TO SHOP

PRESENT

FUTURE

PAST

ψωνίζω θα ψωνίσω ψώνισα
ψωνίζεις θα ψωνίσεις ψώνισες
ψωνίζει θα ψωνίσει ψώνισε
ψωνίζουμε
[or ψωνίζομε]
θα ψωνίσουμε
[or θα ψωνίζομε]
ψωνίσαμε
ψωνίζετε θα ψωνίσετε ψωνίσατε
ψωνίζουν(ε) θα ψωνίσουν(ε) ψώνισαν
[or ψωνίσαν(ε)]

Hosted by www.Geocities.ws

1