Ν. ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ : ΒΙΟΓΡΑΦΙΚO
* Η σελίδα αυτή - χρέος παλιό - είναι ελάχιστος φόρος τιμής στους Έλληνες ναυτικούς
και τις οικογένειές τους .
Ο Έλληνας ποιητής της θάλασσας που με το έργο του έδωσε άλλη διάσταση στην θαλασσινή μας ποίηση .
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Μαντζουρίας κοντά στο Χαρμπίν ,
απο γονείς Έλληνες (Κεφαλονίτες).
Γύρισε με την οικογένειά του μικρός στην Ελλάδα και έμεινε ένα διάστημα στην Κεφαλονιά ώς το 1921 που έμεινε
στον Πειραιά τελειώνοντας εκεί Δημοτικό και Γυμνάσιο .
Ξεκίνησε την επαφή του με τη θάλασσα όταν πήγε υπάλληλος σε ναυτικό γραφείο και λίγο αργότερα μπάρκαρε ναύτης
σε φορτηγό πλοίο .
Μετά απο κάποια χρόνια αποφάσισε να στραφεί στον κλάδο των Ασυρματιστών , παίρνοντας το δίπλωμά του το 1939
οπότε και τον βρήκε ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος .
Πολέμησε στο μέτωπο της Αλβανίας και το διάστημα της κατοχής έμεινε ξέμπαρκος στην Αθήνα .
Ξαναμπαρκάρισε το 1944 και ταξίδεψε αδιάκοπα , ώς ασυρματιστής , σε όλο τον κόσμο , ώς τον
Νοέμβρη του 1974 με ποντοπόρα πλοία .
Τρείς μήνες αργότερα πέθανε απο εγκεφαλικό επεισόδιο , στις 10 Φλεβάρη του 1975 .
Όλα του τα έργα κυκλοφορούν απο τις Εκδόσεις Άγρα (όπως και το Γλωσσάρι στο έργο του) .
Αρχή σελίδας
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.
Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που ειν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το 'μαθε, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.
Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.
Ήμουνα τότε δόκιμος σ' ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα -σαν άνθος έμοιαζε αλπικό-
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.
Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού 'χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.
Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.
Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.
Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ' το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε, την πόλη.
Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μία φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.
Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.
Θα προχωρήσω!... Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.
Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ' άρπαξ' απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.
Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.
Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
"μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της".
Όταν την είδα και στο φως τ' αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σα να 'χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.
Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου... Μ' απόμεινα κι εγώ
ένα σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.
Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ' αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συχωρέσει...
Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...
Θα
μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστήςτων μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων ,
και θα πεθάνω μια βραδιά , σαν όλες τις βραδιές ,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων .
Για το Μαδράς , τη Σιγγαπούρ , τ
’ Αλγέρι και το Σφάξθ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία ,
κι εγώ , σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς ,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία .
Θα πάψω πιά γιά μακρυνά ταξίδια να μιλώ
,Οι φίλοι θα νομίζουνε πώς τά ‘χω πιά ξεχάσει ,
Κι η μάνα μου , χαρούμενη , θα λέει σ
’ όποιον ρωτά :“ ήταν μιά λόξα νεανική , μα τώρα έχει περάσει...”
μα ο εαυτός μου μιά βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο , ώς ένας δικαστής στυγνός , θα μου ζητήσει ,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί ,
θα σημαδέψει , κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει .
κι εγώ , που τόσο επόθησα μιά μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες ,
θά ‘ χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μιά κηδεία σάν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες .
Στο Ν. Χατζηκυριάκο - Γκίκα
Την ανεξήγητη γραφή να λύσω πολεμώ
που σου χαράξαν πειρατές Κινέζοι στις λαγόνες.
Γυμνοί με ξύλινους φαλλούς τριγύρω στο λαιμό,
μας σπρώχναν προς τη θάλασσα με τόξα οι Παταγόνες.
Κόκκαλο ρίξε στο σκυλί το μαύρο που αλυχτά
και στείλε τη "φιγούρα" μας στον πειρατή ρεγάλο.
Πες μου, που βρέθηκε η στεριά στου πέλαου τ' ανοιχτά
και το δεντρί με το πουλί που κρώζει το μεγάλο;
Για το άστρο της Ανατολής κινήσαμε μικροί.
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δε σου πρέπει!
Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί, στο Κονακρί,
με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη.
Του ναύτη δος του στη στεριά κρεβάτι, και να πιει.
-Όλο το╩ κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες...-
Μες στο μετάξι κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί
κ' έφερνε ο αγέρας της νοτιάς στην πλώρη άμμο κι ακρίδες.
Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς.
-Στην α┅ορά του Αλιτζεριού δεμένη να σε σύρω.-
Και πήδηξ' ο μικρός θεός μια νύχτα, των Ινκάς,
στου Αιγαίου τα γαλανά νερά, δυο μίλια όξω απ' τη Σκύρο.
Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!
Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίνουν,
μα πρύμα πλώρα μόνο εσύ πατάς στοχαστικά,
κρατώντας στα χεράκια σου το λύχνο του Αλαδδίνου.
Αγνάντευε απ' το κάσσαρο τη θάλασσα ο "Πυθέας"
κι όλο δεξιά κι αριστερά σκουντούφλαγε βαριά.
Κι απάνω στο άρμπουρο, ο μουγγός, ο γιος της Δωροθέας,
είχε κιαλάρει δυο γυμνές γυναίκες στη στεριά.
Τότε στην Πίντα κλέψαμε του Αζτέκου την κορνιόλα.
Τραγίσιο δέρμα το κορμί και μέσαθε πουρί.
Φορτίο ποντίκια και σκορπιοί τσιφάρι, στα πανιόλα.
Στο Πάλος κουβαλήσαμε το αγιάτρευτο σπυρί.
Και προσκυνώντας του μεγάλου Χάνου τ' αποκείνα
καβάλα στις μικρόσωμες Κινέζες στις πιρόγες,
-μετάξι; ανάριο τρίχωμα, τριανταφυλλένιες ρώγες-
φέραμε κείνον τον κλεμμένο μπούσουλα απ' την Κίνα.
Δεμένα τα ποδάρια μας στου Πάπα τις γαλέρες
κουρσεύαμε του ωκεανού τα πόρτα ή τα μεσόγεια.
Σπέρναμε όπου περνούσαμε πανούκλα και χολέρα
μπερδεύοντας με το τρελό μας σπέρμα όλα τα σόγια.
Όπου γυναίκα, σε ναούς, καλύβα ή σε παλάτι,
σε κάσες με μπαχαρικά ή πίσω από βαρέλια,
μας καθαρίζαν τις παλιές πληγές από το αλάτι,
πότε ντυμένες στα χρυσά και πότε στα κουρέλια.
Απίκου πάντα οι άγκυρες και οι κάβοι πάντα ντούκια.
Ορθοί πάντα κι αλύγιστοι στην ανεμορριπή,
μασώντας, σαν τα ζωντανά, μπανάνες και φουντούκια,
κατάβαθα πιστεύοντας: αμάρτημα η ντροπή.
Στα όρτσα να προλάβουμε. Τραβέρσο και προχώρα.
Να πάμε να προλάβουμε την τελευταία ριξιά
σε κείνη την απίθανη σ' όλο τον κόσμο χώρα
που τα κορίτσια το 'χουνε στα δίπλα ή και λοξά.
Ο
έρωτάς σου μιά πληγή και τρείς κραυγές .Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη του βυθού
– χίλιες οργιές-του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι .
Και σ’ έριξα σ’ ένα βιβάρι σκοτεινό
που στέγνωσε και ξανεμίστηκε το αλάτι .
Μα εσύ προσμένεις απ’ το δίκαιον ουρανό
το στεριανό , το γητευτή , τον απελάτη .
Όταν θα σμίξεις μέ το φώς που σε βολεί
και θα χαθείς μέσα σέ διάφανη αμφιλύκη
πάνω σέ πράσινο πετούμενο χαλί ,
θα μείνει ο ναύτης να μετρά τό άσπρο χαλίκι .
m/s Aquarius 1974
Ο ποιητής Ν. Καββαδίας στο δίκτυο
Σελίδα αφιέρωμα στον ποιητή με όλα τα έργα του , αρχείο
φωτογραφικό , μελέτες , βιογραφία , μελωποιημένα ποιήματά του
και άλλα .
* Τα περιεχόμενα της ιστοσελίδας και των άλλων τόπων
είναι για προσωπική και μόνο χρήση .
ΕΠΙΛΟΓΗ : > ΑΡΧΙΚΗ > ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ > Ν. ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ (αρχή σελίδας)