
Η 'ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΓΝΩΣΗ'
Τα μέσα: οργάνωση της κοινωνικής γνώσης
Στο έργο του Perniola διαβάζουμε για την έννοια της 'κοινωνικής γνώσης΄.
Η 'κοινωνική γνώση' είναι μια προσφορά της
Γαλλικής επανάστασης και του Διαφωτισμού. Στους δυο αιώνες που ακολούθησαν
τον διαφωτισμό όλες οι έννοιες ενδείκνυται να διαμορφώνονται στα πλαίσια μιας
κοινής γνώσης, ενός δημόσιου διαλόγου. Έτσι οι έννοιες (όπως αυτή της αλήθειας,
του πραγματικού, του καλού..) δεν προϋπάρχουν και δεν επιβάλλονται από εξωτερικούς
παράγοντες, αλλά διαμορφώνονται από την ίδια την κοινωνία με τη συμμετοχή
των πολιτών στα πλαίσια της διαμόρφωσης της κοινωνικής γνώσης.
Φορείς της κοινωνικής γνώσης και χώροι όπου
αυτή διαμορφώνεται είναι οι τρεις νέοι (την εποχή του διαφωτισμού) θεσμοί:
Α) δημοσιογραφία. Η διαμόρφωση της κοινής γνώμης
Β) πανεπιστήμιο. Η διαμόρφωση του περιεχομένου του επαγγέλματος, η διαπραγμάτευση
της κοινωνικής του προσφοράς. Ο εξορθολογισμός της γνώσης, η διαπραγμάτευση
της έννοιας της πραγματικότητας από τις επιστήμες.
Γ) Η πολιτική. Τα κόμματα, η διαμόρφωση κοινών ιδεολογικών κατευθύνσεων.
Στους θεσμούς αυτούς μπορούμε να βρούμε τους ζωτικούς χώρους όπου μια εποχή
οργάνωνε την κοινωνική της γνώση. Στους χώρους αυτούς αναπτύχθηκαν και τα
εργαλεία που χρησιμοποιούσε η κοινωνία για να παράγει την γνώση της, κάποτε
εργαλεία που ευνοούσαν τον διάλογο, την επικοινωνία, την διαμόρφωση της κοινωνικής
συνοχής, την διάδοση της γνώσης. Η δημοσιογραφία, η τυπογραφία, ο πολιτικός
διάλογος. Εργαλεία που διαμορφώθηκαν μέσα στο πνεύμα του διαφωτισμού, που
κήρυττε την ελευθερία, την ισότητα και την δικαιοσύνη, ένα πνεύμα που χαρακτηρίστηκε
και παραμένει γνωστό στις μέρες μας ως 'ανθρωπιστικό'. Ο 'ανθρωπισμός', ο
θρίαμβος του υποκειμένου, δεν υπήρχε πάντοτε, είναι και αυτό ένα δημιούργημα
της εποχής του.
Αργότερα οι θεσμοί αυτοί έπαψαν να είναι χώροι διαμόρφωσης της κοινής γνώσης
μέσα από την διαδικασία της από κοινού διαπραγμάτευσης και τον δημόσιου διάλογου.
Η δημοσιογραφία έγινε μέσο επιβολής κατευθύνσεων και διαμόρφωσης της κοινής
γνώμης. Η έννοια της διαμόρφωσης της 'κοινωνικής γνώσης' ως ένα προϊόν διαπραγματεύσιμο
στα πλαίσια του διαλόγου εξέπεσε στην έννοια της 'κοινής γνώμης', η οποία
προϋποθέτει ομοιογένεια, μαζικότητα, απουσία διαλόγου και επιβάλλεται από
παράγοντες εξωτερικούς. Η γνώση δεν παράγεται πια 'ερασιτεχνικά' στον κοινωνικό
χώρο, αλλά αποτελεί πια την 'εξειδικευμένη' δημοσιογραφική εργασία, ένα επάγγελμα.
Το πανεπιστήμιο μετατράπηκε σε προθάλαμο της επιχειρηματικότητας. Όταν πια
ονόμασε την γνώση ανταλλάξιμο προϊόν και της απέδωσε εμπορική αξία. Η πολιτική
εξέπεσε στην εξουσία του κόμματος. Η πολιτική έγινε άλλο ένα επάγγελμα που
διαχειρίζεται τη κοινωνική γνώση, που παράγει και επιβάλλει την 'κοινή γνώμη'.
Τα μέσα λοιπόν που κάποτε ξεκινούσαν ως εργαλεία της λειτουργίας των θεσμών προς όφελος του ιδανικού του 'ελεύθερου ανθρώπου' στα πλαίσια μιας κοινωνίας της 'ισότητας', της 'πολιτικοποίησης', του 'διαλόγου', στις μέρες μας, την εποχή των μαζών, έχουν γίνει τα όργανα της μαζικοποίησης και ομογενοποίησης των πολιτών.
Η κριτική του Perniola καταλήγει στην διαπίστωση
της ανικανότητας των θεσμών σήμερα να διαμορφώσουν κοινούς προσανατολισμούς,
πόσο μάλλον να οργανώσουν μία 'κοινωνική γνώση'. Μοιάζουν να εισάγουν τη νεωτερικότητα,
τη λατρεία του καινούριου, τη 'μόδα'. Καθώς δεν έχουν τη δύναμη να συνδέσουν
με την ιδεολογία, αναπαράγουν κενά πρότυπα, τα οποία ο κόσμος ερμηνεύει πολλαπλά
και χάνεται έτσι η συνοχή. Λείπουν πια οι συνθήκες που θα διαμορφώσουν το
ορθολογικό , θα 'πείσουν' για το κύρος του και θα θέσουν έτσι τους όρους της
νομιμότητας.
Τα μέσα επικοινωνίας και ενημέρωσης που γεννήθηκαν ως μέσα της από κοινού
κατασκευής της πραγματικότητας, σήμερα ως 'νέα' μέσα διαχείρισης της πληροφορίας
έχουν γίνει μέσα επιβολής μιας προκατασκευασμένης πραγματικότητας.
Ο Perniola διερωτάται για το αν αυτές οι συνθήκες οδηγούν σε μια νέα βαρβαρότητα
ή μήπως μπορούν να δώσουν διεξόδους στη δημιουργία νέων μετά-διαφωτιστικών
θεσμών; Η απάντηση του είναι καταφατική και στηρίζεται στον καταλυτικό ρόλο
που μπορεί να παίξει το 'ομοίωμα' στην νέα εποχή. Μια πρώτη αναφορά στην έννοια
του ομοιώματος μπορούμε να καταγράψουμε στην εργασία αυτή μέσα από την διατύπωση
του Perniola για την 'σαγήνη του ομοιώματος'. Η κοινωνία μπορεί να αντιδράσει
στην σημερινή χειραγώγηση των μέσων και την επιβολή 'εικόνων εαυτού' και συμπεριφορών
με την 'μαζική παρεκτροπή':
Η κοινωνία να κατασκευάζει μόνη της την σαγήνη της (Ο ρόλος του ομοιώματος)
'Το ομοίωμα δεν είναι και δεν διατείνεται
πως είναι πολιτιστική αξία, ούτε αξία χρήσης, τίθεται αντιθέτως στο σημείο
σύγκλησης των διαδικασιών που διαλύουν την τέχνη και την χρησιμότητα. Η σύγχρονη
μαζική κοινωνία απολαμβάνει ήδη τα έργα τέχνης και τα χρηστικά αντικείμενα
με 'διεστραμμένο' τρόπο σε σχέση με την πολιτιστική παράδοση και τη στοιχειωδέστερη
λειτουργική λογική: αγνοώντας την ιδιαιτερότητα του έργου τέχνης και χρησιμοποιώντας
τα αντικείμενα με τρόπο που η διαφήμιση, το μάρκετινγκ και η παραγωγή δεν
καταφέρνουν να προβλέψουν, επιβάλλει μια Τρίτη διάσταση απερίσταλτη και άλλη
σε σχέση με την αυτονομία και την ετερονομία, δεν αρκείται στους συμβιβασμούς
με το παρελθόν που προτείνουν η νέα πρωτοπορία και το σημειωτικό design, αλλά
οδηγεί τις προϋποθέσεις τους στις έσχατες συνέπειές τους. Η προβληματική του
ομοιώματος είναι πράγματι σε θέση να προσλάβει το νόημα αυτής της διαστρέβλωσης,
αυτού του μαζικού 'detournement' [παρεκτροπής], και να επαναπροσδιορίσει με
όρους εντελώς διαφορετικούς από τους παραδοσιακούς εκείνη τη σχέση μεταξύ
κουλτούρας και κοινωνίας που έχει χαθεί.'
[M.Perniola 'Η κοινωνία των ομοιωμάτων' σελ.160]
Σύμφωνα με την ανάλυση του Perniola το τελευταίο μισό του 20ου αιώνα έχει
συντελεστεί η απαξίωση της καλλιτεχνικής αξίας και της αξίας χρήσης των πολιτιστικών
αντικειμένων. Αυτό συμβαίνει γιατί (α) η 'καλλιτεχνική αξία' του έργου τέχνης
έχει δώσει την θέση της στην ανταλλακτική αξία που του αποδίδουν τα πολιτιστικά
κυκλώματα εμπορίας της τέχνης (έμποροι, κριτικοί, πολιτιστικοί λειτουργοί)
(β) η 'αξία χρήσης' του αντικειμένου έχει δώσει τη θέση της στην μη λειτουργική
του αξία, η διαφήμιση αποδίδει στο αντικείμενο τη δύναμη της δημιουργίας για
τον καταναλωτή μιας 'εικόνας εαυτού', το συνδέει με κοινωνικά πρότυπα και
πρότυπα συμπεριφοράς, αποσυνδέοντας το από την έννοια του 'αναγκαίου' και
του 'λειτουργικού'.
Τα σύγχρονα μέσα συγκεντρώνουν το ρόλο της προβολής των προτύπων και της ανταλλακτικότητας
των αγαθών (στη θέση της αξίας). Προβάλλουν την ανάγκη για συνεχή οικειοποίηση
διαφορετικών προτύπων , 'ομοιωμάτων ταυτότητας'.
Αυτό που μπορούμε να ισχυριστούμε είναι ότι έτσι κι αλλιώς η αξία που αποδίδαμε
στα αντικείμενα (τα παράγωγα του πολιτισμού μας) ήταν πάντα αποτέλεσμα μιας
από κοινού σύμβασης, είτε μιας επιβολής. Η σύμβαση αυτή ήταν συγκεκαλυμμένη
πίσω από αξίες, σύμβολα, πεποιθήσεις ή μεταφυσικές. Η 'προσφορά' της σημερινής
κουλτούρας της ανταλλακτικής αξίας και της κατασκευής προτύπων (εμπόριο, διαφήμιση)
έγκειται στο ότι καθιστά περισσότερο διαφανές από ποτέ το γεγονός ότι η αξία
του αντικειμένου είναι αποτέλεσμα σύμβασης. Για παράδειγμα η αξία της σύγχρονης
τέχνης σήμερα δεν δικαιολογείται ως κάτι που περιέχει βαθύτερο νόημα τόσο,
όσο ως μια σύμβαση του εμπόρου τέχνης με την κοινωνία ως κάτι στο οποίο έχει
αποδοθεί ανταλλακτική αξία, ακόμη και αν αυτό ταυτόχρονα αναγνωρίζεται ως
κάτι άχρηστο (καλλιτεχνικά ή λειτουργικά). Το κρυμμένο νόημα μπορεί να γίνει
περισσότερο αποδεκτό ως μια αυταπάτη.
Το ερώτημα που τίθεται είναι το πού οδηγεί αυτή η διάλυση της καλλιτεχνικής
αξίας και της αξίας χρήσης. Οδηγεί στο τέλμα και την βαρβαρότητα, στην απαξίωση
της κουλτούρας ή, όπως ο Perniola ισχυρίζεται, ο κόσμος σήμερα: ' αγνοώντας
την ιδιαιτερότητα του έργου τέχνης και χρησιμοποιώντας τα αντικείμενα με τρόπο
που η διαφήμιση, το μάρκετινγκ και η παραγωγή δεν καταφέρνουν να προβλέψουν'
μπορεί να χρησιμοποιήσει την απαξίωση αυτή σαν εργαλείο για να συγκροτήσει
'εκείνη τη σχέση μεταξύ κουλτούρας και κοινωνίας που έχει χαθεί' , αυτή τη
φορά όμως χωρίς αυταπάτες, και χωρίς την τροχοπέδη του προκατασκευασμένου
νοήματος. υπό την προϋπόθεση του 'ομοιώματος'.
Μια ανάλυση όπως αυτή, που αφορά την σύγχρονη κουλτούρα και την θέση του πολιτιστικού
αντικειμένου στις μέρες μας μπορεί να ισχύει και στην περίπτωση του δημόσιου
χώρου;
Πράγματι, ο δημόσιος χώρος σήμερα έχοντας χάσει κάθε βαθύτερο νόημα που μπορεί
να χτίζει την αξία μιας κοινής κουλτούρας, ενός κοινού νοήματος έχει μετατραπεί:
Είτε σε ένα 'πολυεπίπεδο' σχήμα, όπου κάθε επίπεδο αντιστοιχεί σε ένα πεδίο
ανταλλακτικής αξίας (η 'εμπορευματοποίηση' του δημόσιου χώρου). Είτε σε ένα
σύστημα χώρων που συνδέεται όχι πια με λειτουργικές αξίες ή αξίες χρήσης,
αλλά με κοινωνικά πρότυπα, προσφέροντας πρότυπα συμπεριφορών, καλώντας τον
πολίτη να καταναλώσει 'εικόνες για τον εαυτό του' (χώροι 'lifestyle', θεματικά
πάρκα) .
Ο δημόσιος χώρος μπορεί να αξιοποιήσει αυτή την 'μαζική παρεκτροπή' , να γίνει ο χώρος που θα την υποδεχθεί και θα την αξιοποιήσει δημιουργικά;
Η 'ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΕΙΟΤΗΤΑΣ'
Τα μέσα οργάνωσης της κοινωνικότητας της οικειότητας
Ο Ρίτσαρντ Σένετ με διαφορετικό τρόπο αναλύει εικόνες του σημερινού εκφυλισμού
του δημόσιου βίου. Η παρακμή της 'δημόσιας κουλτούρας' θεωρεί ότι οφείλεται
στην οργάνωση ενός νέου τρόπου ζωής γύρω από την έννοια της οικειότητας, της
'εγγύτητας μεταξύ προσώπων ως δημόσιο αγαθό'. Παράλληλα με τον Perniola θεωρεί
το ανθρωπιστικό ιδεώδες ως υπεύθυνο της υπερανάπτυξης του αισθήματος του 'εγώ'
και την κατασκευή κοινωνικών σχέσεων οικειότητας. Αυτό έχει επιφέρει μια χωρίς
προηγούμενο απαξίωση του δημόσιου χώρου. Ο άνθρωπος πια μοιράζεται ανάμεσα
σε δυο κόσμους, δυο 'πραγματικότητες': Από τη μια την ιδέα της 'προσωπικότητας'
η οποία συνδέει την δημόσια εικόνα εαυτού με ένα πρότυπο το οποίο θα πρέπει
συνεχώς να επαληθεύεται, και το οποίο μπορεί να αναπτυχθεί μόνο σε ένα 'οικείο'
περιβάλλον. Από την άλλη οι 'απρόσωπες' κοινωνικές σχέσεις, οι κοινωνικές
'υποχρεώσεις' (δουλειά, σχολείο...) , το 'ανοίκειο' περιβάλλον στο οποίο είμαστε
'υποχρεωμένοι' να ζούμε. Αυτός ο διχασμός προκαλεί μια άνευ προηγουμένου κρίση
της ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου.
Σύμφωνα με τον Σένετ τα ηλεκτρονικά μέσα ικανοποιούν την ανάγκη για απόσυρση
από την κοινωνική αλληλενέργεια, ώστε να ξεχωρίζουμε και να αισθανόμαστε περισσότερο
πρόσωπα: 'Τα μαζικά μέσα αυξάνουν απείρως τη γνώση των ανθρώπων για ότι διαδραματίζεται
στην κοινωνία και αναχαιτίζουν απείρως την ικανότητα των ανθρώπων να μετατρέψουν
την γνώση σε πολιτική δράση' [σελ. 358] Τα μέσα οδηγούν την εν γένει ιδέα
του δημόσιου βίου στο τέλος της και συμβάλλουν στον σχηματισμό της κρίσης
ταυτότητας του σημερινού δημόσιου ανθρώπου.
Στην ανάλυσή του ο Σένετ καταθέτει την δική του άποψη για την 'απρόσωπη κοινωνική
ζωή':
'Η ικανότητα να παίρνει κανείς μέρος στο παιγνίδι της κοινωνικής ζωής εξαρτάται από την ύπαρξη μιας κοινωνικής διάστασης που αφίσταται, απέχει από την οικεία επιθυμία, την ανάγκη και την ταυτότητα'. Και εισάγει έτσι την άποψη της άρθρωσης του δημόσιου βίου πάνω σε μια μη προσωποποιημένη συμπεριφορά. Τη συμμετοχή στη δημόσια ζωή όχι με όρους κατασκευής ενός πλέγματος σταθερών οικείων σχέσεων, αλλά για την συμμετοχή στο παιχνίδι της 'απρόσωπης' συμμετοχής, για τα προσωπεία, που δεν είναι έτοιμα εκ των προτέρων, για τα προσωπεία που κατασκευάζουμε επειδή θέλουμε να ζήσουμε με άλλους, για την αγάπη της πόλης:
'Πόλη [city] και κοσμιότητα [ civility=αβρότητα, ευγένεια, καλοί τρόποι] έχουν ετυμολογικά κοινή ρίζα. Η κοσμιότητα αντιμετωπίζει τους άλλους σαν να ήταν ξένοι και σφυρηλατεί έναν κοινωνικό δεσμό πάνω σε τούτη την κοινωνική απόσταση. Η πόλη είναι εκείνη η ανθρώπινη κοινότητα όπου είναι πιθανότερο να συναντηθούν ξένοι. Η δημόσια γεωγραφία της πόλης είναι η κοσμιότητα θεσμοθετημένη. Δεν νομίζω ότι τώρα πια οι άνθρωποι χρειάζεται να περιμένουν τον μαγικό μετασχηματισμό των κοινωνικών συνθηκών ή μια μαγική επιστροφή στο παρελθόν για να συμπεριφέρονται με κόσμιο τρόπο. Σε έναν κόσμο χωρίς θρησκευτικά τελετουργικά ή υπερβατικές πιέσεις, τα προσωπεία δεν είναι έτοιμα εκ των προτέρων. Τα προσωπεία πρέπει να δημιουργηθούν από εκείνους που θα τα φορέσου, μετά από δοκιμές και λάθη, κινούμενοι από την επιθυμία να ζουν μαζί με τους άλλους και όχι από τον καταναγκασμό να έλθουν σε στενότερη επαφή μαζί τους. Όσο όμως παίρνει μορφή μια τέτοιου είδους συμπεριφορά, τόσο περισσότερο θα αναζωογονείται η νοοτροπία και η αγάπη της πόλης'. (σελ 336)
Ο Σένετ υποστηρίζει ότι αυτοί που συμμετέχουν ενεργά και με δική τους θέληση στην δημόσια ζωή ουσιαστικά δημιουργούν προσωπεία, υποδύονται ρόλους, κατασκευάζουν ομοιώματα εαυτού. Μπορεί να το παρατηρήσει αυτό κανείς να γίνεται για παράδειγμα στο παιχνίδι ή στις τελετουργίες, σε όλες τις βασικές 'ασκήσεις' κοινωνικοποίησης. Αντίθετα όταν η αναζήτηση του εαυτού δεν είναι μια παιγνιώδης συναναστροφή με την ετερότητα, αλλά γίνεται αναζήτηση προτύπου εαυτού, ο άνθρωπος χάνει την ανάγκη για την τόσο αναγκαία απρόσωπη κοινωνική επαφή. Τότε ο δημόσιος βίος αντικαθίσταται από το πλέγμα των οικείων σχέσεων.
Μπορούμε πιθανώς να συγκρίνουμε την τοποθέτηση
αυτή του Σένετ, με την ανάλυση του Perniola για την κατασκευή των 'ομοιωμάτων',
δηλαδή εικόνων εαυτού που δεν στηρίζονται σε βαθύτερες ταυτότητες, δεν αναζητούν
την δικαίωσή τους σε προκατασκευασμένα πρότυπα, στην ουσία δεν διαθέτουν πρωτότυπο.
Άλλα και με διατυπώσεις άλλων θεωρητικών που παρουσιάζονται παρακάτω και οι
οποίοι υποστηρίζουν την αξία του φαινομένου σε αντίθεση με του κρυμμένου προτύπου
που προβάλλει η ιδεαλιστική μεταφυσική.
Καταλήγουμε έτσι στην διατύπωση της έννοιας των 'ομοιωμάτων της δημόσιας συμπεριφοράς'.
Στηρίζοντας έτσι την άποψη ότι η συμμετοχή στον δημόσιο βίο σημαίνει συμμετοχή
σε ένα διαρκές παιχνίδι προσεταιρισμού και απόρριψης ρόλων. Οι συμμετέχοντες
στο παιχνίδι αυτό κατασκευάζουν ομοιώματα- προσωπεία, τα οποία λειτουργούν
κάθε φορά ως μεσάζοντες, εικόνες εαυτού που θέλουμε να προβάλλουμε προς τα
έξω. Πρόκειται δηλαδή, όπως θα έλεγε και ο Perniola, για μια διαρκή κατασκευή
αντιγράφων χωρίς πρωτότυπο.
'Η ΕΚΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ'
η επίδραση των μέσων στην αμφισβήτηση του 'πραγματικού'
'Δεν συμμετέχουμε πλέον στο δράμα της αποξένωσης, αλλά βρισκόμαστε μέσα στην
έκσταση της επικοινωνίας' [σελ. 32 η εκσταση]
Ο Jean Baudrillard αποδίδει στα μέσα τον κατεξοχήν ρόλο του μετασχηματισμού της κοινωνικής πραγματικότητας στην σύγχρονη εποχή. Τα νέα μέσα και οι τεχνολογίες που αυτά εισάγουν επιδρούν καταλυτικά στην κοινωνική πραγματικότητα. Τα δίκτυα, οι οθόνες, η σμίκρυνση του νοήματος σε μικροσκοπικά ποσά πληροφορίας, η επικράτηση του κώδικα στη θέση της αναπαράστασης, έχουν μετασχηματίσει την αντίληψή μας, τον τρόπο που επικοινωνούμε, τον τρόπο που οργανώνουμε τις κοινωνικές μας δομές.
Αν, όπως ισχυρίζεται ο Baudrillard, στην 'κοινωνία
της κατανάλωσης' επικρατούσε η αποξένωση και το θέαμα, σήμερα, στην 'εποχή
της διαφάνειας' κυριαρχεί 'το αδυσώπητο φως της πληροφόρησης και επικοινωνίας'.
Αυτό που κληροδότησε η εποχή του καταναλωτισμού στην σύγχρονη αντίληψη είναι
η έννοια του 'αντικειμένου-εμπορεύματος'. Ένας μετασχηματισμός στην ίδια την
κοινωνική αντίληψη του αντικειμένου, όχι πια ως το αντικείμενο που παραδοσιακά
κρύβει υπερβατικό βάθος, αλλά ως το κούφιο, διαφανές, ευανάγνωστο αντικείμενο.
Τα αντικείμενα μας έχουν ήδη μεταφερθεί από το πρόσφατο παρελθόν ως σημεία,
που αναλαμβάνουν την μεταφορά νοήματος (σημεία κοινωνικής αναγνώρισης, ισχύος,
τρόπου ζωής κλπ). Μια άποψη που θυμίζει την μεγάλη σημασία που αποδίδει ο
Perniola, για τις αλλαγές στη σύγχρονη κοινωνική αντίληψη, στην απαλλαγή του
αντικειμένου από την 'καλλιτεχνική αξία' και την 'αξία χρήσης'. Σήμερα, ακόμη
περισσότερο, το αντικείμενο γίνεται το 'ενδιάμεσο' ο τόπος μεταγραφής όλων
των δυνατών αντικειμένων και άρα και φορέας της επικοινωνίας τους. Με τον
τρόπο αυτό, σύμφωνα με τον Baudrillard, το μήνυμα το ίδιο έχει πάψει να υπάρχει
ως αξία, η συναλλαγή του είναι που αποκτά πια την αξία στη σύγχρονη εποχή.
Μιλώντας με όρους παθολογίας, ο Baudrillard, υποστηρίζει ότι η εποχή αυτή
που διανύουμε παρουσιάζει τη μορφή της σχιζοφρένειας. Ο τρόμος του σύγχρονου
ανθρώπου για την 'υπέρ-γειτνίαση' όλων των πραγμάτων , για την ευχέρεια τους
να τον διαπερνούν χωρίς την παραμικρή αντίσταση είναι ο τρόμος του σχιζοφρενούς.
Ο σχιζοφρενής φοβάται την υπερβολική αυτή έκθεση στην διαφάνεια του κόσμου.
Το χαρακτηριστικό της πάθησης του είναι η ανικανότητά του να διαμορφώσει την
(σκηνική του) παρουσία, η έλλειψη της δυνατότητας να 'ορίσει την εικόνα του'
στον καθρέπτη, να σχηματοποιήσει μια εικόνα εαυτού.
Στην σημερινή 'επιφάνεια της επικοινωνίας' τα αντικείμενα συνδυάζουν αδιάκοπα
τις φαινομενικότητές τους. Κυριαρχεί η ανάγκη για τη διαρκή εξωτερίκευση,
τη συμμετοχή σε μια επικοινωνία μονίμως σε εξέλιξη χωρίς την σκοπιμότητα ενός
τελικού προϊόντος. Δημιουργείται έτσι μια κατάσταση ιλίγγου, αυτό που ο Baudrillard
ονομάζει 'έκσταση της επικοινωνίας'. Στην έκσταση αυτή και την κυριαρχία του
φαινομένου, χάνεται η αίσθηση του βάθους, άρα και της παραδοσιακής έννοιας
της πραγματικότητας, χάνεται η εικόνα ενός εαυτού που δρα, άρα και η έννοια
του υποκειμένου και των ενορμήσεών του, χάνεται επίσης και η παρουσία του
εαυτού σε σχέση με τον άλλο, την ετερότητα, καθώς η εξωτερίκευση αυτή αναπτύσσεται
σε επίπεδα ασύμπτωτα, η επικοινωνία δεν περιέχει πια την σκοπιμότητα της δημιουργίας
μιας κοινωνικής συνοχής.
Για τον Baudrillard τον μετασχηματισμό αυτό ακολουθεί ο δημόσιος βίος και
ο δημόσιος χώρος:
'Το σώμα ως σκηνή, το τοπίο ως σκηνή, και ο χρόνος ως σκηνή σταδιακά εξαφανίζονται.
Το ίδιο ισχύει και για τον δημόσιο χώρο: το θέατρο του κοινωνικού και της
πολιτικής προοδευτικά υποβιβάζονται σε ένα άμορφο, πολυκέφαλο σώμα. [...]
Με την εξαφάνιση του δημόσιου χώρου, η διαφήμιση εισβάλλει παντού (στο δρόμο,
στο μνημείο, στην αγορά, στη σκηνή , στη γλώσσα). Καθορίζει την αρχιτεκτονικά
και τη δημιουργία υπέρ-αντικειμένων όπως το Beaoubourg, το Les Halles ή το
La Villette, που κυριολεκτικά είναι διαφημιστικά μνημεία (ή αντί-μνημεία),
όχι τόσο επειδή έχουν κατασκευαστεί πάνω στον άξονα της κατανάλωσης, όσο γιατί
από την αρχή αυτά τα μνημεία προορίζονταν για μια επίδειξη της λειτουργίας
του πολιτισμού, της πολιτισμικής λειτουργίας του εμπορεύματος, καθώς και της
λειτουργίας των μαζών εν κινήσει. Σήμερα η μόνη μας αρχιτεκτονική είναι αυτή:
τεράστιες οθόνες πάνω στις οποίες διαθλώνται άτομα, μόρια και σωματίδια εν
κινήσει. Η δημόσια σκηνή, ο δημόσιος χώρος, έχουν αντικατασταθεί από μια γιγαντιαία
κυκλοφορία, εξαερισμό και χώρο εφήμερης σύνδεσης'
Ο Baudrillard καταλήγει υποστηρίζοντας ότι
η εποχή αυτή της φαινομενικότητας μπορεί να οδηγεί σε ένα νέο είδος αντικειμενικότητας,
με την έννοια της επικράτησης του αντικειμένου και του αντικειμενικού κόσμου.
Καθώς θεωρεί ότι η επικοινωνία όλο και περισσότερο αναπτύσσεται μεταξύ αντικειμένων,
άρα σημείων, και ότι ο ίδια η υποκειμενικότητα κυριαρχείται από τις ιδιότητες
του αντικειμένου, την φαινομενικότητα, την αδιαφορία, την απάθεια. Ο Baudrillard
δεν θεωρεί αυτή την προοπτική ως κάτι τρομακτικό, αλλά ως κάτι μοιραίο, την
οποία καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Ο ίδιος προτείνει ότι καθώς το υποκείμενο
χάνεται -μαζί με τα πάθη του- και ο κόσμος μοιάζει να μετατρέπεται σε μια
σειρά αντικειμένων- σημείων που επικοινωνούν, και καθώς ο άνθρωπος όλο και
περισσότερο συνδυάζεται με αντικείμενα για να υπάρξει, θα πρέπει, όπως υποστηρίζει
ο Baudrillard, να κατακτήσουμε την ίδια την 'αδιαφορία του αντικειμένου'.
Να αποπλανήσουμε τον κόσμο μέσω μιας αδιαφορίας τουλάχιστον ίσης με αυτήν
που μας διδάσκουν τα αντικείμενα. Με τον τρόπο που μας έδειξαν οι Στωικοί.