"ΑΥΤΗ Η ΠΙΣΤΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ..."

(Συνοδικόν Κυριακής της Ορθοδοξίας)

Τί πρεσβεύει και σε τί πιστεύει η Ορθόδοξος Εκκλησία;

Ο Θεός.

Η Ορθόδοξος Εκκλησία διακηρύσσει και ομολογεί την πίστιν της σε ένα Θεό. Ποιός είναι όμως αυτός ο Θεός; Έχει κάτι κοινό με τις θεότητες των πολυθεϊστικών ή μονοθεϊστικών θρησκειών; Λατρεύουν όλοι οι άλλοι τον ίδιο Θεό με αυτόν που λατρεύουμε εμείς;

Ο Θεός που λατρεύει η Ορθόδοξος Εκκλησία, δεν είναι ο Θεός μιας θρησκείας, ή ένας Θεός που εφεύρε κάποιος άνθρωπος. Ο Θεός μας, αποκαλύφθηκε αφ' εαυτού του. Ό,τι γνωρίζουμε περί του Θεού, είναι ό,τι εκείνος μας απεκάλυψε. Η πίστις μας σ' αυτόν δεν είναι το αποτέλεσμα μιάς ανθρωπίνης αναζητήσεως.

Επομένως, ο Τριαδικός Θεός τον οποίον λατρεύει η Ορθοδοξία, δεν έχει απολύτως καμμίαν σχέσιν με θεότητες διαφόρων θρησκειών. Βεβαίως υπάρχουν και μονοθεϊστικαί θρησκείαι. Καμμία όμως δεν λατρεύει τον Μοναδικόν Τριαδικόν Θεόν ο οποίος απεκαλύφθη μόνον εις την Εκκλησίαν του, την οποίαν άλλωστε και ο ίδιος εδημιούργησε. Επομένως ο Θεός δεν είναι σε καμμία περίπτωσιν ο ίδιος με τον Αλλάχ, ή την ινδουϊστικήν τριάδα.

Ο Τριαδικός Θεός είναι Προσωπικός Θεός. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι μια απρόσωπος δύναμις, δεν είναι κάτι αόριστον και γενικόν. Είναι προσωπικότης. Και, διά να ομιλήσουμε με ακρίβειαν, είναι κοινωνία προσωπικοτήτων. Είναι η κοινωνία εν αγάπη (βεβαίως ομιλούμε πάντοτε σχετικώς και κατά προσέγγισιν) των τριών αιωνίων Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Δι' αυτό "ο Θεός αγάπη εστιν" (Α΄ Ιω. Δ΄,8).

Λόγω της απολύτου αγάπης του ο Θεός εδημιούργησε τον κόσμο. Μόνον και μόνον επειδή αγαπούσε τον άνθρωπον και ήθελε να τον καταστήση κοινωνόν, δηλ. συμμέτοχον, στην δόξαν του.

Ο Άνθρωπος.

Μόνον έτσι η ύπαρξις του ανθρώπου αποκτά ένα νόημα και ένα προορισμό. Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπον με αποκλειστικόν σκοπόν να του ομοιάσει. Να γίνει και αυτός θεός, κατά χάριν. Να συμμετέχει στην απειρότητα και την τελειότητα του Θεού. Αυτό σημαίνει το ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπον "κατ' εικόνα... και καθ' ομοίωσιν" (Γεν Α΄,26).

Ο άνθρωπος όμως διάλεξε, αφού ο Θεός του έδωσε το μεγάλο χάρισμα της αυτεξουσιότητος, να ακολουθήσει μόνος του και ελεύθερα το κακό, την αμαρτία, η οποία δεν είναι άλλο παρά η αθέτησις του θελήματος του Θεού. Παρ' ότι του δόθηκε αμέσως η ευκαιρία να μετανοήσει, την απέρριψε κάνοντας μίαν επίδειξιν εγωϊσμού (Γεν. Γ΄).

Ο Θεός από την άλλην, είχεν ήδη καταστρώσει, στην αιώνια θέλησίν του, το σχέδιον περί της σωτηρίας του ανθρώπου. Και με την ενανθρώπησίν του, όταν δηλαδή ενώθηκε με την ανθρώπινη φύσιν, καθ' όλα, εκτός από την αμαρτίαν, επανέφερε τον άνθρωπον στην δυνατότητα να επανακτήσει, όχι απλώς την αρχικήν του κατάστασιν, αλλά να πορευθεί προς την θέωσίν του.

Ο Ιησούς Χριστός.

Ο Ιησούς Χριστός είναι ο μονογενής Υιός του Θεού, το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, ο οποίος ενώθηκε με την ανθρωπίνην φύσιν. Έγινε, δηλ. καθ' όλα άνθρωπος, εκτός από την αμαρτίαν, όπως ήδη είπαμε. Στο πρόσωπόν του δηλαδή συναντώνται και οι δύο φύσεις: είναι ταυτοχρόνως Θεός και άνθρωπος, Θεάνθρωπος.

Ο Χριστός είναι η πλήρης και τελεία αποκάλυψις του Θεού προς τον άνθρωπον. Και η ζωή του, η απόδειξις της τελείας προς τον άνθρωπον αγάπης του. Το μυστήριον του Πάθους και της Αναστάσεως είναι πολύ μεγάλο για να το χωρέσει ο ανθρώπινος νους.

Ο Χριστός είναι ο νέος Αδάμ, ο νέος γενάρχης δηλαδή των ανθρώπων, που άνοιξε και πάλιν τον κλειστόν δρόμον προς την θέωσιν. Μέσω αυτού, και μόνον, ο άνθρωπος κερδίζει την σωτηρίαν του.

Η Εκκλησία του Θεού.

Δι' αυτόν τον λόγον, ο Χριστός ίδρυσε την Εκκλησία του, στην οποίαν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να επανακτήσουν την σωτηρίαν των. Η Εκκλησία είναι το μυστηριακό σώμα του Χριστού, που ζωογονείται από την παρουσίαν του Πνεύματος. Το Άγιον Πνεύμα παρέχει τα Μυστήρια στην Εκκλησίαν, ως μέσα προς σωτηρίαν.

Η Εκκλησία δεν βασίζεται στους εξωτερικούς τύπους, ούτε στην οργάνωσιν την οποίαν απέκτησε κατά την διάρκειαν της ιστορίας της. Δεν αναγνωρίζει κανένα διά κεφαλήν της, εκτός μόνον και αποκλειστικώς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Δεν βασίζεται εις μεγάλους τίτλους, ούτε δέχεται ως ορθοδόξους ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι, απλώς και μόνον επειδή φέρουν κατά κόσμον τον τίτλον του Πατριάρχου. Άλλωστε η οργάνωσις της Εκκλησίας δεν είναι ουσιώδες θέμα, και είθισται να αλλάζει, ακολουθώντας τις ιστορικές συγκυρίες και την πολιτικήν οργάνωσιν εκάστου τόπου.

Η Εκκλησία δεν ανεγνώρισε ποτέ και ούτε θα αναγνωρίσει σε κανένα πάπα ή πατριάρχην το αλάθητον. Δεν ακολουθεί κανένα πατριάρχην ή αρχιεπίσκοπον, όταν η διδασκαλία του είναι αιρετική. Διά τούτο και οι Γνήσιοι Ορθόδοξοι ανά τον κόσμον, δεν διστάζουν να διακόψουν πάσαν εκκλησιαστικήν επικοινωνίαν με τέτοιου είδους επισκόπους.

"Extra Ecclesiam, nulla salus", λέγει ο άγιος Αυγουστίνος, επίσκοπος Ιππώνος: "έξω από την Εκκλησίαν, δεν υπάρχει καμμία σωτηρία". Μόνον εντός της πραγματικής Εκκλησίας του Χριστού σώζεται κανείς. Και πραγματική Εκκλησία είναι μόνον αυτή η οποία διατηρεί απαράλλακτη την πίστιν που παρέδοσαν ο Κύριος και οι Απόστολοι.

Κεντρική Ελληνική σελίδα

Hosted by www.Geocities.ws

1