TO TELEPHONE |
||
PRESENT |
FUTURE |
PAST |
| τηλεφωνώ | θα τηλεφωνήσω | τηλεφώνησα |
| τηλεφωνείς | θα τηλεφωνήσεις | τηλεφώνησες |
| τηλεφωνεί | θα τηλεφωνήσει | τηλεφώνησε |
| τηλεφωνούμε | θα τηλεφωνήσουμε | τηλεφωνήσαμε |
| τηλεφωνείτε | θα τηλεφωνήσετε | τηλεφωνήσατε |
| τηλεφωνούν(ε) | θα τηλεφωνήσουν(ε) | τηλεφώνησαν [or τηλεφωνήσαν(ε)] |