ΕΠΙΛΟΓΗ : ΑΡΧΙΚΗ > ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ > Γιάννης Μανιάτης
Γιάννης Νικ. Μανιάτης
Γεννήθηκε και εργάζεται τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα .
Η ενασχόλησή του με την ποίηση ξεκίνησε σχετικά νωρίς και ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά.
Όμορφη μέρα
“Όμορφη μέρα να πεθαίνει η λέξη
σ’ ένα τοπίο από λευκό χαρτί”
Αυτά είπε και χάθηκε η Φωνή
Και μέρες τρεις πλανήθηκε το βλέμμα
πάνω από κόκκινες ερήμους
γύρω από κίονες λευκούς
μέσ’ στα χαλάσματα της πόλης
κι ένα πουλί τραγούδησε
“Όμορφη μέρα, όμορφη
μύρο μυρίζει ο θάνατος
κι ανάσταση οι νεκροί ”
31/10/2004
Το σπίτι της οδού Σερίφ
Μένω, εδώ και χρόνια σ’ αυτό το σπίτι
Οι σκέψεις μένουν εδώ
Σκιές και φώτα μένουν
Εδώ και χρόνια στο ίδιο σπίτι
Τα βράδια δέχομαι επισκέψεις
Φεύγουν και μένουν οι σκέψεις
Όλα όσο ζω
Όλα μαζί μου μένουν.
30/5/2004
Οδός Σταδίου
Τ’ απογεύματα, ανηφορίζεις τη Σταδίου
Ο ίδιος πάντα
Εσύ κι ο δρόμος
- κι ας έχουν εκλείψει οι γαζίες -
Ρωτώντας τους περαστικούς αν σ’ αγαπούν
μέσ’ από στίχους
εισπράττεις θλίψη
Μα δεν ακούει κανείς
Δεν αγαπά κανείς εδώ μονάχα
Λίγες γαζίες στη Σταδίου
Καθώς εσύ ανηφορίζεις
Ανηφορίζεις διαρκώς
20/10/2003
Δυο ποιήματα μανιέρας
πάνω στη γραμμή του Κώστα Καρυωτάκη.
Πρέβεζα
Με τόσα που είδε, τι μπορούσε πια να κάνει;
Ήθελε τόσο να μιλήσει, μα γιατί;
Είδε κι απόειδε κι είπε, ως εδώ πια, φτάνει.
Δεν είχε ανάγκη να τον λενε ποιητή.
Ο κήπος γύρω, μοιάζει νάναι στοιχειωμένος.
Τα δέντρα βγάζουν, μόνο χάρτινους καρπούς.
Λόγο τον λόγο, πέτρωσαν τώρα τα λόγια.
Δεν θες να βλέπεις, αλλά μήτε και ν’ ακούς.
Γύρισε πάλι στη σιωπή και στα βιβλία.
Άφησε πίσω του τον κήπο τον θλιβό.
Κάθε του θύμηση, μόνο μελαγχολία,
του ‘φερνε πλέον στην ψυχή και στο μυαλό.
Κράτησε μόνο κομματάκια από λέξεις
(σαν τα κομμάτια που άφησε κι αυτός εκεί)
κι ίσως μια μέρα όταν στον κήπο επιστρέψει
να 'χουν βλαστώσει στην καμένη τούτη γη.
14/5/2002
“Ώ Γλυκύ μου Έαρ”
Στον Κ. Καρυωτάκη
“Πικρία στη γεύση των ονείρων
για όσους διαρκούν περισσότερο από ένα βράδυ”
Πρώιμα άνθη μες στον κήπο συναντώ,
κάποια γερμένα, προς το έδαφος θλιμμένα.
Τα πέταλά τους έχουν χρώμα σκοτεινό.
Άλλα ριγμένα.
Άνθη που γέλασε η μέρα η λαμπρή,
κι ανθίσαν πρώϊμα, λαθεύοντας στο χρόνο,
το κρύο γνώρισαν που είχε η εποχή.
Αυτό και μόνο.
Τα πέταλά τους, στρώνουν πίσω τους χαλί,
χαλί να το 'βρουνε όσα ακολουθήσουν,
πρώϊμα, γράφουν πάνω του, με άλικη γραφή,
πρώϊμα μην ανθίσουν.
12/10/2003
Κι ένα "θαλασσινό", πάνω στη γραμμή του Νίκου Καββαδία.
Οράν
Τελειώνει η βάρδια και το κάθ’ ένα λεπτό,
μοιάζει αιώνας που δε λέει να περάσει
- Σεπτέμβρης θάτανε ή Αύγουστος θαρρώ -
μ’ ένα μελτέμι που δε λεει να κοπάσει.
Έξω, ο λοστρόμος να καπνίζει μοναχός,
ψάχνει σημάδια που να κόβουν το σκοτάδι.
Είν’ ο τροχός του τιμονιού μας σιωπηλός
και οι αντένες μας σφυρίζουν μες το βράδυ.
Κάπου ο Σείριος και η Άρκτος μας γελούν,
παίζουν κρυφτό πίσω απ' σύννεφα αγριεμένα.
Απλοί κομπάρσοι που δεν ξέρουν να μιλούν,
στους θεατές που τους κοιτούν απορημένα.
Γίνονται οι δείκτες του δικού μας ρολογιού
σπαθιά και θέλουνε το χρόνο να μοιράσουν,
στο παραλήρημα ενός άγριου πυρετού,
που τα σημάδια στο λιμάνι θα περάσουν.
"Οράν - Οράν", θα μου φωνάξει ο μικρός.
Αυτός ο δόκιμος που μόνος του μιλάει,
που σαν διαβάζει όμως είναι σιωπηλός
και τα βιβλία, λέει μονάχα αγαπάει.
Οι απαντήσεις μου, πάντα ειρωνικές:
Αν τα βιβλία του για έρωτες μιλάνε.
Αν στις σελίδες τους γυναίκες ξωτικές,
ιέρειες του έρωτα, το κορμί τους ξεπουλάνε.
"Οράν - Οράν. Είν’ τα σημάδια του μπροστά",
φωνάζει ο δόκιμος με πρόσωπο αναμμένο.
Θαρρώ πως βλέπω ένα φανάρι εκεί μακριά,
η βάρδια τέλειωσε μα εγώ θα περιμένω.
26/3/2002
Ποιήματά του φιλοξενούνται στο lexima.gr
και άλλους τόπους.
* Τα περιεχόμενα της ιστοσελίδας και των άλλων τόπων
είναι για προσωπική και μόνο χρήση .
ΕΠΙΛΟΓΗ : ΑΡΧΙΚΗ > ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ > Γιάννης Μανιάτης (αρχή)