Τ’ αλάτι,
ο ήλιος, το νερό,
κατατρώνε λίγο
λίγο τα σπίτια.
Μια μέρα,
εκεί που στέκονταν
παράθυρα και άνθρωποι,
μένουν οι
μουσκεμένες
πέτρες.
Κι
ένα άγαλμα με
το πρόσωπο στο
χώμα. Οι πόρτες,
μόνες,
ταξιδεύουν
στη θάλασσα, δύσκαμπτες,
ασυνήθιςτες,
αδέξιες. Καμιά
φορά, τα λιόγερμα,
τις
βλέπεις πάνω
στο νερό ν’ αστράφτουν
επίπεδες,
κλεισμένες για
πάντα. Οι ψαράδες
δεν
τις κοιτούν . Κάθονται
από νωρίς στα
σπίτια τους,
μπροστά στο λύχνο,
ακούν
τα ψάρια να
γλιστρούν στις
ρωγμές του
κορμιού τους,
ακούν
τη θάλασσα να
τους χτυπάη με χίλια
χέρια (όλα άγνωστα)
κι ύστερα
πέφτουν και
κοιμούνται με όστρακα
μπλεγμένα στα
μαλλιά
τους.
Άξαφνα,
ακούν χτυπήματα
πάνω σ’ε αυτές
τις πόρτες και
ξυπνάνε.
* * *