κάποια από Τα Ρεμπέτικα

 

Οι Λαχανάδες

Κάτω στα λεμονάδικα έγινε φασαρία
Δυο λαχανάδες πιάσανε και κάναν την κυρία.

Τα σίδερα τους φόρεσαν και στη στενή τους πάνε
Κι αν δεν βρεθούν τα λάχανα το ξύλο που θα φάνε.

Κυρ αστυνόμε μη βαράς γιατί κι εσύ το ξέρεις
Πως η δουλειά μας είν΄ αυτή, και ρέφα μη γυρεύεις.

Εμείς τρώμε τα λάχανα, χτυπάμε τις παντόφλες
Για να μας βλέπουν τακτικά της φυλακής οι πόρτες.

Δεν μας φοβίζει ο θάνατος
Γιατί τσιμπούμε λάχανο και την περνούμε φίνα.

 

Η Γάτα

Έδιωξα κι εγώ μια γάτα
πούχε γαλανά τα μάτια
Σαν κοιμόμουνα τη νύχτα
Μούχωνε βαθιά τα νύχια

Τόσους μήνες που την είχα
μου ξηγιότανε στην τρίχα
τώρα έγινε από σόι
και τα ψάρια δεν τα τρώει

Τήν εδιώχνω με γινάτι
και την άλλη μέρα νάτη
μούρχεται με ποντικάκια
και μου κάνει κορδελάκια

Τώρα βρήκα άλλη γάτα
πιο όμορφη και μαυρομάτα
πονηρή κι αυτή σα γάτα
μου τα σπάει κρυφά τα πιάτα.

 

Ο Θερμαστής

Μηχανικός στη μήχανη και ναύτης στο τιμόνι
Κι ο θερμαστής στο στόκολο με τσί φωτιές μαλώνει.

Αγάντα Θερμαστάκι μου και ρίχνε τις φτυαριές σου
Μέσα στο καζανάκι σου να φτιάξουν οι φωτιές σου.

Κάργα ρασκέτα και λοστό το Μπέη να περάσω
Και μες στου Κάρντιφ τα νερά εκεί να πα ν΄ αράξω.

Μα η φωτιά είναι φωτιά, μα η φωτιά είναι λαύρα
Κι η θάλασσα μου τα ΄κανε τα σωθικά μου μαύρα.

 

Φραγκοσυριανή

Μια φούντωση μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μάγια μου ΄χεις κάνει Φραγκοσυριανή γλυκειά.

Θέλω να σε ανταμώσω πάλι στην ακρογιαλιά
Θα ΄θελα να με χορτάσεις όλο χάδια και φιλιά.

Θα σε πάρω να γυρίσω Φοίνικα Παρακοπί
Γκάλισσα και Ντελαγράτσια και ας μου ΄ρθει συγκοπή.

Στο Πατέλι στο Νιοχώρι φίνα στην Αληθινή
και στο Μπίσκοπο ρομάντσα γλυκειά μου Φραγκοσυριανή.

 

Μ' Έχεις Μαγεμένο

Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει
και η κάθε σκέψη μου κοντά σου τριγυρίζει
δεν ησυχάζω και στον ύπνο που κοιμάμαι
εσένα πάντα, ομορφούλα μου, θυμάμαι.

Μες της ταβέρνας τη γωνιά για σένα πίνω
για την αγάπη σου ποτάμια δάκρυα χύνω
Λυπήσου με και μη μ΄ αφήνεις μόνο
Αφού το ξέρεις πως για σένα μαραζώνω.

Αχ παιχνιδιάρα πάψε τώρα τα γινάτια
και μη μου κάνεις την καρδούλα μου κομμάτια
με μια ματιά που θα μου ρίξεις λειώνω
μαζί σου πως ξεχνώ τον κάθε πόνο.

 

Το Καπηλειό

Η νύχτα είναι παγερή και σιγοψιχαλίζει
Κι απ΄ την απέναντι γωνιά το καπηλειό φωτίζει.

Κι ένας απένταρος μπεκρής, έξω απ΄ το ταβερνάκι
Συλλογισμένος κάθεται στο χαμηλό πορτάκι.

Θέλει να μπεί κι αυτός εκεί, να κάτσει και να πίνει
Μα είναι φτωχό το καπηλειό και βερεσέ δεν δίνει.

 

Πάλιωσε το Σακκάκι μου

Πάλιωσε το σακκάκι μου
θα σβήσω απ΄ το μεράκι μου
Και καημό έχω μεγάλο
δεν μπορώ να πάρω άλλο.

Πόσα κουστούμια χάρισα
μα τώρα που ρεστάρησα
φίλος δε με πλησιάζει
το παλιόρουχο κοιτάζει.

Ντυμένο σε προσέχουνε
κι όλοι κοντά σου τρέχουνε
σαν παλιώσουν πέρα ως πέρα
δεν σου λένε καλημέρα.

 

Πριν το Χάραμα

Πριν το χάραμα μονάχος εξεκίνησα
και στο πρώτο μας το στέκι την αυγούλα γύρισα.

Πριν ακόμη σβήσουν τ΄ άστρα εξεπόρτισα
να ξανάβρω τα δυο χείλη που ποτέ δεν χόρτασα.

Αν και άλλη μ΄ είχε μπλέξει με καμώματα
σ΄ αγαπώ κι ήρθα κοντά σου πριν τα ξημερώματα.

 

Ζούλα Σε Μια Βάρκα

Μπήκα Ζούλα σε μια, ρε βάρκα μπήκα και στη σπηλιά του Δράκου βγήκα

Βλέπω τρεις μαστουρωμένοι βρε και στην άμμο, μωρέ ξαπλωμένοι.

 

Ηταν ο Μπάτης, βρε κι ο Αρτέμης βρε και ο Στράτος, βρε ο τεμπέλης

- Για σου Στράτο με τις όμορφες πενιές σου.

 

Βρε συ Στράτο, βρε συ Στράτο βρε σιάξε εν' αργιλέ αφράτο

Να φουμάρει, βρε το Μπατάκι βρε που 'ναι χρόνια, βρε ντερβισάκι.

 

Να φουμάρει, βρε κι ο Αρτέμης βρε όπου πάει και το φέρνει

Μας φέρνει μαύρο από την Πόλη βρε και μαστούρια είμαστε όλοι

 

Τουμπεκί απ' την Περσία βρε πίνει ο μάγκας με ησυχία

-Γειά σου Αρτέμη.

 

 

Hosted by www.Geocities.ws

1