|
|
|
|
Δ. Καψάλης Διονύσης Καψάλης (Αθήνα, 1952). Το "Μέρες Αργίας" που μελοποιήθηκε από τα Διάφανα Κρίνα στον δίσκο τους " Έγινε η απώλεια συνήθειά μας" είναι το ΙΧ μέρος του ομώνυμου ποιήματος του Διονύση Καψάλη, το οποίο είναι το τέταρτο μέρος της ποιητικής του συλλογής "ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑ". Η συλλογή, όπως και οι άλλες ποιητικές συλλογές του, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ. Ι.αυτές οι μέρες που περνούν· επιβιώνω μετά τον έρωτα, την ποίηση, τον πόνο, με λίγες μόνο αμυχές προτέρου βίου. Κυλούν οι ώρες σ' ένα πέλαγος Κυρίου, χάρτινοι κόσμοι κυματίζουν, επανδρώνω παλιά απόρρητα γραμμένα σ' άλλο χρόνο, κάτι κρυφούς εορτασμούς εργαστηρίου, κι αύτανδρος μέσα μου βυθίζομαι. Πατέρα άλλον δεν είδα να με θέλει πο κοντά του απ' τον απρόσιτο προσήγορο αιθέρα· κι όλα που κράτησα πατρώα και μητρώα, όσα μιλούσαν κι όσα σώπασαν αθρόα, καίνε στον ύπνο μια παράσταση θανάτου. ΙΙ .
μέσα στο λίγο που κοιμάμαι συγυρίζουν· βάζουν παράθυρα της νύχτας, ευμενίζουν κλεισμένες πόρτες - περιμένουν επισκέψεις. Κι ας διαφωνώ με τόση πένθιμη σοφία, φιλοτεχνώ πειθήνια σε κάποιο βάζο λουλούδια της γεντιανής κι επισκευάζω ημερολόγια, αισθήματα, λοφία. Λέω, θ' ανοίξει σαν αυλαία τ' όνειρό μου, και θα παιχτεί ξανά ο πρώτος εαυτός μου, θ' αποδοθεί επακριβώς και θα τελειώσει· κι αυτό το άθλιο παράπηγμα του τρόμου, αυτό το θέατρο του ειπωμένου κόσμου, με μια πνοή βρεγμένου δρόμου θα παλιώσει. ΙΙΙ. ακόμη βλέπω το κενό να κατεβάζει πυρακτωμένο φως, κι ο ύπνος αποστάζει πυρήνες κόσμου γαληνεύοντας βαθιά. Μα τόσος κόπος, τόσος θάνατος, παρείλκε: έτσι κι αλλιώς ο τόπος θα 'πιανε τραγούδι, μόλις αμίλητος στα χείλη σαν το χνούδι, κι αρκούσε λίγος Σολωμός ή λίγος Ρίλκε. Ό,τι ευτύχησα να πάθω περιττεύει, ό,τι καρπώθηκα νωρίς με καταργεί· ένα απόγευμα ζωής να με μαγεύει, μια καλοσύνη της ακάλεστης κι αργή, και το τραγούδι ανεπίδοτο θ' ανέβει μέσα σε νάρκη φθινοπώρου και σιγή. ΙV. άλλο σκοτάδι, φως κρυφό που δεν ειπώθη, άλλη ψυχή να του χαλάμε για να κλώθει πολέμους, έρωτες, λαμπρές εκεχειρίες. Όμως απόψε που είχε θέατρο να φύγει, πορφύρας άπλωμα για την υπόκλισή του, με πυρπολεί το φως με δάφνες του απροσίτου, όλα ισχύουν και μια δόξα τα τυλίγει. Όλα πυργώνουν, πάλι πέφτουν, και βραδιάζει στα χρονικά του έρωτα και του θανάτου, σκόνη και σκύβαλα, συντρίμματα και χνώτα· ένα μικρό παιδί μες στα σκεπάσματά του ανοίγει πάλι λίγο κόσμο και διαβάζει πριν κοιμηθεί σ' ένα παράπονο από φώτα. V.
όπως ανέβαιναν του ύπνου το ποτάμι· θαμποί παράδεισοι θα 'φεγγαν απ' το τζάμι, όχθες με λίκνισμα του θέρους και τριζόνια.
όταν κοιμάμαι κι ονειρεύεσαι αιώνες, πρώτο μου πρόσωπο κομμένο στους αγκώνες, μαντεύω λίγο ουρανό για ν' αγαπήσω. VΙ. το ξεχασμένο φως σκορπούσε θαλπωρή έξω στο δρόμο που ξημέρωνε· μπορεί σαν από πλήκτρα τ' ουρανού ν' άκουσε τρίλιες,
που πήρε η ημέρα να χαράζει
κεχριμπάρι, VΙΙ. κάτι που άρχισε - δεν ξέρω πόσα χρόνια· κι είναι νωρίς ακόμη· νύχτες με τριζόνια θα 'ρθουν πολλές, και πάντα η μνήμη θ' αλλοιώνει.
Κλείνω στο χέρι μου μια
παιδική παλάμη, VΙΙΙ. ύπνος βαθύς και τον σκεπάζει ο Τειρεσίας· σαν νυχτοφύλακας σε ώρα υπηρεσίας που αποκοιμήθηκε στην άγρυπνη σκιά του.
είναι επόμενο να στρέφουμε
με τόση ΙΧ. να τον δεχτώ με το καλύτερο παλτό μου· μήτε σκυμμένος στις σελίδες κάποιου τόμου, εκεί που υψώνομαι να μάθω ότι κείμαι.
όρους ζωής και την αδρή
χαρά του κόσμου· Χ. δεν έχουν τίποτε να πουν για την πληγή· κάποιο σκοτάδι σου θα είχε διαρραγεί, για να θυμάσαι τέτοιο φως να σε σηκώνει.
ο αφανής των κοσμημένων ημερών, ΧΙ. εγώ που γιόρτασα πολύ με τους απέξω· κι ένα που έστειλες απόψε για να παίξω αγάπης φάντασμα, τι κόσμο συνιστά;
Πριν κοιμηθώ σε συλλαβίζω επιμόνως, ΧΙΙ. εκεί που έδυε το φως των ουρανών, κι όπως στα νύχια σου περνούσες το μανόν, ακολουθούσα μια κρυφή συνομιλία.
Να 'ταν κι η θάλασσα η πικροκυματούσα, κι από τα νύχια ως την κορφή να σε φιλούσα. ΧΙΙΙ. πόσο πιο δύσκολες στη μνήμη από τις άλλες, που τις ακούει το μυαλό να σκάβουν σκάλες, κι επαγρυπνούν μέσα στον ύπνο σαν κεραίες.
που περισσεύουν, όταν θα 'χουν φύγει
όλοι, ΧΙV. στην τόση ένδεια του τώρα και του πέραν; Πήγαν στον άνεμο προσκυνητές και φέραν εικόνες κόσμου, κι ούτε μια σταλιά νερό.
Δεν λέω πέθανε, λέω αποκοιμήθη,
κάτι πρεσβεύουν, προ καιρού συμφωνημένο· μα εδώ που κάθομαι αιώνες, δεν προσμένω κανένα μύνημα φυγής ή κάποιου νόστου.
|