|
Greek Economic and Trade Office Embassy of
Greece Prague,
Czech Republic |
|
|
|
|
|
E-mail:
[email protected] |
Website: http://geocities.com/greek_trade |
Σημείωμα
για τη
βιομηχανία
κλωστοϋφαντουργικών,
ενδυμάτων
και δερμάτινων
ειδών της
Τσεχίας
Οι κλάδοι
της
κλωστοϋφαντουργίας,
των ετοίμων
ενδυμάτων και
των δερματίνων
ειδών είναι
από τους
σημαντικούς
κλάδους στη
παραγωγική
δομή της Τσεχίας
και σύμφωνα με
τα στοιχεία
του έτους 2001,
συνέβαλαν κατά 4,4%
στο συνολικό
κύκλο εργασιών
της Τσεχικής
βιομηχανικής
παραγωγής,
όπως φαίνεται
και από το
συνημμένο
πίνακά στο
παράρτημα.
Η
περαιτέρω
φιλελευθεροποίηση
του διεθνούς
εμπορίου, με
την κατάργηση,
από το 2005, της
επιβολής ποσοστώσεων
στις εισαγωγές
από τρίτες
χώρες, και ιδιαίτερα
από τις χώρες
της Άπω
Ανατολής, όπως
προβλέπεται
από την
Συμφωνία του
Π.Ο.Ε. για τα
κλωστοϋφαντουργικά,
αλλά και από άλλες
επιμέρους
διμερείς
συμφωνίες
μεταξύ των κρατών
μελών του Π.Ο.Ε.,
θα διευκολύνει
μεν την πρόσβαση
στις αγορές
των τρίτων
χωρών, αλλά θα
οξύνει ακόμη
περισσότερο
τον
ανταγωνισμό,
ιδιαίτερα στις
χώρες της Ε.Ε.
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΩΝ
Η
βιομηχανία
κλωστοϋφαντουργικών
στην Τσεχία είναι
σταθερά
προσανατολισμένη
στις εξαγωγές. Ο
έντονος
ανταγωνισμός
στις διεθνείς
αγορές και οι
ειδικοί
κανόνες που
διέπουν το
διεθνές εμπόριο
των προϊόντων
στη κλωστοϋφαντουργία
καθιστούν τον
κλάδο
εξαιρετικά ευαίσθητο.
Τα
αδύναμα σημεία
της Τσεχικής
κλωστοϋφαντουργίας
εντοπίζονται
αφενός στο
πεπαλαιωμένο
μηχανολογικό
εξοπλισμό της
πλειονότητας
των επιχειρήσεων
του κλάδου και
αφετέρου, στις
εξαιρετικά περιορισμένες
δυνατότητες
χρηματοδότησης
νέων
τεχνολογιών.
Τελευταία,
ο κλάδος
πέρασε από μια
φάση σημαντικών
αναδιαρθρώσεων.
Η
συνεχιζόμενη
ιδιωτικοποίηση
και η
συγκέντρωση
που
παρατηρείται
τα τελευταία
χρόνια,
φαίνεται να
αποδίδει
καρπούς καθώς
τα έσοδα από
τις πωλήσεις
των προϊόντων
του κλάδου
αυξήθηκαν κατά
30% σε τρέχουσες
τιμές μεταξύ 1994
και 2000, το δε 2001
έφτασαν τα 58 δισεκατομμύρια
Τσεχικές
Κορώνες (CZK), που
αντιστοιχεί σε
αύξηση κατά 4,7% σε
σχέση με το 2000.
Σημαντική
τόνωση στις
προσπάθειες
αναδιάρθρωσης
του κλάδου
έγινε από τον
Νόμο Νο.72/2000 για τα
επενδυτικά
κίνητρα, με
βάση τις
διατάξεις του
οποίου, δόθηκαν
κίνητρα για
επενδύσεις σε
οκτώ παραγωγούς,
συνολικού
ύψους 178
εκατομμυρίων
δολαρίων, που αναμένεται
να
δημιουργήσουν
περισσότερο
από 1000 νέες
θέσεις
εργασίας.
Εξάλλου,
οι ξένες
άμεσες
επενδύσεις
στην κλωστοϋφαντουργία,
ξεπέρασαν τα 6,5
δισεκατομμύρια
CZK
μεταξύ 1993 και 1999,
ενώ, μόνο το 2000,
έφτασαν τα 2
δισεκατομμύρια
CZK,
με τη Γερμανία
να κατέχει τη
πρώτη θέση, με
περισσότερο
από το ένα
τρίτο του
συνολικού
ποσού των
ξένων άμεσων
επενδύσεων,
σημαντικές δε
επενδύσεις
προέρχονται από
την Ιταλία,
Ιαπωνία και
Ταϊβάν.
Το
2002 άρχισε η
κατασκευή
γιγαντιαίας
μονάδας βαμβακερών
νημάτων,
κλωστοϋφαντουργικών
και ειδών ένδυσης,
στη βόρεια
Μοραβία
συνολικής
επένδυσης 183 εκ $
ΗΠΑ, και
προβλέπεται να
απασχολεί 2.500
εργαζόμένους.
Όπως
αναφέρθηκε
παραπάνω, ο
κλάδος της
κλωστοϋφαντουργίας
καθώς και
εκείνος των
ετοίμων
ενδυμάτων
έχουν σαφή
εξαγωγικό
προσανατολισμό
και παρουσιάζουν
εμπορικό
πλεόνασμα για
κάθε ένα από τα
χρόνια μεταξύ 1996
και 2001. Η αύξηση
των Τσεχικών
εξαγωγών
κλωστοϋφαντουργικών
προϊόντων το 2001
ήταν της
τάξεως του 9,5%
έναντι του 2000,
φτάνοντας τα 52.4
δις CZK. Αντίστοιχα,
οι εισαγωγές,
έφτασαν τα 50 δις CZK
το 2001 έναντι του 2000
(+4,7%),
παρουσιάζοντας
συνεχή άνοδο,
από το 1995.
Οι
κατηγορίες που
σημειώνουν τη
μεγαλύτερη
άνοδο στις
εισαγωγές,
είναι οι
χημικές ίνες
νέας γενιάς,
νέα μείγματα
ινών από
ανανεώσιμες
πρώτες ύλες,
όπως για
παράδειγμα
λινάρι και
κάνναβη, ίνες
από πολυεστέρα
και κυτταρίνη,
υφάσματα για
τη βιομηχανία αυτοκινήτου
και την
οικοδομική
δραστηριότητα
και
γενικότερα,
προϊόντα
υψηλής
ποιότητας, από
φιλικές προς
το περιβάλλον
πρώτες ύλες
και προοριζόμενα
για ειδικές
χρήσεις. Αντίθετα,
παρατηρείται
τάση μείωσης
των εισαγωγών
στις
συνθετικές
ίνες για την
βιομηχανία
πλεκτικής, στα
υφάσματα με
υψηλό ποσοστό
περιεκτικότητας
σε συνθετικές
ίνες και στα
χαλιά και παραδοσιακά
μάλλινα
υφάσματα.
Ως
προς τη
γεωγραφική
κατανομή του
εξωτερικού εμπορίου,
οι χώρες της Ε.Ε.
κατέχουν τη
μερίδα του
λέοντος, αφού
απορροφούν το 69,5%
περίπου του
συνόλου των
εξαγωγών της
Τσεχίας: 33,3 δις CZK
το 2000 και 37,5 δις CZK
το 2001. Οι
σημαντικότεροι
εμπορικοί
εταίροι της
Τσεχίας στον
τομέα αυτό,
είναι η
Γερμανία προς
την οποία κατευθύνεται
το 42% των
εξαγωγών
κλωστοϋφαντουργικών
προϊόντων και
η Ιταλία το 9%, ενώ
ακολουθούν η
Σλοβακία, η
Πολωνία και η
Αυστρία με
μικρότερα
ποσοστά.
Η
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
ΕΤΟΙΜΩΝ
ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ
Η
βιομηχανία
ετοίμων
ενδυμάτων στην
Τσεχία, καλύπτει
το 1,1% του συνόλου
του κύκλου
εργασιών της
μεταποιητικής
βιομηχανίας και
το 4,6% των
απασχολούμενων.
Κύρια
χαρακτηριστικά
της, είναι ο
υψηλός βαθμός
συνεργασίας με
εταιρείες του
εξωτερικού,
κυρίως από
χώρες της Ε.Ε., ο
καθαρά
εξαγωγικός της
προσανατολισμός
και η μεγάλη
εξάρτηση του
κλάδου από
εισαγόμενες
κλωστοϋφαντουργικές
ύλες, που
έφτασε το 40,7% της
συνολικής
κατανάλωσης, το
2001.
Και
στον κλάδο των
ετοίμων
ενδυμάτων,
κυρίαρχη είναι
η θέση των
επιχειρήσεων
που ελέγχονται
από ξένα
κεφάλαια.
Η
εξωστρέφεια
του κλάδου,
αποδεικνύεται
από το γεγονός
ότι το 2001, ο
δείκτης
εξαγωγών / εισαγωγών
ήταν 139,4% έναντι 160,4%
το 1995. Οι
συνολικές
εξαγωγές
αυξήθηκαν κατά
6% το 2000 έναντι του
1999, ενώ οι άμεσες
εξαγωγές
αυξήθηκαν κατά
26%, κυρίως εξ'
αιτίας της
αναζωπύρωσης
της ζήτησης των
προϊόντων του
κλάδου στις
αγορές του
εξωτερικού,
για να
σημειώσουν
ελαφρά μείωση 1,2%
το 2001.
Οι
χώρες της Ε.Ε.,
ήταν η πρώτη
κατηγορία
πελατών των
προϊόντων
ετοίμων
ενδυμάτων της
Τσεχίας με 84,1% των
εξαγωγών, το 2000
και 82,9%, το 2001. Την
πρώτη θέση
στους πελάτες
κατέχει η
Γερμανία, με 12
δις CZK, δηλαδή
το 56% περίπου της
συνολικής
παραγωγής της
Τσεχίας
ακολουθούμενη
από την Μεγάλη
Βρετανία με 7,5%
και την
Αυστρία, με 7.3%.
Ένα
από τα
θετικότερα
στοιχεία του
κλάδου των ετοίμων
ενδυμάτων της
Τσεχίας, είναι
ο υψηλός
βαθμός
ανταγωνιστικότητας
ως προς το
κόστος
παραγωγής. Έτσι,
παρά το
γεγονός ότι το
ανά λεπτό
κόστος εργασίας
αυξήθηκε από 4,0 CZK
το 1995 σε 4,99 CZK το 1999 (+2,38%),
το συνολικό
ανά λεπτό
κόστος
εργασίας εξακολουθεί
να είναι το ένα
τρίτο περίπου
του
αντίστοιχου
Γερμανικού. Αξίζει
δε να
σημειωθεί πως
η αύξηση του
κόστους εργασίας
συνοδεύτηκε με
αντίστοιχη
αύξηση της παραγωγικότητας,
γεγονός που
προσθέτει
ακόμα ένα θετικό
παράγοντα για
την
ανταγωνιστικότητα
της Τσεχική
βιομηχανίας.
Η
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ
ΕΙΔΩΝ
Η
βιομηχανία
δερματίνων
ειδών στην
Τσεχία είναι πλήρως
ιδιωτικοποιημένη
και καλύπτει
το 0,5% των εσόδων
του συνόλου
των πωλήσεων
της
μεταποιητικής βιομηχανίας
και το 1,4% των
απασχολούμενων.
Τα προβλήματα
που
αντιμετωπίζει
είναι κυρίως η
χαμηλή
διαθεσιμότητα
καλής
ποιότητας δερμάτων
(βοδιού) και η
διαχείριση των
απόβλήτων.
Η
συγκεκριμένη
βιομηχανική
δραστηριότητα
χωρίζεται σε
δύο είδη
παραγωγής, την
πρωτογενή
(βυρσοδεψία
και
επεξεργασία
δερμάτων) και
τη δευτερογενή
(κατασκευή παπουτσιών,
τσαντών,
ενδυμάτων,
αξεσουάρ κ.α).
Για
την πρώτη,
απαιτείται
υψηλή
κατανάλωση
ενέργειας και
πρώτων υλών
καθώς και
δαπανηρές
διαδικασίες
προκειμένου η
παραγωγή να
είναι φιλική
προς το
περιβάλλον. Η
δε
ανταγωνιστικότητα
της
επηρεάζεται
δυσμενώς από
την χαμηλή
ποιότητα των
πρώτων υλών. Πολλά
προϊόντα, και
κυρίως η
επεξεργασία
της επιφάνεια
τους, δεν
ανταποκρίνονται
στις
απαιτήσεις των
καταναλωτών,
με αρνητικές
επιπτώσεις
στις εισαγωγές
προϊόντων
βυρσοδεψιών
για εσωτερική
επεξεργασία.
Η
δευτερογενής
παραγωγή δεν
απαιτεί τόσες
επενδύσεις
όσες η πρωτογενής.
Έχει υψηλά
ποσοστά με
προϊόντα μη
μαζικής παραγωγής
(κατ' αποκοπή)
στις εξαγωγές
κυρίως προς
τις χώρες της
Ε.Ε. Αυτό είναι
θετικό για την
απασχόληση, αλλά
αρνητικό για
την
αποτελεσματικότητα
της παραγωγής.
Κατά
τη διάρκεια
του 2001 μειώθηκε ο
όγκος των
αποβλήτων,
γεγονός που
οφείλεται στην
μείωση της
πρωτογενούς
παραγωγής. Η
μείωση της
παραγωγής
είναι
αποτέλεσμα της
αλλαγής του
προσανατολισμού
της αγοράς
στην βιομηχανία
του δέρματος
και οδήγησε τόσο
στη μείωση των
εσόδων από την
πώληση των
δερμάτινων
προϊόντων όσο
και στην
μείωση του
αριθμού των
εργαζομένων.
Η
εξάπλωση των
φτηνών
ασιατικών
προϊόντων έχει
προκαλέσει
κορεσμό στις
ευρωπαϊκές
αγορές δερματίνων
ειδών
(υποδήματα και
ενδύματα),
ακόμη και των
πιο
ανεπτυγμένων
Ευρωπαϊκών
χωρών.
Το
φαινόμενο αυτό
έχει οδηγήσει
στην αλλαγή
του εμπορικού
προσανατολισμού
με την αύξηση
του ποσοστού
των πολυτελών
δερμάτινων
ειδών, στο
σύνολο των
προϊόντων. Η αλλαγή
στη παραγωγική
δομή
συνοδεύτηκε
από τη ζήτηση της
αγορά για
υψηλής
ποιότητας
προϊόντα.
Η
βιομηχανία
δερμάτινων
ειδών στην
Τσεχία είναι συγκεντρωμένη
στην περιοχή Zlin. Η
παραγωγή
παπουτσιών
έχει το
μεγαλύτερο
μερίδιο στο
εξωτερικό
εμπόριο της
βιομηχανίας
δερμάτινων
ειδών, που το 2001
έφτασε το 55,1%. Το
εμπορικό
ισοζύγιο των
δερμάτινων
ειδών ήταν πλεονασματικό
μέχρι το 1996. Από
το 1997 άρχισε να
καταγράφεται
έλλειμμα το
οποίο προκλήθηκε
αφ' ενός από την
μη
ικανοποιητική
προσαρμογή των
διαφόρων
τομέων στο
περιβάλλον της
αγοράς και αφ'
ετέρου από την
μείωση της
ανταγωνιστικότητας
της
πρωτογενούς παραγωγής
που δεν ήταν σε
θέση να
παρέχει την
απαιτούμενη
ποιότητα
δέρματος.
Από
το σύνολο των
εξαγωγών το 2001 το
59,9% των
δερμάτινων προϊόντων
κατευθύνθηκε
προς τις
Ευρωπαϊκές αγορές,
το οποίο ήταν
κατά 0,1%
χαμηλότερο από
το ποσοστό που
σημειώθηκε
κατά το 2000.
Οι
εξαγωγές των
δερμάτινων
ειδών το 2001
έφτασαν σε αξία
τα 9,4 δις CZK και
οι εισαγωγές
τα 15,7 δις CZK
σημειώνοντας
αύξηση σε
σχέση με το 2000
κατά 3,8% και 11,9% αντίστοιχα.
Ο
σημαντικότερος
εμπορικός
εταίρος της
Τσεχικής
βιομηχανίας
δερματίνων
ειδών είναι η
Γερμανία με
μερίδιο 22,3% στις
συνολικές
εμπορικές
ανταλλαγές και
ακολουθούν η
Ιταλία με
μερίδιο 17,8% και η
Κίνα με 10,7%.
ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ
ΣΧΕΣΕΙΣ
ΤΣΕΧΙΑΣ-ΕΛΛΑΔΑΣ
ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΩΝ
ΥΛΩΝ
&ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΠΟ
ΑΥΤΕΣ
Με
βάση τα
στατιστικά
στοιχεία της
τελευταίας τριετίας,
η
Ελλάδα
κατέχει το 1% της
Τσεχικής αγοράς
στο σύνολο των
εισαγόμενων
υφαντουργικών
υλών και
τεχνουργημάτων
από αυτές τις
ύλες, ενώ για τα
βαμβακερά
προϊόντα το
ποσοστό αυτό
ανεβαίνει στο 5%
για την ίδια
περίοδο.
Η
σύνθεση των
ελληνικών
εξαγωγών
υφαντουργικών υλών
και
τεχνουργημάτων
από αυτές τις
ύλες στην Τσεχία,
σύμφωνα με το
μέσο όρο της
τελευταίας
τριετίας είναι
η ακόλουθη:
(ειδικότερα
50% ακατέργαστο
βαμβάκι, 15%
βαμβακερά νήματα),
(ειδικότερα
15% πλεκτά ρούχα,
και 13% μη-πλεκτά
ρούχα),
Όπως
φαίνεται από
τα παραπάνω
στοιχεία οι
δυο πρώτοι
τομείς είναι
εκείνοι στους
οποίους
επικεντρώνεται
η ελληνική
εξαγωγική
προσπάθεια
καλύπτοντας το
93% του συνόλου
των Ελληνικών
εξαγωγών στον
τομέα των
υφαντουργικών
υλών και προϊόντων
(βλ. σχετικό
πίνακα).
Το
χαρακτηριστικό
της Τσεχικής
αγοράς σ'
αυτούς τους
κλάδους είναι
η σχετικά
μεγάλη
διασπορά, που κατακερματίζει
την αγορά σε
πολλά
κομμάτια, τα οποία
μοιράζονται
μεταξύ τους,
μεγάλος
αριθμός χωρών.
Στο
τομέα των
ενδυμάτων και
συμπληρωμάτων
του ενδύματος
τόσο για την
κατηγορία των
πλεκτών, όσο και
για την
κατηγορία των
λοιπών
ενδυμάτων,
πάνω από το 55% των
εισαγωγών
μοιράζονται
πέντε κύριοι
προμηθευτές
της Τσεχίας,
ενώ το υπόλοιπο
τμήμα της
αγοράς είναι
χωρισμένο σε
πολλά μικρά
μερίδια, που
αντιστοιχούν
σε ένα μεγάλο αριθμό
χωρών. Η Ελλάδα
κατέχει για
την μεν πρώτη
κατηγορία το 2% και
για την
δεύτερη το 1% στο
σύνολο των
Τσεχικών εισαγωγών
σε αυτά τα
προϊόντα.
Σε
γενικές γραμμές,
στην αγορά της
Τσεχίας
εισάγονται
ετησίως έτοιμα
ενδύματα,
πλεκτά και
άλλα, αξίας
περίπου 435 εκατ. $-ΗΠΑ
και αποτελούν
το 18% του συνόλου
των κλωστοϋφαντουργικών
υλών και
προϊόντων.
Όπως
φαίνεται και
από τους
πίνακες των
προμηθευτών
της Τσεχίας σε
ενδύματα οι
χώρες που
έχουν τα
μεγαλύτερα μερίδια
της αγοράς
είναι η Κίνα
και η Γερμανία. Η
Κίνα εξ' αιτίας
του φθηνού
εργατικού της
κόστους και η
Γερμανία εξ'
αιτίας της
γεωγραφικής
εγγύτητας της
και των καλών
εμπορικών
σχέσεων με την
γειτονική
Τσεχία. Σημαντικό
μερίδιο στην
Τσεχική αγορά
έχει η Ιταλία
αλλά και άλλες
γειτονικές
χώρες όπως η
Σλοβακία, η
Πολωνία και η
Ουγγαρία. Τέλος
αρκετά
ανταγωνιστικά
προϊόντα
προσφέρει και
η Τουρκία η
οποία από
άποψη
ποσότητας
είναι η δεύτερη
προμηθεύτρια
χώρα μετά την
Κίνα.
Η
ίδια εικόνα
ισχύει και
στις εισαγωγές
πρώτων υλών
κλωστοϋφαντουργίας
και
συγκεκριμένα
στις εισαγωγές
βαμβακιού. Το 60% του
εισαγόμενου
βαμβακιού στην
Τσεχική αγορά
εισάγεται από
έξι χώρες, ενώ
το υπόλοιπο 40%
της αγοράς
είναι
κατακερματισμένο
σε πολλά μικρά
μερίδια που
μοιράζονται
μεταξύ τους
περισσότερες
από 80 χώρες.
Στην
Τσεχία
εισάγεται
ετησίως
βαμβάκι αξίας
περίπου 250 εκατ. $-ΗΠΑ
που αποτελεί
το 10% των
εισαγόμενων
υφαντουργικών
υλών. Το 5% του
εισαγόμενου
βαμβακιού
προέρχεται από
την Ελλάδα.
Με
βάση τα
στατιστικά
στοιχεία της
τελευταίας τριετίας,
οι κυριότεροι
ανταγωνιστές
της Ελλάδας στην
Τσεχική αγορά
είναι η
Γερμανία η
οποία κατέχει
το 25% της αγοράς,
το
Ουζμπεκιστάν (10%),
η Ελβετία (10%) και η
Ιταλία (7%) και η
Ινδία (5%).
Στο
πίνακα των
κυριοτέρων
προμηθευτών
της Τσεχίας σε
βαμβάκι, που
παρατίθεται
στο τέλος του
εγγράφου,
παρατηρούμε
πως πάνω από 22%
των Τσεχικών
εισαγωγών
εισάγεται από
τις χώρες του
Καύκασου και
της πρώην
Σοβιετικής
Ένωσης. Το
βαμβάκι που
προέρχεται από
αυτές τις
χώρες είναι
πολύ πιο φθηνό,
εξ΄ αιτίας του
χαμηλότερου
εργατικού
κόστους.
Για
παράδειγμα το
βαμβάκι που
εισήχθηκε το 2002
στην Τσεχία
από το
Ουζμπεκιστάν
ήταν περίπου
τρεις φορές
περισσότερο σε
ποσότητα σε
σχέση με το
βαμβάκι που
εισήχθηκε από
την Ελλάδα, ενώ
σε αξία ανά
μονάδα κόστισε
περίπου ένα τέταρτο
λιγότερο από
το αντίστοιχο
Ελληνικό.
ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ
ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ &
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Με
βάση την
παραπάνω
ανάλυση
καταλήγουμε
στα ακόλουθα
συμπεράσματα
για την
βιομηχανία
κλωστοϋφαντουργικών
της Τσεχίας και
τις
δυνατότητες
που ανοίγονται
για νέες συνεργασίες
με Ελληνικές
επιχειρήσεις.
Κατ΄
αρχήν, ο νόμος 72/2000
δίνει τα
απαραίτητα
επενδυτικά
κίνητρα για
την ύπαρξη
συμπαραγωγών (Joint Venture)
στον
κλωστοϋφαντουργικό
τομέα μεταξύ
Ελληνικών και
Τσεχικών επιχειρήσεων.
Ένας
άλλος λόγος
που ευνοεί τη
συνεργασία
Ελληνικών και
Τσεχικών
εταιρειών θα
μπορούσε να
είναι ο υψηλός
βαθμός
ανταγωνιστικότητας
ως προς το κόστος
παραγωγής.
Ο
μέσος μισθός
στην Τσεχική
βιομηχανία
φτάνει περίπου
τα 500 Ευρώ, ενώ
στην Ελλάδα
είναι παραπάνω
από το
διπλάσιο. Περιθώρια
συνεργασιών
υπάρχουν τόσο
στον τομέα των
ετοίμων
ενδυμάτων όσο
και στον τομέα
των δερμάτινων
ειδών, και
κυρίως στο
σχεδιασμό των
προϊόντων (design)
στον οποίο
υστερούν οι
Τσεχικές
επιχειρήσεις.
Στον
δε τομέα των
δερματίνων
ειδών υπάρχουν
περιθώρια και
για την
εισαγωγή
πρώτων υλών
και κυρίως σε
δέρματα υψηλής
ποιότητας.
Επίσης
έχει
διαπιστωθεί η
ανάγκη στην
Τσεχία για την
μεταφορά
τεχνογνωσίας
που αφορά τη
διαχείριση
αποβλήτων των
βυρσοδεψιών
και της
επεξεργασίας
δερμάτων.
Στον
τομέα των
Τσεχικών
εισαγωγών
διαφαίνεται ανάγκη
για εισαγωγές
κλωστοϋφαντουργικών
υλών στο βαθμό
που η Τσεχική
βιομηχανία
ετοίμων ενδυμάτων
τους είναι
σταθερά
εξαρτώμενη από
κλωστοϋφαντουργικές
ύλες, οι
εισαγωγές των
οποίων φτάνουν
στο 40% της
συνολικής
κατανάλωσης
των εν λόγω
προϊόντων.
Ειδικότερα
για εισαγωγές
υψηλής
ποιότητας πρώτων
υλών, που
προορίζονται
για ειδικές
χρήσης φαίνεται
ότι υπάρχουν
αρκετά
περιθώρια και
αυξημένη ζήτηση.
Όπως
αναφέρθηκε και
παραπάνω
παρατηρείται
αύξηση στην
εισαγωγή
χημικών ινών
νέας γενιάς,
στα μείγματα
ινών από
ανανεώσιμες
πρώτες ύλες
(λινάρι, κάνναβη),
στις ίνες από
πολυεστέρα και
κυτταρίνη και
στα υφάσματα
για
βιομηχανική
χρήση και για
οικοδομικές
δραστηριότητες.
Τέλος,
η Τσεχική
αγορά είναι
ανοικτή για
την εισαγωγή
μηχανολογικού
εξοπλισμού και
την εφαρμογή
νέων
τεχνολογιών
για τα
εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας,
προκειμένου να
ανανεώσει τον ήδη
υπάρχοντα
πεπαλαιωμένο
εξοπλισμό της.
Από
τις Ελληνικές
εισαγωγές στην
Τσεχία διαπιστώνουμε
ότι οι Έλληνες εξαγωγείς
και παραγωγοί
δεν
εκμεταλλεύονται
τα περιθώρια
που τους δίνει
η Τσεχική
αγορά για εξαγωγές
και για
συνεργασίες,
και τα
Ελληνικά
προϊόντα με
εξαίρεση ίσως
το βαμβάκι,
κατέχουν ένα
πολύ μικρό
μέρος της
Τσεχικής
αγοράς.
Μετά
την πλήρη
ένταξη της Τσεχικής
Δημοκρατίας
στην Ε.Ε. (1.5.2004)
στην
Τσεχική
αγορά όλα τα
προϊόντα και
οι υπηρεσίες
θα κυκλοφορούν
ελευθέρα χωρίς
δασμούς ή άλλα
εμπόδια, όπως
συμβαίνει και
στις υπόλοιπες
χώρες-μέλη. Είναι η
κατάλληλη
χρονική στιγμή
για ανάπτυξη
συνεργασιών,
τώρα που η
αγορά δεν
είναι ακόμη
κορεσμένη.
Διανοίγεται
λοιπόν ο
δρόμος για
ακόμη
περισσότερες
συνεργασίες,
αρκεί να
υπάρχει
επιχειρηματική
βούληση και
ενημέρωση.
Πάντως,
όπως σε όλες
τις ξένες
αγορές, έτσι
και στην
Τσεχία, οι
προσπάθειες
των Ελλήνων
παραγωγών και
εξαγωγέων θα
πρέπει να
προσανατολιστούν
σε
εξειδικευμένα
προϊόντα,
υψηλής
ποιότητας και
νέας
τεχνολογίας,
για να
ελπίζουν σε
επιτυχία.
Τα
Ελληνικά
προϊόντα
μπορούν να
προβληθούν
στην Τσεχική
αγορά με τους
γνωστούς
τρόπους :
Επιπλέον,
οι
ενδιαφερόμενες
Ελληνικές
επιχειρήσεις
έχουν τη
δυνατότητα να
απευθύνονται
στο Γραφείο
μας, και να
ζητούν
καταλόγους Τσεχικών
επιχειρήσεων,
ώστε να έρθουν
σε απευθείας επικοινωνία
μαζί τους και
να εξετάσουν
τις δυνατότητες
συνεργασίας.
Πράγα,
Ιούνιος 2003
Το
παρόν αποτελεί
συνεργασία των
Ευάγγελου
Καβαζαράκη Μπέττυ
Λάρδα
Ακολούθου
Ο.Ε.Υ. Γραμματέα
Α' Ο.Ε.Υ.