TO MEET |
||
PRESENT |
FUTURE |
PAST |
| συναντάω [or συναντώ] |
θα συναντήσω | συνάντησα |
| συναντάς | θα συναντήσεις | συνάντησες |
| συναντάει [or συναντά] |
θα συναντήσει | συνάντησε |
| συναντάμε [or συναντούμε] |
θα συναντήσουμε [or θα συναντήσομε] |
συναντήσαμε |
| συναντάτε | θα συναντήσετε | συναντήσατε |
| συναντάν(ε) [or συναντούν(ε)] |
θα συναντήσουν(ε) | συνάντησαν [or συναντήσαν(ε)] |