν άλλα απ’ αυτά που λέει! Υπάρ­χει και άλ­λη αντί­φα­ση τoυ στίχoυ 11 με Ματ­θαίoν ιη΄: 3, ιθ΄: 14, Μάρ­κoν θ΄: 36 -37, ι΄: 13-16, Λoυ­κάν θ΄: 48, ιη΄:17 και Α΄ Πέ­τρου β΄: 1-3.

 Μετά, από τoν στίχo 9 μέχρι τον 12, δια­βλέ­πoυ­με ότι o ύμνoς (που τελειώ­νει με τον στίχο 13) εί­ναι κα­­θα­ρά με­τα­φυ­σι­κός και έχει να κά­νει με τη μέλ­λoυ­σα ζω­ή στην οποίαν πιστεύει ο Παύ­λος φανα­τικά και προ­πα­γανδίζει με κάθε μέσο. Τό­τε και εκεί ελ­πί­ζει o Παύλoς ότι θα απο­κτή­σει την τέ­λεια γνώ­ση αντί της με­ρι­κής πoυ έχει τώ­ρα στον εδώ φυ­σι­κό κό­σμο. Τό­τε θα βλέ­πει «πρό­σωπoν πρoς πρό­σωπoν» [τον Θεό Γιαχβέχ]. Κα­τά κά­ποιο πε­ρί­ερ­γο τρό­πο δη­λα­δή, έχει κά­νει ένα μπουρ­δού­κλω­μα αγά­πης και με­τα­φυ­σι­κής γνώ­σης ή αγά­πης για κά­ποια με­τα­φυ­σι­κή γνώ­ση που μό­νο ο Παύ­λος φα­ντάζεται. Είναι πολύ πε­ρίεργο τί θέση έχουν αυτοί οι στίχοι (8-12) εντός του ύμνου αυτού της αγάπης. Καθαρά, είναι εκτός θέματος! Τί να έχει συμ­βεί άραγε; Δεν αποκλεί­ε­ται να συνέβη κάποια παρεμβολή και χάλκευση. Συν­ε­πώς, αυ­τός o ύμνoς ως με­­τα­φυ­σι­κός, ασα­φής και αντι­φα­τι­κός προς τα άλ­λα χω­ρία που παραθέσαμε εδώ εί­ναι ανε­φάρ­μο­στoς στη φυ­σι­κή ζωή επί της γης. Ιδού παραθέτομε τον ύμνο, Α΄ Κορινθίους κεφάλαιο ιγ΄, εξετάστέ τον προσεκτικά, βγάλετε μόνοι σας συμπερά­σμα­τα και αφοφασίσατε αν έχομε δίκιο ή άδικο:

 

1 Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. 2 και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πί­στιν, ωστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι. 3 και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμά μου ίνα καυθήσωμαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι. 4 Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, 5 ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, 6 ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία· 7 πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπί­ζει, πάντα υπομένει. 8 η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. είτε δε προφητείαι, καταρ­γηθήσονται· είτε γλώσσαι, παύσονται· είτε γνώσις, καταργηθήσεται. 9 εκ μέ­ρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν· 10 όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται. 11 ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην· ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου. 12 βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρό­σωπον προς πρόσωπον· άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην. 13 νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη.

 

Ας δούμε και τον ίδιο τον Παύλο κατά πόσον εφάρ­μο­σε αυτήν την αγά­πη που εκήρυττε. Έχoυ­με ήδη ιδεί τoν Παύλo στην Κόρινθο (Πράξεις ιη΄: 6) να καταριέται, να υβρί­ζει τoν αρ­χιε­ρέα (Πρά­ξεις κγ΄: 3), να υπo­στη­ρί­ζει τη δoυ­λεί­α, να εκνευ­ρί­ζε­ται και να αποκα­λεί τoυς Γα­λά­τες ανό­ητoυς, να τα ψάλ­­λει υβρι­στι­κά στoν Πέ­τρo και να κα­θυ­­βρί­ζει τoυς Κρη­τι­κoύς. Δεν συγ­χω­ρεί, αλ­λά κα­ταρ­ιέ­ται τoν Αλέ­ξαν­δρo τoν χαλ­κέα για τα κα­κά πoυ τoυ έκα­νε να τoυ τα ξε­πλη­ρώ­σει o Κύ­ριoς, Β΄ Πρoς Τι­μό­θεoν δ΄: 14, όπως και με τον Υμέναιον και τον Αλέξανδρον, Α΄ Πρoς Τι­μό­θε­oν α΄: 20. Επίσης έχουμε το πάθημα του Βαριησού-Ελύμα στην Πάφο της Κύπρου, Πράξεις ιγ΄: 6-11. Πoύ πή­γε τό­τε η απε­ριό­ρι­στη και άνευ όρων αγά­πη που τα πά­ντα υπο­μέ­νει; Στην Πρoς Ρω­μαίoυς θ΄: 13-14 μας δια­βε­βαι­ώ­νει ότι o Θε­ός δεν διέ­πρα­ξε αδι­κία εις βά­ρoς τoυ Ησαύ (Γέ­νε­σις κε΄: 19-34, κζ΄) με τo να τoν μι­σή­σει και αμέ­σως στoυς στί­χoυς θ΄: 15-16 βλέπoυ­με ότι o Θε­ός ελε­εί επι­λε­κτι­κά αυτoύς πoυ θέ­λει, ώστε ακό­μα και ο Θε­ός με τις επιλογές του πε­ριο­ρί­ζει την αγά­πη. Όλoι oι στίχoι Πρoς Ρω­μαίoυς θ΄: 6-33 εί­ναι ένας κα­θα­ρός Γιαχ­βι­σμός αντί­θετoς με την άνευ όρων αγά­πη τoυ Παύ­λoυ στην Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς ιγ΄: 1-13. Και ερω­τούμε: Πoιoς έχει δί­κιo, o Παύλoς, o Γιαχβέχ, ή o Θε­ός;

Τί τελικά ισχύει πίσω απ’ όλες αυτές τις κραυγαλέες και ακατά­παυστες αντι­φάσεις; Μόνο η ιστορική και φιλολογική εξέταση των κειμένων μπορούν να ρίξουν φως σ’ αυτό τον κυκεώνα. Το τελικό συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι έχομε να κά­νο­με με: ανακατώματα, παραχαράξεις, παρεμβολές, κλπ, αγραμμάτων συνωμοτών που μπάλωναν τα πράγματα όσο μπορούσαν κατά εποχές και κατά περιστάσεις.

 

Επίλογος

 

Ε­δώ τε­λειώ­νω αγα­πητoί ανα­γνώ­στες, γνω­ρί­ζο­ντας ότι δεν έχω εξα­ντλή­σει πλή­ρως αυ­τό το τε­ρά­στιο θέ­μα. Ακό­μα και ένας βα­ρύς τό­μος δεν θα έφτα­νε. Δώσαμε μό­νο νύξεις χωρίς να αναπτύξουμε κάθε θέμα σε όλη του την έκταση. Υπάρχουν ακό­μα πολ­λά θέματα που δεν αναπτύξαμε στην παρούσα εργασία. Π. χ. η προβληματική επί­σκεψη του Παύλου στην Αθήνα και ο προβλη­ματικός λόγος του στον Άρειο Πάγο, που ανα­φέ­ρονται μόνο στις Πράξεις ιζ΄, η παραμο­νή του και οι ταραχές στην Έφεσο Πρά­ξεις ιθ΄, η σχέση του με τους Ναζαρίτες, Εσσαίους και Ζηλωτές Πράξεις κα΄: 17-26 και κγ΄: 12-21, η σχέση της διδα­σκα­λίας του Παύλου, των πατέρων Αυγουστίνου, Ιερωνύ­μου κά., των Ευ­αγγελίων και των Καθολικών Επιστολών. Τα δόγματα τού Παύλου και όλα όσα έχουν να κάνουν με την θεολογική θεμελίωση της Ιεράς Εξε­τά­σεως αναπτύσσονται στο σημαντικό παράρτημα που έπεται. Ως γνω­στόν, αυτά τα δόγματα εθέ­σπησαν την καταστροφή της σάρκας διά φρικτοτάτων βασανι­στη­ρίων και θανατικών ε­κ­τελέσεων διά διαφόρων φοβερών μεθόδων, για να σωθεί το πνεύμα, η ψυχή, και να γλιτώσει ο υπόδικος μερι­κά από τα μάλλον πιο φοβερά βασανι­στήρια της κολάσεως και του καθαρτηρίου. Ζή­τω ο παραλογισμός, η βιομηχανία του φόνου και η φρίκη...! Αυτά τα θέματα όμως μπορείτε να τα μελετήσετε στα διάφορα βιβλία που αναφέρονται εντός της εργα­σίας αυτής. Υπάρχουν και πολλές παραπομπές που δεν συμπεριλήφθηκαν. Μόνοι σας μπορεί­τε να βρείτε και να προσθέσετε και άλλες αναφορές και να θέσετε και άλλα πολλά ερωτήματα... Η ανα­γρα­φή και επε­ξή­γη­ση κά­θε πα­ρα­πομπής της παρούσας ερ­γασίας μα­ζί με τους δια­φόρους συ­σχε­τι­σμούς των δια­φό­ρων πα­ρα­πο­μπών θα εί­χε αυ­ξή­σει τον όγκο της πά­νω από δέ­κα φο­ρές. Σας πρo­τεί­νω λοιπόν να με­λε­τή­σε­τε κα­λά όχι μόνo ετoύ­τη την ερ­γα­σί­α, αλ­λά και τις πα­ρα­πoμπές της, τη Βί­βλo oλό­κλη­ρη και όλα τα βι­βλία στα oπoία έχω αναφερθεί. «Ε­ρευ­νά­τε τάς γρα­φάς» και «γνώσεσθε τήν αλήθειαν, καί η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν­νης η΄: 32). Με­τά μόνoι σας αφoύ σκε­φτεί­τε πoλύ κα­λά να απoφα­σί­σε­τε αμε­ρό­λη­πτα για τη στά­ση σας πρoς όλα αυ­τά χω­ρίς φόβo και πάθoς. Εί­ναι όλα αυ­τά θε­ό­πνευστα, δοσμένα από έναν λογικό Θε­ό, πα­τέ­ρα, πα­ντο­κρά­τoρα, πάνσo­φo, πα­νά­γαθo, πα­ντoδύ­ναμo ή πρόκει­ται για κά­τι άλ­λo...; Κα­λεί­στε να απαντή­σε­τε με ει­λι­κρί­νεια, τoυλά­χι­στoν για τoυς εαυτoύς σας. Δώσετε απάντηση στην ερώτηση: Τί ισχύει τελικά πίσω απ’ όλες αυτές τις κραυγαλέες και ακατά­παυστες αντιφάσεις και τί σημαίνει η ιστορική καταστροφή που επακολούθησε;

 

ñ

 

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

Συνεχίζομε περί Παύλου με την μετάφραση των συνοπτικών αλλά πολύ περιε­κτικών σελί­δων 520-528, του εξαι­ρε­τι­κού ερευνητικού συγγράμματος:

 

History of the Christian Religion to the Year Two Hundred

(Ιστορία της Χριστιανικής Θρησκείας μέχρι το Έτος 200).

By: Charles B. Waite, A. M., Fifth Edition – Revised. Chicago, 1900.

 

Ο μεταφραστής, χάριν πληρεστέρας εκθέσεως του θέματος, έθεσε εντός αγκυλών [ ] μερικές επιπλέον δικές του ση­μει­ώσεις, πλη­ρο­φορίες και αναφορές εντός του κειμέ­νου της μετάφρασης, τις οποίες εύκολα μπορείτε να εντοπίσετε.

 

ΔΟΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

 

Η διά ΑΙΜΑΤΟΣ ΕΞΙΛΕΩΣΗ. ―Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το πως δύναται οιοσ­δή­ποτε να αρνηθεί το ότι ο Παύλος εδίδαξε το δόγμα της εξιλέωσης. Οι απόψεις του εκφράζονται με ικανώς σαφή γλώσσα στα επόμενα χωρία, όλα τα οποία ελήφθη­σαν από τις επιστολές του, τις οποίες οι Γερμανοί κριτικοί παραδέ­χον­ται ως γνήσιες:

          «όν προέθετο ο Θεός ιλαστήριον διά της πίστεως εν τω αυτού αίματι, εις έν­δειξιν της δικαιοσύνης αυτού διά την πάρεσιν των προγεγονότων αμαρτημάτων» ―Προς Ρωμαίους 3: 25.

          «έτι γαρ Χριστός όντων ημών ασθενών κατά καιρόν υπέρ ασεβών απέθανε. μό­λις γαρ υπέρ δικαίου τις αποθανείται· υπέρ γαρ του αγαθού τάχα τις και τολμά απο­θανείν. συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. πολλώ ουν μάλλον δικαιωθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι’ αυτού από της οργής. ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλω μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού· ου μόνον δε, αλλά και καυχώμενοι εν τω Θεω διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου νυν την καταλλαγήν ελάβομεν.» ―Προς Ρωμαίους 5: 6-11.

          «ός γε του ιδίου υιού ουκ εφείσατο, αλλ’ υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν αυ­τόν, πως ουχί και συν αυτώ τα πάντα ημίν χαρίσεται;» ―Προς Ρωμαίους 8: 32.

          «παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις ό και παρέλαβον, ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς» ―Α΄ Προς Κορινθίους 15: 3.

          «του δόντος εαυτόν υπέρ των αμαρτιών ημών, όπως εξέληται ημάς εκ του ενε­στώτος αιώνος πονηρού κατά το θέλημα του Θεού και πατρός ημών,» ―Προς Γα­λά­τας 1: 4.

Βλέπε επίσης: ―Προς Γαλάτας 3: 13, «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα· γέγραπται γαρ· επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου·». [Βλέπε και Α΄ Πέτρου 2: 24.].

 

          [Επίσης: Προς Εβραίους 9: 11-22 «Χριστός δε παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών διά της μείζονος και τελειοτέρας σκηνής, ου χειροποιήτου, τούτ' έστιν ου ταύτης της κτίσεως, ουδέ δι' αίματος τράγων και μόσχων, διά δε του ιδίου αίματος εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος. ει γαρ το αίμα ταύρων και τράγων και σποδός δαμάλεως ραντίζουσα τους κεκοινωμένους αγιάζει προς την της σαρκός καθαρότητα, πόσω μάλλον το αίμα του Χριστού, ος διά Πνεύματος αιωνίου εαυτόν προσήνεγκεν άμωμον τω Θεω, καθαριεί την συνείδησιν υμών από νεκρών έργων εις το λατρεύειν Θεω ζώντι; Και διά τούτο διαθήκης καινής μεσίτης εστίν, όπως, θανάτου γενομένου εις απολύτρωσιν των επί τη πρώτη διαθήκη παραβάσεων, την επαγγελίαν λάβωσιν οι κεκλημένοι της αιωνίου κληρονομίας. όπου γαρ διαθήκη, θάνατον ανάγκη φέρεσθαι του διαθεμένου· διαθήκη γαρ επί νεκροίς βεβαία, επεί μήποτε ισχύει ότε ζη ο διαθέμενος. Οθεν ουδ' η πρώτη χωρίς αίματος εγκεκαίνισται· λαληθείσης γαρ πάσης εντολής κατά τον νόμον υπό Μωϋσέως παντί τω λαω, λαβών το αίμα των μόσχων και τράγων μετά ύδατος και ερίου κοκκίνου και υσσώπου, αυτό τε το βιβλίον και πάντα τον λαόν ερράντισε λέγων· τούτο το αίμα της διαθήκης ης ενετείλατο προς υμάς ο Θεός. και την σκηνήν δε και πάντα τα σκεύη της λειτουργίας τω αίματι ομοίως ερράντισε. και σχεδόν εν αίματι πάντα καθαρίζεται κατά τον νόμον, και χωρίς αιματεκχυσίας ου γίνεται άφεσις.»]

 

[Για το ίδιο δόγμα βλέπε και Α΄ Ιωάννου 1: 7, και Α΄ Πέτρου 1: 19.]

 

ΔΙΚΑΙΩΣΗ διά ΠΊΣΤΕΩΣ. ―Ο Παύλος ήταν εξ ίσου καθαρός στην αναγ­γε­λία αυτού του δόγματος. Π. χ. βλέπε:

 Προς Ρωμαίους 1: 16, «ου γαρ επαισχύνομαι το ευαγγέλιον του Χριστού· δύ­ναμις γαρ Θεού εστιν εις σωτηρίαν παντί τω πιστεύοντι, Ιουδαίω τε πρώτον και Έλ­ληνι.»,

Προς Ρωμαίους 3: 22-24, «δικαιοσύνη δε Θεού διά πίστεως Ιησού Χριστού εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας· ου γαρ εστι διαστολή· πάντες γαρ ήμαρ­τον και υστερούνται της δόξης του Θεού, δικαιούμενοι δωρεάν τη αυτού χάριτι διά της απολυτρώσεως της εν Χριστω Ιησού,»,

Προς Ρωμαίους 3: 30, «επείπερ εις ο Θεός ος δικαιώσει περιτομήν εκ πίστεως και ακροβυστίαν διά της πίστεως.»,

Προς Ρωμαίους 4: 5, «τω δε μη εργαζομένω, πιστεύοντι δε επί τον δικαιούντα τον ασεβή, λογίζεται η πίστις αυτού εις δικαιοσύνην,»,

Προς Ρωμαίους 4: 16 «δια τούτο εκ πίστεως, ίνα κατά χάριν, εις το είναι βε­βαίαν την επαγγελίαν παντί τω σπέρματι, ου τω εκ του νόμου μόνον, αλλά και τω εκ πίστεως Αβραάμ, ος εστι πατήρ πάντων ημών,»,

Προς Ρωμαίους 5: 1, «Δικαιωθέντες ουν εκ πίστεως ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,»,

Προς Γαλάτας 2: 16 «ειδότες δε ότι ου δικαιούται άνθρωπος εξ έργων νόμου εάν μη διά πίστεως Ιησού Χριστού, και ημείς εις Χριστόν Ιησούν επιστεύσαμεν, ίνα δικαιωθώμεν εκ πίστεως Χριστού και ουκ εξ έργων νόμου, διότι ου δικαιωθήσεται εξ έργων νόμου πάσα σάρξ.».

Κλπ.

 

[Προς Ρωμαίους 3: 27-28 «Πού ουν η καύχησις; εξεκλείσθη. Διά ποίου νόμου; των έργων; ουχί, αλλά διά νόμου πίστεως. λογιζόμεθα ουν πίστει δικαιούσθαι άνθρωπον χωρίς έργων νόμου.».

Προς Εφεσίους 2: 7-8 «ίνα ενδείξηται εν τοις αιώσι τοις επερχομένοις τον υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού εν χρηστότητι εφ' ημάς εν Χριστω Ιησού. τη γαρ χάριτί εστε σεσωσμένοι διά της πίστεως· και τούτο ουκ εξ υμών, Θεού το δώρον,».

Αυτά έρχονται σε καθαρή αντίφαση με τον Ιάκωβον, Καθολική Επιστολή Ιακώβου 2: 17 «ούτω και η πίστις, εάν μη έργα έχη, νεκρά».]

 

[ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΔΙ’ ΕΡΓΩΝ ―Βεβαίως ο συνεχώς φάσκων και αντιφάσκων Παύλος δεν αντιφάσκει μόνο με τον Ιάκωβον αλλά και με τον εαυτόν του. Σε δυο σημεία αντιφατικώς λέγει ότι μπορούμε να σωθούμε και με έργα:

Προς Ρωμαίους 2: 5-7 «κατά δε την σκληρότητά σου και αμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτώ οργήν εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως και δικαιοκρισίας του Θεού, ος αποδώσει εκάστω κατά έργα αυτού, τοις μεν καθ’ υπομονήν έργου αγαθού δόξαν και τιμήν και αφθαρσίαν ζητούσι ζωήν αιώνιον,» και 2: 13 «ου γαρ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεω, αλλ’ οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται.».

Μετά απ’ αυτές τις αντιφάσεις και τις τρικλοποδιές βρείτε ‘σεις την άκρη. Τί να πρωτοπεί ή να πρωτοθαυμάσει κανείς με αυτόν τον Παύλο! Σε όλα τα ζητήματα φάσκει και αντιφάσκει. Οι αντιφάσεις και δολιότητές του ανέρχονται σε πολλές εκα­τοντάδες. Για τη μνημειώδη αντιφατικότητα και κατά συνέπεια ψευδολογία του Παύ­λου όπως και όλης της Καινή Διαθήκης θα περιοριστούμε εδώ σχετικά με τον νό­μο, τον Μωσαϊκό Νόμο δηλαδή, και παραθέτομε με μια σει­ρά τα εξής αποσπά­σμα­τα. Μετά εσείς αφού τα κατανοήσετε βγάλετε τα συμπερά­σματα σας:

 

          Πρά­ξεις 13: 39, και από πάντων ων ουκ ηδυνήθητε εν τω νόμω Μωϋσέως δικαι­ω­θή­ναι, εν τούτω πας ο πιστεύων δικαιούται.

          Ματ­θαί­ος 5: 17-18, Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους προφήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι. αμήν γαρ λέγω υμίν, έως αν παρέλθη ο ου­ρα­νός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου έως αν πάντα γένη­ται. (Και Λουκάς 16: 17.)

Προς Ρω­μαί­ους 6: 14, αμαρτία γαρ υμών ου κυριεύσει· ου γαρ εστε υπό νόμον, αλλ’ υπό χάριν.

7: 1, Η αγνοείτε, αδελφοί· γινώσκουσι γαρ νόμον λαλώ. ότι ο νόμος κυριεύει του αν­θρώπου εφ’ όσον χρόνον ζη;

7: 6, νυνί δε κατηργήθημεν από του νόμου, αποθανόντες εν ω κατειχόμεθα, ωστε δου­λεύειν ημάς εν καινότητι πνεύματος και ου παλαιότητι γράμματος.

          Προς Γα­λά­τας 3: 10, Οσοι γαρ εξ έργων νόμου εισίν, υπό κατάραν εισί· γέγραπται γαρ· επικατάρατος πας ος ουκ εμμένει εν πάσι τοις γεγραμμένοις εν τω βιβλίω του νό­μου του ποιήσαι αυτά·

          Προς Ρω­μαί­ους 4: 14-15, ει γαρ οι εκ νόμου κληρονόμοι, κεκένωται η πίστις και κατήργηται η επαγγελία· ο γαρ νόμος οργήν κατεργάζεται· ου γαρ ουκ έστι νόμος, ου­δέ παράβασις.

          Προς Γα­λά­τας 3: 19, Τί ουν ο νόμος; των παραβάσεων χάριν προσετέθη, άχρις ου έλθη το σπέρμα ω επήγγελται, διαταγείς δι' αγγέλων εν χειρί μεσίτου.

          Α΄ Ιω­άν­νου 3: 4, Πας ο ποιών την αμαρτίαν και την ανομίαν ποιεί, και η αμαρτία εστίν η ανομία.

          Προς Ρω­μαί­ους 7: 12, ώστε ο μεν νόμος άγιος, και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή.

14, οίδαμεν γαρ ότι ο νόμος πνευματικός εστιν· εγώ δε σαρκικός ειμι, πεπραμένος υπό την αμαρτίαν.

Προς Γα­λά­τας 3: 22-23, αλλά συνέκλεισεν η γραφή τα πάντα υπό αμαρτίαν, ίνα η επαγγελία εκ πίστεως Ιησού Χριστού δοθή τοις πιστεύουσι. Προ δε του ελθείν την πί­στιν υπό νόμον εφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εις την μέλλουσαν πίστιν αποκαλυ­φθήναι. (Καλλίτερα και πληρέστερα μελετήσετε όλο το κεφάλαιο 3 της Προς Γαλάτας Επιστολής.).

          Προς Ρω­μαί­ους 3: 19, Οίδαμεν δε ότι όσα ο νόμος λέγει τοις εν τω νόμω λαλεί, ίνα παν στόμα φραγή και υπόδικος γένηται πας ο κόσμος τω Θεώ,.]

 

ΕΚΛΟΓΗ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ. ―Αυτά τα δόγματα διεκηρύχθησαν από τον Παύλο σε γλώσσα, εάν είναι δυνατόν ακόμα περισσότερο σαφή [από τη γλώσσα των προηγουμένως αναφερθέντων δογμάτων]. Π. χ., βλέπε:

Προς Ρωμαίους 8: 28, «Οίδαμεν δε ότι τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν, τοις κατά πρόθεσιν κλητοίς ούσιν·»,

Προς Ρωμαίους 8: 30, «ους δε προώρισε, τούτους και εκάλεσε, και ους εκάλεσε, τούτους και εδικαίωσεν, ους δε εδικαίωσε, τούτους και εδόξασε.»,

Προς Ρωμαίους 9: 11-24, «μήπω γαρ γεννηθέντων μηδέ πραξάντων τι αγαθόν ή κακόν, ίνα η κατ’ εκλογήν του Θεού πρόθεσις μένη, ουκ εξ έργων, αλλ’ εκ του κα­λούντος, ερρέθη αυτη ότι ο μείζων δουλεύσει τω ελάσσονι, καθώς γέγραπται· τον Ια­κώβ ηγάπησα, τον δε’Ησαύ εμίσησα. Τί ουν ερούμεν; μη αδικία παρά τω Θεω; μη γέ­νοιτο. τω γαρ Μωϋσή λέγει· ελεήσω ον αν ελεώ, και οικτειρήσω ον αν οικτείρω. άρα ουν ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού. λέγει γαρ η γρα­φή τω Φαραω ότι εις αυτό τούτο εξήγειρά σε, όπως ενδείξωμαι εν σοί την δυναμίν μου, και όπως διαγγελή το όνομά μου εν πάση τη γη. άρα ουν ον θέλει ελεεί, ον δε θέλει σκληρύνει. Ερείς ουν μοι· τι έτι μέμφεται; τω γαρ βουλήματι αυτού τις ανθέ­στη­κε; μενούνγε, ω άνθρωπε, συ τις ει ο ανταποκρινόμενος τω Θεω; μη ερεί το πλάσμα τω πλάσαντι, τι με εποίησας ούτως; ή ουκ έχει εξουσίαν ο κεραμεύς του πηλού, εκ του αυτού φυράματος ποιήσαι ό μεν εις τιμήν σκεύος, ό δε εις ατιμίαν; ει δε θέλων ο Θεός ενδείξασθαι την οργήν και γνωρίσαι το δυνατόν αυτού ήνεγκεν εν πολλή μα­κροθυμία σκεύη οργής κατηρτισμένα εις απώλειαν, και ίνα γνωρίση τον πλούτον της δόξης αυτού επί σκεύη ελέους, ά προητοίμασεν εις δόξαν, ους και εκάλεσεν ημάς ου μόνον εξ Ιουδαίων, αλλά και εξ εθνών,»,

Προς Ρωμαίους 11: 5-7, «ούτως ουν και εν τω νυν καιρώ λείμμα κατ’ εκλογήν χάριτος γέγονεν. ει δε χάριτι, ουκέτι εξ έργων· επεί η χάρις ουκέτι γίνεται χάρις. ει δε εξ έργων, ουκέτι εστί χάρις· επεί το έργον ουκέτι εστίν έργον. Τί ουν; ό επιζητεί Ισ­ρα­ήλ, τούτο ουκ επέτυχεν, η δε εκλογή επέτυχεν· οι δε λοιποί επωρώθησαν,».

Κλπ.

 

[Πράξεις 13: 48 «ακούοντα δε τα έθνη έχαιρον και εδέξαντο τον λόγον του Κυρίου, και επίστευσαν όσοι ήσαν τεταγμένοι εις ζωήν αιώνιον·»

Αν και λέγει: Α΄ Προς Τιμόθεον 2: 3-4 «τούτο γαρ καλόν και απόδεκτον ενώπιον του σωτήρος ημών Θεού, ος πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν.».

Προς Τίτον 2: 11-13: «Επεφάνη γαρ η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις, παιδεύουσα ημάς ίνα αρνησάμενοι την ασέβειαν και τας κοσμικάς επιθυμίας σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς ζήσωμεν εν τω νυν αιώνι, προσδεχό­μενοι την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού,».

Αλλά και πάλι λέγει: Προς Ρωμαίους 9: 22 «ει δε θέλων ο Θεός ενδείξασθαι την οργήν και γνωρίσαι το δυνατόν αυτού ήνεγκεν εν πολλή μακροθυμία σκεύη οργής κατηρτισμένα εις απώλειαν,» και

Προς Ρωμαίους 9: 27 «Ησαϊας δε κράζει υπέρ του Ισραήλ· εάν ή ο αριθμός των υιών Ισραήλ ως η άμμος της θαλάσσης, το κατάλειμμα σωθήσεται·»]

 

[Για το ίδιο δόγμα βλέπε και Α΄ Ιωάννου 5: 18, Α΄ Πέτρου 1: 20 και Β΄ Πέτρου 2: 9.]

 

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΑΥΤΩΝ

 

Η θυσία ως εξιλέωση των αμαρτιών, ήταν ένα δόγμα πολύ γνωστό στους Ιουδαίους (Εβραίους). Είχε επικρατήσει μεταξύ όλων των εθνών της αρχαιότητας. Η πρακτική αυτή είχε την αρχή της, καθώς είναι γνωστόν, στην υποτιθεμένη ανάγκη της εξευμενίσεως ενός οργισμένου θεού. Για τον κατευνασμό της θεϊκής οργής γινόταν προσφορές, αρχικά από τους καρπούς της γης, μετά των ζώων. Μεταξύ των Ιουδαίων το επικρατούν δόγμα αναφέρετε στην επιστολή Προς Εβραίους 9: 21-22: «και την σκηνήν δε και πάντα τα σκεύη της λειτουργίας τω αίματι ομοίως ερράντισε. και σχε­δόν εν αί­ματι πάντα καθαρίζεται κατά τον νόμον, και χωρίς αιματεκχυσίας ου γίνεται άφε­σις.». [Καλλίτερα ακόμα ξαναδιαβάσετε ολόκληρο το χωρίο Προς Εβραίους 9: 11-22, το οποίο παραθέ­σαμε ανωτέρω.]

 

[Αυτό είναι παρμένο από πολλά σημεία της Παλαιάς Διαθήκης. Π. χ. Μελετεί­στε: Έξοδος 29: 36, Λευιτικόν 5: 11-13, 8: 15, 19, 14: 2-57, 15: 3-30, 16: 14-15, 18-19, 26-27, 17: 11, Αριθμοί 6: 10-14, 19: 17-18, 31: 22-24. Ακόμα βλέπε: Προς Εφε­σίους 1: 7, «εν ω έχομεν την απολύτρωσιν διά του αίματος αυτού, την άφεσιν των πα­ραπτωμάτων, κα­τά τον πλούτον της χάριτος αυτού,», Ματ­θαίος 26: 28, «τούτο γαρ εστι το αίμά μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών.», κλπ. Ει­ρήσθω εν παρόδω ότι η έρευ­να απέδειξε η επιστολή Προς Εβραίους δεν γρά­φτηκε από τον Παύλο. Αυτό το συμπέρασμα το παραδέχεται και ο Τρεμ­πέλας, ο οποίος συμφωνεί με την άποψη ότι την επιστολή την έγραψε κάποιος ακό­λουθος του Παύλου ο οποίος καταγράφει από μνήμης μεν, πιστά και ελεύθερα δε, τις θέσεις του Παύλου.].

 

Εάν το αίμα αμνών και τράγων ημπορούσε να κατευνάσει την οργισμένη Θε­ό­τητα και να την παρακινήσει να συγχωρέσει τις αμαρτίες του λαού, πόσο φυσική ήταν η μετάβαση στην ιδέα, ότι ο θάνατος ενός προσώπου έκτατης αρετής, και ιδιαι­τέρως ενός που εθεωρείτο ότι ο ίδιος είναι Υιός του Θεού, θα κατεργαζόταν την συγ­χώ­ρηση των αμαρτιών όλου του κόσμου. Όσο πιο μεγάλη η θυσία, τόσο περισσότερο επεκτεταμένος ο εξευμενισμός.

Οι αρχαίοι ήσαν οικείοι, επίσης, με τη ιδέα της θυσίας υπό τη μορφή σταύ­ρω­σεως. Απ’ αυτές τις σταυρώσεις οι πιο σημαντικές ήταν: του Κρισνά της Ινδίας, Π.Κ.Ε. γύρω στο 1200· του Ινδουιστή, Βούδα Σάκια, Π.Κ.Ε. 600· του Θουλή της Αι­γύπτου, Π.Κ.Ε. 1700· και του Μίθρα, της Περσίας, Π.Κ.Ε. 600.

Είναι δυνατόν ο Παύλος να μην είχε ακούσει τίποτα για αυτούς τους αρχαίους σωτήρες; Εν τούτοις δεν ήταν ολιγότερο ειλικρινής με το να πιστεύει ότι ο αληθινός σω­τήρας είχε τώρα παρουσιαστεί. Είναι αληθές ότι ο ίδιος ο Ιησούς, ουδεμία φορά κατά τη διαρκεια της προκαταρκτική ανακρίσεως, είτε μπροστά στο συνέδριο, είτε μπροστά στον Πιλάτο, είτε καθ’ οδόν προς την εκτέλεση, είτε κατά την σταύρωση, έδωσε κανέναν υπαινιγμό ότι επρόκειτο να αποθάνει διά τις αμαρτίες του κόσμου.

Παρ’ όλα ταύτα, ο Παύλος, ο οποίος δεν είχε λάβει μέρος στα Μεσσιανικά όνειρα των άλλων αποστόλων, του ίδιου του Ιησού, λογικώς παρακινήθηκε να θεω­ρή­σει τα πάθη κατά την σταύρωση ως μία θυσία. Εάν επρόκειτο να εγκαταλείψει μια θρησκεία εξιλέωσης, έπρεπε τότε να αρπάξει μια άλλη, η οποία συμπεριλάμβανε μια εξι­λέωση ακόμη υψηλότερου χαρακτήρα.

Αυτή η ιδέα της εντεταλμένης εξιλέωσης, στην οποίαν ο Παύλος οδηγήθηκε φυσικά και λογικά, κατά την μετάβαση του από την Ιουδαϊκή στην Χριστιανική πί­στη, έγινε σ’ αυτόν η απορροφούσα σκέψη, η εμψυχωτική αρχή της επακόλουθης ζω­ής του. Από τότε και μετά επρόκειτο να γνωρίζει μόνο τον Ιησού και αυτόν εσταυ­ρω­μένο διά τις αμαρτίες του κόσμου.

Για την εξιλέωση, η δικαίωση διά πίστεως δεν ήταν τίποτα πλέον παρά ένα παρεπόμενο συμ­πέρασμα. Η θυσία έπρεπε να δίνει αποδεκτή από εκείνον διά τον οποίον είχε γίνει. Εάν η πίστη του ήταν αρκετή, θα πλενόταν και θα καθαριζόταν από το αίμα του Ιησού.

Ο προκαθορισμός δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια άλλη μορφή του δόγματος περί μοιραίου των Εσσαίων. Αν και ήταν μορφωμένος Φαρισαίος ο Παύλος είχε υιο­θετήσει πολλές απόψεις των Εσσαίων, και ήταν κορεσμένος μέχρις εσχάτων από την μοιρολατρία αυτής της αίρεσης.

Υπάρχουν άλλα δόγματα του Αποστόλου τα οποία μέχρι στιγμής έχουν παρα­κρατηθεί­ στην αφάνεια, αλλά είναι μεγάλης σημασίας για την ανάπτυξη της Χριστι­α­νικής θρησκείας που επακολούθησε. Αυτά λοιπόν πρέπει τώρα να εξετάσομε.

 

ΔΟΓΜΑΤΑ ΙΕΡΑΣ ΕΞΕΤΑΣΕΩΣ.

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΊΑ ΤΟΥ ΠΝΕΎΜΑΤΟΣ·

Η΄, ΝΑ ΦΟΝΕΎΣΕΙΣ ΤΟ ΣΩΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΕΙ Η ΨΥΧΗ.

 

«Όλως ακούεται εν υμίν πορνεία, και τοιαύτη πορνεία, ήτις ουδέ εν τοις έθνεσιν ονομάζεται, ώστε γυναίκά τινα του πατρός έχειν.

και υμείς πεφυσιωμένοι εστέ, και ουχί μάλλον επενθήσατε, ίνα εξαρθή εκ μέσου υμών ό το έργον τούτο ποιήσας!

εγώ μεν γαρ ως απών τω σώματι, παρών δε τω πνεύματι, ήδη κέκρικα ως παρών τον ούτω τούτο κατεργασάμενον,

εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού συναχθέντων υμών και του εμού πνεύματος συν τη δυνάμει του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

παραδούναι τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού

«τι γαρ μοι και τους έξω κρίνειν; ουχί τους έσω υμείς κρίνετε; τους δε έξω ο Θεός κρίνει. και εξαρείτε τον πονηρόν εξ υμών αυτών.» ―Α΄ Προς Κορινθίους 5: 1-5, 12-13.

[Στον στίχο 1 έχομε την πληροφορία μόνο τι ήταν το αδίκημα κάποιου. Ότι δηλαδή κάποιος γιος είχε σεξουαλικές σχέσεις με την μητριά του. Δεν αναφέρεται τί­ποτα για τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη, αν ήταν όντως ή όχι ένο­χος ο αδικήσας γιος, και αν τελικά ένοιαξε τον πατέρα του που μάλλον υπο­νο­είται πως ήταν ο αδι­κη­θείς χωρίς να εί­ναι σίγουρο. Ο αδικηθείς μπορεί να ήταν η γυ­ναίκα του πατέρα, δηλα­δή η μητριά του γιου. Αν εμβα­θύ­νομε στον τρόπο με τον οποίο ο Παύ­λος αναφέρει εδώ τα συμβάντα, φαίνεται αρκετά αμφίβο­λο ότι ένοιαξε κα­θόλου τον πατέρα και μάλλον όλα να έγιναν κοινή συναινέσει. Δεν βλέπομε κανέναν να διαμαρτύρεται για αδίκημα, αλλά αντιθέτως ο στίχος 2 φανερώνει σαφώς ότι κανένας από τη σύ­ναξη της Κορίν­θου δεν νοιάστηκε για το συμβάν και επομέ­νως δεν υπήρχε ούτε αδι­κήσας ούτε αδι­κηθείς. Όλα αυτά για τον Παύλο είναι ψιλά γράμματα και παραβλέ­πονται. Άλλο είναι το ζήτημα που τον καίει όπως θα δούμε στη συνέχεια και αυτός μόνος, από ό,τι είχε ακούσει και εν τη απουσία του, το θέτει ως έσχατο έγκλημα. Έτσι το ποινικό δίκαιο, ο αστικός κώ­δι­κας και η εγκε­κριμένη δικαστι­κή διαδικασία δεν έχουν καμία θέση για τον Παύλο. Το μό­νο που τον νοιάζει είναι το καταστατικό της εκκλησίας όπως το εν­νοούσε αυτός και μόνον. Όπως θα δούμε στη συνέχεια η κατάληξη ήταν πά­ρα πολύ λυπηρή για όλους, όπως σαφώς δηλώνεται στην Β΄ Προς Κορινθίους 7: 7-11. Η θανά­τωση του γιου, την οποία επιζητούσε επιμόνως ο Παύλος, θα ήταν άκρως οδυνηρή και κατα­στροφική για τον πατέρα όταν μάλιστα ό,τι και αν έκανε ο γιος του όπως διαφαί­νε­ται δεν τον ενόχλησε πολλώ μάλλον να τον αδίκησε. Μετά, οι Χριστιανοί κοκορεύονται για μετάνοια και συγχώρεση. Εδώ όμως δεν εδόθη καμία ευκαιρία.]

 

Τί εννοεί ο Παύλος εδώ; Διάφοροι ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχε τίποτα χειρό­τε­ρο από την έξωση εκ της εκκλησίας.

Εντούτοις, δεν ήταν τέτοια η γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο απόστολος, για τον κατ’ ευθείαν αποκλεισμό από την εκκλησία. Οι αδελφοί έπρεπε να:

«αποσυρ­θούν» εφ’ εαυτού των απ’ τέτοιους πονηρούς (Α΄ Προς Τιμόθεον 6: 5, «παραδιατρι­βαί διε­φθαρμένων ανθρώ­πων τον νουν και απεστερημένων της αληθείας, νομιζόντων πορι­σμόν είναι την ευσέ­βειαν. αφίστασο από των τοιούτων.», Β΄ Προς Θεσσαλονι­κείς 3: 6, «Παραγγέλλομεν δε υμίν, αδελφοί, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στέλλεσθαι υμάς από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος και μη κατά την παρά­δοσιν ην παρέλαβον παρ’ ημών.»)·

ή από τέτοιους έπρεπε να «απομακρυνθούν» (Β΄ Προς Τιμόθεον 3: 5, «έχοντες μόρ­φωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι. και τούτους αποτρέπου.»·

ή έπρεπε να τους αποφεύγουν (Α΄ Προς Ρωμαίους 16: 17 «Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, σκοπείν τους τας διχοστασίας και τα σκάνδαλα παρά την διδαχήν ην υμείς εμάθετε ποιούντας, και εκκλίνατε απ’ αυτών·»)·

ή να τους «ση­μειώνουν» ή να τους «προειδοποιούν» και «να μην κάνουν καθόλου παρέα» μαζί τους (Β΄ Προς Θεσσαλονικείς 3: 14, «ει δε τις ουχ υπακούει τω λόγω ημών διά της επιστολής, τούτον σημειούσθε, και μη συναναμίγνυσθε αυτώ, ίνα εν­τραπή·» ).

 

[Ακόμα βλέπε: Β΄ Προς Κορινθίους 6: 14-15, «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απί­στοις· τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώ­νησις Χριστώ προς Βελίαλ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου;».

Και ο Ιησούς σε μερικά σημεία είχε ανάλογη γλώσσα για επίλυση διαφορών. Ματ­θαίος 5: 22-26, «Εγώ δε λέγω υμίν ότι πας ο οργι­ζό­με­νος τω αδελφώ αυτού εική ένο­χος έσται τη κρίσει· ος δ’ αν είπη τω αδελφώ αυτού ρα­κά, ένοχος έσται τω συν­ε­δρίω· ος δ’ αν είπη μωρέ, ένοχος έσται εις την γέενναν του πυρός. Εάν ουν προ­σ­φέ­ρης το δώρόν σου επί το θυσιαστήριον κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες εκεί το δώρόν σου έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, και ύπαγε πρώτον διαλ­λά­γη­θι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρόν σου. Ίσθι ευνοών τω αντι­δί­κω σου ταχύ έως ότου ει εν τη οδώ μετ’ αυτού, μήποτέ σε παραδώ ο αν­τί­δικος τω κριτή και ο κριτής σε παραδώ τω υπηρέτη, και εις φυλακήν βλη­θήση· αμήν λέγω σοι, ου μη εξέλθης εκείθεν έως ου αποδώς τον έσχατον κοδράν­την

18: 15-17, «Εάν δε αμαρτήση εις σε ο αδελφός σου, ύπαγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου και αυτού μόνου· εάν σου ακούση, εκέρ­δη­σας τον αδελ­φόν σου· εάν δε μη ακούση, παράλαβε μετά σου έτι ένα ή δύο, ίνα επί στόματος δύο μαρτύρων ή τρι­ών σταθή παν ρήμα. εάν δε παρακούση αυτών, ειπέ τη εκκλησία· εάν δε και της εκ­κλησίας παρακούση, έστω σοι ώσπερ ο εθνικός και ο τελώνης.».].

 

Ο Παύλος διέταξε την εκκλησία της Κορίνθου «εξαρείτε τον πονηρόν εξ υμών αυτών». Η λέξη που χρησιμοποιείται είναι εξαρείτε «= απομακρύνατε, βγάλετε από τη μέση ή από ανάμεσα» από το ρήμα εξαιρώ· ή σύμφωνα με σωστότερο ανά­γνωσμα, αρείτε, από το ρήμα αίρω.

Τώρα ποία η σημασία του αίρω και του εξαιρώ;

Το ακόλουθο είναι ένας από τους ορισμούς που δίνονται από τους Liddell και Scott: «Να σηκώσεις και να απομακρύνεις, να απομακρύνεις, να θέσεις τέρμα στο: αργότερα, να φονεύσεις.».

          Έτσι, ένας από τους ορισμούς του εξαιρέω, συνηρημένος τύπος του οποίου εί­ναι το εξαιρώ, είναι, «φονεύω, θανατώνω, σκοτώνω, βγάζω από τη μέση».

          Εμείς αναγνωρίζομε ότι η φράση «εξαρείτε τον πονηρόν» χρησιμοποιείται με την έννοια «βγάλετε από τη μέση [δια θανατώσεως] τον πονηρόν = κακόν, άνομο, πα­λιάνθρωπο, διε­φθαρμένο»· όπως όταν λέμε σε έναν φίλο, «Αυτός έφυγε από τη μέ­ση.». Τω όντι, αυτή είναι η κοινή χρήση της φράσεως και των ισοδυνάμων της σε άλ­λες γλώσσες για περισ­σό­τε­ρα από δυο χιλιά­δες χρόνια.

          Στην Καινή Διαθήκη υπάρχουν συχνά παραδείγματα της χρήσης του ρήματος αίρω κατ’ αυτήν την έννοια.

          Παραδείγματος χάριν:

          Ματθαίος 24: 39 «και ουκ έγνωσαν έως ήλθεν ο κατακλυσμός και ήρεν άπαν­τας, ούτως έσται και η παρουσία του υιού του ανθρώπου.».

Λουκάς 23: 18 «ανέκραξαν δε παμπληθεί λέγοντες· αίρε τούτον, απόλυσον δε ημίν Βαραββάν·». Βλέπε επίσης Ιωάννης 19: 15, και Πράξεις 21: 36.

Ιωάννης 17: 15 «ουκ ερωτώ ίνα άρης αυτούς εκ του κόσμου, αλλ’ ίνα τηρήσης αυτούς εκ του πονηρού».

Ιωάννης 15: 2 «παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόν, αίρει αυτό, και παν το καρπόν φέρον, καθαίρει αυτό, ίνα πλείονα καρπόν φέρη.».

Ιωάννης 11: 48-50 «εάν αφώμεν αυτόν ούτω, πάντες πιστεύσουσιν εις αυτόν, και ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσιν ημών και τον τόπον και το έθνος. εις δε τις εξ αυτών Καϊάφας, αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου, είπεν αυτοίς· υμείς ουκ οίδατε ουδέν, ουδέ διαλογίζεσθε ότι συμφέρει ημίν ίνα εις άνθρωπος αποθάνη υπέρ του λαού και μη όλον το έθνος απόληται.».

Πράξεις 8: 33 «εν τη ταπεινώσει αυτού η κρίσις αυτού ήρθη· την δε γενεάν αυτού τις διηγήσεται; ότι αίρεται από της γης η ζωή αυτού.».

Πράξεις 22: 22 «Ήκουον δε αυτού άχρι τούτου του λόγου, και επήραν την φωνήν αυτών λέγοντες· αίρε από της γης τον τοιούτον· ου γαρ καθήκεν αυτόν ζήν.».

Ούτως η φιλολογική ένδειξη είναι υπερβολική.

Αν όμως υπήρχε κάποια αμφιβολία διά την σημασία αυτού του κεφαλαίου, και για την πρόθεση του αποστόλου, θα πρέπει [η αμφιβολία αυτή] να εξαλειφθεί από την ανάγνωση της επομένης επιστολής προς την ιδίαν εκκλησία, εις την οποίαν ανα­φέρει την ίδια πρά­ξη. Στην επόμενη επιστολή λέγει:

«ου μόνον δε εν τη παρουσία αυτού, αλλά και εν τη παρακλήσει ή παρεκλήθη εφ’ υμίν, αναγγέλλων ημίν την υμών επιπόθησιν, τον υμών οδυρμόν, τον υμών ζήλον υπέρ εμού, ωστε με μάλλον χαρήναι,

ότι ει και ελύπησα υμάς εν τη επιστολή, ου μεταμέλομαι, ει και μετεμελό­μην· βλέ­πω γαρ ότι η επιστολή εκείνη, ει και προς ωραν, ελύπησεν υμάς.

νυν χαίρω, ουχ ότι ελυπήθητε, αλλ’ ότι ελυπήθητε εις μετάνοιαν· ελυπήθη­τε γαρ κατά Θεόν, ίνα εν μηδενί ζημιωθήτε εξ ημών.

η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον κατεργάζεται· η δε του κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται.

ιδού γαρ αυτό τούτο, το κατά Θεόν λυπηθήναι υμάς, πόσην κατειργάσατο υμίν σπουδήν, αλλά απολογίαν, αλλά αγανάκτησιν, αλλά φόβον, αλλά επιπόθησιν, αλλά ζήλον, αλλά εκδίκησιν! εν παντί συνεστήσατε εαυτούς αγνούς είναι εν τω πράγματι.

άρα ει και έγραψα υμίν, ουχ είνεκεν του αδικήσαντος, ουδέ είνεκεν του αδι­κηθέντος, αλλ’ είνεκεν του φανερωθήναι την σπουδήν υμών την υπέρ ημών προς υμάς ενώπιον του Θεού.

Δια τούτο παρακεκλήμεθα. επί δε τη παρακλήσει υμών περισσοτέρως μάλλον εχάρημεν επί τη χαρά Τίτου, ότι αναπέπαυται το πνεύμα αυτού από πάντων υμών·» ―[Β΄ Προς Κορινθίους 7: 7-13.].

          Ο απόστολος δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την μεριά του κατηγορουμένου. Ούτε ενδιαφέρθηκε καθόλου για ‘κείνον που αδικήθηκε. Η μόνη φροντίδα ήταν αυτή για την εκκλησία. Και τώρα που η εκκλησία είχε εξεγερθεί, και μέσα στην αγανάκτη­ση και τον ζήλο της πήρε εκδίκηση από τον ανομούντα, αυτός, ο Παύλος, ικανο­ποιή­θη­κε.

 

[Δεν ξέρομε βεβαίως πόσον ο Εβραιόφρων Παύλος είχε κατά νουν: (1) την κατάρα του Ια­κώβ κατά του υιού του Ρουβήν επειδή ο Ρουβήν ανέβηκε εις την κλίνην του πατρός του και «έκανε κάτι» με μια από τις γυναίκες του πατρός του Γένεσις 49: 3-4, (2) τα παθήματα των δέκα  γυναικών και παλλακίδων του προφητάνακτος Δαυίδ επει­δή τις τα­κτοποίησε όλες ο υιός Αβεσσαλώμ, Β΄ Σαμουήλ ή Βασιλειών 15: 16, 16: 15-23, 20: 3, (3) την διάταξη του Μωσαϊκού Νόμου, Λευιτικόν 20: 11 «και εάν τις κοιμηθή μετά γυναικός του πατρός αυτού, ασχημοσύνην του πα­τ­ρός αυτού απεκά­λυ­ψε, θανάτω θανατούσθωσαν, αμφότεροι ένοχοί εισι.». Όμως κατά καμίαν έννοιαν δεν δηλώνει ή υπονοεί κάτι τέτοιο στις επιστολές του, παρ’ όλο που η παυλική ομάδα της Κορίνθου απετελείτο σχεδόν όλη από Ιουδαίους της διασποράς.

Τελικά ο Παύλος και Τίτος χάρηκαν με την έκβαση των πραγμάτων, και όπως διαβάζομε χάρηκαν πολύ. Απ’ ότι γράφονται στίς δύο Προς Κο­ρινθίους Επιστολές, πρέπει να ήταν ο Τίτος και η Χλόη (Α΄ Προς Κο­ρινθίους 1.11) αυτοί που ειδοποίησαν τον Παύλο περί των συμ­βάν­των. Τα ίδια έχομε στην Επιστολή Προς Γαλάτας όπου ο Παύλος έχει εξοργισθεί σε άκρατο βαθμό. Αναθεματίζει, μπλέκει τα λόγια του, υβ­ρί­ζει τους πάντες και τα πάντα ακόμα και τον Πέτρο (Προς Γαλάτας 2: 11-21). Παρα­κάτω θα ασχοληθούμε εκτενώς και με τον στίχο Προς Γαλάτας 5: 12. Από τις ανα­φο­ρές εκ των Επιστολών που έχομε ήδη γράψει εδώ και πολλές άλλες που δεν έχομε γράψει συμπεραίνομε ότι ο Παύλος πάντα είχε τους ανθρώπους του για να κατα­σ­κο­πεύουν άτομα και πράγματα. Η Ιερά Εξέτασις εφάρμοσε πολύ πιστά αυτή την τακ­τι­κή.]

 

          Είχε [ο Παύλος] εκ προοιμίου καταδικάσει τον ανομούντα, και είχε εξαγγείλει καταδικαστική πρό­ταση, και το είχε κάνει αρκετά ξεκάθαρο ότι επιθυμούσε [απαι­τού­σε] η πρό­τα­ση [΄ του] να εκτελεστεί. Το ότι αυτό συνέβη, φαίνεται καθαρά από τη γλώσσα της δεύτερης επι­στολής.

         

[Εδώ πρέπει να προσθέσομε ότι: Ο Παύλος στην Β΄ Προς Κορινθίους 2 :1-11, συ­νι­στά αγάπη προς τον μετανοήσαντα. Αυτό οφείλομε να το αναφέρομε διότι πολλοί διε­στραμ­μένοι απολογη­τές της Εβραιοχριστιανικής μάστιγας το χρησι­μοποιούν για να απαλ­λά­ξουν τον Παύλο από την κακία, τη δικτατορία και την αγριότητά που έχει επι­δείξει εν προκειμένω. Εδώ απλώς δίδει μια γε­νική και αφηρημένη εν­τολή αγάπης και μετανοίας, η οποία όμως λαμβάνει ισχύ όταν μόνο αυτός ο ίδιος κρίνει ότι η μετά­νοια τού αμαρτήσαντος έγινε εντός των πλαισίων που αυτός έθεσε. Ο Παύλος ως μέγας εγωιστής οικειοποιείται την ανώτατη αρχή μέσα στις ομάδες των πιστών του και μό­νον αυτός ως αυθεντία επικυρώνει ό,τι θέλει και όταν αυτός νο­μίζει ότι οι όροι του ικανοποιήθηκαν επαρκώς. Γι’ αυτό, π. χ., βλέπομε και το θράσος του στον στίχο 2: 9 όπου γράφει: «εις τούτο γαρ και έγραψα, ίνα γνώ την δο­κιμήν υμών, ει εις πάντα υπή­κο­οί εστε» κλπ. Ακόμα και σ’ αυτό το σημείο δοκιμάζει τα μέλη της ομάδας του και απαιτεί υπακοή «εις πάντα»! Πλήρης δικτατορία δηλαδή! Αν ψυχαναλύσομε την κα­τάσταση αυτών των μελών φτάνομε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να ήσαν σχιζοει­δή, πλήρως προ­βατοποιημένα και εντελώς εξαθλιω­μένα πνευματικώς! Διότι αντί να τον εξαπο­στείλουν από ‘κει που ήλθε αυτά υπομένουν τυφλά οτιδήποτε τους επιτάσ­σει! Ας μελετήσομε λοιπόν τα παράξενα και αλλοπρόσαλλα του εδαφίου Β΄ Προς Κορινθίους 2: 1-11:

 

«Έκρινα δε εμαυτώ τούτο, το μη πάλιν εν λύπη ελθείν προς υμάς. ει γαρ εγώ λυπώ υμάς, και τις εστιν ο ευφραίνων με ει μη ο λυπούμενος εξ εμού; και έγραψα υμίν τού­το αυτό, ίνα μη ελθών λύπην έχω αφ’ ων έδει με χαίρειν, πεποιθώς επί πάντας υμάς ότι η εμή χαρά πάντων υμών εστιν. εκ γαρ πολλής θλίψεως και συνοχής καρδίας έγραψα υμίν διά πολλών δακρύων, ουχ ίνα λυπηθήτε, αλλά την αγάπην ίνα γνώτε ην έχω περισσοτέρως εις υμάς. Ει δε τις λελύπηκεν, ουκ εμέ λελύπηκεν, αλλά, από μέρους ίνα μη επιβαρώ, πάντας υμάς. ικανόν τω τοιούτω η επιτιμία αύτη η υπό των πλειόνων· ώστε τουναντίον μάλλον υμάς χαρίσασθαι και παρακαλέσαι, μήπως τη πε­ρισσοτέρα λύπη καταποθή ο τοιούτος. διό παρακαλώ υμάς κυρώσαι εις αυτόν αγά­πην. εις τούτο γαρ και έγραψα, ίνα γνώ την δοκιμήν υμών, ει εις πάντα υπήκοοί εστε. ω δε τι χαρίζεσθε, και εγώ· και γαρ εγώ ει τι κεχάρισμαι ω κεχάρισμαι, δι’ υμάς εν προσώπω Χριστού, ίνα μη πλεονεκτηθώμεν υπό του σατανά· ου γαρ αυτού τα νοή­ματα αγνοούμεν.»

 

Βλέπομε ότι, αν και συνδέει αυτά που γράφει εδώ με αυτά που έγραψε στην πρώτη επιστολή η σχέση τους με το επεισόδιο της Α΄ Προς Κορινθίους 5, το οποίο εξετάζομε εδώ, είναι καθαρά στρεψόδικη. Ενώ, όπως έχομε καταστήσει σαφές ανω­τέ­­ρω, π. χ. με το «παραδούναι τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού.» και με τα τόσα άλλα, ο Παύ­λος εκ προ­οιμίου έχει καταδικάσει τον ανομούντα, εδώ τώρα γράφει: «ώστε τουναν­τίον μάλ­λον υμάς χαρίσασθαι και πα­ρα­καλέσαι, μήπως τη περισσοτέρα λύπη κατα­πο­θή ο τοι­ού­τος. διό παρακαλώ υμάς κυ­ρώσαι εις αυτόν αγά­πην», κλπ. Το «δι’ υμάς εν προ­σώ­πω Χριστού,» είναι για ένα αφη­ρη­μένο κόλπο ενώ ολόκληρο το εδάφιο είναι ένα προ­πα­ρασκευαστικό βήμα διά τους πα­ραλήπτες της επι­στο­λής, ούτως ώστε στο κεφάλαιο 7 να επέλθει σαν καταπέλτης. Διότι στο κεφάλαιο 7 βλέπομε καθαρά τη γλώσσα και το ύφος να αλλάζει ριζικά. Όχι μό­νον επανέρχεται σαφώς στο επεισόδιο, τη γλώσσα και το ύφος του κεφαλαίου 5 της Α΄ Προς Κορινθίους, αλλά τώρα χρησιμοποιεί δια­φο­ρε­τικά κριτήρια, π. χ. της δικής του χαρά και του Τίτου με όλες τις συγκαλυμμένες κα­κοήθειές του κλπ., και δη­λώνει ευθέως: «ει και ελύπησα υμάς εν τη επιστολή, ου με­ταμέλομαι, ει και μετε­με­λό­μην...» κλπ., μαζί με όλες τις εξα­θλι­ω­τικές στρε­ψο­δι­κίες που μόλις ανωτέρω παρα­θέ­σαμε. Από τα ίδια τα γραπτά του, ευκολότατα απο­δει­κνύ­ε­ται ότι ο Παύλος είναι ένας δόλιος και πονηρός στρεψόδικος. Η σχέση των κεφα­λαί­ων Α΄ Προς Κορινθίους 5, Β΄ Προς Κορινθίους 2 και 7 αποτελεί ένα παράδειγμα μέσα στα τόσα άλλα. Μερικές φορές έχει το θράσος να το ομολογεί και ο ίδιος. Π. χ. Πράξεις 9: 22, Πρoς Ρω­μαί­oυς 3: 7 «Ε­άν διά τoυ ψεύ­δoυς μoυ η αλή­θεια τoυ Θε­oύ κα­τε­­δεί­χθη με­γά­λη πρoς δό­ξαν τoυ, για­τί ακό­μη κα­τα­κρί­νo­μαι ως αμα­ρτω­λός;» (το μόνο αληθές που μας είπε ο Παύλος!), Α΄ Πρoς Κo­ρι­ν­θί­oυς 6: 12, 9: 19-23, 10:23, Β΄ Πρoς Κo­ριν­θί­oυς 5: 13, 12: 16, Προς Φι­λιπ­­πη­σίους 1: 15-18, και πολλά άλλα. Έτσι λοιπόν φτάνομε αβιάστως στα παρακάτω συμπεράσματα των «αγίων και θεο­φό­ρων πατέρων», τα οποία ο Waite έκανε το κόπο να μας καταγράψει:]

 

          Το συμπέρασμα που βγήκε εξ αυτού του κεφαλαίου [Β΄ Προς Κορινθίους 7] από τον Τερτυλλιανό [ήδη στο τέλος δευτέρου και αρχές τρίτου αιώνα], τον Αμβρόσιο [δεύτερον ήμισυ του τε­τάρτου αιώνα], και άλλους πατέρες της εκκλησίας, ήταν, «ότι το άτομο μπορεί να κατα­στραφεί για να σωθεί η εκκλησία.».

 

          [Είναι πολύ γραφικές, εκφοβιστικές για τους αφελείς, και φαιδρές συνάμα οι περιγραφές του πυρός και των βασάνων στην αιώνια κόλαση στα γραπτά του Τερτυλ­λιανού! Φανερώνουν άτομο πάσχον τρο­μερά από πολύ άσχημες ψυχο-πνευματικές διαταρα­χές!]

 

Ούτε οι σύγχρονοι σχολιαστές μπορούν εύκολα να βγάλουν κάποιο άλλο συμ­πέρασμα.

Στο Comm. Phil., 1855, του Scott Henry, προτείνεται ότι ο Παύλος επρόκειτο να χτυπήσει τον ανομούντα με μια τρομακτική αρρώστια ενώ βρισκόταν ανάμεσα τους, κατά τον χρόνο που αυτοί ήταν συγκεντρωμένοι, έτσι ώστε θα ήταν υποχρεω­μέ­νοι λόγω της αρρώστιας να τον μεταφέρουν έξω από τον τόπο της συγκεντρώσεώς τους. ― [Σελίδα 272, αναφέροντας τον Bloomfield και τον Rosenmueller.].

O Olshausen παραδέχεται ότι η φράση «αιρείν εκ μέσω» πραγματικά σημαί­νει «να εξαλήψεις, δηλαδή, να θανατώσεις»· αλλά νομίζει ότι ο αποκλεισμός από την εκ­κλησία πρέπει να εννοηθεί ως πνευματικός θάνατος. ― [Comm. On 1st and 2nd Cor. in 20th vol. Clarke’s Theo. Lib. Ed. 1855, p. 88].

Ο Dean Stanley ειλικρινώς παραδέχεται ότι ο Παύλος πιθανότατα σκόπευε τον θάνατο του ανομούντος. ―[On the Epistles to the Corinthians, 5th edition, Lon­don, 1882, pp.77,78.].

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΘΕΜΕΛΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΞΕΤΑΣΕΩΣ.

 

«όφελον και αποκόψονται οι αναστατούντες υμάς.» ―[Προς Γαλάτας 5: 12].

 

Μας παρακαλούν ευγενικά επίσης να καταλάβομε αυτό το χωρίο απλώς σαν μια έκ­φραση της επιθυμίας του αποστόλου ότι ορισμένα πρόσωπα θα έπρεπε να απο­κλει­σθούν από την εκκλησία. Αλλά κατείχε και ασκούσε το δικαίωμα να διευθύ­νει τον αποκλεισμό μελών από την εκκλησία. Τέτοιες διαταγές είχαν δοθεί επανει­λημ­μέ­νως. ―[Α΄ Προς Τιμόθεον 6: 5, «παραδιατριβαί διεφθαρμένων ανθρώπων τον νουν και απεστερημένων της αληθείας, νομιζόντων πορισμόν είναι την ευσέβειαν. Αφίσ­τα­­σο από των τοιούτων.», Β΄ Προς Τιμόθεον 3: 5, «έχοντες μόρφωσιν ευσεβεί­ας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι. και τούτους αποτρέπου.», Β΄ Προς Θεσσαλονι­κείς 3: 6, «Παραγγέλλομεν δε υμίν, αδελφοί, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στέλλεσθαι υμάς από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος και μη κα­τά την πα­ρά­δοσιν ην παρέλαβον παρ' ημών.», και 14, «ει δε τις ουχ υπακούει τω λόγω ημών διά της επιστολής, τούτον σημειούσθε, και μη συναναμίγνυσθε αυτώ, ίνα εντρα­πή·».]

Σ’ αυτή την περίπτωση «όφελον και = θα ήθελα ακόμη και» είναι κάτι που μπορεί να γίνει αλλά για το οποίο δεν είχε την δύναμη απολύτως να το διατάξει.

Ξανά: «όφελον και αποκόψονται». Είναι ο αποκλεισμός από την εκκλησία τέ­τοια ακραία τιμωρία για να δικαιολογήσει τη χρήση της λέξεως «και»;

«όφελον και αποκόψονται οι αναστατούντες υμάς.».

Αποκόψονται από το ρήμα αποκόπτω. Ποία η σημασία αυτού του ρήματος;

Οι αρχικοί ορισμοί του ρήματος κόπτω, που δίδονται από τους Liddell και Scott, είναι οι εξής:

 

1.     Επιτίθεμαι, κτυπώ, κόβω.

2.     Κτυπώ κάτω, πίπτω, φονεύω.

3.     Αποκόπτω, τεμαχίζω, εκτέμνω.

 

          Με την Ελληνική πρόθεση από, το ρήμα αποκόπτω ορίζεται από τις ίδιες αυ­θεντίες ως «κόπτω από, πελεκώ από, ρίπτω εκτός θέσεως, εκτέμνω».

          Ας ρίξομε μια ματιά και σε άλλα μέρη της Καινής Διαθήκης όπου χρησιμο­ποιείται:

 

1.     Μάρκος 9: 43, «και εάν σκανδαλίζη σε η χείρ σου, απόκοψον αυτήν· κα­λόν σοί εστι κυλλόν εις την ζωήν εισελθείν, ή τας δύο χείρας έχοντα απελ­θείν εις την γέενναν, εις το πυρ το άσβεστον,»

2.     Μάρκος 9: 45, «και εάν ο πούς σου σκανδαλίζη σε, απόκοψον αυτόν· κα­λόν σοί εστιν εισελθείν εις την ζωήν χωλόν, ή τους δύο πόδας έχοντα βλη­θήναι εις την γέενναν, εις το πυρ το άσβεστον,»

3.     Ιωάννης 18: 10, «Σίμων ουν Πέτρος έχων μάχαιραν είλκυσεν αυτήν, και έπαισε τον του αρχιερέως δούλον και απέκοψεν αυτού το ωτίον το δεξιόν· ην δε όνομα τω δούλω Μάλχος.»

4.     Ιωάννης 18: 26, «ηρνήσατο ουν εκείνος και είπεν· ουκ ειμί. λέγει εις εκ των δούλων του αρχιερέως, συγγενής ων ου απέκοψε Πέτρος το ωτίον· ουκ εγώ σε είδον εν τω κήπω μετ' αυτού;»

5.     Πράξεις 27: 32, «τότε οι στρατιώται απέκοψαν τα σχοινία της σκάφης και είασαν αυτήν εκπεσείν.»

 

Είναι δυνατόν να υπάρχει αμφιβολία για την σημασία αυτής της λέξης; Ο Παύλος εύχεται αυτές οι εκκλησίες να κάνουν ό,τι αυτός επιθυμούσε να κάνει και η εκκλησία στην Κόρινθο. Επιθυμούσε οι ανομούντες να «αποκοπούν» από προσώ­που γης.

Στα Commentaries του Adam Clarke ευρίσκομε το ακόλουθο σχόλιο επ’ αυτού του χωρίου:

«Στην πρώτη ματιά φαίνεται ότι οι απόστολοι προσευχόταν για την κατα­στρο­φή των ψευδοδιδασκάλων οι οποίοι είχαν διαστρέψει τις εκκλησίες της Γαλατίας.»

          Ο πολυμαθής σχολιαστής δεν μας πληροφορεί πως μπορεί να απαλειφθεί η πρώτη εντύπωση που μας δημιουργεί η ανάγνωση αυτού του χωρίου.

          Ο Olshausen λέγει: «Η κατάρα της τιμωρίας κατά των αντιπάλων.»

          Το βιβλίο Pulpit Commentary των Spence και Extell υποστηρίζει τη θεωρία της αυτο-αποκοπής ―δηλαδή την ευχή οι ίδιοι να ακρωτηριάσουν τους εαυτούς των· και πο­λύ εκφραστικά αποκηρύττει την κατασκευασμένη υπόθεση η οποία θέλει τον απόστο­λο να αναφέρεται απλώς στην έξωση (αφορισμό) ―[Commentary on Gala­ti­ans, p. 248]

          Η θεωρία του αυτο-ακρωτηριασμού είναι απλώς παράλογη. Κατ’ αυτήν την άποψη, ο Παύλος λέγει: «Θα ήθελα αυτούς που σας αναστατώνουν ει δυνατόν να αυτο-ακρωτηριαζόταν.» Πώς όμως αυτό θα ανακούφιζε την εκκλησία;

          Όχι· ο Παύλος ήθελε αυτούς τους αιρετικούς να θανατωθούν.

          Τους είχε ήδη προφέρει καταραμένους (τους αναθεμάτισε):

          «ό ουκ έστιν άλλο, ει μη τινές εισιν οι ταράσσοντες υμάς και θέλοντες μετα­στρέψαι το ευαγγέλιον του Χριστού.

αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ' ό ευηγ­γε­λι­σάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω.» ―[Προς Γαλάτας 1: 7, 8.].

Και ξανά:

«ως προειρήκαμεν, και άρτι πάλιν λέγω· ει τις υμάς ευαγγελίζεται παρ' ό παρε­λάβετε, ανάθεμα έστω.» ―[Προς Γαλάτας 1: 9.].

Τώρα, ποία να είναι η σημασία της κατάρας του αναθεματισμού;

Στο βιβλίο Ιησούς του Ναυή 6: 17, 18, διαβάζομε το εξής:

«και έσται η πόλις ανάθεμα, αυτή και πάντα, όσα εστίν εν αυτη, Κυρίω Σα­βα­ώθ· πλήν Ραάβ την πόρνην περιποιήσασθε, αυτήν και πάντα όσα εστίν εν τω οίκω αυ­τής.

αλλά υμείς φυλάξεσθε σφόδρα από του αναθέματος, μήποτε ενθυμηθέντες υμείς αυτοί λάβητε από του αναθέματος και ποιήσητε την παρεμβολήν των υιών Ισ­ραήλ ανάθεμα και εκτρίψητε ημάς·»

Ξανά, στο κεφάλαιο 7, στίχος 12:

«και ου μη δύνωνται οι υιοί Ισραήλ υποστήναι κατά πρόσωπον των εχθρών αυτών· αυχένα επιστρέψουσιν έναντι των εχθρών αυτών, ότι εγενήθησαν ανάθεμα· ου προσθήσω έτι είναι μεθ' υμών, εάν μη εξάρητε το ανάθεμα εξ υμών αυτών.»

Μεταξύ των Εβραίων, το να αναθεματιστείς ήταν ζήτημα προσήκουσας τιμω­ρίας.

«Εάν δε γένηται εν τινι αμαρτία κρίμα θανάτου και αποθάνη και κρεμάσητε αυτόν επί ξύλου,

ου κοιμηθήσεται το σώμα αυτού επί του ξύλου, αλλά ταφή θάψετε αυτό εν τη ημέρα εκείνη, ότι κεκατηραμένος υπό Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου· και ου μη μι­ανείτε την γην, ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω.» ―[Δευτερονόμιον 21: 22-23.].

Οποιοσδήποτε ήταν καταραμένος ή αναθεματισμένος θα μπορούσε νομίμως να θανα­τωθεί.

          Ο Παύλος υπήρξε διώκτης πριν την μετατροπή του ―και ήταν ακόμα διώ­κτης. Το πνεύμα της δίωξης [αναθεματισμού] διαχέεται παντού μέσ’ τα γραπτά του.

          «ει τις ου φιλεί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ήτω ανάθεμα. μαράν αθά.» ―[Α΄ Προς Κορινθίους 16: 22].

 

          [Στην Προς Γαλάτας 1: 6-9, «Θαυμάζω ότι ούτω ταχέως μετατίθεσθε από του καλέσαντος υμάς εν χάριτι Χριστού εις έτερον ευαγγέλιον, ό ουκ έστιν άλλο, ει μη τι­νές εισιν οι ταράσσοντες υμάς και θέλοντες μεταστρέψαι το ευαγγέλιον του Χρι­στού. αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ό ευηγγε­λι­σάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω. ως προειρήκαμεν, και άρτι πάλιν λέγω· ει τις υμάς ευ­αγγελίζεται παρ’ ό παρελάβετε, ανάθεμα έστω.» δηλώνει ότι ακόμα και αν άγγελος εξ ουρανού κηρύξει σ’ αυτούς άλλο ευαγγέλιο αυτοί οφείλουν να πιστεύουν το δικό του. Αλλιώς να πάνε στ’ ανάθεμα.]

 

          Στην Β΄ Προς Θεσσαλονικείς 1: 8[-9], «εν πυρί φλογός, διδόντος εκδίκησιν τοις μη ειδόσι Θεόν και τοις μη υπακούουσι τω ευαγγελίω του Κυρίου ημών Ιησού Χρι­στού, [οίτινες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον από προσώπου του Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού,]» ο Κύριος Ιησούς αναφέρεται [υπό του Παύλου] ότι «παίρνει εκδίκηση» πάνω [στους άθεους] και σε κείνους που δεν υπακούουν το Ευ­αγγέλιό του.

          Στην Α΄ Προς Τιμόθεον 1: 20, «ων εστιν Υμέναιος και Αλέξανδρος, ους παρέ­δωκα τω σατανά, ίνα παιδευθώσι μη βλασφημείν.». Παρέδωσε στον Σατανά τον Υμέναιο και τον Αλέξανδρο, οι οποίοι είχαν αποχωρήσει από την πίστη,.

          Στην Β΄ Προς Τιμόθεον 4: 14, «Αλέξανδρος ο χαλκεύς πολλά μοι κακά ενεδεί­ξατο· αποδώη αυτώ ο Κύριος κατά τα έργα αυτού·».

          Στην Προς Τίτον 1: 10-11, «Εισί γαρ πολλοί και ανυπότακτοι, ματαιολόγοι και φρεναπάται, μάλιστα οι εκ περιτομής, ους δεί επιστομίζειν, οίτινες όλους οίκους ανα­τρέπουσι διδάσκοντες α μη δεί αισχρού κέρδους χάριν.» αναφέρεται σε ‘κείνους εν­τός της εκκλησίας που ήταν ανάγωγοι και μάταιοι συζητητές και απατεώνες, και πα­ραγγέλλει [στον Τίτο] ότι πρέπει να τους κλείνει το στόμα.

          Στις Πράξεις 13: 8-11, ο Παύλος αντιπρο­σω­πεύει τον τιμωρό του Ελύμα διά τυφλώσεως, αυτού του «υιού του δια­βό­λου», ο οποίος είχε αντιταχθεί στον Βαρ­νάβα και τον [απόστολο] Παύλο, με την προσπάθειά του να απο­τρέψει τον ανθύπατο [Ρω­μαίο Σέρ­γιο Παύλο] από την πί­στη.

          [«ανθίστατο δε αυτοίς Ελύμας ο μάγος -ούτω γαρ με­θερμηνεύεται το όνομα αυτού- ζητών διαστρέψαι τον ανθύπατον από της πίστεως. Σαύλος δε, ο και Παύλος, πλησθείς Πνεύματος αγίου και ατενίσας προς αυτόν είπεν· ω πλήρης παντός δόλου και πάσης ραδιουργίας, υιε διαβόλου, εχθρέ πάσης δικαιοσύ­νης, ου παύση δια­στρέ­φων τας οδούς Κυρίου τας ευθείας; και νυν ιδού χείρ Κυρίου επί σε, και έση τυφλός μη βλέπων τον ήλιον άχρι καιρού. παραχρήμα δε έπεσεν επ’ αυτόν αχλύς και σκότος, και περιάγων εζήτει χειραγωγούς.»]

          Κατ’ αυτόν τον τρόπο λοιπόν ο Παύλος ισχυροποιούσε τα θεμέλια της Ιεράς Εξετάσεως. Αυτά τα θεμέλια είχαν ήδη τεθεί από τα ίδια τα δόγματά του και από τις διδασκαλίες και το παράδειγμα του Πέτρου· και αυτοί οι απόστολοι πάλι ενθαρρύ­νονταν από τις καταγγελίες του ίδιου του Ιησού κατά των απίστων. Αυτοί που θεμε­λί­ωσαν την Ιερά Εξέταση επίσης ενθαρρύνονταν από τις επικυρώσεις (του Ιησού) των τιμωριών διά βασανιστηρίων [και φωτιάς]. (Ματ­θαί­ος 3: 10, «ήδη δε και η αξίνη προς την ρί­ζαν των δένδρων κείται· παν ουν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκ­κό­πτεται και εις πυρ βάλλεται.». 3: 12, «ου το πτύον εν τη χειρί αυτού και διακαθαριεί την άλωνα αυτού, και συνάξει τον σίτον αυτού εις την αποθήκην, το δε άχυρον κατα­καύ­σει πυ­ρί ασβέστω.». 13: 30, «άφετε συναυξάνεσθαι αμφότερα μέχρι του θερι­σμού, και εν καιρώ του θερισμού ερώ τοις θερισταίς· συλλέξατε πρώτον τα ζιζάνια και δή­σατε αυ­τά εις δέσμας προς το κατακαύσαι αυτά, τον δε σίτον συναγάγετε εις την αποθήκην μου.». 13: 40, «ώσπερ ουν συλλέγεται τα ζιζάνια και πυρί καίεται, ούτως έσται εν τη συντελεία του αιώνος τούτου.». 18: 34-35, «και οργισθείς ο κύριος αυ­τού παρέ­δωκεν αυτόν τοις βασανισταίς έως ου αποδω παν το οφειλόμενον αυτω. Ούτω και ο πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφω αυτού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών.» κλπ. Μάρκος 16: 16, «ο πι­στεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεταιΛουκάς 12: 47, «εκεί­νος δε ο δούλος, ο γνούς το θέλημα του κυρίου εαυτού και μη ετοιμάσας μη­δέ ποιή­σας προς το θέλημα αυτού, δαρήσεται πολλάς·», 14: 23, «και είπεν ο κύριος προς τον δούλον· έξελθε εις τας οδούς και φραγμούς και ανάγκασον εισελθείν, ίνα γεμι­σθή ο οίκος μου.»19: 27, «πλήν τους εχθρούς μου εκείνους, τους μη θελήσαντάς με βασι­λεύ­σαι επ’ αυτούς, αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθέν μου.». κλπ. Ιωάν­νης 15: 6, «εάν μη τις μείνη εν εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συνά­γου­σιν αυτά και εις το πυρ βάλλουσι, και καίεται.». Αυτό απετέλεσε την θε­ο­λογική δικαι­ο­λο­γία της χρήσεως της φωτιάς μαζί με τα χωρία του Ματθαίου που αναφέραμε και πολ­λά χω­ρία της Παλαιάς Διαθήκης, κλπ.).

          Θα έχομε την ευκαιρία, στη συνέχεια, να παρατηρήσομε ότι με το πέρασμα του χρόνου αυτά τα θεμέλια στα­διακά ισχυροποιήθηκαν. Αλλά μια επί πλέον περί­στα­ση πρέπει να αναφερθεί εδώ. Υπήρχε ένα έγγραφο σε γενική κυκλοφορία από τα πρώιμα χρόνια της εκκλησίας, και τον καιρόν εκείνο εθεωρείτο ως έχον υψηλό κύρος. Είχε τίτλο, «Η Επιστολή του Κλήμεντος προς Ιάκωβον». Είναι μεταφρασμένο στον 17ο τόμο της συλλογής «Προ Νικαίας Χριστιανική Βιβλιοθήκη».

          Σ’ αυτή την επιστολή, ο Κλήμης περιγράφει την χειροτονία του. Μας λέγει ότι όταν ο Πέτρος κόντευε να πεθάνει, αφού μαζεύτηκαν οι αδελφοί (στη Ρώ­μη), επέ­θε­σε (ο Πέτρος) τα χέρια του στον Κλήμεντα, ως ο επίσκοπος, και του μετέδωσε την εξου­σία του «δέειν και λύειν» (αμαρτίες), κλπ., και για ‘κείνον που θα είχε παράπονα και δια­φορές τον καθιστούσε Πρόεδρο της Αλήθειας, και αφού εδήλωσε ότι ένας τέτοιος αμαρ­τάνει κατά του Χριστού και προσβάλλει τον Πατέρα όλων, ο Πέτρος συνέχισε ως εξής:

          «Από ‘δω και μπρος, αυτός δεν θα ζήσει· και γι’ αυτό αρμόζει σε όποιον προ­ε­δρεύει να κατέχει τη θέση ιατρού· και να μην περιθάλπει την οργή ενός παραλόγου κτήνους.».

 

[Σ’ αυτό το κεφάλαιο βλέπομε ότι ο σπουδαίος ερευνητής Charles B. Waite, διαφωνεί ρι­ζικώς με την καθιερωμένη ερμηνεία του χωρίου «όφελον και απο­κό­ψον­ται οι αναστατούντες υμάς.» (Προς Γαλάτας 5: 12), όπως συνεχώς την απαν­τάμε σε όλες τις ερμηνευτικές εκδόσεις της Καινής Διαθήκης μετά το τέλος της συ­νό­δου του Τριδέντου το 1563. Γράφουν δηλαδή ότι ο Παύλος εκφράζει εδώ μια ειρωνι­κού τύ­που επιθυμία. Διότι ενώ δεν κηρύττει την περιτομή, πολλοί την επιζητούν και ανα­στα­τώνουν τους Γαλάτες. (Στην πραγματικότητα πρόκειται για χριστιανοΕβραίους που ζού­σαν στα μέρη της Γαλα­τί­ας της Μικράς Ασίας, Προς Γαλάτας 2: 15, «Ημείς φύ­σει Ιουδαίοι και ουκ εξ εθνών αμαρτωλοί,», κ. α.). Συνεπώς, όπως ερμηνεύουν οι ορθό­δοξοι ερμηνευτές, με το γράψιμό του σ’ αυτό το σημείο, ο Παύλος εύχεται ειρω­νι­κά το εξής: «Αυτοί που επι­ζη­τούν την περι­το­μή και σας αναστατώνουν δεν πάνε κα­λύ­τε­ρα και να ευνουχισθούν τελεί­ως!». Δηλαδή με το «και αποκόψονται» εν­νοεί την ολο­σχερή αποκοπή γεννητικών οργάνων και όχι μόνο της ακροβυστίας. Ο Waite όμως προσπαθεί να αποδείξει ότι ο Παύλος δεν εννοεί κα­θόλου αυτό. Κυ­ριο­λε­κτικά επιθυ­μεί την πλήρη εξολόθρευση όλων αυτών των ατό­μων, μόνο που οι περιστάσεις σ’ αυ­τή την περίπτωση δεν του επι­τρέπουν να το επι­βάλ­λει όπως το έκανε πριν με την εκ­κλησία της Κορίνθου.

          Όπως και να έχει το πράγμα από διάφορα χωρία των επιστολών του αποδει­κνύεται ότι ο Παύλος πρέπει να είχε κάποιο σοβαρό σύμπλεγμα και σοβαρή εμμονή με τα γεννητικά όρ­γα­να, την πόσθη και τον ερωτισμό. Φαίνεται πως τον ενο­χλούσαν σφόδρα! Παντού διαχέεται ένας αντιερωτισμός. Κάθε τόσο το ίδιο βιολί με την ακρο­βυστία και την περιτομή...! Βαριέσαι και σιχαίνεσαι να το συναντάς συνέχεια. Πολ­λοί φτάνουν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι ο ίδι­ος ο Παύλος πρέπει να ήταν ευ­νούχος! Όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος της εργασίας αυτής περί της ασθενείας του Παύ­λου, ο Γάλλος ερευ­νητής Robert Ambelain διαγιγνώσκει ότι υπέφερε από κληρονο­μι­κή ή ακριβέστερα συγγενή σύφιλη που ήταν ο σκόλοψ του, τον οποίον ύμνησε μέσα στις επιστολές του. Πρέπει να ομολογήσομε όμως ότι είναι πολύ δυσχερές το να απο­φανθούμε ποίος ήταν ο σκόλοψ του Παύλου, για τον οποίον γράφει διάφορες στρε­ψο­δικίες και ανοη­σίες στις επιστολές του: Α΄ Πρoς Κoριν­θίoυς 2: 3, Β΄ Πρoς Κoριν­θίoυς 10: 10, 11: 6, 30, 12: 5-10, Πρoς Γα­λά­τας 4: 13-14, Πρoς Φι­λιπ­πη­σίoυς 1: 24. Ακόμη δυσχερέστερο είναι το ερώτημα εάν υπήρχε η σύφιλη κατά την αρχαιότητα.]

 

 

ΤΕΛΟΣ ΠΑΡΑΤΗΜΑΤΟΣ

 

 

 

Google


  Copyright © 2007. Ιωάννης Ρούσσος.

Sponsored by Γιάννης Φραγκούλης.

http://www.geocities.com/epsilonband


 
 
 

Hosted by www.Geocities.ws

1