Αθανάσιος Μπύρχνερ / Οι πρωτοπόροι
βαδίζουν μόνοι



Αναγνώστη!
Αυτή η ιστορία συνέβη στη μακρινή και όμορφη  N. Αφρική.


Είχα ανακαλύψει ένα εξαίσιο μέρος για περίπατο στη ζούγκλα του Μ,
που αν και εμείς θα την ονομάζαμε ζούγκλα οι ντόπιοι στη γλώσσα τους
την ονόμαζαν αυτό που στα ελληνικά το λέμε αλσύλλιο. Ήταν ας πούμε μια μικρή ζούγκλα. Δε λέω το ακριβές μέρος που ήταν η ζούγκλα για να μη μάθει κανείς και το ακριβές μέρος που κατοικούσα στην Ν. Αφρική (αυτό για λόγους που θα φανούν παρακάτω).

Έτσι λοιπόν κι εκείνο το πρωινό, έχοντας στο χέρι και το μπαστούνι μου, το οποίο δεν αποχωριζόμουν όταν έβγαινα στην εξοχή για να μπορώ να κοπανάω τους  βόες,   προχωρούσα  μέσα στην σκιώδη ζούγκλα, εκεί όπου έβρισκα δροσιά και αναψυχή από την φοβερή ζέστη,για να φτάσω τέλος και στο μονοπατάκι που οδηγούσε στο ξέφωτο Ι,
εκείνο το ονειρικό μέρος με την κρυστάλλινη πηγή, όπου πολλές φορές κατέφευγα, τρελλαμένος από τη ζέστα, καθώς προείπα, και όπου αφού ξαπλωνόμουν κάπου στα σίσκια, άναβα το τσιμπούκι μου και ονειροπολούσα και ρέμβαζα παρέα με τους παπαγάλους και τα πιθήκια.

Καθώς ετοιμαζόμουν να πάρω την τελευταία στροφή που θα οδηγούσε στο ξέφωτο, την μύτη μου χτύπησε μια δυνατή μπόχα. Βρομούσε σαν αμμωνία ή, με το συμπάθειο, κατουρλιό και συνάμα υπήρχε μια επίσης βαριά μυρουδιά σαν σαπίλα ή, με το συμπάθειο πάντα, σκατό αρκούδας.
Κάνας ελέφας θα ψόφησε σκέφτηκα και το κουφάρι άρχισε να βρωμάει, συνάμα όμως, καθώς έκανα αυτή τη σκέψη μου ερχόταν υποσυνείδητα και η άλλη ότι δηλαδή, πώς γίνεται ελέφαντας να φτάσει σ' αυτό το μυστικό ξέφωτο, όπου μόνο μικρά στενότατα δρομάκια σε οδηγούν, δρομάκια φτιαγμένα από οπλές γαζέλας και αγριοκατσίκας και όπου ακόμα και άνθρωπος δυσκολεύεται να τα ακολουθήσει και να διαπεράσει την πυκνή βλάστηση που καλύπτει κάποτε αρκετά σημεία τους.

Μου είχε συμβεί με δυο λόγια αυτό που πολλές φορές συμβαίνει σε μας τους ανθρώπους , δηλαδή, βρισκόμενος τώρα μπροστά σε κάτι περίεργο
και μη ξέροντας πώς να το εξηγήσω και μη δίνοντας μάλιστα και πολύ σημασία, να προσπαθήσω να το αποδόσω σε ένα λογικοφανές αν και κατ' ουσίαν παράλογο αίτιο παρά να κάτσω να το σκεφτώ φιλοσοφικά και να πώ: μωρέ για στάσου, εδώ κάτι συμβαίνει.

Προχώρησα με αρκετή περιέργεια και τάχυνα το βήμα μου γιατί ήθελα να επιβεβαιώσω την σκέψη μου (αυτή με τον ψόφιο ελέφαντα), ενώ συνάμα διακατεχόμουνα και από μια κάποια ζοχάδα δεδομένου ότι η μυρουδιά ερχόταν αδιάψευστα από το ξέφωτό μου (έτσι το αποκαλούσα
μυστικά) και  μάλλον θα αναγκαζόμουν να βρώ τουλάχιστον για σήμερα κάποιο άλλο μέρος για να ανάψω το τσιμπούκι μου και να ρεμβάσω παρέα με τους παπαγάλους, παρέα με τα αγαπητά πιθήκια.

Έφτασα τέλος και στη μεγάλη ανοιχτωσιά, το ξέφωτό μου. Η μπόχα στα ρουθούνια μου είχε γίνει πλέον ανυπόφορη και είμουν αναγκασμένος να κρατάω το μαντήλι μου μπροστά στη μύτη μου, μαντήλι που μόλις προηγουμένως είχα βρέξει με νερό από το παγουρίνο μου, τόσο ανυπόφορα βρομούσε αυτό το οποίο βρομούσε!

Και τότε, αυτό που είδα εκεί, στο ξεφωτάκι μου, ξεπέρασε κάθε φαντασία και κάθε όνειρο, ακόμα και τα όνειρα του αρχαιολόγου εκείνου που έβλεπε κάθε βράδυ στον ύπνο του δεινόσαυρους και όταν ξυπνούσε το πρωί αναρωτιόταν: καλά, αρχαιολόγος, δεινόσαυρους γιατί βλέπω στον ύπνο μου; Γιατί αυτό που έβλεπα τώρα μπροστά μου εκεί, στη δυτική γωνιά του μεγάλου ξεφώτου μόνο μια λέξη μπορεί να το χαρακτηρίσει: η λέξη δεινόσαυρος! Και μάλιστα η λέξη τυραννόσαυρος! Κι όχι ένας αλλά δύο! Κάτσε να δεις τώρα τί έγινε!

Κόντεψα να πάω από ανακοπή, είχα κοκαλώσει στον τόπο μου και δε μπορούσα να κουνηθώ από την  τρομάρα. Πού ήταν ο νεκρός μου ελεφαντάκος;

παιδί μικρό μου και νεκρό
ελεφαντάκι χαρωπό
σωρός πια από ελεφαντοστό...

Θα τον έθαβα μέσα σε λάκο που θα άνοιγα πάραυτα και θα έφευγα τεθλιμένος. Αυτό πια μου φαινόταν ένα ονειρεμένο σενάριο, τώρα που αντίκρυζα μπροστά μου το υπέρτατο δέος, τώρα που αντίκριζα την φρίκη κατάματα.

Το ευτύχημα ήταν ότι τουλάχιστον τα τέρατα δεν ενδιαφερόταν το ίδιο να με αντικρύσουν. Βρίσκονταν σε μια γωνίτσα στην άλλη άκρη του ξεφώτου και μου είχαν γυρισμένη την απαίσια ράχη τους. Ιδού τώρα πώς περίπου ήταν τα δύο είδη που (προς στιγμήν μόνο) με τρόμαξαν. Ήτανε τεράστια, βάλε 15 μ. το ύψος, ποιός ξέρει πόσους τόνους το πάχος, ήταν με θρουμπωτό δέρμα πολύ χοντρό και γλειώδες. Είχαν τεράστια κεφάλια και μεγάλες ουρές. Δε θυμάμαι αν σας είπα ήδη ότι βρωμούσαν από χιλιόμετρο και γενικά θα έλεγα ότι έμοιαζαν αρκετά με αυτά που βλέπουμε σε βιβλία με εικόνες δεινοσαύρων ή σε ταινίες του σινεμά.

Σ' ένα μόνο δε μοιάζανε μ' αυτά που βλέπουμε στα βιβλία, στο χρώμα. Το χρώμα τους δεν ήταν κοκκινωπό ή καφετί όπως το απεικονίζουν οι ζωολόγοι αλλά μπλε, μπλε ελεκτρίκ. Κάτι άλλο που με έκανε εντύπωση ήταν ότι λόγω της εξαιρετικά "προνομιακής" μου κατάστασης  να βλέπω αυτά τα εξαφανισμένα είδη ζωντανά μπροστά μου, είχα την ευκαιρία να δω καθαρά αυτό που οι ζωολόγοι δε μπορούν να υποψιαστούν από τους σκελετούς που βρίσκουνε ή κι αν μπορούν, προτιμούν να μη το απεικονίζουν στις απεικονίσεις τους, δηλ. τα όργανα που μου φανέρωναν τί φύλου ήταν τα δύο αυτά ζώα. Μου προκάλεσε αίσθηση το μέγεθος  των οργάνων αυτών που για την ιστορία να πούμε ότι ήταν και στους    δύο αρσενικά.

Στην αρχή βλέποντας τα  ζώα να κείτονται ξαπλωμένα το ένα δίπλα στο άλλο και να πιάνονται με διάφορους τρόπους υπέθεσα ότι γινόμουν μάρτυρας μιας τιτανομαχίας με σκοπό το ένα να φάει το άλλο και  άντε να δούμε ποιό θα νικήσει. Σύντομα όμως η εντύπωση αυτή υποχώρησε επειδή μια άλλη καινούρια μου έρχονταν τώρα πολύ έντονα στο μυαλό. Τό έβλεπα άλλωστε μπροστά μου ότι δε χτυπιόντουσαν αλλά χαϊδευόντουσαν, δε δαγκώνονταν αλλά κάναν σα να φιλούσαν ο ένας τον άλλο και δεν ουρλιάζαν αλλά αναστενάζαν (δηλαδή, ξεφυσούσαν κάτι ατμούς από κάτι αηδιαστικά ρουθούνια).

Είχα ξεθαρέψει και έκατσα κάτω στο χορτάρι προσέχοντας να με καλύπτουν όσο γίνεται οι φτέρες από τις πέριξ μου λόχμες. Έβλεπα αυτό το θέαμα  και η καρδιά μου χτύπησε δυνατά και με έναν περίεργο τρόπο που δεν είχε ξαναχτυπήσει. Κάθισα πιο αναπαυτικά, σχεδόν ξαπλώθηκα τώρα μέσα στις φτέρες. Με συνάρπασε βλέπεις αυτό που έβλεπα. Ο τρόπος που τα τέρατα αγγίζονταν με προκαλούσε έκπληξη μιας και στη
ζωολογία έχουμε μάθει ότι τα τέρατα αυτά δεν ήταν καθόλου ευαίσθητα. Κι όμως οι ερωτικές (ήταν πλέον ξεκάθαρο) κινήσεις τους διαπνέονταν από ευγένεια κι από ανώτερη τρυφερότητα.

Είχα ανάψει το τσιμπούκι μου και παρακολουθούσα αυτή τη σκηνή ενώ συνάμα ένιωθα το παντελόνι μου κάπως να με στενεύει και να με τραβάει εκεί στο καβάλο. Η σκηνή αυτή του τιτάνιου ερωτισμού με γέμιζε  ηδυπάθεια.

Ήταν τότε ακριβώς που άκουσα ένα "γρίίί-γρίίί", κραυγή που αναγνώρισα αμέσως ότι ήταν από πιθήκι και πρόλαβα να δω την κάσκα μου να κάνει φτερά πάνω από το κεφάλι μου. Αλλοίμονο! το βρωμερό πιθήκι την είχε αρπάξει και με κοίταζε τώρα κοροϊδεφτικά. Σύρθηκα αργά προς το μέρος του και είπα: έλα καλό μου έλα, δος μου το καπέλο μου και τότε αυτό ξαναγρύλισε και χάθηκε πίσω από τις φτέρες. Άρχισα να το κυνηγάω χωρίς πολλή ελπίδα (πού να πιάσεις πιθήκι μέσα στη ζούγκλα) και είμουν τυχερός όταν μετά από κανένα πεντάλεπτο ανακάλυψα πλάι σε μια γέρικη γκορτσιά όχι το πιθήκι (και ποιός νοιαζόταν άλλωστε γι' αυτό) αλλά την ωραία μου κάσκα παρατημένη. Το μικρό κτήνος την είχε προφανώς βρει ανενδιαφέρουσα αφού δεν τρωγότανε. Την μάζεψα και ζήτησα να ξαναγυρίσω στο ξέφωτό μου για να συνεχίσω να παρακολουθώ αυτό που τόσο γλυκά με είχε αναστατώσει ψυχικά και σωματικά.

Έπρεπε βέβαια να είμαι προσεχτικός. Κυνηγώντας το πιθήκι πήρα αρκετές στροφές μες τη βλάστηση κι αν δεν φρόντιζα να προσανατολιστώ σωστά υπήρχε κίδυνος να επιστρέψω μεν στο ξέφωτο, αλλά από μεριά όπου θα γινόμουν αμέσως αντιληπτός από αυτούς στους οποίους θα προτιμούσα φυσικά να περάσω αθέατος. Πράγματι, εντός ολίγου κατάφερα να βρώ το αρχικό μονοπάτι που με είχε φέρει στο ξέφωτο και άρχισα να το ροβολάω. Τέλος ξαναέφτασα στο παρατηρητήριό μου.

Οποία έκπληξη! Το ξέφωτο ήταν ολόαδειο. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος από τα προϊστορικά θηρία που έβλεπα μόλις προλίγου, ενώ κατά μυστήριο τρόπο δεν υπήρχε και η παραμικρή υποψία της μυρουδιάς εκείνης για την οποία έκανα λόγω παραπάνω.

Έστησα αυτί προσπαθώντας να ακούσω, να συλλάβω κάποιο θόρυβο, πιθανόν προερχόμενο από τους δύο τιτάνες. Έπρεπε νά 'μαι προσεχτικός: μπορεί να ήταν ακόμα εκεί γύρω! Το μόνο όμως που συνελάμβανα ήταν οι συνηθισμένοι ήχοι του δάσους, θροϊσματα των δέντρων, τιτιβίσματα των πουλιών, το κελάρυσμα της πηγής. Αυτό αφενός με καθησύχασε αφετέρου μου προκάλεσε εκ νέου έκπληξη. Και να γιατί: συνειδητοποίησα ότι όσην ώρα παρακουλουθούσα τις περιπτύξεις των τιτάνων  κανένας από αυτούς τους θορύβους δεν ακουγόταν. Άκουγα μόνο τους αναστεναγμούς των δεινοσαύρων και τους μικροθορύβους που εγώ προκαλούσα με τι μετακινήσεις μου.

Πήρα θάρρος και κατευθύνθηκα προς το μέρος του ξεφώτου όπου είχα δει τα δύο θηρία. Προσπάθησα επί ματαίω να βρω κάποιο ίχνος τους. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί όπου λογικά το μαλακό χώμα θα έπρεπε να ήταν γεμάτο από τεράστια χνάρια. Έμεινα εκεί να χάσκω, αναλογιζόμενος τί μου είχε συμβεί. Έβλεπα  όνειρα, παραισθήσεις ή μήπως (μήπως λέω)....είχα γυρίσει πίσω στο χρόνο;

***

Ονομάζομαι Αθανάσιος Μπύρχνερ, ελληνογερμανός από την Καρδίτσα. Είμαι αρχαιολόγος και από 25ετίας και πλέον ζω στην Ν. Αφρική εργαζόμενος σκληρά και με χίλιες δυσκολίες πάνω σε ένα μεγαλόπνοο σχέδιο. Αφού ερεύνησα επί μακρόν άγνωστες στους πολλούς πηγές, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου βρίσκεται εδώ στο Μ. της Νοτίου Αφρικής (δε γράφω το ακριβές μέρος για να αποφύγω τις επισκέψεις περιέργων και πιθανώς πονηρών συναδέλφων).

Έχω περάσει πολλά στη ζωή μου, καλά και κακά, και δύο μόνο πράγματα μ' έχουν θλίψει βαθύτατα και μ' έχουν κάνει να χάσω το  κέφι μου, την νεανική μου (κάποτε) ζωντάνια.. Το ένα είναι ότι παρά τις ακριβείς μου μελέτες και μετρήσεις δεν έχω καταφέρει ακόμα να ανασκάψω τον τάφο του μεγάλου μας στρατηλάτη. Και το άλλο, ότι η μελέτη μου "Περί του αληθούς αιτίου της εξαφανίσεως των δεινοσαύρων" δεν έχει γίνει εισέτι δεκτή σε καμία επιστημονική περιοδική έκδοση ενώ και όσες φορές την πρότεινα σε εκδοτικό οίκο, απερρίφθη μετά χλευασμού.

Αλλά ας μην καταντάμε πικρόχολοι. Τί να γίνει; Κουράγιο εαυτέ μου! Οι πρωτοπόροι βαδίζουν πάντα μόνοι...

Αθανάσιος Μπύρχνερ
πίσω στις ιστορίες
Hosted by www.Geocities.ws

1