Η "ΒΑΡΔΙΑ" ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΕΖΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ

Το 1954, ο Νίκος Καββαδίας, 44 ετών, εκδίδει τη "ΒΑΡΔΙΑ" από τις εκδόσεις Καραβία. Έχει χαρακτήρα αυτοβιογραφικό κι εξομολογητικό και είναι αφιερωμένη στον Παναγή Γιαννουλάτο. Μέσα στο βιβλίο υπάρχει η ιστορία ενός ταξιδιού. Στη θάλασσα της Κίνας ένα παμπάλαιο, σαραβαλιασμένο, φορτηγό πλοίο έχει βάλει πλώρη για το Σαντούν. Κεντρικοί ήρωες πάνω στο πλοίο "Πυθέας" είναι ο ασυρματιστής Νικόλας, που είναι ο ίδιος ο ποιητής, ο υποπλοίαρχος Γεράσιμος, ο δόκιμος Διαμαντής που έχει μόλις "παρασημοφορηθεί" από το πρώτο του αφροδίσιο νόσημα κι ο καπετάν Παναγής...

 

"[...] Οι ναύτες είναι ακροβάτες. Φοράνε θαλασσιές φόρμες ή χακί ξεβαμμένες, γιομάτες μικρές κουκίδες κόκκινες, πράσινες, μαύρες, άσπρες. Μπορούνε ν' ανεβούνε στην κορφή του καταρτιού από ένα σκοινί, χωρίς ν' ακουμπάνε τα πόδια τους πουθενά. Μπορούν να κρατηθούν για μια στιγμή κρεμασμένοι απ' τα δόντια, να περπατήσουνε πάνω σ' έναν κάβο τεντωμένο κι από κάτω τους να κυλάει το ρέμα. Τα χέρια τους είναι γιομάτα σημάδια από χτυπήματα, μαγκώματα. Σε κάποιους λείπει δάχτυλο. Το 'φαγε μακαράς, συρματόσκοινο, βίντσι. Απόμεινε χάμω ζεστό για λίγο. Η γάτα το μύρισε κι έφυγε. Ο σκύλος του καραβιού το γνώρισε και το 'γλειψε. Το σάρωσε το τζόβενο μαζί με τ' άλλα σκουπίδια.
[...] Όταν δείτε σε καμιάν εξοχή έναν άνθρωπο να 'ναι ακουμπισμένος με την πλάτη σ' έναν τοίχο και να καπνίζει ή να παίζει το κομπολόι του, είναι ναυτικός που 'χει πάρει τη σύνταξή του. Έχει πιάσει, καθώς λένε, αγκωνάρι."

Το μικρό αφήγημα "ΛΙ" εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1987 από τις εκδόσεις Άγρα. Φέρει ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου 1968, και διηγείται τη σύντομη συνάντηση του αφηγητή με μια μικρή Κινεζούλα, όταν το πλοίο του φούνταρε ανάμεσα σε Καουλούν και Χονγκ Κονγκ και περιμένανε να το παραδώσουν στους καινούργιους αγοραστές και να φύγουνε.

 

"[...] Τότε ήρθε στην πόρτα. Το φορτηγίσιο σκαλοπάτι ψηλό για να προστατεύει από τα κύματα, την έκρυβε από τη μέση και κάτω. Με κοιτούσε κατάματα. Πάνω στη φτενή κι αδύνατη πλάτη, σ' ένα μαντίλι που οι δύο άκρες του δένονταν κόμπο κάτω απ' το λαιμό της και οι δύο άλλες στη μέση της, βρισκόταν ένα μικρό κινεζάκι, έξι μηνών. Της είπα να μπει. Δρασκέλισε το σκαλοπάτι με χάρη και χωρίς να κρατηθεί πουθενά.
[...] Δε μ' ακολουθούσε σα σκυλί. Πήγαινε δίπλα μου. Κοιτούσε παντού. Δεν έδειχνε σαστιμάρα ούτε θαυμασμό. Όμως καταλάβαινα και τα δύο να δουλεύουν μέσα της, όταν, ξαφνικά καθώς περπατούσε, σταματούσε ανασηκώνοντας τους ώμους σαν να την πέρναγε αλαφρό ηλεκτρικό ρεύμα."

Το μικρό πεζό "ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ" δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Αυγή" στις 26 Οκτωβρίου 1975. Φέρει ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1969 και αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τη συνάντηση του αφηγητή με έναν αρβανίτη Τόσκο, ο οποίος του έδωσε καταφύγιο στα βουνά της Αλβανίας κατά τη διάρκεια του πολέμου. Αντίστοιχα, το μικρό πεζό "ΣΤΟ ΑΛΟΓΟ ΜΟΥ" πρωτοδημοσιεύτηκε στον τόμο "Το Θαύμα της Αλβανίας απ' τη σκοπιά της ΙΙΙ Μεραρχίας" του Ξένου Ξενίτα το 1945. Γράφτηκε στο Κούδεσι, το Μάρτη του '41, και είναι μια σύντομη τρυφερή αποστροφή, ένας μελαγχολικός κουβεντιαστός μονόλογος, στο άλογο που τον συνόδευε στον πόλεμο στην Αλβανία.

 

"[...] Δώσαμε τα χέρια. Γύρισε τις πλάτες κρατώντας το κόνισμα και χάθηκε πίσω από τα δέντρα. Έσυρα τα χαλινάρια και ξεκινήσαμε. Μπροστά, στο ένα τσιγκέλι του σαμαριού, κρεμόταν ένα ταγάρι κριθαρίσια παξιμάδια. Πήρα δύο κι άρχισα να τραγανίζω ... Πού αρχινάει ο μύθος, πού φτάνει την αλήθεια, πού η αλήθεια κόβει το μύθο ... πού τελειώνει ... πού ξεπερνάει ... Με τέτοιο τροπάρι, στις δύο είχα φτάσει στο Δέλβινο."

"Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου, κι η ψυχή μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι' αυτό θα σου γράψω. [...] Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο κοντά. Τ' άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. [...]"

Hosted by www.Geocities.ws

1