TO STAY
PRESENT
FUTURE
PAST
μένω
θα μείνω
έμεινα
μένεις
θα μείνεις
έμεινες
μένει
θα μείνει
έμεινε
μένουμε
[or μένομε]
θα μείνουμε
[or θα μείνομε]
μείναμε
μένετε
θα μείνετε
μείνατε
μένουν(ε)
θα μείνουν(ε)
έμειναν
[or μείναν(ε)]