ΕΠΙΛΟΓΗ :    ΑΡΧΙΚΗ  > ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ  >  Μάνος Ελευθερίου


 

                     Μάνος Ελευθερίου          

 

Το να προσπαθήσει κάποιος να συνθέσει μία έστω και μικρή προσωπογραφία του Μάνου Ελευθερίου

δεν είναι κάτι το εύκολο κι αυτό γιατί έχει απέναντί του έναν πολυτάλαντο δημιουργό με μεγάλο έργο.

Με επίγνωση αυτών προχώρησα σε αυτή την προσπάθεια ώστε να δημιουργηθεί μια σελίδα με την

οποία θα θυμούνται οι παλαιότεροι και θα μαθαίνουν οι νεώτεροι

.

                                                                                 Γιάννης Μανιάτης                    15/11/2004

 

 

Βιογραφικό

Ο Μάνος Ελευθερίου γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου, το 1938, εμφανίστηκε στα γράμματα 

στα 24 του με την ποιητική συλλογή “Συνοικισμός” (1962) και δύο χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε 

τα διηγήματα “Το διευθυντήριο” και έπειτα “Η σφαγή”. Ακολούθησαν άλλες επτά ποιητικές συλλογές 

­ μεταξύ τους το “Μυστικό πηγάδι” και το 1994 η νουβέλα “Το άγγιγμα του χρόνου” 

(Εκδόσεις Καστανιώτης), ενώ επιμελήθηκε και λευκώματα βασισμένα σε συλλογές του, όπως το 

“Ενθύμιον Σύρου” (Εκδόσεις Γνώση) ή το “Θέατρο στην Ερμούπολη” (4 τόμοι - Δήμος Ερμούπολης).

Μέχρι σήμερα, 2004, έχει εκδόσει συνολικά οκτώ ποιητικές συλλογές, δύο βιβλία με διηγήματα,

μία νουβέλα, ένα μυθιστόρημα και επιμελήθηκε οκτώ λευκώματα βασισμένα σε συλλογές του. 

Στον χώρο της δισκογραφίας μπήκε σαν στιχουργός το 1964 [Ρημαγμένοι Κήποι, σύνθεση Χρ. Λεοντής, 

τραγούδι Εφη Παναγιώτου] . Έκτοτε ο Μάνος Ελευθερίου, χωρίς τυμπανοκρουσίες, σιγά και σταθερά, 

θα αρθρώσει τον προσωπικό του λόγο στο τραγούδι, ένα λόγο που φλερτάρει έντονα με την ποίηση, 

χωρίς να φέρει και το... βάρος της για να παραδώσει στην ιστορία ένα έργο με πάνω από 350 τραγούδια, 

μελοποιημένα από τους σπουδαιότερους συνθέτες.

Στις παράλληλες δραστηριότητές του τον συναντάμε να εργάζεται ως επιμελητής βιβλίων, αρθρογράφος, 

κάνοντας και ραδιοφωνικές εκπομπές στον “Αθήνα 9,84” και στο Δεύτερο Πρόγραμμα.

 

Έχει χαρακτηριστεί κατά καιρούς ώς: Δημιουργός ευαίσθητος και πολυτάλαντος. 

                                                      Ποιητής από τους καλύτερους της γενιάς του

                                  Μορφή μοναχική, μακριά από τις πολλές συνάφειες ακόμα και του χώρου του

 

Απ' την συλλογή του "Το νεκρό καφενείο"  - εκδόσεις Καστανιώτη, 1997 -   οι στίχοι:

 

     "Δέν είναι κόσμος εδώ και μήτε τόπος για να ζήσουμε.

      Χρυσάφι ντροπής στοιβάζουν οι άνθρωποι.

      Ευεργετούν τον πλούτο και ελεούν το ασήμαντο."  

                                                 

                                                                       (απ' το ποίημά του "Δεν είναι κόσμος εδώ")

 

 

έρχονται να επαληθεύουν τους παραπάνω χαρακτηρισμούς 

 

- ενώ στην ίδια συλλογή τον βλέπουμε να προτρέπει

 

 

      "'Ω φίλοι, φίλοι μου,

        

         μιλήσατε τα ελληνικά σαν τα ξερά φύλλα της λεύκας

 

               στον αέρα."

 

                                               (απ' το ποίημά του  "Ώ φίλοι, φίλοι μου")

 

 

                     Σώμα και Ψυχή

 

Όχι μονάχα εκείνο που είμαστε κι ό,τι απόμεινε από μάς

ή ό,τι αγωνιζόμαστε να φαίνεται

 

αλλά μαζί μας σέρνουμε και τις μορφές των άλλων

που με τα χρόνια γίνονται ίσκιος ανάμνησης

 

μαζί μας σέρνουμε σημάδια και κομμάτια τους

το αίμα, την αγάπη τους, την περιφρόνησή τους

τα πάθη και τα μίση τους και την εκδίκησή τους

αυτά που χάσαμε σε τρόμους και κινδύνους-

 

όσα κερδίσαμε σε μάζες βιαστικές, τυραννικές

κι όσες μας έδωσαν χαρές περαστικές οι αθάνατοι.

 

 

Έτσι σιγά σιγά χτίζεται σώμα και ψυχή.

Έτσι σιγά σιγά το πρόσωπό μας.

                  

                     (απ' την συλλογή του "Το νεκρό καφενείο")

 

 

      Υπέρ Αναπαύσεως

 

Δέκα και τέταρτο βραδάκι γιασεμιού

κι οι αστυνόμοι αχνίζουν τρόμους και θάνατους.

 

Για ποιούς υπήρξαμε;

 

Μόνο η άνοιξη προνόησε για τους χαμένους φίλους.

 

 

Ή μήπως ήταν αυταπάτη

όλα εκείνα που κατάργησαν τους στίχους μας

κι η ομορφιά τους εξευτέλισε τα εγκώμια;

 

Βραδάκι γιασεμιού και μές στους οίκους ανοχής

παίζουν πασιέντσες.

Για ποιούς υπήρξαμε;

 

                                  (απ' την συλλογή του "Το νεκρό καφενείο")

 

για να ομολογήσει :  "έχω από χρόνια βολευτεί στης φρόνησης την ερημιά."

 

                                            - στο ποίημά του  "Στην ερημιά της φρόνησης"    

 

την ίδια στιγμή που γράφει πώς   "Δίπλα μας γίνονται τα θαύματα"

 

                                            - στο ποίημά του "Θαύματα", της ίδιας συλλογής

και  

          "Μένει να εξηγήσουμε για ποιάν άνοιξη μιλάμε

           και ποιός εν πάση περιπτώσει μας υποδύεται"

                

                                            - στο ποίημα "Και το μέλλον έρχεται" 

 

για να κλείσει την συλλογή του "Το νεκρό καφενείο" με το ποίημα

 

          ΠΑΡΑΠΟΝΑ ΓΕΡΟΥ ΕΡΗΜΙΚΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΑ 1988

 

          Σαν φύλλο τριαντάφυλλου σέρνει το θάνατό του -

          πένθη και λάθη και χαμένες συναντήσεις.

          Ο ίδιος φταίει για όλα - ξέρει πια τον εαυτό του -

          δεν ξεχωρίζει την ψυχή απ' τις αισθήσεις.

 

          Τον έπνιξαν, τον βρώμισαν των άλλων τα σκουπίδια.

          Δεν υπολόγισε, δεν είδε τις αιρέσεις

          πως λέει κάποιος: "Με τα ψεύδη και με τα στολίδια

          ακόμη και να γκρεμιστείς, αρκεί ν' αρέσεις".

 

          Δεν άκουσε τι του 'λεγε μήτε η διαίσθησή του

          και βγήκε παίζοντας μονάχος δύο ρόλους.

          Με ανύποπτη την ερημιά σε τέτοιες παρορμήσεις

          επόμενο ήταν να στραφεί στους μονολόγους.

 

 

Σαν φυσική συνέχεια και συνέπεια του τελευταίου στίχου του ανωτέρω ποιήματος έρχεται το 2002

απ' τις εκδόσεις Καστανιώτη η επανέκδοση της ποιητικής του συλλογής

"Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου"   (Αμοργός, 1975)

και για την οποία ο ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ είχε γράψει στην 

Βιβλιοθήκη - 14/12/2001 :

 

"Με τα υλικά της ποίησης έχουμε μια ζωντανεμένη βιογραφία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, αυτού που 

σαν το σκοτεινό τρυγόνι τσιμπολογούσε το σταφύλι του φωτός. Πώς συμβαίνει όμως τα βιογραφικά να 

χωνεύονται και να υποτάσσονται υπό τον άγρυπνον του Ελευθερίου οφθαλμό, χωρίς να απολύουν την 

αυθυπαρξία τους; Μαγεμένος από το μάγο της γλώσσας Παπαδιαμάντη, δεν προσπαθεί να τον ανταγωνιστεί 

γλωσσικά, ούτε να στήσει στα πόδια του ένα αποτέλεσμα που να μιμείται τους τρόπους του ψάλτη ποιητή. 

Όπως τα ψηφιδωτά που δεν διακοσμούν το εσωτερικό των εκκλησιών, παίρνει μία ψηφίδα ζώσα της ζωντανής 

ζωής κι όχι της μνήμης που κρατάει τη φευγαλέα παρουσία των μορφών και δοκιμάζει να συγκροτήσει τη 

μορφή του Παπαδιαμάντη με το φως εκείνο, το φως που έρχεται εκ των έσω, όπως τα πρόσωπα των αγίων, 

των οσίων και των μαρτύρων εκπέμπουν όλο τους το μαρτύριο υπό της εκστάσεως την κλιμακωτή φωταψία..."

 

 

Για να ακολουθήσει το βιβλίο του "Είναι αρρώστια τα τραγούδια", επίσης από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το 2002,

όπου ανθολογούνται κείμενά του και όπως ο ίδιος αναφέρει   "όλα γράφτηκαν την τελευταία πενταετία του 20ου 

αιώνα".  

 

 

Το 2003 εκδίδεται η τελευταία του ποιητική συλλογή "Η πόρτα της Πηνελόπης" από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

 

Στο ποίημά του "Οι δρόμοι προς την Πετρούπολη" γράφει :

 

                "Όλοι οι δρόμοι προς την Αγία Πετρούπολη

                  για πάντα και για πάντοτε κλειστοί." 

 

για να συνεχίσει στο ποίημά του "Η τέχνη του θανάτου" :

 

                 "Όλα τα ωραία και τα ένδοξα τίποτα

                  πένθη για τίποτα

                  τα μάταια τίποτα και τα μεγάλα του κόσμου -

                  τίποτα πια για σένα.

 

                  Κανείς δε θα πεθάνει για σένα.

                  Εσύ προσωρινά θα 'σαι νεκρός."

 

και παρακάτω : "Αχ πόσο πόσο η ομορφιά είναι υπόσχεση θανάτου"

                            (στο ποίημά του "Η υπόσχεση της ομορφιάς")

 

ενώ στο ποίημα "Οδοιπορία σε ναρκοπέδιο" μιλά η persona του ποιητή λέγοντας :

           

                         "Ελάχιστοι του απάντησαν για τα ποιήματά του.

                          Σαν να του στέλνανε συλλυπητήρια.

                          Ο κάθε κάλπης του 'δινε μια θέση

                          για τη λησμονιά."

 

απ' όπου αναδύεται ένα αίσθημα πικρίας

 

       και να συνεχίσει στο ποίημα "Ποιητής μελλουσών γενεών"

 

 

                     "Δεν έχει πια τις πρώτες δυνάμεις του

                        κι ο ποιητής μαραίνεται

                      στα χέρια αυτού του κόσμου του αχάριστου."

 

Βλέποντας όλα αυτά γύρω του αποφασίζει να αυτοεξοριστεί, στον τόπο της μνήμης του

αναπολώντας άλλες εποχές :

 

 

                                        Μες στα βιβλία της αγάπης

 

                       Χιόνι κρατούσα κι έλειωνε σαν τις ελπίδες των ανθρώπων.

                       Ζούσα τότε θυμάμαι σ' άλλες εποχές.

 

                       Φύλαξες τα χρυσά φιλιά μες στ' αργυρά κουτάκια.

                       Φύλλα ξερά της δάφνης και φύλλα Παραδείσου.

                       Μες στα βιβλία της αγάπης και μέσα στα λευκώματα

                       κι αυτό που δεν μπορεί να υποσχεθεί.

 

                       Είναι λοιπόν καημοί που τους περνάμε μόνοι μας.

                       Κι είναι καημοί που μοιραζόμαστε πολλοί.

                       Κι ο πόνος ο ελληνικός δεν έχει τέλος.

 

 

     και       "Όταν φυσάει το αεράκι της ατιμίας

                    εσύ ξαναγυρνάς στις ασημένιες εποχές"

 

                                   (στο ποίημά του "Από σπίτια που δεν κατοίκησες")

 

    Στο ποίημά του "Τα χρόνια της μεγάλης αυταπάτης" γράφει :

 

                "Όταν έξω στους δρόμους λιγόστευε το φως

                 εκείνος άναβε χρυσάνθεμα σε κρύπτες μυστικές του μέλλοντός του.

                 Πολυελαίους για να τρομάξει τις σκιές.

                 Και ελληνικά μιλώντας

                 έβγαινε από τον μεσαίωνα του σώματός του."

 

  για να διαπιστώσει :  "Αχ πόσα μας επιφυλάσσει ακόμη

                                   το παρελθόν" 

                                                        (στο ποίημα "Το παρελθόν")

 

   Σε αυτό του το ταξίδι μνήμης συναντάμε το ποίημά του  "Θάνατος στην επαρχία"

                                                                 ως    Ανάμνηση στον Κ.Γ. Καρυωτάκη

 

   και την :        Η δόξα των ανέμων 

 

         Οχτώ Νοέμβρη. Εποχή των χρυσανθέμων -

         γυαλί σπασμένο το κορμί σου καταγής.

         Ντυμένη θαύματα στη δόξα των ανέμων

         τον αιματόφυρτο καιρό αιμορραγείς.

 

         Οχτώ Νοέμβρη πια ποτέ δε θα ξανάρθει

         σαν θεατρίνα που έχει σβήσει αλκοολική

         κι ένα παιδί που μεγαλώνει μες τη στάχτη

         θα διδαχτεί απ' τους θεούς τη μαντική.

 

         Μες τα νεκρά τα καφενεία πέφτει χιόνι

         κι έξω περνάει μια κηδεία της συμφοράς.

         Των αισθημάτων λάμπει πάντοτε το αφιόνι

         σ' ένα κουτί μέσα κλεισμένο ζαφοράς.

 

         Πρέπει να μάθεις να διαβάζεις το σκοτάδι

         σαν ένα σώμα, στην αρχή συλλαβιστά.

         Να κατακτήσεις και το μπλέ που είναι στον Άδη.

         Να ιδρώνουν θάνατο οι χορδές και τα πνευστά.

 

         Σ' ένα δωμάτιο τρεις γιατροί συλλογισμένοι

         πίνουν θανάτους μιας ζωής πριν μ' αρνηθεί.

         Και συνεχώς με ψηλαφίζουν σαστισμένοι

         γιατί τι μέλλον μου λυσσάει για να σωθεί.

 

         Παλιά φεγγάρια της αγάπης τα μπακίρια.

         Πλεχτές κουβέρτες με τοπάζι και χρυσό.

         Μυρίζουν κίτρινο και δάφνη τα σανίδια

         και πίνω αρώματα και οινόπνευμα να ζω.

 

         Μες στις βελόνες του ένας ράφτης καρφωμένος -

         διαμάντια το αίμα του, καρφίτσες και κλωστές.

         Ένα παλτό μεταποιεί σαν μαγεμένος

         να το φορέσουν των ανέμων εραστές.

 

         Οχτώ Νοέμβρη και το σπίτι ταξιδεύει

         σ' ενός σουλτάνου τις αυλές ψηφιδωτό.

         Του σώματός μας τα κρυφά και τα ερέβη

          μόνο της τέχνης μας φυλούν την κιβωτό.

 

         Ποιμένες άγγελοι στα μοβ των αθανάτων

         πενθούν και ψάλλουν τη μεσίστια ζωή.

         Κι εγώ στο έλεος πενθώ των αοράτων

         και των προβάτων που πηγαίνουν για σφαγή.

 

         Απόψε τίποτα δεν έχεις να δηλώσεις.

         Η νομιμότητά σου εξωπραγματική.

         Αρκεί σαν γράμμα τη ζωή σου να διπλώσεις

         κι ύστερα παίζεις κοπτική και ραπτική.

 

         Οχτώ Νοέμβρη. Εορτή των Αρχαγγέλων.

         Των Μιχαήλ και Γαβριήλ Ταξιαρχών.

         Δεν έχει νόημα πως κάψαμε το μέλλον.

         Το κέρδος μένει και σωμάτων και ψυχών.

 

         Κι όπως τις ροζ τις εποχές των χρυσανθέμων

         πλανόδιοι θίασοι πουλούσαν μαγικά

         έτσι κι εσύ μέσα στη δόξα των ανέμων

         τα αινίγματά σου αθροίζεις με μηδενικά.

 

 

 για να ολοκληρώσει την συλλογή με το ποίημα "Ακτινογραφία θώρακος"

 

                "Στον Άδη πάνε οι φίλοι. Κι άλλοι φίλοι.

                 Μονάχοι, ανυπεράσπιστοι, βουβοί.

                 Με την φωνή κλεισμένη σε κοχύλι

                 την ύστατη να βρούνε αμοιβή.

                 Εκεί που βρίσκουν όλα θεραπεία.

                 Στο πέραν. Στο ποτέ. Στην ουτοπία."

 

 

Το 2004 ο στίχος του "Κι όπως τις ροζ τις εποχές των χρυσανθέμων"  μετουσιώνεται

σε μυθιστόρημα με τον τίτλο "Ο καιρός των χρυσανθέμων" - εκδόσεις Μεταίχμιο -

και αμέσως ανεβαίνει στις πρώτες θέσεις των πωλήσεων κερδίζοντας κοινό και κριτικούς.

 

"Ζούσα τότε θυμάμαι σ' άλλες εποχές"   ,  "τις ασημένιες εποχές" 

"τις εποχές των χρυσανθέμων"

είναι μερικοί από τους προηγούμενους στίχους του που σηματοδοτούσαν 

το αναμενόμενο : "Τον καιρό των χρυσανθέμων" ...

 

 

 

 

 

Να ευχαριστήσω τους εκδοτικούς οίκους Καστανιώτη & Γαβριηλίδη για την άδειά τους στην 

χρήση υλικού από βιβλία τους καθώς και τον ίδιο για την συναίνεσή του σε αυτή την προσπάθεια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

Στη σελίδα  θα προστεθούν σύντομα και άλλα έργα του Μάνου Ελευθερίου

 

 

 

 

*  Τα περιεχόμενα της ιστοσελίδας και των άλλων τόπων

           είναι για προσωπική και μόνο χρήση  .

 


 ΕΠΙΛΟΓΗ :       ΑΡΧΙΚΗ   >  ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ  >  Μάνος Ελευθερίου (αρχή)

 

Hosted by www.Geocities.ws

1