TO PAY |
||
PRESENT |
FUTURE |
PAST |
| πληρώνω | θα πληρώσω | πλήρωσα |
| πληρώνεις | θα πληρώσεις | πλήρωσαες |
| πληρώνει | θα πληρώσει | πλήρωσε |
| πληρώνουμε [or πληρώνομε] |
θα πληρώσουμε [or θα πληρώσομε] |
πληρώσαμε |
| πληρώνετε | θα πληρώσετε | πληρώσατε |
| πληρώνουν(ε) | θα πληρώσουν | πλήρωσαν [or πληρώσαν(ε)] |