ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
-Ι-
Ήξερα καλά το χαρακτήρα μου, τουλάχιστο έτσι πίστευα. Όταν ξέκοβα από
κάτι, δε γύριζα
πίσω, δεν άφηνα δεσμούς και γέφυρες. Χρησιμοποιήσαμε χίλιες μικροστρατηγικές
με το
Λεωχάρη για να λιγοστέψουμε τον πόνο της μέρας αυτής, αλλά ο χωρισμός
ήταν γεγονός,
μεγάλωνε με τα κύματα που έμπαιναν μεταξύ μας.
Στην Αλεξάνδρεια με περίμενε όλο το συγγενολόι, -για πολλούς απ' αυτούς
δεν είχα ακούσει
ποτέ. Έμεινα στο σπίτι της ξαδέρφης μου, που μόλις λίγες μέρες πριν
είχε γεννήσει ένα
χαριτωμένο κοριτσάκι.
Απότομα βρέθηκα σ' ένα περιβάλλον εντελώς διαφορετικό. Θά 'πρεπε νά
'μουν
ευχαριστημένη μια και αυτό αναζητούσα. Αλλά δεν ήμουν και θά 'παιρνε
καιρό μέχρι να
ξεθωριάσουν οι πρόσφατες εμπειρίες.
Ακόμα κι η πόλη ήταν εντελώς αλλιώτικη απ' ό,τι ήξερα ως τώρα. Ένιωσα
λιγάκι σαν
επαρχιώτισσα, παρ' όλο που κι η γενέτειρά μου φημιζόταν για τον πλούτο
της.
Η Αλεξάνδρεια είναι η πόλη των αντιθέσεων. Λαμπρή πνευματική κίνηση
και μαζί πλήρης
αδιαφορία των μαζών. Πολύς πλούτος δίπλα σε απερίγραπτη μιζέρια. Συνεχείς
προστριβές
ανάμεσα στους αντιμαχόμενους: χριστιανοί, Εβραίοι, Ρώμη. Δύσκολα καταλαβαίνεις
ότι η
Αίγυπτος είναι τμήμα της αυτοκρατορίας. Το ελληνικό στοιχείο είναι
έντονο -μόνο που δεν
ξέρω κατά πόσο είναι ελληνικό πια, εκτός βέβαια απ' το κύκλο του Μουσείου
που
παραμένει σχεδόν κλασικός. Και δίπλα του, δεκάδες άλλες μειονότητες
κλεισμένες στο
δικό τους τρόπο ζωής και σκέψης. Η Αλεξάνδρεια είναι μια παράξενη καταβολάδα,
που
φυτρώνει ανύποπτα σ' αυτό το έδαφος, αλλά φαίνεται δύσκολο ν' ανιχνεύσεις
τη ρίζα της.
Παράξενο ή όχι, σε μια πόλη που το Μουσείο της προσέλκυε φοιτητές απ'
όλο τον κόσμο,
εγώ τράβηξα τον αντίθετο δρόμο. Η Αντινόη και ο κύκλος της ακτινοβολούσαν,
αλλά εγώ
είχα από καιρό τυφλωθεί από το φως αυτό. Η σκέψη μου είχε οδηγηθεί
στο αδιέξοδο κι
έπρεπε ν' αλλάξω πορεία για να μη χάσω τον εαυτό μου. Άλλωστε οι συγγενείς
μου, μ' όλο
που αποτελούσαν μερικές απ' τις πιο γνωστές οικογένειες, άφηναν στη
φυσική τους εξέλιξη
τις δυναμικές που αναστάτωναν την αυτοκρατορία. Περίμεναν το νικητή
για να πάνε με το
μέρος του, όπως άλλωστε κάνουν οι περισσότεροι.
Για πρώτη φορά μπόρεσα να δω από κοντά μια οικογενειακή ζωή χωρίς προβλήματα.
Η
ξαδέλφη μου, η Διώνα, ήταν απλή κοπέλα. Δε τη φόρτωσαν φιλοδοξίες που
η ίδια δεν είχε.
Δεν έδειξε καμιά διάθεση για σπουδές κι ούτε προσπάθησε να μάθει κάτι
περισσότερο απ'
ό,τι χρειαζόταν για να μην μπερδεύει τη ζωή της. Παντρεύτηκε δεκαπέντε
χρονών, πριν
μάθει ότι θα μπορούσε και να πει όχι στη μητέρα της, και τώρα ένα χρόνο
αργότερα,
μοιάζει να έχει μια τόση ωριμότητα και σιγουριά που εγώ δε θα την αποκτήσω
ποτέ. Ζουν
ήσυχα με τη θεία μου, με μια γαλήνη που μ' εντυπωσίασε, γιατί δεν την
έχω συναντήσει
ποτέ ως τώρα, κυρίως στο σπίτι μου. Μπόρεσα να δω το γάμο σα θεσμό
σ' όλο του το κοινό
μεγαλείο κι ομολογώ ότι σε πολλά σημεία θαύμασα τη σοφία του, που μάλλον
θα την
απόχτησε μελετώντας χιλιάδες περιπτώσεις αποτυχημένης συμβίωσης σαν
τη δική μου.
Μπορεί να θέλω να πιστεύω ότι ο γάμος περιορίζει την προσωπική ελευθερία,
την
πρωτοβουλία και τα ενδιαφέροντα, αλλά ποιος είπε ότι οι άνθρωποι είναι
υποχρεωμένοι να
έχουν ελευθερία, πρωτοβουλία κι ενδιαφέροντα; Δεν είναι και δεν έχουν,
εκτός από μερικές
περιπτώσεις που συνήθως είναι αυταπάτες. Το μόνο που έχουν να κάνουν
οι πολλοί είναι ν'
ανοίξουν την πόρτα του θεσμού -ούτε και σ' αυτό απαιτείται πρωτοβουλία-
κι από κει και
πέρα δε χρειάζεται να νοιαστούν για τίποτα άλλο. Η κοινωνία έχει διαμορφώσει
για
λογαριασμό τους χιλιάδες άγραφους νόμους, μέσα από ένα μηχανισμό που
σκέφτεται γι'
αυτούς από αιώνες. Όσο για τους ανυπόταχτους αυτοί έχουν το δικαίωμα
να βασανίζονται
με την ελευθερία τους αρκεί να μη γίνονται επικίνδυνοι για την ανθρώπινη
κυψέλη... Ξέρω
πόσο δύσκολο είναι ν' ακολουθήσεις το δικό σου δρόμο. Πρέπει να τον
ανοίξεις με τα νύχια
σου μέσα από κακοτράχαλα τοπία. Στο τέλος αναρωτιέσαι πόσο άξιζε τον
κόπο που
πάλεψες μια ζωή, για να προχωρήσεις δυο πήχες...
Για δεύτερη φορά στη ζωή μου αποφάσισα ν' ακολουθήσω το δρόμο των πολλών.
Η πρώτη
ήταν από άγνοια της ζωής, η δεύτερη από υπερβολική επίγνωση. Ο επαναστάτης
που νόμιζα
ότι υπήρχε μέσα μου, ξεθύμανε, αφού πήγε ελάχιστα πιο πέρα απ' τους
άλλους επαναστάτες
των λόγων. Εκείνοι τουλάχιστο είχαν βρει το δρόμο τους. Ο κόσμος τους
ήταν τόσο
νεφελώδης που δε θα τους απογοήτευε ποτέ. Σε μένα ήταν φαίνεται πιο
υλικός, τον είδα
σπασμένο στα πόδια μου σαν ακριβό βάζο, και κατάλαβα ότι έπρεπε ν'
αλλάξω δρόμο, αν
ήθελα νά 'χω έδαφος να πατώ.
Παλιότερα δεν μπορούσα ν' ακούω για γάμο κι είχε πληρώσει γι' αυτό
οποιοσδήποτε άντρας
είχα συναντήσει. Αλλά ήμουν πια μακριά από την οικογένεια που με είχε
πληγώσει, όπως κι
από τις μεγάλες ιδέες. Ο χρόνος είχε αμβλύνει τις παιδικές μου εμπειρίες
και το παράδειγμα
της ξαδέλφης μου γέμιζε το ρήγμα μ' ένα υλικό ζεστό, προστατευτικό
και μαλακό σα μέλι,
που αφαιρούσε τον πόνο και την αντιπαράθεση.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Παλιότερα δεν ήθελα το γάμο, αλλά δεν είχα
αποφασίσει ότι δεν
ήθελα ένα παιδί. Όσο ο εαυτός μου με τραβούσε από τη μια άκρη στην
άλλη, δε με άφηνε να
ισορροπήσω και να δω τη ζωή μου σαν όλους τους ανθρώπους. Φυσικά παιδί
σημαίνει γάμος,
τουλάχιστο όσο ζούμε σ' αυτή την πρωτόγονη κοινωνία μας.
Στην Αλεξάνδρεια θαρρώ ότι κατάλαβα ότι μπορείς να τα βάλεις με τους
ανθρώπους και νά
'χεις κάποιες πιθανότητες να γλιτώσεις, αλλά δε μπορείς να τα βάλεις
με τη φύση
ατιμώρητα, όπως έλεγε η παλιά καλή Δωρίνα. Είσαι απλώς ένα εργαλείο
της, κουβαλάς
τους νόμους της μέσα σου, κι, όσο κι αν την παραπλανάς, στο τέλος θα
σε χτυπήσει. Δε
χωρούν μεγάλοι ηρωισμοί. Κι αν η φύση πολλές φορές είναι σκληρή, άδικη
κι
αντιανθρώπινη, είναι σίγουρο ότι αυτός που την έφτιαξε δεν ήταν ούτε
φιλόσοφος, ούτε
καλλιτέχνης. Ίσως γι' αυτό οι φιλόσοφοι κι οι καλλιτέχνες είναι οι
φανατικότεροι άθεοι.
Η επιθυμία μου να κάνω παιδί ήρθε απότομα κι έντονα στο σπίτι της Διώνας.
Θαρρώ ότι
ήταν κάποια στιγμή που, καθώς κρατούσα το μωρό στην αγκαλιά μου, αυτό
όρμησε στο
στήθος μου να βυζάξει. Ένιωσα ένα απερίγραπτα έντονο συναίσθημα. Το
σώμα μου
ανταποκρίθηκε σχεδόν ηδονικά σ' αυτή την κίνηση του μωρού. Μπορεί νά
'ταν απλώς ιδέα
μου, αλλά σήμαινε ότι είχε έρθει η ώρα να δοκιμάσω κάτι άλλο. Κατάλαβα
ότι είναι θέμα
χρόνου η υποταγή μου στη φύση. Δεν υπάρχει μηχανισμός που να μπορέσει
να γυρίσει πίσω
αυτή την ορμή, όπως δεν υπάρχει δύναμη που να εμποδίζει τα δέντρα να
καρπίζουν.
Σκέφτηκα τη σχέση μου με το Λεωχάρη. Πόσα άραγε από τα μαλώματα, τις
μελαγχολίες ή
την παράξενη συμπεριφορά, δεν είχαν στο βάθος -πέρα απ' τις επιφανειακές
εξηγήσεις με
τις οποίες τα είχα ντύσει- αυτή την τάση μου να αγνοήσω τη φύση;
Είχα ακούσει τα ίδια λόγια άπειρες φορές. Για πρώτη φορά με έπειθαν,
γιατί τώρα ήθελα
να πειστώ:
"–Πρέπει να παντρευτείς, Κλαυδία", μου είπε μια μέρα η Διώνα. "Έχεις
τόση ομορφιά, τόση
εξυπνάδα, τόση ευγένεια και κατανόηση που δεν έχεις δικαίωμα να μην
κάνεις ένα παιδί
για να του τα δώσεις".
Ανοησίες. Όλοι κάνουν παιδιά ακόμα κι όταν δεν έχουν τίποτα αξιόλογο
να διαιωνίσουν,
και συνήθως αυτοί κάνουν τα πιο πολλά. Απλώς ακολουθούν το δρόμο που
χάραξε για όλα
τα ζωντανά η φύση κι εγώ θα έκανα το ίδιο, είτε εύρισκα προφάσεις,
είτε όχι.
Η Αλεξάνδρεια ήταν γεμάτη από νεαρούς που ήθελαν να παντρευτούν κι
αυτό είναι το
πρόβλημα κάθε κοπέλας που είναι σχεδόν συμπαθητική -ποιον να διαλέξει.
Η ξαδέλφη μου
κι ο άντρας της είναι ιδιαίτερα κοινωνικοί, όπως όλα τα ζευγάρια που
είναι απλά και που,
μετά από λίγο διάσημα γάμου, δεν έχουν πια τι άλλο να πουν μεταξύ τους.
"–Κλαυδία, αποφάσισε γρήγορα", με πείραζε ο άντρας της Διώνας. "Σε
λίγο θά 'χεις εχθρούς
όλους τους νεαρούς της Αλεξάνδρειας, εκτός από έναν".
"–Πριν διαλέξω τον ένα, θα τους βάλω να ορκιστούν ότι θ' αποδεχτούν
την εκλογή μου. Θα
το κάνουν μια και καθένας θα ελπίζει ότι θάναι εκείνος ο εκλεκτός.
Παλιό τέχνασμα, αλλά
κι ο κόσμος μπορεί νάναι παλιός ακόμα!"
Πάντως τα έθιμα εδώ είναι έντονα ανατολίτικα: η πρόταση πρέπει να γίνει
όχι απ' ευθείας
στη γυναίκα, αλλά στον πλησιέστερο άντρα συγγενή, κοντολογίς στον άντρα
της ξαδέλφης
μου.
"–Και τί γίνεται αν η πρόταση γίνει απ' ευθείας σε μένα;" τον ρώτησα
μια μέρα.
Έξυσε αμήχανα το κεφάλι του:
"–Τότε δεν είναι πρόταση για γάμο. Μπορεί να πεις ναι ή όχι, αλλά δε
θά 'θελα να μάθω
τίποτα παραπέρα".
Τα πράγματα έμοιαζαν αυστηρά εδώ. Αποκλείεται να ήταν έτσι για όλους,
αλλά η
οικογένεια της θείας μου φημιζόταν για τις αυστηρές ρωμαϊκές αρχές
της. Η ίδια είχε μείνει
χήρα νιόπαντρη ακόμα και για ν' αντέξει στους πειρασμούς, είχε βάλει
τόσο αυστηρές
αρχές που θα τις ζήλευαν κι οι μανάδες των Σαβίνων.
Δεν είπα τίποτα κι ευχήθηκα να μη μάθουν ποτέ για τη ζωή μου στο Ναό.
Η ζωή είναι αστεία, αλλά κανείς δεν έχει συμβόλαιο ότι δεν έπρεπε νά
'ναι. Χάραξα το
γάμο μου με τη λογική. Ο έρωτας είναι για την εφηβεία, για τα νιάτα,
όταν οι δυνάμεις είναι
ακμαίες κι αντέχουν, αλλά όχι για όλη τη ζωή. Κι οπωσδήποτε όχι για
πρακτικά θέματα,
όπως είναι η ανατροφή του παιδιού σε ήρεμο περιβάλλον. Η σχέση μου
με το Λεωχάρη
ήταν έρωτας, μια αρρώστια των νέων, αλλά δε θα μπορούσε να λύσει κανένα
από τα
καθημερινά προβλήματα που έρχονται αργότερα. Το ότι δεν προσπάθησε
είναι ίσως μια
απόδειξη. Οι έρωτες είναι για να τους αναπολούμε στα γηρατειά και νά
'χουμε την
ψευδαίσθηση ότι δεν πήγε όλη η ζωή δεμένη σαν άλογο σε μαγκανοπήγαδο
με ορατότητα
μηδέν.
Μπορεί να μοιάζω κάπως κυνική, αλλά δεν παύω νά 'μαι γνήσιο τέκνο της
εποχής μου.
(Σίγουρα ο Φίλωνας τώρα θα μου καταλόγιζε ότι εγκατέλειψα πια το ελαφρυντικό
της
νεαρής ηλικίας με αυτό των κοινωνικών συνθηκών...)
Έτσι λοιπόν δε διάλεξα για σύζυγο κανένα φιλόσοφο, καλλιτέχνη ή επιστήμονα,
αλλά, τον
Κουΐντο, ένα ρωμαίο μεγαλέμπορο σιτηρών (όπως ακριβώς και η γιαγιά
μου πριν από μισό
σχεδόν αιώνα, βίοι παράλληλοι), που είχε όλα τα προσόντα που ήθελα,
χωρίς κανένα
φανερό μειονέκτημα. Υπάρχει ένα παλιό ρωμαϊκό ρητό που λέει ότι τη
ζωή πρέπει να τη
χαράζεις με το μυαλό και να την ακολουθείς με την καρδιά. Κι αυτό ακριβώς
προσπάθησα
να εφαρμόσω.
Η τελετή του γάμου ήταν μεγαλοπρεπέστατη κι άφησε εποχή. Τώρα που το
ξανασκέφτομαι,
θυμάμαι ότι δεν είχα αποφύγει να κάνω μια κυνική παρατήρηση στον εαυτό
μου: την εποχή
που υπήρχε ο έρωτας στη ζωή μου, δεν είχε γίνει καμιά τελετή, ενώ τώρα,
που παντρευόταν
το συμφέρον με τον κομπασμό για την ομορφιά, η τελετή ήταν πομπώδικα
μεγαλειώδης.
Κάθε φορά που στο παρελθόν έβλεπα τέτοιους γάμους -και δε γλίτωσα να
κάνω το ίδιο και
με το δικό μου-, ένιωθα την αφέλεια των ανθρώπων που μέσα από το πομπώδες
θέλουν να
κρύψουν το γεγονός ότι οι πιο πολλές απ' αυτές τις σχέσεις θα καταλήξουν
σε λίγα χρόνια
σε διαζύγιο ή σε λιγότερο επίσημη, αλλά το ίδιο πλήρη αποτυχία...
Μ' όλο που τον έβλεπα σα μια ξένη τελετή, στη μνήμη μου έχει αποτυπωθεί
με κάθε
λεπτομέρεια η τελετουργία, ένας συγκερασμός ελληνορωμαϊκών εθίμων που
έπρεπε να
ακολουθηθούν στην εντέλεια για να έχει καλό ριζικό το ζευγάρι: πρώτα
η επίκληση κι οι
σπονδές στους γαμηλίους θεούς, στο Τέλειο Δία, την Τελεία Ήρα, την
Ευκλεή Πειθώ, την
Άρτεμη. Ύστερα το νυμφικόν λουτρόν με νερό που έπρεπε να φέρει από
ειδική πηγή η
αμφιθαλής λουτροφόρος. Η θεία μου και ο ξάδελφός μου, που αντικαθιστούσαν
τους ρόλους
των γονιών μου στα έθιμα, έπρεπε να με παραδώσουν στο γαμπρό και αυτός
στη συνέχεια
να με οδηγήσει στο σπίτι του εφ' αμάξης. Το δείπνο ήταν βέβαια πολυτελέστατο,
αλλά αντί
για σιταρένειο ψωμί χρησιμοποιύσαν πέμματα από σουσάμι για να είναι
καρπερή η νύφη.
Κατά τις πρωινές ώρες το ζευγάρι οδηγείται στο θάλαμό του, όπου για
πρώτη φορά η νύφη
βγάζει το βέλο της (γιατί γράφω στο τρίτο πρόσωπο;), συνεχίζει όμως
να το φορά μπροστά
στους άλλους μέχρι να τελειώσουν τα επαύλια, οι τριήμερες προσφορές
δώρων.
Αλλά παρά το λαμπρό τελετουργικό και τους καλούς οιωνούς -που θαρρούσα
ότι
αναγκαστικά έβγαιναν από το λογικό προγραμματισμό μου- ο γάμος μας
ήταν άτυχος, σα να
'πρεπε να επιβεβαιωθεί ο ενδόμυχος φόβος μου ότι τα μεγάλα γεγονότα
είναι πέρα από τη
λογική και ότι το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να ευχηθείς "καλή
τύχη" ή να
προσευχηθείς, όπως κάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια ο κόσμος.
Δε μπορούσαμε να κάνουμε παιδί, παρά τις προσπάθειες των δυο μας, των
γιατρών και των
κομπογιαννιτών. Είχα αρχίσει να υποπτεύομαι ποιος ήταν ο αίτιος: ήταν
η ζωή μου στο
Ναό, και άρχισα να καταλαβαίνω ότι το παρελθόν άρχισε να με τιμωρεί
κι ίσως με
περίμεναν σκληρότερες τιμωρίες στο μέλλον.
Δεν είχα ακόμα ρήξεις με τον Κουΐντο, αλλά ήξερα ότι στο μέλλον θά
'χα. Η ομορφιά μου
υποτίθεται ότι αστραποβολούσε για την ώρα και η μελαγχολία, που είχε
περάσει πάνω της,
ίσως μου έδινε μια λάμψη ακόμα πιο ελκυστική. Δε χρειαζόταν όμως να
φτάσω στο γκρεμό
για να δω το αδιέξοδο. Η σχέση ήταν καταδικασμένη. Την είχα φτιάξει
για ένα
συγκεκριμένο σκοπό κι είχα αποτύχει. Μ' όλο που ο Κουΐντος μου φερνόταν
ακόμα με
σεβασμό, δε θα αργούσε η ώρα που θα μ' έβαζε σε δεύτερη μοίρα. Με είχε
διαλέξει για
μητέρα των παιδιών του -του παιδοποιείσθαι γνησίως- και για την ομορφιά.
Το πρώτο είχε
κιόλας καταργηθεί, το άλλο δε θα υπήρχε σε μερικά χρόνια.
Αποφάσισα να ξαναπιάσω τη ζωή στα χέρια μου και να της αλλάξω πορεία,
τώρα που
ήμουν ακόμα απλώς τραυματισμένη. Άλλη μια φορά έπρεπε να ξεκινήσω για
το άγνωστο.
Πήρα συναίνεση και χωρίσαμε, ευτυχώς χωρίς πάθος, σα μια εταιρεία που
διαλύθηκε κατά
το νόμο.
Η Αλεξάνδρεια δε με χωρούσε πια. Κάθε γωνιά της μου θύμιζε μια μεγάλη
κι αθεράπευτη
αποτυχία, που έπρεπε να βιαστώ να ξεχάσω ή έστω να συμβιβαστώ μόνιμα
μαζί της. Ο
τόπος που είχα νομίσει ότι θα με βοηθούσε να γλιτώσω από το παρελθόν
μου είχε προσθέσει
ένα ακόμα φορτίο, βαρύτερο. Ούτε με συγκινούσε ο ρόλος της όμορφης
ζωντοχήρας που
τόσο έχει εμπνεύσει με ανεκδοτολογία τη λαϊκή παράδοση. Κι η ζωή φαίνεται
ότι είναι πιο
περίπλοκη από το να κερδίζεις στα καλλιστεία ή να ποζάρεις για κάποιο
άγαλμα.
Δεν είχα πού να πάω. Ο κόσμος είναι γεμάτος δρόμους που δεν τελειώνουν
πουθενά. Όχι, δε
σκέφτηκα να γυρίσω στην πατρίδα. Δεν ήθελα να βάλω, τη μια πάνω στην
άλλη, δυο
αποτυχίες.
Η λύση ήταν η Αθήνα ή η Ρώμη. Στην Αθήνα, ο Φίλωνας θα με βοηθούσε
σίγουρα, αλλά δεν
ήθελα να του δείξω την αποτυχία μου, όχι στο Φίλωνα. Προτίμησα τη Ρώμη,
όχι γιατί όλοι
οι δρόμοι οδηγούσαν εκεί, αλλά γιατί ήταν ουσιαστικά ο μόνος που απόμεινε
ανοιχτός. Ο
πατέρας είχε κάποιους συγγενείς, δεν ήταν κοντινοί, αλλά ασφαλώς θα
με βοηθούσαν τον
πρώτο καιρό, ίσα να στηριχτώ στα πόδια μου.
Ευτυχώς είχα αρκετή περιουσία ακόμα και ένα υγιή σεβασμό για το τι
σημαίνει χρήμα.
Έτσι δε θα ένιωθα τον εξευτελισμό και την ταπείνωση παραπάνω απ' όσο
μού 'λαχε. Κι ο
πρώην άντρας μου, όσο κι αν ήταν σκληρός στο εμπόριο, μου παραχώρησε
ένα επίδομα για
τον πρώτο καιρό, παράλληλα με την επιστροφή της φερνής. Το είχα αρνηθεί
με όλη μου τη
δύναμη για να ξεχάσω την υπόθεση, αλλά φαίνεται ότι δεν ήμουν πια τόσο
δυνατή. Ο
Κουΐντος επέμεινε, σα να 'ταν αυτός ο υπαίτιος για το χωρισμό.
Δεν ήθελα να φύγω απ' την Αλεξάνδρεια χωρίς να βρεθώ ούτε μια στιγμή
στο Μουσείο της,
τον πνευματικό φάρο της πόλης. Θά 'ταν ντροπή για την οποία δε θα μπορούσα
να
δικαιολογηθώ, αν κάποτε η ζωή ξαναγινόταν πιο βιώσιμη. Παρ' όλα τα
προσωπικά μου
προβλήματα, ο κόσμος γύρω εξακολουθούσε να υπάρχει και καλά θά 'κανα
να τον λαβαίνω
υπ' όψη μου.
Το άφησα για την προτελευταία μέρα πριν απ' το ταξίδι, ίσα για να φύγω
με μια καλή
εντύπωση, έχοντας δει ό,τι πιο λαμπρό είχε να παρουσιάσει η πόλη αυτή
εδώ και αιώνες.
"Στην Αλεξάνδρεια νομίζεις ότι βρίσκεσαι στην Αθήνα", μου είχε πει
κάποτε ο Φίλωνας, "αλλά
μόλις λίγα στάδια πιο κει υπάρχει μια άλλη πόλη, ξένη κι άγνωστη. Ο
περίφημος Ελληνισμός της
Αιγύπτου χρειάστηκε μόνο μερικά στάδια γης για να φυτρώσει, να καρποφορήσει
και να
μεγαλουργήσει".
Να λοιπόν που βρίσκομαι κι εγώ, σ' αυτά τα ανεπανάληπτα δέκα ή είκοσι
στάδια, με μια
σκέψη του Φίλωνα στο νου μου και με μια διάθεση να φύγω όσο το δυνατό
πιο μακριά.
Χάζεψα κάμποσο γυρίζοντας στην πόλη ώσπου να φτάσω στο Μουσείο.
Θα μπορούσε νά 'ναι ωραία πόλη η Αλεξάνδρεια. Έχει σπάνια ρυμοτομία,
εξαιρετική θέση,
θαυμάσια θάλασσα. Αλλά η ομορφιά της έχει περιοριστεί σε κλειστούς
θύλακες που
πνίγονται σε μια έρημο από χαμόσπιτα. Το σπίτι μας είναι -ήταν μάλλον-
στο Βρύχειο, στο
ανατολικό λιμάνι μια περιοχή που δεν είναι η ωραιότερη, αλλά έχει λιγότερες
αντιθέσεις.
Νόμιζα ότι ήξερα την πόλη αλλά τώρα καταλάβαινα ότι ήξερα μόνο μερικά
σημεία της, τα
πιο εντυπωσιακά, όπως ο κενός περιηγητής. Είχα επισκεφτεί το Φάρο,
είχα σεργιανίσει στο
Επταστάδιο, είχα προσκυνήσει το Μαυσωλείο του Αλέξανδρου και τους τάφους
των
Πτολεμαίων, είχα θαυμάσει το Ποσειδώνιο, είχα ψωνίσει στο Εμπόριο και
είχα βρεθεί σε
καμιά πενηνταριά βίλες σ' όλη την πόλη. Αλλά όλα αυτά δεν ήταν παρά
ψηφίδες σ' ένα
άγνωστο μωσαϊκό που δεν το είχα προσέξει, ούτε μ' ενδιέφερε ιδιαίτερα.
Η πολυκοσμία ήταν κάτι που με είχε εντυπωσιάσει από την πρώτη στιγμή
στην
Αλεξάνδρεια. Χωρίς να σπρώξεις δεν προχωράς βήμα. Κι ίσως να είναι
η μόνη πόλη που οι
πλούσιοι έχουν δούλους ειδικά για να σπρώχνουν και να τους ανοίγουν
δρόμο στην
πολυκοσμία. Στη Λιβύη παραξενεύονται πώς μαζεύτηκε τόσος κόσμος σε
μια μικρή περιοχή
χωρίς να βουλιάξει το Δέλτα... Στο δρόμο ακούς όλες τις γλώσσες του
κόσμου, όλες
αναμιγμένες με ελληνικά σε κάθε δεύτερη φράση.
Πέρασα μπροστά απ' την Κατηχητική Σχολή. Εδώ οι χριστιανοί δεν κρύβονται.
Έχουν τις
σχολές τους και κανένας έπαρχος δεν τόλμησε να τα βάλει σοβαρά μαζί
τους -τουλάχιστο
όχι χωρίς να το πληρώσει. Η Κατηχητική είναι ένα θαυμάσιο χτίριο, μια
πρόκληση των
χριστιανών κατά του Μουσείου. Έχει κιόλας βγάλει τον Κλήμεντα και τον
Ωριγένη. Λένε
ότι κανένας φιλόσοφος δεν τόλμησε να τα βάλει με τον τελευταίο -γιατί
θάπρεπε πρώτα να
διαβάσει το έργο του, κάπου 6000 τόμους. Όσο για τους χριστιανούς προτίμησαν
να τον
αφορίσουν, γιατί, ως φαίνεται, σκέφτηκαν ότι αποκλείεται να μην υπάρχει
τίποτα το
αιρετικό σε τόσο ογκώδες έργο.
Η αφρόκρεμα του πνεύματος έχει οχυρωθεί σ' αυτά τα δυο κτίρια -το Μουσείο
και την
Κατηχητική- και πολεμάει. Άκουσα για κάποιον σοφιστή που διδάσκει και
στις δυο σχολές
και φυσικά μιλάει και αποδείχνει τα αντίθετα. Λένε ότι είναι τόσο τρομερός
στα
επιχειρήματά του που καθένα απ' τα ιδρύματα τον θεωρεί δικό του και
δεν τολμά να τον
εγκαταλείψει για χάρη του άλλου. Φαίνεται ότι είναι να δούμε κι αυτό
στις μέρες μας όπου
το παν αλλάζει, αλλά κανείς δεν ξέρει προς τα πού πάει.
Φυσικά υπάρχει φανατισμός που ξεσπάει συχνά με όχι λίγα θύματα. Ο προηγούμενος
έπαρχος, για να καταπραΰνει τα πνεύματα, θεώρησε σωστό σαν έσχατη προσπάθεια,
να
χτίσει στην Ελεφαντίνη το Ναό Όλων των Θεών, αποφεύγοντας βέβαια να
το ονομάσει
Πάνθεον. Είναι ένα οικοδόμημα-τέρας, γιατί έπρεπε να ταιριάζει με τα
τελετουργικά όλων
των θρησκειών. Μια φορά κάθε χρόνο τελούν τη γιορτή του Υπέρτατου Όντος,
-με την
απουσία των χριστιανών για τους οποίους κυρίως χτίστηκε. Υπάρχει, απ'
ό,τι ακούω
τελευταία, η σκέψη να καταργηθεί ο γιορτασμός αυτός, γιατί δε χρησιμοποιείται
παρά σαν
αφορμή για μερικές δεκάδες νυχτερινά μαχαιρώματα.
Μ΄αυτές τις σκέψεις έφτασα στο Μουσείο, σπάζοντας τη σιωπηρή αυτοσύμβαση
που
φαίνεται ότι είχα τα τελευταία χρόνια να μην πατήσω πόδι σε φιλοσοφικό
έδαφος. Χάζεψα
για ώρα το λαμπρό χτίριο κι ένιωσα κάποιο χτυποκάρδι σα να είχα ερωτική
συνάντηση.
Ίσως να μην ήταν αναίτια αυτή η απαγορευτική σύμβαση που είχα υποχρεώσει
τον εαυτό
μου να υπογράψει....
Για αιώνες οι σοφοί μάζευαν συγγράμματα απ'όλο τον κόσμο. Μερικά είχαν
κοστίσει
περισσότερο από το βάρος τους σε χρυσάφι. Για μερικά είχαν σταλεί ειδικές
αποστολές
στην άκρη της γης και είχαν ξοδευτεί ολόκληρες περιουσίες. "Δε βαριέσαι,"
σκεφτόμουν, "η
αξία είναι υπόθεση κάθε εποχής. Σε λίγο μπορεί να μην αξίζουν ούτε
το χαρτί τους, μισό
σηστέρι. Ή ακόμα χειρότερα, ούτε τη στάχτη τους." "Είμαστε απαισιόδοξοι
κι αυτό μάς
επιτρέπει να βλέπουμε ξεκάθαρα το μέλλον", μου είχε γράψει κάποτε ο
Φίλωνας. "Οι
περισσότεροι δε βλέπουν τίποτα από αυτό που έρχεται, γιατί δε θέλουν
να το δουν. Μερικοί
προβάλλουμε την απαισιοδοξία μας στο μέλλον και φοβάμαι ότι προβλέπουμε
σωστά". Παράξενα
λόγια αυτά νά 'χουν γραφτεί από το Φίλωνα.
Αυτές τις μέρες όλο τον θυμούμαι. Ίσως γιατί φεύγω και θέλω να κουβαλήσω
τη σκέψη του
μαζί με τα λίγα υπάρχοντά μου.
Ανέβηκα τις σκάλες του κτιρίου. Τα μαρμάρινα σκαλιά είναι μισοφαγωμένα
από χιλιάδες
σανδάλια που έχουν συρθεί πάνω τους για αιώνες. Δύσκολο θέμα η γνώση.
Πρέπει να
φαγωθούν άπειρα σκαλιά μέχρι να σηκωθεί ψηλότερα ο άνθρωπος.
Κάποια τάξη σχόλασε και βγήκε μια θορυβώδης παρέα φοιτητών λογομαχώντας.
Ήταν
ζωντανή η Σχολή αυτή, δεν είχε τίποτα από την παγωμάρα της "δικής"
μου. Όταν είναι να
πεθάνει, θα πεθάνει ορθή.
Βιάστηκα να προλάβω μια συμπαθητική φοιτήτρια και να τη ρωτήσω πού θα
μπορούσα να
δω την Αντινόη.
"–Σε λίγα λεφτά θα μπορείς να τη δεις στο γραφείο της στο βάθος του
διαδρόμου", μου είπε
βιαστικά και βιάστηκε να τρέξει στην παρέα της.
Ουσιαστικά δεν είχα να της πω τίποτα. Οι φιλοσοφίες δεν τελειώνουν
ποτέ. Αλλά ήξερα
ότι γνώριζε το Νικοσθένη κι ένιωθα την υποχρέωση να μάθω κάτι γι' αυτόν.
Πήγα στο βάθος
του διαδρόμου μη έχοντας ακόμα αποφασίσει αν άξιζε η όλη υπόθεση τον
κόπο να
περιμένω...
Κάποιος μ' έπιασε από τον ώμο:
"–Τώρα μπορώ να σε δω, νεαρή μου κυρία", έκανε η κοπέλα που είχα ρωτήσει
πιο πριν. "Δε
χρειάζεται να μου πεις βέβαια ότι δεν είσαι απ' αυτή την πόλη, ή ότι
έρχεσαι πρώτη φορά
στο Μουσείο!"
Η όμορφη κοπέλα ήταν η Αντινόη! Είχα ακούσει ότι ήταν νέα, ότι ήταν
εξαιρετικά όμορφη,
αλλά δε θα μπορούσα να φανταστώ ότι το απλό κορίτσι που ήταν μπροστά
μου, μόλις λίγο
μεγαλύτερό μου, ήταν αυτό που η Ανατολή αποκαλούσε "άστρο της Αλεξάνδρειας".
Φορούσε ένα απλό φόρεμα, δεμένο με μια φτηνή πόρπη στη μια ωμοπλάτη
κι άφηνε να
φαίνεται ένας τέλειος λαιμός. (Αν την έβλεπε ο παλιός μου φίλος, ο
Ιούλιος ή "Σταυρός του
Νότου", σίγουρα θα την ερωτευόταν, τουλάχιστο τότε που είχε ακόμα αδυναμία
στα μαλλιά
-ξανθοίσι βοστρύχοισι εύκοσμος κόμη-, τις τραχηλιές των γυναικών και
στις εκμυστηρεύσεις
του σε μένα).
Η Αντινόη με κοίταξε παράξενα. Οπωσδήποτε δεν είχα έρθει εδώ για να
σταθώ μπροστά
της να σκεφτώ τους παλιούς φίλους μου. Ένιωσα αφελής και προσπάθησα
να της εξηγήσω
το λόγο της παρουσίας μου.
"–Η προφορά σου θυμίζει Μικρά Ασία", έκανε. "Ελα να μας πεις κάποιο
νέο από την
πρωτεύουσα του κράτους..."
Τώρα ήταν πια εντελώς σίγουρο ότι είχα κάποια παράξενη προφορά. "Η
φωνή σου έχει μια
μουσικότητα που θυμίζει Σαπφώ και Όμηρο", μου είχε πει κάποτε ο Φίλωνας
(τον οποίο θαύμαζα
για την κλασική, αττική, προφορά του -ανάμεσα στα άλλα) και είχα την
υποψία ότι αυτό
ήταν μια φιλική ειρωνεία. Όσο για την πρωτεύουσα ήξερα ότι ο αυτοκράτορας
την είχε
μεταφέρει στη Νικομήδεια για να σώσει από κει τον κόσμο, αλλά πέρα
απ' αυτό δεν ήξερα
τίποτα άλλο. Ένιωθα μάλλον σαν επαρχιωτοπούλα παρά σαν πρωτευουσιάνα.
Μπήκαμε στο γραφείο της και της μίλησα για το Νικοσθένη. Ναι, τον ήξερε
πολύ καλά.
Όχι, έχει ν' ακούσει γι' αυτόν πάνω από δύο χρόνια, ο Νικοσθένης πάντα
ξεχνάει τους
παλιούς φίλους. Πάντως ήξερε ότι είχε φτιάξει στην Έφεσο ένα άγαλμα
για την Αφροδίτη
που πολλοί το θεωρούσαν το καλύτερό του δημιούργημα κι ίσως το καλύτερο
της τελευταίας
εκατονταετίας. Είχα νιώσει σαν επαρχιωτοπούλα και έπρεπε να ανεβάσω
το κύρος μου για
να αισθανθώ ότι είμαι κάτι μπροστά σ' αυτό το πλάσμα που το λάτρευε
η μισή Αλεξάνδρεια
και το μισούσε η άλλη μισή.
"–Είχα ποζάρει γι' αυτό το άγαλμα..." είπα δειλά, από φόβο μήπως το
πάρει για κομπασμό.
Έδειξε κατάπληκτη.
"–Εσύ είσαι λοιπόν η περίφημη Κλαυδία!", έκανε με ενθουσιασμό. Ήρθε
κοντά μου και με
αγκάλιασε με τόση θέρμη που με ξάφνιασε. Φαίνεται ότι ήταν πραγματικά
καλοί φίλοι με
το Νικοσθένη. Ένιωσα ικανοποίηση από την έκπληξή της, σα να 'μουνα
κι εγώ κάτι
μπροστά της.
"–Είσαι επίσης η περίφημη Κλαίρη, για την οποία μου έχει γράψει όχι
λίγες φορές ο
Φίλωνας!"
Ήταν η σειρά της να με κατακεραυνώσει, μια και καλή.
"–Ξέρεις το Φίλωνα;" τη ρώτησα.
"–Όσο λίγους ανθρώπους στον κόσμο! Θα σου είχε πει ασφαλώς ότι έμεινε
στην
Αλεξάνδρεια για κάμποσα χρόνια... Ένας από τους καλύτερους φίλους μου...
Δεν
καταλαβαίνω μόνο, γιατί χρειάζεται να αυτοεξορίζεται από καιρό σε καιρό.
Ξέρεις βέβαια
ότι τώρα είναι στην Αθήνα. Εδώ θα μπορούσε να κάνει το ίδιο καλή δουλειά
και νάναι
ανάμεσα σε φίλους."
Ήξερα ότι ο Φίλωνας είχε ζήσει στην Αλεξάνδρεια. Μού 'χε πει πολλά
για την πόλη αυτή.
Αλλά δε μου είχε μιλήσει ποτέ συγκεκριμένα για την Αντινόη. Ούτε ότι
ήταν τόσο καλοί
φίλοι...
Τελικά δεν ήξερα για κείνον περισσότερα από αυτή. Ασφαλώς αλληλογραφούσαν.
Άρχισα να καταλαβαίνω, όχι χωρίς έκπληξη ότι αυτή ήταν η μαθήτρια για
την οποία ο
Φίλωνας "είχε μετανιώσει, όπως κι εκείνη". Προσπάθησα να δω αν ταίριαζε
η εποχή που
ήταν στην Αλεξάνδρεια με την ηλικία της. Δεν τα κατάφερα, αλλά έμεινα
με την εντύπωση
ότι μάλλον ταίριαζαν... Έδειχνε εφτά-οχτώ χρόνια μεγαλύτερή μου. Και
νόμισα ότι είδα
κάποια σκιά στο πρόσωπό της όταν μίλησε για κείνον.
Σα να κατάλαβε τη σκέψη μου, ήρθε κοντά μου κι ακούμπησε το χέρι της
στον ώμο μου.
"–Εδώ χρειαζόταν πιο πολύ. Η Αθήνα δεν κινδυνεύει -ακόμα... Αλλά ίσως
νά 'χει δίκιο.
Μπορεί τελικά, όπου και να πολεμάει κανείς, νά 'ναι το ίδιο. Είμαστε
λίγοι. Χρειάζεται ο
αγώνας του καθενός μας, καλή μου Κλαίρη. Κανένας δεν έχει δικαίωμα
να αρνηθεί".
Ήξερα έναν που είχε αρνηθεί. Και που θ' αρνιόταν πάλι σε δυο μέρες...
Τις δυο αυτές μέρες που απόμειναν μέχρι την αναχώρησή μου τις διάθεσα
σχεδόν
αποκλειστικά σε παρέα μαζί της. Ένιωθα ότι δεν είχα καιρό και ήθελα
να χαρώ τη
συντροφιά της. Δεν ξέρω αν ήταν μόνο γι' αυτό. Μπορεί νά 'ταν γιατί
ήμουν κοντά σε μια
γυναίκα που είχε αγαπήσει ο Φίλωνας, έστω κι αν τελικά μετάνιωσε. Η
Αντινόη δε μου είπε
τίποτα για τις σχέσεις τους. Ουσιαστικά δεν είμαι καν σίγουρη.
Ούτε κι αυτή με ρώτησε για τα αισθήματα μου για το Φίλωνα. Αλλά έδειχνε
ότι τα
καταλάβαινε. Ενδιαφέρθηκε τρομερά για μένα. Της είπα για τα σχέδιά
μου. Προσπάθησε να
με κρατήσει στην Αλεξάνδρεια. Με παρακίνησε να πάω στην Αθήνα -κοντά
στο Φίλωνα θά
'νιωθα πιο άνετα. Ίσως να με χρειαζόταν κι αυτός το ίδιο. Αλλά δεν
επέμεινε. Πάντως μου
ζήτησε να ξανασκεφτώ το ταξίδι στη Ρώμη.
"–Δεν είναι για σένα η Ρώμη, Κλαίρη", μου έλεγε ακόμα και την τελευταία
στιγμή, "ούτε για
κανένα από μας. Δεν είναι τυχαίο που όλοι την αποφεύγουμε. Εδώ μπορούμε
ν' αγωνιστούμε.
Εκεί οι αγωνιστές γίνονται περίγελως του όχλου..."
Με κάλεσε στο σπίτι της το ίδιο βράδυ. Ήταν ένα λαμπρό ανάκτορο και
όλοι ήξεραν ότι
ήταν δώρο του νεαρού έπαρχου, με χρήματα του αυτοκρατορικού ταμείου.
Η ίδια, σα να
'πιασε τη σκέψη μου, όχι μόνο δεν το αρνήθηκε, αλλά το υπερασπίστηκε
κιόλας:
"–Δεν κρύβω τη σχέση μου μαζί του, αλλά δεν είναι γι' αυτό που έχω
αυτό το σπίτι. Είναι για
τη θέση μου στη διεύθυνση της Σχολή. Ουσιαστικά είναι μια πολιτική
πράξη, με την
έγκριση του αυτοκράτορα. Μια αναγνώριση της προσφοράς του Μουσείου.
Όσο για μένα
προσωπικά, μού φτάνει ένα δωμάτιο με βιβλία, ακόμα και μια τρώγλη,
και μια καλή παρέα.
Αν δέχτηκα αυτή τη δωρεά ήταν μόνο για τη Σχολή και μόνο ύστερα από
πολλές
συζητήσεις και πιέσεις".
Πειστική δικιολογία, αν δεν είσαι χριστιανός. Οι χριστιανοί το είχαν
θεωρήσει σα σπατάλη
κρατικού χρήματος και σαν απόδειξη της πορνείας της και της ακράτειας
του έπαρχου.
"–Αν ήταν μόνο γι' αυτό θα το είχαν δεχτεί", έκανε η Αντινόη. "Οι δωρεές
στις ερωμένες
τους είναι παράδοση στην ιστορία των επάρχων της Αιγύπτου. Αυτό που
τους έχει μπει στο
μάτι είναι ότι είναι δωρεά σε μένα, την Αντινόη που τους πολεμάει και
που δεν αρκείται νά
'ναι απλώς η ερωμένη του έπαρχου".
Μείναμε συζητώντας ως το πρωί. Είναι παράξενο πόσο κοντά μπορείς να
νιώσεις έναν
άνθρωπο που ξέρεις μόνο μερικές ώρες. Της το είπα.
"–Δεν είναι μόνο ο χρόνος, Κλαίρη. Είναι και οι συνθήκες και η ένταση
που μπορούν να
συμπυκνώσουν σε λίγες στιγμές, εμπειρίες μηνών, χρόνων, μιας ζωής.
Μόνο το ό,τι είσαι
φίλη του Φίλωνα, δείχνει ότι πρέπει να συνυπολογίσεις και το χρόνο
μαζί του".
Δεν ήξερα τίποτα για το χρόνο της μαζί του, ήξερα μόνο για το δικό
μου. Και ήταν έντονος.
Την κοιτούσα, καθώς μιλούσε γερμένη στο ανάκλιντρο, ένα πρόσωπο που
θα μπορούσε να
είναι άγνωστο, κι όμως είχε μοιραστεί χιλιάδες ώρες με το Φίλωνα. Ήξερα
τις σχέσεις του.
Είχε λίγους φίλους, αλλά στενούς -δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Και μόνο
η έκφραση "φίλος
του Φίλωνα" σήμαινε χιλιάδες ώρες παρέας, συζήτησης και πιθανώς έρωτα.
Αποτυχημένος
ο έρωτας ή όχι είναι το μόνο που μας απομένει τελικά. Άλλωστε μακροχρόνια
όλοι οι
έρωτες μπορεί να είναι αποτυχημένοι.
Άλλαξα συζήτηση γιατί άρχισα να μπαίνω σε ατέλειωτους λαβύρινθους και
σήμερα ήταν η
μέρα που θά 'φευγα. Κόντευε πια πρωί.
"–Δε φοβάσαι, Αντινόη;" τη ρώτησα. "Πέρα από τους λίγους φίλους και
οπαδούς, υπάρχουν
χιλιάδες που θέλουν το κακό σου και ψάχνουν για την ευκαιρία..."
"–Δεν είναι ο φόβος το βασικότερό μου συναίσθημα. Όχι πια. Έχω τις
ανησυχίες μου, καμιά
φορά πολύ έντονες, αλλά σπάνια είναι για τη ζωή μου. Είναι τόσα πολλά
που κινδυνεύουν,
που η ζωή μου μοιάζει νά 'ναι το πιο ασήμαντο. Δεν έχει σημασία τι
συμβαίνει στον καθένα
από μας. Κινδυνεύει ο πολιτισμός μας. Θά 'λεγα ο πολιτισμός. Είναι
χρέος του καθένα μας ν'
αντιπαλέψει με κάθε θυσία. Αν υπάρχει κάποιο Κριτήριο στο μέλλον, από
τα μεγάλα
πνεύματα αυτού του κόσμου, τότε θέλω να παρουσιαστώ μπροστά τους με
αγνή καρδιά.
Παλεύουμε να μη θριαμβέψει η νέα βαρβαρότητα και η θρησκεία σε βάρος
του πολιτισμού...
Θα σου πω ένα περιστατικό που μού 'ρχεται, ίσως όχι αναίτια, στο νου.
Ήταν στα επεισόδια
πριν από δυο χρόνια. Σπάνια περνούσε βραδιά χωρίς συμπλοκές και θύματα
κι απ' τις δυο
μεριές. Ένα βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, χτύπησε την πόρτα ο Νικίας,
ο διευθυντής του
Μουσείου και πολύ καλός φίλος. Ήταν σε άθλια κατάσταση. "Παραιτούμαι
από τη διεύθυνση,
Αντινόη," μου είπε. "Αυτό δε μπορώ να το αντέξω". Χρειάστηκα ώρα να
καταλάβω τι συνέβη:
σε κάποια απ' τις συμπλοκές βρέθηκε αντιμέτωπος με το γυιο του, ένα
αλλοπρόσαλλο
χριστιανό δεκαεννιά χρόνων. Ο ίδιος είχε ξοδέψει δεκαετίες απ' τη ζωή
του στα γράμματα,
στις σπουδές, στην έρευνα. Δεν άντεξε που είδε την προέκταση του εαυτού
του στο μέλλον,
ένα πλάσμα φανατισμένο και κενό, ανάμεσα σε λερούς νέους, προφήτες
και άγιους, που
κύριο μέλημά τους ήταν η πυρπόληση κάθε ωραίου επειδή ήταν ελληνικό,
παγανιστικό,
αιρετικό, ειδωλολατρικό. "Αν εγώ απέτυχα στο γιο μου, ποιο είναι το
μέλλον μας και το μέλλον του
κόσμου μας; Όχι δε θέλω νά 'χω καμιά σχέση με ό,τι είναι νά 'ρθει".
Προσπάθησα να τον
ηρεμήσω. Δυστυχώς δεν είχα καταλάβει τη βαρύτητα των λόγων του. Αυτοκτόνησε
την
άλλη μέρα... Τις μέρες εκείνες πήρα εγώ τη διεύθυνση της Σχολής και
δε χρειάζεται νά 'σαι
προληπτική για να καταλάβεις ότι οι οιωνοί δεν είναι καλοί".
Αυτό το ήξερε η Αντινόη, όπως ήξερε κι ότι η λιποταξία δε δικαιολογείται
μόνο επειδή
μπορεί να νικηθείς.
Σε λίγες μέρες θα ερχόταν ο έπαρχος από την πρωτεύουσα. Πιθανότατα
θα είχε στο χέρι
του το χαρτί που θα του έδινε την εξουσία που ήθελε να πατάξει τους
χριστιανούς. Η ίδια
δεν πίστευε ότι αυτό ήταν λύση, αλλά δεν ήθελε να τον εμποδίσει να
νοιαστεί γι' αυτή με
ήσυχα μέσα. Δυστυχώς όμως ήξερε επίσης ότι η πάλη δεν ήταν σε επίπεδο
φιλοσοφικής
αντιπαράθεσης, όπως δεν ήταν ποτέ, και μπορούσες να καταλάβεις τι θα
συνέβαινε, όταν θα
ξεκινούσε η μεγάλη σύγκρουση... Κανένα έδικτο δε μπορούσε να επιβάλλει
λογική, όταν
αυτή είχε αυτοκαταργηθεί εδώ και καιρό.
Ζήλεψα την εσωτερική δύναμή της. Μπορεί νά 'ταν απρονοησία, αλλά δεν
έχουμε άλλη
λέξη για τη γενναιότητα. Ήταν βασίλισσα ενός κόσμου που είχε χαθεί
και τώρα περίμενε
και την επίσημη εκθρόνιση της. Ανατρίχιασα με την ιδέα. Σίγουρα ο κόσμος
αυτός είναι πιο
σκληρός απ' όσο μπορούν ν' αντέξουν τα νεύρα μου.
Ήταν απ' τους λίγους που με ξεπροβόδισαν στο λιμάνι. Σίγουρα οι συγγενείς
μου θα
παραξενεύτηκαν με το πάθος της νέας μου γνωριμίας, τις δυνατές εσωτερικές
διασυνδέσεις
που μπορούν ν' ανακαλύψουν ξαφνικά δυο άνθρωποι.
Αποχαιρέτησα την πόλη μ' άδεια καρδιά. Κοιτώντας την από το καράβι
που ξεμάκρυνε,
πνιγμένη στην ομίχλη, για μια στιγμή μού φάνηκε σα να τραβήχτηκε μια
αυλαία κι ο κόσμος
όλος άλλαξε: δεν υπήρχε ο Φάρος, δεν υπήρχε το Μουσείο, ούτε το Σεράπειο,
ούτε ό,τι
ξέραμε και αγαπήσαμε, παρά ένας κόσμος άγνωστος, ξένος και παράξενος.
Βιάστηκα να
κλείσω τα μάτια μου για να γλιτώσω από το όραμα. "Αποχαιρέτησέ τα,
Κλαίρη", είπα στον
εαυτό μου. "Κοίταξέ τα καλά, γιατί πρόκειται να εξαφανιστούν. Έρχεται
η συντέλεια του
κόσμου, του δικού μας κόσμου -οι χριστιανοί είναι απορροφημένοι με
την άλλη συντέλεια
και δεν το βλέπουν να χαρούν".
Έτσι άφησα την Αλεξάνδρεια. Μού είχε γκρεμίσει ένα όνειρο. Πίστευα
πάντα πως όπου και
να πήγαινε η ζωή μου, όποια αποτυχία και νά 'χα στις αναζητήσεις μου,
θα μπορούσα στο
τέλος, ν' αποτραβηχτώ ν' ανοίξω ένα σπιτικό, να κάνω κάμποσα παιδιά
και να ζήσω μια ζωή
στο ύψος της γης. Τώρα τέτοια δυνατότητα δεν υπήρχε πια. Η φύση, αφού
τα είχε δώσει
όλα απλόχερα, όσο και αναίτια, τα ξαναπήρε με τον ίδιο τρόπο.
-ΙΙ-
Ας παραλείψω τι τράβηξα στο ταξίδι μου στη θάλασσα κι ας μιλήσω για
τη Ρώμη. Εδώ
στρώθηκα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Τα τελευταία χρόνια με είχαν
κλονίσει, έπρεπε
να σταματήσω και να συλλογιστώ κι αν ήταν δυνατό, να επιβραδύνω τη
ζωή μου, μέχρι να
πιάσω το νέο ρυθμό.
'Εμενα σ' ένα παλιό τριώροφο αρχοντικό απ' όπου φαινόταν η περισσότερη
πόλη. Δε
δέχτηκα να μείνω στο σπίτι των συγγενών μου, παρά για λίγες μέρες.
Ο καιρός με καλούσε
στη μοναξιά και την αυτοσυγκέντρωση.
Το σπίτι ήταν εγκαταλειμμένο, γι' αυτό και το αγόρασα μισοτιμής. Περιποιήθηκα
μόνο
δυο-τρία δωμάτια, όσα μπορούσα να γεμίσω με τη μοναξιά μου. Τα άλλα
έμεναν
αχρησιμοποίητα να θυμούνται ποιος ξέρει ποιες παλιές καλές μέρες τους
όταν θα έσφυζαν
από ζωή.
Ήταν μαζί μου κι η Μαρία, μια δεκαεξάχρονη σκλάβα, ένα πλάσμα τρομαγμένο
κι απλοϊκό,
που μου την είχαν παραχωρήσει οι θείοι μου. Έκανε το παν να διατηρήσει
καθαρό το σπίτι,
αλλά χωρίς ιδιαίτερα σημαντικά πρακτικά αποτελέσματα.
Είχα αποφασίσει να στρώσω τη ζωή μου. Ίσως ήμουν ακόμα νέα, ωραία κι
επιθυμητή. Ίσως
νά 'μουν και έξυπνη, αν αυτό μετρούσε. Το παιχνίδι της ζωής παιζόταν
ακόμα. Μπορεί νά 'χε
χαθεί σε κάμποσα σημεία, αλλά ήξερα, όπως ο έμπειρος στρατηγός, ότι
ο αγώνας μπορούσε
να συνεχιστεί ακόμα. Δεν είχα τα μεγάλα όνειρα που με φλόγιζαν λίγα
χρόνια πριν. Όλα
είχαν κοπεί στο ύψος τους.
Τώρα καθόμουν και περίμενα τον εαυτό μου ν' αποφασίσει. Περνούσα ώρες
κοιτώντας την
πόλη, μ' ένα κεφάλι άδειο. Θα ξαναγέμιζε ίσως, αλλά έπρεπε πρώτα να
καθαρίσει εντελώς
απ' τις μεγάλες ιδέες. Ήθελε να βρει ένα πλάνο πιο στρωτό και δε βιαζόταν.
Δεν έχει νόημα
να βιάζεσαι, όταν δεν ξέρεις προς τα πού πηγαίνεις. Απλώς περίμενα,
να μετρήσει ο εαυτός
μου το ύψος του, να επισημάνει τους στόχους και να κινήσει πάλι σιγά
και χωρίς βιασύνη.
Με το Λεωχάρη, πριν τρία μόλις χρόνια, παραβγαίναμε ποιος θα γινόταν
καλύτερος,
καθένας βέβαια με τις ιδιομορφίες του. Τώρα δεν αγωνίζομαι ν' αλλάξω
τον κόσμο, ούτε
εμένα. Το πρώτο φαίνεται πως είναι για τους πολύ νέους, όταν περισσεύει
η δύναμη. Το
άλλο είναι απλά μάταιο. Ίσως τελικά η περίφημη ισορροπία, για την οποία
παλεύουμε, να
μην είναι παρά το αδυνάτισμα του εαυτού μας με τα χρόνια -ώστε να μην
έχουμε δυνάμεις
να ξεκινήσουμε αγώνες προς τα έξω ή προς τα μέσα. Τελικά θά 'πρεπε
να έχω συνεταιριστεί
με τον Κράσσο, τον αμπελοφιλόσοφο, να φτιάχνουμε σατιρικά ρητά και
να συζητάμε για το
καλύτερο κρασί του κόσμου.
Θυμήθηκα τη γριά Ροβία. Άραγε να ζει ή βρίσκεται στις σκιές του Άδη;
Τη σκέφτομαι κι
αυτή συχνά, έτσι όπως γυρίζουμε στο παρελθόν όταν το παρόν είναι άδειο.
Θυμάμαι κι ένα
ρητό της που μ' έκανε να κοκκινίζω κάθε φορά που τό 'λεγε, όταν ήμουν
έφηβη, και να
ξεκαρδίζομαι στα γέλια αργότερα: "Πιάσε τον άντρα από τα λοιμπά κι
η καρδιά του θά 'ρθει πιο
κοντά".
Πάντως άρχισα μαθήματα ζωγραφικής. Δεν είμαι απαίσια, αλλά δε μπορώ
να ζωγραφίσω
τίποτα καλύτερο από σκοτεινά δειλινά, όπως εκείνη η κοπέλα στο Ναό,
που πια δε θυμάμαι
το όνομά της.
Κάθομαι στο μπαλκόνι και χαζεύω την πόλη. Η Ρώμη είναι παράξενη. Δεν
την
καταλαβαίνεις αν δεν έχεις συνηθίσει να ψάχνεις κάπως βαθύτερα. Δείχνει
μια εικόνα
ήρεμη, φτιαγμένη με προσοχή και φροντίδα: επιβλητικά χτίρια, φαρδιοί
δρόμοι, λαμπρά
αγάλματα. Αιώνες οι αυτοκράτορες τη στόλιζαν μαζεύοντας τα αριστουργήματα
της
Ανατολής. Στην Ελλάδα την ονομάζουν "Μουσείο της ελληνικής τέχνης"
και δεν έχουν
άδικο. Ό,τι μπορούσε να μεταφερθεί, μεταφέρθηκε. Τρεις μέρες είχε κρατήσει
η παρέλαση
των θησαυρών στο θρίαμβο του Φλαμίνιου και του Παύλου Αιμίλιου, νικητών
του Φιλίππου
και του Περσέα της Μακεδονίας. Κι αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. "Τα
κτίσματα της
Ρώμης ανασαίνουν ελληνικά, από μέσα κι απ' έξω", είχε γράψει κάποιος
Ρωμαίος. Δεν
αποκλείεται την ίδια μοίρα ν' ακολουθήσει και το άγαλμα της Κλαίρης
και να βρεθεί εδώ
για να συναντήσει το πρότυπό του, αφήνοντας στη γενέτειρα κάποιο μέτριο
αντίγραφο και
μερικές μικροαναμνήσεις. Πάντως η τάση τελευταία είναι ν' απομακρύνονται
από δω η μια
μετά την άλλη οι κυβερνητικές υπηρεσίες και δε νοιάζομαι να μάθω για
ποιο λόγο.
Αν την κοιτάξεις ερευνητικά βλέπεις την αρμονία να καταστρέφεται. Οι
ίντριγκες, η βία, η
πείνα, η ανυπαρξία αξιών ήταν κάτι που με χτύπησε από την πρώτη στιγμή.
Δε μπόρεσα να
μη βάλω τα γέλια, όταν στην πρόσοψη του σπιτιού που μένω, είδα γραμμένο
το παλιό
ρωμαϊκό τρίπτυχο: ΠΙΣΤΗ, ΕΥΘΥΝΗ, ΑΠΛΟΤΗΤΑ, και από κάτω ΠΡΟΣ ΠΩΛΗΣΗ.
Το ότι
το αγόρασα ίσως να δείχνει ότι δεν έχω χάσει εντελώς την αίσθηση της
ειρωνείας, (που
μπορεί να είναι ένα είδος ακριβοπληρωμένης σοβαρότητας). Ζώντας σε
μια άλλη πόλη την
περισσότερη ζωή μου, όταν βρέθηκα στη Ρώμη, ένιωσα αμέσως τη μυρουδιά
της σαπίλας
που δεν τη νιώθουν οι κάτοικοι της, πιθανώς γιατί έχουν συνηθίσει την
ατμόσφαιρα ή
πιθανότερα γιατί είναι οι ίδιοι η ατμόσφαιρα.
Πιο πολύ με πείραξε αυτή η κενότητα, η αδιαφορία, η έλλειψη αισθημάτων
και
ενδιαφερόντων. Στην Ανατολή τα πράγματα είναι διαφορετικά και χρειάστηκε
να φύγω για
να το καταλάβω. Δεν ξέρω αν κι εκεί η κατάσταση είναι έστω υποφερτή.
Υπάρχει όμως
αυτό το φάντασμα του ζωντανού νεκρού, της ελληνικής σκέψης, που βάζει
κάποιες αρχές
ακόμα.
Εδώ για κάθε λαμπρό ανάκτορο αντιστοιχούν χιλιάδες τρώγλες και για
κάθε συμπόσιο,
χιλιάδες άδεια στομάχια. Τα κρατικά συσσίτια, που λένε ότι δίνονται
πιο ταχτικά
τελευταία, μόλις φτάνουν να συντηρήσουν στη ζωή την πλειοψηφία της
πόλης.
Ναι, εδώ το κατάλαβα: η ένδοξη αυτοκρατορία είναι έτοιμη να πέσει μ'
ένα φύσημα, μόνο
που η μάζα είναι τόσο εξαθλιωμένη που δε μπορεί ούτε καν να φυσήξει.
Ζωγράφιζα και μιλούσα στον εαυτό μου με τις ώρες. Δεν έχω κανένα πάθος
γι' αυτή την
τέχνη. Είναι μία ήσυχη, μοναχική, μελαγχολική απασχόληση που μου επιτρέπει
νά 'μαι
μόνη μου και μαζί νά 'χω παρέα. Κάθε που πιάνω το πινέλο είναι σα ν'
ανοίγω το μυαλό μου
να σκεφτεί.
Έχω ανακαλύψει ένα καινούριο εαυτό που ως τώρα αγνοούσα: δε βάζει μεγάλους
στόχους,
που κόβουν την ανάσα, ούτε συμφωνεί πάντα μαζί μου. Είναι μια ειρωνική
φωνή που δεν
σταματάει να με πειράζει. Ο Σωκράτης θα το αποκαλούσε δαιμόνιο. Έτσι
το λέω κι εγώ,
αλλά με τη χριστιανική απόχρωση της λέξης, κυρίως για τους σατιρικούς
χαρακτηρισμούς
του. Κάνω καλή παρέα μαζί του. Πολλές φορές λέω πότε θα φύγουν οι επισκέπτες,
που μου
κουβαλάει ο δάσκαλος της ζωγραφικής, για να αρχίσω τη συζήτηση. Συνήθως
με ξεκουράζει
και με ηρεμεί, έστω μέσα από την πρόκλησή του, αλλά όχι πάντα. Σκεφτόμουν
τη μιζέρια
της μάζας στη Ρώμη. "Αν όλοι οι δούλοι, οι καταπιεσμένοι, οι μίζεροι
αποφάσιζαν κάποια
μέρα να βγούν στους δρόμους φορώντας μια κόκκινη χλαμύδα, θα κοκκίνιζε
όλη η Ρώμη!",
είπα στον εαυτό μου. "Συναρπαστικό θέαμα!" με ειρωνευόταν αυτός που
σπάνια πειθόταν
εύκολα. "Σ' όλες τις εποχές οι σκλάβοι ήταν διπλάσιοι και τριπλάσιοι
απ' τους αφέντες τους. Θες ν'
ακούσεις μια συμβουλή, Κλαυδία; Όχι, δε θες. Εγώ όμως είμαι ο εαυτός
σου και θα την ακούσεις έτσι
κι αλλιώς: θες να τρομάζεις τους ανθρώπους; Απείλησέ τους με την ελευθερία.
Θα ορμήσουν να σε
κατασπαράξουν όπως κάνει το δεμένο σκυλί, όταν πας να το λύσεις, εκτός
αν είσαι ο αφέντης του".
"Τη σκλαβιά τούς την έχουν επιβάλει. Και δεν περιμένουμε βέβαια να
είναι όλοι ήρωες",
προσπάθησα να φέρω αντίρρηση. "Καλά!", με κορόιδευε. "Βλέπω τι γίνεται
όπου δεν τους την
επιβάλλουν. Μόλις τους περισσέψει λίγη ελευθερία, τρέχουν αμέσως να
την κάνουν θεούς, διαβόλους
και φαντάσματα και πέφτουν και τους προσκυνούν -και με τη θέλησή τους.
Οι δούλοι της Ρώμης θα
χρειάζονταν μια στιγμή για να δέσουν όλους τους αφέντες τους -αλλά
τότε θά 'χαναν τη σκλαβιά τους.
Σου το λέω εγώ, θες πίστεψέ το, θες όχι: αν ανήκε στον κόσμο να διαλέξει
τους αρχηγούς του, στο
τέλος θα διάλεγε τους ίδιους παράφρονες πού ανέβηκαν στο θρόνο, ίσως
και χειρότερους. Αν ο
άνθρωπος είναι πραγματικά πολιτικό ζώο, όπως έλεγε ο Σταγειρίτης, τότε
είναι λιγότερο το πρώτο
και περισσότερο το δεύτερο". "Αυτό είναι σκληρότητα", μονολογούσα.
"Πώς μπορώ να
σκέφτομαι έτσι;" "Η ζωή είναι σκληρότερη κι απ' τη χειρότερη Κλαίρη!"
έκανε η φωνή.
Δεν είχα πια παρέες και συζήτηση επιπέδου, όπως στην σχολή, ούτε είχα
τη ζεστασιά της
οικογένειας που με φιλοξενούσε στην Αλεξάνδρεια, όσο κι αν και τα δύο
δε με έσωσαν
τελικά. Στην Ρώμη οι γνωστοί μου ήταν τα πιο αντιπαθητικά πλάσματα
πού έφτιαξε η
φύση. Ήθελαν να με εντυπωσιάσουν ακριβώς με τον τρόπο πού τους έκανε
πιο
αποκρουστικούς: τη σκληράδα τους, τον αριθμό των δούλων τους, τα λεφτά
τους. Κοιτώντας
τα μάτια τους, αυτά τα γαλανά προβατίσια μάτια που είχαν χορτάσει τα
θεάματα του
Κολοσαίου, έβλεπα μέσα τους την ίδια τη Ρώμη και το μέλλον της. Όταν
γύριζα τη
συζήτηση σε κάποιο θέμα με περιεχόμενο, με κατηγορούσαν για μονότονη
και παθητική. Γι'
αυτούς μετρούσε η δράση, μια κίνηση χωρίς σκοπό και ουσία, ίσα να μη
σκέφτεται το μυαλό
τους. Δε μπόρεσα να βρώ εξαιρέσεις. Ήταν ένα μοντέλο καλοδουλεμένο
απ' το χρόνο. Και
τα ξαδέρφια μου ήταν οι καλύτεροι εκπρόσωποί του. Μόνο καμιά φορά τύχαινε
να
συναντήσω κάποιο νεοφερμένο από την άκρη της γης, την Ιβηρική, την
Καρχηδόνα, τον
Πόντο, και βιαζόμουν να πιάσω συζήτηση, πριν προλάβουν τα σαγόνια του
Κολοσαίου και
τον κάνουν σαν τους άλλους. Για μένα, όσο μπορώ να προβλέψω, δεν υπάρχει
τέτοιος
κίνδυνος. Οι μεγάλες αλλαγές που ήταν να γίνουν, έχουν συντελεστεί.
Από τώρα και πέρα
δε μένουν παρά λεπτομέρειες, διαφορετικοί δρόμοι ίδιου χαρακτήρα. Δε
θά 'θελα πάντως να
βρεθώ δεκάξι χρόνων σ' αυτήν την πόλη, όπου το μέλι θεωρείται πικρό
μπροστά στο χρήμα.
Η Μαρία ήταν αδύνατο να συζητήσει. Έτρεμε μπροστά μου. Το κουράγιο που
προσπαθούσα
να της δώσω πήγαινε χαμένο. Δεν είχε ποτέ γνωρίσει γονείς: από τότε
πού είχε αρχίσει να
θυμάται, δούλευε στην οικογένεια του θείου μου, η οποία δεν πρέπει
να φημιζόταν για την
καλή συμπεριφορά της απέναντι στους δούλους.
"–Είσαι χριστιανή, Μαρία;" τη ρώτησα μια μέρα. Αναπετάχτηκε από το
πτυσσόμενο δίφρο
που καθόταν σα να τη χτύπησε ρόπαλο.
"–Ό..όχι, κυρία", μπόρεσε να πει.
"–Το λες αυτό γιατί εγώ δεν είμαι;"
"–Όχι, κυρία!"
"–Αν ήμουνα όμως, θα μού 'λεγες την αλήθεια;"
"–Ναι, κυρία."
"–Γιατί έγινες χριστιανή, Μαρία;"
"–Δεν είμαι, κυρία...." έκανε σαστισμένη.
"–Καλά, Μαρία, ό,τι και νάσαι, μη φοβάσαι!"
Τη λυπήθηκα και δεν ξανάνοιξα παρόμοια συζήτηση. Την αγαπάω, μ' όλο
που είναι αφελής
και τρομαγμένη. Ίσως γι' αυτό.
Ο δάσκαλος της ζωγραφικής είναι ενθουσιασμένος μαζί μου. Πιστεύει ότι
έχει ανακαλύψει
το μεγάλο ταλέντο και προσπαθεί να επιβάλει τον ενθουσιασμό του και
σ' όσους φέρνει μαζί
του να καμαρώσουν την τέχνη μου και μένα. Εγώ για την ώρα, ζωγραφίζω
σκοτεινά δειλινά
και δε θέλω το θαυμασμό κανενός. Άλλωστε οι περισσότεροι θαυμαστές
αφιερώνουν
περισσότερο χρόνο κοιτώντας εμένα παρά τα έργα μου. Όχι πως είναι τόσο
κακό αυτό.
Απλώς είναι ανόητη υποκρισία σε ακατάλληλο χρόνο. Μάλλον ζωγραφίζω
όπως όλες οι
Ρωμαίες που έχουν πάρει ένα χρόνο μαθήματα κι ακούω πιθανότατα τα ίδια
ακριβώς λόγια.
Αν έχω κάποια έμπνευση, αυτή δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με τη ζωγραφική.
Διαχέεται σ' όλη
τη σκέψη μου και δε με κάνει τη μεγάλη ζωγράφο, όπως δε με είχε κάνει
τη μεγάλη
φιλόσοφο. Είναι πάντως η μοναδική κοινωνική μου επαφή, μια και αποφεύγω
τις άλλες
εκδηλώσεις. Τα ξαδέρφια μου, αφού μου έκαναν κάμποσες απανωτές προσκλήσεις
για να
δείξουν "το εξωτικό άνθος της Ανατολής", αποφάσισαν να συνεχίσουν τη
ζωή τους και
χωρίς εμένα.
Πριν λίγες μέρες ανάμεσα στους νέους θαυμαστές μου ήταν κι ένας πάμπλουτος
έμπορος
δερμάτων. Αφού κοίταξε επίμονα το στήθος μου -αμφιβάλλω αν είδε καθόλου
τους πίνακες-
αποφάσισε ότι ήθελε να τους αγοράσει όλους για κάποιο τεράστιο ποσό.
Μόλις κρατήθηκα
να μην τον πετάξω έξω. Ξέσπασα πάντως αργότερα στο δάσκαλο και τον
προειδοποίησα
πως θα το κάνω την επόμενη φορά που θα φέρει οποιονδήποτε άλλον εδώ
μέσα.
"–Μπορεί να είναι αγράμματος και αγροίκος", προσπάθησε να τον δικαιολογήσει
εκείνος,
"αλλά αγαπάει την τέχνη. Επιδοτεί τα περισσότερα μουσεία της πόλης
και έχει βοηθήσει
πολλούς καλλιτέχνες".
Νευρίασα περισσότερο. Δεν είχα υποσχεθεί ότι θα συγκρατηθώ:
"–Δεν είμαι μουσείο, δε χρειάζομαι καμιά επιδότηση και δεν πουλάω κανένα
πίνακα που
έβαλα μέσα του ένα κομμάτι απ' την ψυχή μου, έστω κι αν δεν ξέρω τι
αξίζει αυτή".
Σκοπός του φανερός, πλην της ζωγραφικής, ήταν να με εισάγει στη ρωμαϊκή
κοινωνία, να με
γνωρίσει με τους πιο πλούσιους άντρες.
"–Και δε χρειάζομαι άλλους άντρες", του έκανα προκλητικά. "Έχω καμιά
δεκαριά και μου
φτάνουν!"
"–Καμιά δεκαριά;", έκανε μην πιστεύοντας στ' αυτιά του.
"–Και περισσότερους", τον προκάλεσα. "Τον Πλάτωνα, τον Ηράκλειτο, τον
Πλωτίνο και μια
κουόρτα άλλους. Και σε βεβαιώ ότι έχω περάσει αξέχαστες βραδιές μαζί
τους".
Έφυγε μην καταλαβαίνοντας τίποτα από τη συμπεριφορά μου. Ίσως νά 'ταν
ένα γενικότερο
ξέσπασμα για όλη την στείρα, αντιπνευματική κατάσταση γύρω μου. Δε
μού 'κανε πια
εντύπωση που με τέτοιο υλικό, η Ρώμη δε θα γεννούσε κανένα ήρωα, που
θα την υπεράσπιζε
στο τέλος της.
Ευτυχώς απ' το μπαλκόνι έχω μια ευρύτατη θέα. Απλώνω τα σύνεργα, ζωγραφίζω
και
σκέφτομαι. Η Μαρία κάθεται στην άλλη άκρη, κεντάει το δικό της κόσμο
και σκέφτεται.
Βίοι παράλληλοι. Αραιά και που λέμε καμιά κουβέντα. Μια μέρα, καθώς
καθόμασταν
αμίλητες, άνοιξε το στόμα της να πει κάτι, αλλά τελικά μετάνιωσε. Δεν
ήθελα να χάσω την
ανεπανάληπτη ευκαιρία:
"–Τι θέλεις να πεις, Μαρία;" τη ρώτησα.
Δίστασε λίγο.
"–Είσαι καλή, κυρία."
"–Πώς το ξέρεις αυτό, Μαρία;"
"–Δε με μαλώνεις, δε με δέρνεις, δε με βρίζεις, όπως οι άλλες κυρίες.
Είσαι αλλιώτικη".
"–Δεν ξέρω αν είμαι καλή ή κακή, Μαρία. Πάντως μη φοβάσαι. Δε θα σε
δείρω και δε θα σε
μαλώσω".
Τώρα που είχε πάρει θάρρος, τη ρώτησα:
"–Σκέφτηκες ποτέ να παντρευτείς, Μαρία: Είσαι δεκαεφτά χρονών κοπέλα..."
"–Όχι, κυρία."
"–Γιατί;"
"–Επειδή εσύ πρέπει να το αποφασίσεις, κυρία. Αν θέλεις, θα παντρευτώ."
"–Εσύ τι θέλεις, κορίτσι μου;" τη ρώτησα προσπαθώντας να μη χάσω την
ψυχραιμία μου.
"–Δε θέλω, κυρία. Φοβάμαι..."
"–Καλά, Μαρία, τότε μην παντρεύεσαι", την καθησύχασα.
Έχω κλειστεί στον εαυτό μου που βολεύτηκε στην αδράνειά του και δε
λέει ν' αποφασίσει.
Παλιότερα ήθελα να είμαι μέσα στο καθετί, τώρα κοιτώ τον κόσμο απ'
το μπαλκόνι σα μια
υπόθεση που δε με αφορά, σαν ένα θέατρο που δεν αξίζει, ούτε αν είναι
δωρεάν. Άραγε θα
βρεθεί κάτι στο μέλλον που θα μπορέσει να κινήσει πάλι τα βήματά μου;
Δεν έχω καν ένα
πλάσμα ν' αγαπήσω. Η σχέση με τη Μαρία δεν είναι ίση. Μπορεί και νά
'χω πια εξαντληθεί.
Τόση να ήταν η δύναμή μου και να μην υπάρχει άλλη. Άδεια σαν κοχύλι.
"Είναι κακό νάσαι μελαγχολικός", σκεφτόμουν "όπως και το νάσαι αμοραλιστής,
αλλά είναι
πολύ πιο εύκολο απ' τα αντίθετά τους. Άφησα την πόλη μου γιατί δεν
είχα αρκετή δράση
-αν αυτός ήταν ο βαθύτερος λόγος- και τελικά πρέπει να συμβιώσω με
την αδράνεια".
Τώρα γυρίζω πίσω και βλέπω ποια ήταν η καλύτερη εποχή της ζωής μου.
Το πρόχειρο
απόφθεγμα του Λεωχάρη ότι η ελπίδα για το καλύτερο μπορεί να καταστρέψει
και το λίγο
καλό που υπάρχει είναι οδυνηρά αληθινό, μόνο που χρειάστηκα μισής οδύσσειας
ταξίδι να
το μάθω και δε λέει πώς μπορούν να διορθωθούν τα πράγματα.
"Κι εδώ ασφαλώς θα υπάρχει κάποιος που θ' αξίζει τον κόπο να συνδεθώ
μαζί του",
σκεφτόμουν. "Ασφαλώς υπάρχει, αγαπητή Κλαυδία!" απαντούσε ειρωνικά
ο εαυτός μου. "Μόνο
που θα πρέπει να ψάξεις. Να γνωρίσεις μερικές δεκάδες. Να κάνεις έρωτα
μαζί τους, γιατί μέχρι εκεί
λένε όλοι τα ίδια. Κι αν είσαι τυχερή μπορεί ανάμεσα στους πρώτους
πενήντα να τον έχεις βρει, μόνο
που θά 'χεις φορτωθεί ένα σωρό άσχημες εμπειρίες και δε θα ξέρεις αν
άξιζε τον κόπο όλη η
υπόθεση". "Εχεις πάντα πιο πολύ δίκιο από μένα..." παρατηρούσα. "Αυτός
είναι ο ρόλος μου!",
κορόιδευε εκείνος (ή ίσως εκείνη). "Το παθητικό είναι πάντα μεγαλύτερο
απ' το ενεργητικό ακόμα
και στις καλύτερες απ' τις σχέσεις, πόσο μάλλον στις τυχαίες. Τελικά
η πιο κερδισμένη σχέση είναι η
μοναξιά. Δε γίνεσαι σκλάβα σε κανένα ανδροειδές, ικανοποιείσαι μόνη
σου και ζεις σ' ένα κόσμο
φαντασίας, που μπορεί νά 'ναι ψεύτικος, αλλά σε προφυλάσσει από κάμποσο
πόνο...Η πιο ωραία
γυναίκα της επαρχίας, που ένα νεύμα της θα μπορούσε να κάμει όλο τον
αντρικό πληθυσμό να τρέξει
στο σπίτι της, νά 'ναι τελικά μόνη της!", με κορόιδευε. "Είσαι σαρκαστικός,
αλλά δε μπορώ να
κάνω χωρίς εσένα" του έλεγα. "Φαίνεται πως κάτι στραβό υπάρχει με τους
άντρες ή με μένα.
Κάποτε ονειρευόμουν να γίνω η γυναίκα του καίσαρα. Τώρα, εκτός από
τον έρωτα μερικών
βραδιών, δεν μπορώ να κάνω ευτυχισμένο, ούτε τον ταπεινότερο θνητό".
"Η ζωή είναι
σκληρή, Κλαίρη, κι άσε τους χριστιανούς να πιστεύουν πως ο κόσμος τούτος
έγινε για να υπηρετεί τον
άνθρωπο. Η δημιουργία κόπηκε στη μέση. Σου λέω ότι ο δημιουργός μας
θα χρειαζόταν τουλάχιστο
άλλες τόσες μέρες δουλειά για να φτιάξει ένα έστω υποφερτό κόσμο".
Θυμήθηκα τη Δωρίνα, την παλιά Δωρίνα, όταν δεκάξι χρονών σατιρίζαμε
τον κόσμο -ένα
κόσμο που περισσότερο τον φανταζόμαστε παρά τον ξέραμε. Είχε γράψει
μια παρωδία που
μου είχε αρέσει. Δε θυμάμαι όλο το κείμενο, αλλά πήγαινε κάπως έτσι:
"Και είπεν ο θεός να γίνουν τα φυτά. Και ως απόσωσε, ξεφύτρωσαν οι
τσουκνίδες και τα
ζιζάνια και τα παράσιτα. Και είδεν ότι καλά.
"Και είπεν ο Θεός να γίνουν τα ζωντανά. Και ως απόσωσε, σηκώθηκαν τα
πετεινά και τα
ψαρικά και τα φίδια και τα δισεκατομμύρια και άρχισαν το μακελειό αναμεταξύ
τους. Και
είδεν ότι καλά.
"Και είπεν ο Θεός να γίνει ο άνθρωπος κατ' εικόνα και ομοίωσιν. Και
ως απόσωσεν, έγινε ο
άνθρωπος κατ' εικόνα και ομοίωσιν και ρίχτηκεν ανάμεσα στα ζωντανά
και στα φυτά και τα
πετεινά και στα ψαρικά και στο μακελειό.
"Και είδεν ο θεός ότι καλά και αποσύρθηκε..."
Ποιος ξέρει τι να γίνεται κι η Δωρίνα... Την τελευταία φορά που την
είχα δει ήταν, αν
θυμάμαι καλά, πριν να μπω στη σχολή. Ήταν έγκυος με την κοιλιά στο
στόμα.
"–Ποιος είναι ο σκοπός του ανθρώπου ρώτησες, Κλαυδία;" είχε πει η Δωρίνα.
"Είναι ο ίδιος
με αυτόν των μυρμηγκιών και τις μελισσών και τα ζουζουνιών και τα μυριάδων.
Αν πιστεύεις
κάτι άλλο ή σε κορόϊδεψαν ή κοροϊδεύεις εσύ τον εαυτό σου".
Είχε κι αυτή το σπόρο της αμφισβήτησης μέσα της, αλλά βρέθηκε κάποιος
άνδρας, της
φύτεψε τον άλλο σπόρο κι ησύχασε. Εγώ ήμουν κατώτερη στη σκέψη και
στο γράψιμο από
εκείνη. Πίστευα ότι εκείνη ήταν ο ατίθασος χαραχτήρας με τα πλούσια
ταλέντα που θα
διακρινόταν. Εγώ ήμουν ένα δειλό κορίτσι που θα βολευόταν με τον πρώτο
άνδρα που θα
έλεγε μια τρυφερή κουβέντα. Τελικά τα πράγματα ήρθαν ανάποδα. Συγνώμη,
μικρέ εαυτέ,
δε διεκδικώ το αλάθητο. Δεν πρόλαβα να ξεριζώσω ή να πνίξω το ζιζάνιο
κι η σοδειά
συνεχίζεται...
Εδώ μου λείπει η συντροφιά τόσο των αντρών, αυτή η έντονη παρέα που
μερικές φορές
βγάζει ψυχή, αλλά και η συναναστροφή με μια φίλη, μια συναναστροφή
όπου μπορείς να
αφεθείς χωρίς να κινδυνεύεις. Στο παρελθόν, όταν η ζωή μου με κάποιο
άντρα άρχιζε να
γίνεται προβληματική, υπήρχε κάποια φίλη, συνήθως η Δωρίνα, να προσφέρει
καταφύγιο.
Εδώ ακόμα κι αυτό είναι δύσκολο. Οι άνθρωποι χρειάζονται μεγάλες δόσεις,
δε φτάνει η
απλή καλή φιλία.
Η πιο κοντινή γειτόνισσα είναι μια γηραιά αριστοκράτισσα που ζει μόνη
της. Λένε ότι στα
νιάτα της ήταν καλλονή και είχε αναστατώσει τη Ρώμη. "Ο έρωτας ήταν
η μόνη τέχνη που
ήξερε, αλλά φαίνεται ότι σ' αυτό ήταν μεγάλη καλλιτέχνιδα," βιάστηκε
να με
πληροφορήσει ο δάσκαλός μου, όταν το ρώτησα γι' αυτήν -με τη γνωστή
χαιρεκακία που
δείχνουν οι άνθρωποι σε τέτοιες περιπτώσεις.
Τώρα την έχουν εγκαταλείψει όλοι μαζί με την ομορφιά της και ζει παρέα
μ' ένα πίθηκο,
που έχει τα δικά του κριτήρια για το κάλλος. Τη βλέπω να κάθεται με
τις ώρες στην αυλή,
να του μιλάει κι αυτός είναι αρκετά έξυπνος να δείχνει ότι την καταλαβαίνει
-ίσως και
νάναι αλήθεια.
Προσπάθησα να πιάσω φιλία μαζί της, πιο πολύ γι' αυτή, που τη λυπόμουνα
για τη μοναξιά
της. Αλλά φαίνεται ότι έχει χορτάσει τους ανθρώπους, της αρκεί ο πίθηκός
της, που μπορεί
και νάναι κάποιο είδος εκφυλισμένου ανθρώπου. Προσπάθησα να πιάσω παρέα
μαζί του,
αλλά φαίνεται με θεωρεί άσχημη, δεν ξεκολλά από την κυρά του.
Η παρουσία της έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του καλοκαιρινού μου
σκηνικού: αριστερά
το ποτάμι, στο βάθος ο λόφος και δεξιά του θεατή το μέλλον μου, η γριά-καλλονή,
αν έχω
την τύχη να φτάσω ως τα εξήντα χρόνια μου και να βρω κάποια μαϊμού....
***
Πριν από λίγες μέρες δέχτηκα την πρόταση των ξαδερφιών μου να συναντηθούμε
στις
θέρμες. Εκεί νιώθω καλύτερα. Μπορώ να χαζεύω τον κόσμο που είναι ανώνυμος
και δε μ'
ενοχλεί και παράλληλα νά 'χω κάποια παρέα.
Πίστευα ότι οι θέρμες στην πατρίδα ήταν πολυτελείς, με τη μεγάλη μαρμάρινη
αίθουσα που
τη στόλιζαν τα αγάλματα του Δαίδαλου, του Ίκαρου και του Γανυμήδη με
τον αετό. Αλλά,
όταν δει κανείς τις θέρμες του Καρακάλα στη Ρώμη, δεν μπορεί να μην
εντυπωσιαστεί,
ακόμα κι αν είναι παράξενος τύπος σαν εμένα. Η τεράστια rotonda, το
ηλιόφωτο, το
εφηβείο, οι piscinae, τα αποδυτήρια, οι βιβλιοθήκες, οι κολοσσιαίοι
γρανίτινοι κίονες, οι
εξέδρες αποτελούν ένα επιβλητικό συγκρότημα που σφύζει από ζωή σχεδόν
κάθε ώρα της
μέρας.
Μόλις είχα βγει από τα αποδυτήρια και ετοιμαζόμουν να μπω στο νερό,
όταν είχα την
ατυχία να συναντήσω την πιο άσχημη γυναίκα της ζωής μου. Θά 'λεγε κανείς
ότι η φύση
είχε μαζέψει ό,τι πιο άχρηστο υπήρχε και τό 'ριξε πάνω της: μόλις έμοιαζε
με άνθρωπο και
θα μπορούσε να είναι από κοπέλα μέχρι γριά. Για μια στιγμή τα μάτια
μας συναντήθηκαν:
μιας από τις πιο άσχημες γυναίκες και μιας από τις πιο όμορφες -ακόμα.
Έχω κοιτάξει στα
μάτια στρατηγούς, έπαρχους, σοφούς και δεν έχω νιώσει τη ανάγκη να
χαμηλώσω το
βλέμμα μου. Αλλά σε τούτη την περίπτωση, δεν άντεξα τη ματιά της, το
μόνο ανθρώπινο
στοιχείο που είχε αυτό το πλάσμα. Για μια στιγμή μέσα σ' αυτό το βλέμμα
θαρρώ ότι
μπόρεσα να δω όλο το παράπονο μιας άδικα και αναίτια βασανισμένης ύπαρξης
προς μια
άλλη το ίδιο άδικα και αναίτια προικισμένη. Θαρρείς κι η φύση συσσώρευε
για γενιές από
τη μια μεριά την ασχήμια κι από την άλλη την ομορφιά.
Ένιωσα ντροπή κι αυτόματα τα χέρια μου κινήθηκαν να σκεπάσουν τη γύμνια
μου, σα να
'μουν εγώ που είχα λεηλατήσει αυτό το πλάσμα.
"Η έλλειψη πνεύματος μπορεί να κρυφτεί", σκεφτόμουν αργότερα, καθώς
περίμενα στην
αίθουσα αναψυχής τα ξαδέρφια μου. "Μπορεί να κρυφτεί πίσω από κάποιο
ωραίο σώμα και
να περάσει απαρατήρητη απ' τους πολλούς, αλλά το άσχημο κορμί είναι
μια καθημερινή
κατάρα".
Η άλλη είχε βγει κι εκείνη και είχε καθήσει σε μια άκρη της αίθουσας.
Θά 'θελα να της
πιάσω κουβέντα, αλλά φοβήθηκα ότι θα τό 'παιρνε για εμπαιγμό. Ένιωσα
θυμό γι' αυτή την
άδικη φύση, τους θεούς και τους δαίμονες, που έφτιαξαν τον κόσμο: δεν
είναι ότι έβαλαν
την ασχήμια να βασιλεύει, αλλά ότι έστησαν σπάνια δίπλα της σαν πρόκληση
την ομορφιά.
Σαν τον ετοιμοθάνατο που βλέπει τις δικές του ώρες να τελειώνουν, αλλά
τη ζωή γύρω του
να συνεχίζεται εντελώς αδιάφορη, τα λουλούδια ν' ανθίζουν, τα πουλιά
να κελαηδούν. Ίσως
έχει δίκιο κάποια ανατολική δοξασία που βάζει το διάβολο σα δημιουργό
του κόσμου.
Τέτοια ασχήμια και αδικία, δίπλα στην προκλητική ομορφιά, μόνο ένας
επαγγελματίας της
κακίας θα μπορούσε να την έχει εμπνευστεί.
Ένας μεσόκοπος άντρας κι ένα κοριτσάκι περίπου πέντε χρονών πλησίασαν
τη γυναίκα. Το
παιδάκι τη φώναξε μητέρα κι εκείνη το φίλησε.
"Το καλό και το κακό μαζί, αγκαλιασμένα σαν αδέλφια σ' όλο τους το
τραγικό μεγαλείο",
σκέφτηκα. "Εγώ δε θα κάνω ποτέ ένα παιδί για να του δώσω την ομορφιά
μου. Ποια είναι
πιο ευτυχισμένη, άραγε;"
Σηκώθηκα κι έφυγα. Τα ξαδέρφια μου θα μπορούσαν να με δουν άλλη φορά.
Ήθελα να μείνω
μόνη μου, σαν να με κυνηγούσαν. Μέρα κι αυτή!
-ΙΙΙ-
Η Ρώμη είναι δυνατή ακόμα. Μπορεί να γιορτάσει με λαμπρότητα τα χίλια
πενήντα χρόνια
από την ίδρυσή της. Μόνο που μοιάζει σα να 'χει ξεπεράσει τη διορία
και βιάζεται να χαρεί
τη φανφάρα σα νά 'ναι απ' τις τελευταίες. Ο αυτοκράτορας, λένε οι φήμες,
θα έρθει να πάρει
μέρος στο γιορτασμό. Είναι όμως, λένε άλλοι, τρομερά απογοητευμένος
και σκοπεύει να
παραιτηθεί μόλις τελειώσουν οι εκδηλώσεις. Αν κάτι τέτοιο γίνει, θά
'ναι ο πρώτος
αυτοκράτορας που παραιτείται σ' όλη την ιστορία της Ρώμης. Αλλά δε
θέλει να συνδεθεί το
όνομά του με το τέλος της μεγάλης αυτοκρατορίας. Προσπάθησε ν' αναστείλει
την πορεία
προς το γκρεμό, αλλά τι άλλο από γκρεμούς υπήρχε γύρω του;
Κατατρόπωσε τους βαρβάρους που λεηλατούσαν την αυτοκρατορία εδώ και
μισό αιώνα,
αλλά δε μπόρεσε ν' αναστήσει καμιά απ' τις αρετές του λαού. Πέτυχε
μόνο ό,τι ήταν
κατορθωτό.
Για την ώρα υπάρχει ακόμα κάποια τάξη, που στηρίζεται στην εύθραυστη
πειθαρχία του
στρατού (απ' τον οποίο πάνω απ' το μισό είναι από βαρβαρικές φυλές:
στις μάχες πολεμούν
οι μισοί βάρβαροι με τους άλλους μισούς για το μέλλον της Ρώμης). Η
παραίτησή του
μάλλον θα ξεκινήσει μακροχρόνιους πολέμους διαδοχής, που αποτελούν
βέβαια και το
μεγαλύτερο τμήμα της ιστορίας μας.
Θυμάμαι αυτό που μου είχε πει κάποιος γέρος συγκλητικός, φίλος του
μπαμπά: "Σ' όλη μου
τη ζωή έχω ορκιστεί πίστη σε καμιά δεκαριά αυτοκράτορες. Για τους περισσότερους
απ'
αυτούς η πορεία απ' τη λεγεώνα στο θρόνο ήταν το ίδιο σύντομη όσο κι
απ' το θρόνο στον
τάφο. Έχω λοιπόν ορκιστεί σε τόσους πολλούς, που τώρα ούτε οι όρκοι,
ούτε οι
αυτοκράτορες μού προκαλούν ιδιαίτερη εντύπωση".
Σχεδόν απίστευτη περίπτωση ήταν και ο παππούς μου (απ' τη μεριά του
πατέρα). Είχε
χρηματίσει καίσαρας κι όμως κατόρθωσε να ζήσει μέχρι τα 87 χρόνια του,
αφού είδε τους
συνομηλίκους του να πεθαίνουν μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Ο μπαμπάς
μού 'λεγε ότι του
είχε διηγηθεί την ιστορία μιας μεσόκοπης γυναίκας που είχε ζητήσει
απ' τον αυτοκράτορα
εκδίκηση για κάποιον πραίτορα που είχε σκοτώσει τον άντρα της και είχε
βιάσει την ίδια,
κάπου δέκα χρόνια νωρίτερα. Ο αυτοκράτορας τής υποσχέθηκε, ενώπιον
της συγκλήτου, ότι
θα τιμωρήσει υποδειγματικά τον εγκληματία, μέχρι που εκείνη αποκάλυψε
ότι ο δράστης
ήταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας, όταν ήταν πραίτορας στη Γαλατία (κι η
ίδια δεν έζησε πολύ
ακόμα, αλλά ούτε και ο αυτοκράτορας -για εντελώς διαφορετικές αιτίες
ο καθένας).
Κάπως έτσι φαίνεται νά 'ναι η αυτοκρατορία μας και μ΄όλο που η Κλαίρη
δεν την εγκρίνει,
εκείνη εξακολουθεί νά 'ναι απόλυτα υπαρκτή.
Είχα την ευκαιρία να πάρω μερικά μαθήματα πρακτικής ιστορίας από τους
επισκέπτες μου,
τον καιρό που μου τους κουβαλούσε εδώ ο ζωγράφος.
"–Ξέπεσε η Ρώμη", έλεγαν "ξέπεσαν και τα θεάματα. Ο τωρινός αυτοκράτορας
έχει
παράξενες ιδέες, δε θέλει να διασκεδάζει ο λαός. Ο πατέρας μου διηγούνταν
πως είχε δει
την αναπαράσταση της πτήσης του Ίκαρου: μια εκατοστή σκλάβοι, φορώντας
φτερά,
έπεφταν από μια ειδική εξέδρα, ψηλή όσο το Κολοσαίο, μέσα σε μια μικρή
τεχνητή λίμνη
γεμάτη κροκόδειλους. Αυτό ήταν θέαμα για άντρες, τώρα εκφυλιστήκαμε".
"–Ο παππούς μου μιλούσε για κάποιο Σκύθη μονομάχο, με το παρανόμι Ηρακλής,
που
νικούσε συνέχεια για δέκα μέρες κι ήταν σίγουρο ότι οι θεατές θα ζητούσαν
χάρη.
Πραγματικά ο αύγουστος του έδωσε χάρη, τον ανακήρυξε ημίθεο, σαν θεός
που ήταν ο ίδιος,
κι ύστερα τον έβαλε να καεί σ' ένα πρόχειρο λόφο που είχαν φτιάξει
για την περίσταση και
που παρίστανε την Οίτη..."
"–Εγώ έχω ακούσει για την αναπαράσταση της πυρπόλησης της Καρχηδόνας,
όπου..."
"–Σταματήστε!" είχα φωνάξει. "Δεν έχετε τίποτα ανθρώπινο μέσα σας;"
"–Οι πιο πολλοί ήταν δούλοι, Κλαυδία, ελάχιστοι ήταν ρωμαίοι πολίτες",
πετάχτηκε
κάποιος που έκανε το στρατιωτικό. "Κι ύστερα πώς αλλιώς θα ξεθύμαιναν
οι άνθρωποι για
να μη φαγωθούν μεταξύ τους; Και ακόμα πώς θα συνήθιζαν στην αγριότητα
του πολέμου;"
Τά 'ξερα αυτά. Η αγριότητα του Κολοσαίου ήταν δήθεν για να εκτονώνεται
ο κόσμος ή για
να συνηθίζει τη μοίρα του. Τα είχα συζητήσει και με το Φίλωνα. Μου
είχε πει για τον αγώνα
μερικών αθηναίων φιλοσόφων να μη γίνουν μονομαχίες μέχρι θανάτου στο
Ηρώδειο. Αλλά ο
λαός είχε κι εκεί πορωθεί: "Αν η Αντιγόνη είχε σκοτωθεί πραγματικά,
τότε η κάθαρση του θεατή δε
θά 'ταν πλήρης με μια εικονική αναπαράσταση". Ευτυχώς σε λίγες δεκαετίες
το λίγο καλό που
είχε απομείνει μπόρεσε να νικήσει, αλλά ο χώρος που παίζονταν οι αρχαίες
τραγωδίες είχε
μολυνθεί για πάντα. Όσο για το Κολοσαίο, είχε πει ο Φίλωνας, σίγουρα
έχει πιει
περισσότερο αίμα απ' ό,τι έχει ποτιστεί με νερό οποιοδήποτε χωράφι
της κραταιάς
αυτοκρατορίας μας.
Τώρα άρχισαν να πληρώνουν οι χριστιανοί. Τον τελευταίο καιρό άρχισαν
πάλι οι
εκκαθαρίσεις. Ίσως να μην είναι σύμπτωση που ξαναφούντωσαν με τις εκδηλώσεις
για το
γιορτασμό της Ρώμης. Τους κρεμούν, τους σταυρώνουν ή τους καίνε. Δεν
το θεωρούν πλέον
ιδιαίτερα αποτελεσματικό να τους ρίχνουν στα λιοντάρια. Άλλωστε δεν
είναι πια θέαμα,
είναι τελική αναμέτρηση. Οι αψίδες του Κολοσαίου, που ανοιγόκλειναν
σαν μασέλες, έχουν
χορτάσει πια, τώρα το λόγο τον έχουν οι πραιτοριανοί. Οι χριστιανοί
και οι φιλοχριστιανοί
είναι ίσως πάνω από το μισό του πληθυσμού. Αλλά δε σηκώνουν χέρι, σαν
πρόβατα στη
σφαγή. Δέχονται τη μοίρα καρτερικά, σχεδόν την προκαλούν. Είχα ακούσει
ότι σε κάποιον
από τους παλιότερους διωγμούς, είχαν παρουσιαστεί καμιά εκατοστή απ'
αυτούς και
ζητούσαν να θανατωθούν για να βρεθούν γρήγορα στην αγκαλιά του θεού
τους. Κι ο ρωμαίος
διοικητής, ένας βετεράνος που σκοτωνόταν μια ζωή με τους Πάρθους, γύρισε,
λένε, και τους
είπε:
"–Τι στην οργή, χάθηκαν τα σκοινιά και τα παλούκια να ξεπαστρευτείτε
μόνοι σας και να
πάτε μια ώρα αρχήτερα να βρείτε το θεό σας;"
Άλλοι πάλι μετέφεραν την εκδίκηση στον άλλο κόσμο για να εκτονωθούν.
Θυμήθηκα ένα απόσπασμα από τον Τερτυλλιανό που με είχε αφήσει κεραυνοβολημένη:
"Και θά 'ρθει το Μεγάλο Θέαμα, η Μέρα της Κρίσης. Όταν ο παλιός κόσμος
κι οι
αναρίθμητες γενιές του θα ρίχνονται στη γέεννα του πυρός. Πόσο θα γελώ,
πόσο θα
χαίρομαι και θ' αναγαλλιάζω, να βλέπω βασιλιάδες, ηγέτες, σοφούς και
φιλόσοφους,
τραγικούς και ηθοποιούς να λιώνουν και να ψήνονται στον τροχό της φωτιάς!"
Ελπίζω να μην έρθει ποτέ αυτή η μέρα -επειδή δε θέλω ποτέ ν' ακούσω
αυτό το γέλιο...
***
Από το πρωί σκεφτόμουν τη ζωή μου. Είχα πάρει τις μνήμες μια-μια και
τις ξεκούκιζα. Είναι
μερικές στιγμές, που, δεν ξέρω γιατί, γυρίζουν τη σκέψη μου προς τα
πίσω. Μου φάνηκε σα
να 'χα, μέσα σε λίγες ώρες, ζήσει όλη μου τη ζωή. Σα να την είχα τελειώσει
κι ύστερα είχα
βγει απ' έξω και να την εξέταζα, όπως ο ζωγράφος τον τελειωμένο πίνακά
του. Μερικές
φορές νιώθω τη μοναξιά μου σα βάλσαμο, άλλες σαν οξύ πόνο, σήμερα την
αισθανόμουν σα
βαριά νάρκη.
Είχε πέσει ο ήλιος, όταν κάθησα στη βεράντα και άρχισα να ζωγραφίζω
το δειλινό. Ήταν
μια καθημερινή εικόνα που την είχα συνηθίσει όπως τις ώρες μου. Άφηνα
το τοπίο να
μπαίνει στην ψυχή μου και να την ηρεμεί. Ήταν μια παράξενη ηρεμία,
μια νάρκη που δεν
κατάφερνε να γίνει κλάμα. Κάποιο σκυλί ούρλιαξε κάπου μακριά, ένα μακρόσυρτο
λυπητερό ουρλιαχτό που θά 'κανε τη Ροβία να ανατριχιάσει, γιατί πίστευε
ότι εκείνη τη
στιγμή κάποιος ξεψυχούσε. Σε μια τόσο μεγάλη πόλη πάντα κάποιος ξεψυχάει,
άνθρωπος ή
σκύλος ή άλλο ζωντανό.
Καθόμουν μόνη μου. Η Μαρία δεν ένιωθε καλά τις τελευταίες μέρες. Ήταν
πιο ανήσυχη, πιο
τρομαγμένη, και προτίμησε να ξαπλώσει νωρίς. Δεν επέμεινα να μάθω για
την αιτία της
κακοδιαθεσίας της. Και στις καλύτερες στιγμές της ήταν αδύνατο να της
πάρεις λέξη, χωρίς
να νιώθεις ότι την υποβάλλεις σε βασανιστήριο.
Μακριά ακούγονταν ζητωκραυγές του πλήθους. Θά 'ταν πάλι κάποια από
τις εκδηλώσεις για
την επέτειο. Είχαν πολλές γιορτές τελευταία. Σχεδόν κάθε βράδυ έφταναν
στ' αυτιά μου τα
ουρλιαχτά των ζώων: αυτών που καταξεσκίζονταν στην αρένα κι αυτών που
παραληρούσαν
στην εξέδρα.
Πίσω απ' τον Παλατίνο Λόφο ξεπετάγονταν παράξενες αναλαμπές. Στην αρχή
νόμισα ότι
ήταν απ' το ηλιοβασίλεμα, αλλά όσο νύχτωνε γινόταν πιο ζωηρές. Βούτηξα
το πινέλο στο
χρώμα και πέρασα μια κόκκινη γραμμή. Θά 'ταν μάλλον τίποτα πυροτεχνήματα
απ' αυτά
που τελευταία έχουν τόση πέραση στη Δύση. Οι κραυγές του πλήθους ακούγονταν
πιο
δυνατές, απειλητικές, θριαμβευτικές, καθώς η αναλαμπή ζωήρευε. Πέρασα
άλλη μια πινελιά
κόκκινο χρώμα γύρω απ' το λόφο.
Νόμισα ότι άκουσα αναφυλλητά από το δωμάτιο της Μαρίας. Έτρεξα γρήγορα
μέσα. Ήταν
πνιγμένη στο κλάμα. Προσπάθησα να την κάνω να μιλήσει. Δεν τα κατάφερα
εύκολα.
Κάποια στιγμή νομίζω ότι την άκουσα να ψιθυρίζει "καίνε τους χριστιανούς"
και ξέσπασε
σε μεγαλύτερο κλάμα. Προσπάθησα να τη συνεφέρω. Ήταν αδύνατο.
"–Τα δυο μου αδέρφια είναι εκεί", μπόρεσε μόνο να αρθρώσει. Την πήρα
στην αγκαλιά μου
και της χάιδεψα τα μαλλιά.
"–Μη φοβάσαι, καλή μου" της είπα. "Δε θα σε προδώσω".
Για μια στιγμή ησύχασε. Ύστερα άρχισε ένα μακρύ μοιρολόι που μου σπάραζε
την καρδιά.
Δεν άντεχα άλλο. Βγήκα στο μπαλκόνι.
Μια βαριά μυρουδιά με χτύπησε. Τώρα οι αλαλαγμοί του πλήθους ακούγονταν
καθαρά και
το αλλόκοτο φως ανέβαινε ως τον ουρανό. Ένιωσα ότι θα λιποθυμούσα,
καθώς ο αέρας
έφερνε προς το μέρος μου τις αναθυμιάσεις από τις καμένες σάρκες. Ήταν
κόλαση κι
εφιάλτης. "Η αυτοκρατορία του Αινεία εκδικείται την πυρπόληση της Τροίας",
είπα.
Λόγια. Η καρδιά μου ζητούσε να ξεσπάει και δε μπορούσε να γλιτώσει
με λόγια. Το μάτι
μου έπεσε στον πίνακα που ζωγράφιζα πιο πριν, καθώς τον φώτιζαν οι
αναλαμπές της
φωτιάς. Μου φάνηκε ψεύτικος και κενός. "Τέχνη δεν είναι να ζωγραφίζεις
ρομαντικά
δειλινά, αλλά ν' αγωνίζεσαι για τον άνθρωπο που υποφέρει", ψιθύρισα.
"Αντί να αγωνίζομαι
για την πραγματική ζωή με τις κραυγές, τα ουρλιαχτά, τον πόνο, φτιάχνω
ένα ζωγραφιστό
κόσμο, έτσι όπως θα τον έβλεπαν τα μάτια ενός αφελή έφηβου. Όχι δεν
είναι αυτός ο
σκοπός, ούτε του καλλιτέχνη, ούτε του οποιουδήποτε σκεφτόμενου ανθρώπου".
Άρπαξα τον πίνακα και τον έσκισα. Έσπασα τα πινέλα. Πέταξα τις μπογιές.
Ήθελα να
καταστρέψω, να γκρεμίσω, σα να 'θελα με μια χειρονομία να αναποδογυρίσω
ένα κόσμο που
δεν άξιζε νάναι ορθός και που η ύπαρξή του ήταν προσβολή για κάθε άνθρωπο
με καρδιά.
"Απόψε η ψυχή μου αποφάσισε!", δήλωσα σοβαρά.
Όχι, δεν είχε αποφασίσει τίποτα. Είχε όμως κάνει ένα βήμα. Ένα πρώτο
μικρό δειλό βήμα.
Μπήκα στο σπίτι και πήγα στο δωμάτιο της Μαρίας. Την πήρα στην αγκαλιά
μου και την
κράτησα έτσι ως το πρωί. Την ένιωθα κάθε τόσο να σπαρταράει από τους
λυγμούς.
"Υπάρχει τόπος ν' αγωνιστεί ο καθένας", σκεφτόμουν όλη τη νύχτα, <και
δεν είναι δύσκολο
να το ανακαλύψεις: είναι εκεί που υπάρχουν οι βασανισμένοι, οι σκλάβοι,
οι μάρτυρες.
Μόνο που χρειάζεται λιγότερη σκέψη και πλατύτερη καρδιά".
Οι εξελίξεις ήρθαν απανωτές σα να κυνηγούσε η μια την άλλη. Η Μαρία
ήταν χριστιανή,
όπως το φανταζόμουν. Επέμεινε να φύγει για να μη με βάλει σε κίνδυνο.
"–Πού θα πας;" τη ρώτησα.
"–Σε κάποια κατακόμβη".
"–Σε κατακόμβη δεν έπιασαν τ' αδέρφια σου;"
"–Ναι, αλλά ήταν προδοσιά..."
"–Οι προδοσιές δε θα λείψουν όσο υπάρχουν ιδέες. Θα μείνεις εδώ."
Ήμουν μόνο εφτά χρόνια μεγαλύτερή της, αλλά την ένιωθα σαν παιδί μου.
Δεν είχε
γνωρίσει ποτέ μάνα.
Πίστευα ότι ο δικός μου κίνδυνος δεν ήταν πολύ μεγάλος. Θα μπορούσα
να δηλώσω άγνοια
ή και να εγγυηθώ γι' αυτή, ως ρωμαία πολίτιδα, αν κι η ίδια το αρνιόταν.
Αλλά η κατάσταση αυτή δεν κράτησε πολύ. Σε λίγες μέρες ήρθε με άλλους
τέσσερις:
"–Κυρία, τους κυνηγάνε παντού... Είσαι η μόνη που μπορείς να τους σώσεις..."
Με κοιτούσαν ικετευτικά. Ένιωσα σαν το δικαστή που ετοιμάζεται ν' ανακοινώσει
τη
θανατική καταδίκη. Σε μια στιγμή ντράπηκα. Παίζουν κάθε στιγμή το κεφάλι
τους με το
θάνατο κι εγώ κάθομαι στη σιγουριά μου και δικάζω. Όχι, δε θά 'μουν
εγώ που θά 'παιρνα
αυτή την απόφαση για εικοσάχρονα παιδιά, επειδή αγωνίζονταν να φέρουν
πιο κοντά αυτό
που πίστευαν ότι ήταν ένας καλύτερος κόσμος. Τουλάχιστο όχι πριν αγωνιστώ
κι εγώ για το
δικό μου μοντέλο του κόσμου.
"–Πήγαινέ τους στο υπόγειο, Μαρία," είπα στην κοπέλα.
Τώρα ο κίνδυνος ήταν ξεκάθαρος. Για τη Μαρία θα μπορούσα να εγγυηθώ,
αν και η ίδια
ορκιζόταν ότι δεν ήταν χριστιανή. Αλλά για υπόθαλψη στασιαστών δεν
υπήρχε κανένα
ελαφρυντικό. Η Ρώμη ήθελε να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της, γι'
αυτό και είχαν
γεμίσει οι κατακόμβες, "μια υποχθόνια πόλη που έτρωγε τα θεμέλια της
άλλης", όπως
έλεγαν. Όχι, δεν υπήρχε ελαφρυντικό. Αν κάτι μπορούσε να βοηθήσει,
ήταν η επέμβαση
κάποιου υψηλά ιστάμενου προσώπου, εφ' όσον θα ήθελε να το διακινδυνέψει.
Και δεν είχα
με κανένα τόσο στενές σχέσεις.
Άρχισα πάλι να δέχομαι τις προσκλήσεις των ξαδελφιών μου για να τονίσω
τη ρωμαϊκή μου
ιδιότητα που την είχα περιφρονήσει για καιρό. Ήταν η εποχή με τη λιγότερη
διάθεση για
εξόδους και συμπόσια, αλλά είχα υποχρέωση σε πέντε άτομα και στον εαυτό
μου. Ήμουν
επαναστάτρια δεύτερης ή τρίτης κατηγορίας. Είχα πολλές επιφυλάξεις
για να είμαι στην
πρώτη γραμμή, αλλά σ' ένα κόσμο που καιγόταν δε μπορούσα να μείνω αδιάφορη.
Αυτό
μπορεί να είναι η πρώτη σκέψη κάθε επαναστάτη, αλλά αμφέβαλλα αν θα
πήγαινα ποτέ
στη δεύτερη.
Το σπίτι μου ήταν τεράστιο, απομονωμένο από τα άλλα, και θα μπορούσε
να κρύψει όχι
πέντε, αλλά πενήντα άτομα. Το θέμα ήταν ότι σε τέτοιες περιπτώσεις
το παιχνίδι παίζεται
πιο πολύ με την προδοσιά. Και τότε κανένα σπίτι δεν είναι ασφαλές.
Η ιστορία κράτησε σχεδόν ένα μήνα. Η Μαρία κυκλοφορούσε ελεύθερα για
να μη
δημιουργεί υποψίες. Οι άλλοι έβγαιναν πολύ σπάνια και μόνο τη νύχτα.
Συχνά κατέβαινα
στο υπόγειο και τους έβλεπα.
Συζητούσαμε αρκετά. Ήμουν περίεργη να μάθω ποιος ήταν ο κόσμος για
τον οποίο
αγωνίζονταν αυτοί οι νέοι και που τους έδινε κουράγιο να παίζουν με
το θάνατο. Από τις
πρώτες κι όλας κουβέντες τους κατάλαβα πόσο λίγα ήταν τα κοινά τους
σημεία.
Ο Ιγνάτιος ήταν φανατικός κι ουτοπιστής:
"–Ο καιρός έρχεται", έλεγε. "Το δέντρο σάπισε. Όπου νάναι θα κατέβει
ο Μεσσίας με το
χρυσό τσεκούρι να το κόψει και να εγκαθιδρύσει τη βασιλεία των ουρανών
στη γη. Θά 'χει
δίπλα του τις στρατιές των αγγέλων. Θ' απλώσει την ευτυχία, την καλοσύνη
και την αγάπη
στα πέρατα του κόσμου. Θα εξαλείψει τις αρρώστιες, τον πόνο και το
θάνατο. Όλοι θα
ζούμε ευτυχισμένοι, ώσπου να κληθούμε στον παράδεισο, στην αιώνια ευτυχία.
Νιώθω το
φτερούγισμα των αγγέλων που ξεκίνησαν κι έρχονται. Δε μπορεί να γελιέμαι.
Η καρδιά δε
γελιέται ποτέ".
"–Γιατί υπάρχει τόση μιζέρια στη γη; Τόσος πόνος και θάνατος;" τον
ρώτησα.
"–Ο Θεός μας δοκιμάζει για να δει πόσο αξίζουμε την ευτυχία που μας
προετοιμάζει. Όσο
πιο καλοί γινόμαστε, τόσο πιο γρήγορα πετούν οι άγγελοι προς τη γη..."
"–Παραμύθια!" έκανε ο Μάξιμος, γόνος μιας παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας.
"Παραμύθια για το απλοϊκό μυαλό του ανθρώπου. Εκείνο που χρειάζεται
είναι φωτιά και
τσεκούρι, όχι νηστείες, και προσευχές. Να μη μείνει τίποτα όρθιο, κι
ό,τι χτιστεί ύστερα, να
μην έχει μέσα του τίποτα παλιό. Ο κόσμος σάπισε, δεν παίρνει μπαλώματα,
θέλει
ξεθεμέλιωμα. Τι είπε ο Χριστός; ούτε ένας πλούσιος στη βασιλεία μου!
Έδωσε το σύνθημα:
θάνατος στους πλούσιους! Ο Θεός δε θα ρωτάει πόσο νήστεψες, αλλά πόσους
πλούσιους
σκότωσες. Αυτό θα ρωτάει. Γιατί οι δυνατοί παίρνουν τη δύναμή τους
από τη δικιά μας
αδυναμία. Όταν αυτοί λείψουν, η δύναμη θα ξαναγυρίσει σ' εμάς, θα γίνουμε
ελεύθεροι...".
Νόμισα ότι θα πιάνονταν στα χέρια κι ήταν το πιο ακατάλληλο μέρος για
φωνές. Μπήκε
στη μέση ο Βαρνάβας, ένας νεαρός έμπορος από τη Σιδώνα, και προσπάθησε
να τους
καθησυχάσει.
"–Ο κόσμος δεν είναι άσπρο-μαύρο", είπε ήρεμα. "Εγώ είμαι έμπορος,
δεν είμαι ρήτορας,
εκτός κι αν πρόκειται να μιλήσω για υφάσματα. Ο κόσμος τούτος χρειάζεται
ησυχία, τάξη.
Είναι σα το εμπόριο, δε θέλει βιάση. Καθένας νά 'χει τη δουλίτσα του,
να ζει ο φτωχός, να
ζει κι ο πλούσιος, να περνάνε όλοι ήσυχα μέχρι να σημάνει η ώρα τους.
Ισότητες και τέτοια
είναι παραμύθια. Καθένας όσο μπορεί, κι όσο θέλει, μόνο να μη φτάνουμε
στ' άκρα και
σκοτωνόμαστε. Στον άλλο κόσμο, που θά 'μαστε μόνο ψυχές, θα χορτάσουμε
από ισότητα.
Τι μπορεί να φάει μια ψυχή; Εδώ όμως έχουμε στομάχια, μυαλό, άλλος
θέλει πολλά, άλλος
θέλει λίγα. Έτσι λέω εγώ και να με συμπαθάτε".
"–Πώς έγινες χριστιανός, Βαρνάβα;" τον ρώτησα.
"–Είχα ένα μαγαζάκι, όχι σπουδαία πράματα, ίσα που δούλευαν τέσσερα-πέντε
άτομα.
Έμαθα ότι τρεις απ' αυτούς ήταν χριστιανοί. Τι μ' έκοβε εμένα όσο έκαναν
καλά τη δουλειά
τους και με σέβονταν; Τό 'μαθαν οι άλλοι, ήρθαν μια νύχτα έβαλαν φωτιά
στο μαγαζί.
Έμεινα στο δρόμο. Τι να κάνω; Πήγα μαζί τους... Τώρα, λέω, μπόρα είναι
θα περάσει, θα
ξαναβρεί ο κόσμος το δρόμο του, θα ξαναφτιάξουμε το βιος μας".
Γύρισα στο Φίλιππο, το μεγαλύτερο της παρέας, γύρω στα τριάντα πέντε.
Τον έλεγαν "ο
γέρος". Άκουγε πολύ και μίλαγε σπάνια.
"–Εσύ τι λες, Φίλιππε;" τον ρώτησα. "Πώς λες εσύ ότι θάναι ο κόσμος
που θά 'ρθει;"
"–Δεν ξέρω", έκανε απλά.
"–Δεν ξέρεις; Και πώς μπορείς να αγωνίζεσαι για ένα κόσμο που δεν ξέρεις
πώς θά 'ναι;"
"-Δεν έχω αυταπάτες, Κλαυδία. Ξέρω πως ό,τι έγινε ή ό,τι είναι να γίνει,
θα γίνει μόνο απ'
τον άνθρωπο. Ο Θεός κάθεται στο θρόνο του και μας κοιτάει, αν κάνει
έστω κι αυτό. Εμείς
είμαστε που πάμε τον κόσμο μπροστά ή πίσω. Βάζω κι εγώ το χέρι μου
και σπρώχνω όσο
μπορώ κατακεί που θαρρώ ότι είναι ο σωστός δρόμος. Τώρα, πόσο γρήγορα
θα πάει, αν
φτάσει ποτές και πώς θα είναι εκεί, μη με ρωτάς, δεν ξέρω. Ξέρω μόνο
πως τούτη είναι όλη
η ζωή, δεν έχει άλλη, κι ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει εδώ.>
"–Πώς μπορείς αυτή την απαισιοδοξία να την κάνεις αγώνα; Μου φαίνεται
υπεράνθρωπο".
"-Δεν είναι απαισιοδοξία. Είναι η πείρα της ιστορίας. Ούτε υπεράνθρωπο
είναι -κι εσύ
κινδυνεύεις το ίδιο."
"–Το ξέρω. Τι γίνεται όμως αν ο δρόμος αυτός είναι λαθεμένος;"
"–Δεν έχουμε άλλο τρόπο από τη δοκιμή. Δεν υπάρχει κανένας να μας δείξει
την αλάθητη
πορεία".
Γύρισα στην κοπέλα:
"–Εσύ τί λες, Μαρία;"
"–Δεν ξέρω, κυρία. Νιώθω ότι ο κόσμος θά 'ναι αλλιώτικος. Δε θα υπάρχουν
σκληρά
αφεντικά. Θά 'ναι όλοι σαν εσένα. Δε θα φοβούνται οι άνθρωποι και θ'
αγαπάει ο ένας τον
άλλον".
Τα γεγονότα ήρθαν απότομα. Είχα αποφασίσει να πάω σ' ένα μεγάλο συμπόσιο
που είχε
διοργανώσει ο θείος μου. Θα ήταν πρόκληση να μην πήγαινα και άλλωστε,
όπως είπα,
έψαχνα να βρω κάποια στηρίγματα για περίπτωση ανάγκης. Ντύθηκα και
στολίστηκα για
να κάνω την καλύτερη δυνατή εντύπωση. Έβαλα τα ακριβά μου κοσμήματα.
Δεν ήξερα
πόση σημασία θά 'χε αυτό για το μέλλον μου, αλλά για εντελώς διαφορετικό
λόγο... Φόρεσα
και το "γαλάζιο χαμόγελο στα χείλη", όπως λέει και το τραγούδι, και
στάθηκα μπροστά
στον καθρέφτη. "Τι είσαι λοιπόν, Κλαυδία;" ρώτησε ο μικρός εαυτός μου.
"Μοναχική ή
κοσμοπολίτισσα; Κένταυρος ή Μινώταυρος; Θα προτιμούσα νά 'σαι Κένταυρος
-νάναι τουλάχιστο το
κεφάλι ανθρώπινο..." "Είμαι αυτό που δείχνει ο καθρέφτης και τίποτα
άλλο, απαίσιε!" του
φώναξα και ξεκίνησα.
Η γιορτή ήταν εντυπωσιακή, πομπώδης και πληκτική σαν όλες όσες είχα
παρακολουθήσει
τελευταία. Θα πλησίαζαν μεσάνυχτα κι είχα αρχίσει να πλήττω και να
νιώθω κουρασμένη
μέχρι θανάτου, όταν σε μια γωνιά ξέκρινα τη Μαρία να μου γνέφει. Σχεδόν
κατάλαβα τα
πάντα. Την πήρα απόμερα στον κήπο. Μου εξήγησε τί είχε συμβεί. Πριν
από λίγη ώρα
είχαν ορμήσει στο σπίτι οι στρατιώτες. Δεν ήταν με τους άλλους και
πρόλαβε να ξεφύγει.
Γλίτωσε κι ο Μάξιμος, ποιος ξέρει πώς...
"–Πού είναι ο Μάξιμος τώρα;"
"–Δεν ξέρω, κυρία. Χάθηκε μες τη νύχτα. Έβριζε ότι εσύ τους πρόδωσες..."
"–Το πιστεύεις εσύ αυτό;"
"–Όχι, κυρία. Ποτέ!"
"–Πάμε, λοιπόν, γρήγορα. Τώρα ψάχνουν για μένα".
Ήταν μια κουβέντα. Δεν είχαμε πού να πάμε. Για μια στιγμή σκέφτηκα
να μείνω στου θείου
μου και να κάνω την ανήξερη. Δύσκολη υπόθεση. Δεν είχα ιδιαίτερα στενούς
δεσμούς μαζί
του και δεν ήμουν καθόλου σίγουρη ότι θα αναλάβαινε το μεγάλο κίνδυνο
που απαιτούσε η
περίσταση.
Η Μαρία θυμήθηκε τις κατακόμβες. Βαδίσαμε ώρες μέχρι να φτάσουμε ως
εκεί, μέσα από
μια κόλαση σκοτάδι. Ήμασταν κι οι δυο τρομαγμένες, ταλαιπωρημένες και
εξαντλημένες.
Με κοίταξαν με υποψία. Η Μαρία χρειάστηκε να τους μιλήσει πολλή ώρα
για να πειστούν.
Θ' αναρωτιούνταν ασφαλώς τι γύρευε μια πλούσια ρωμαία, σ' αυτή την
κόλαση, κι ίσως δεν
είχαν άδικο. Τελικά μας άφησαν σε μια υγρή γωνιά και πέσαμε, ακουμπισμένη
η μια πάνω
στην άλλη, σ' ένα βαθύ λήθαργο.
Όταν ξύπνησα, προσπάθησα να βάλω το μυαλό μου να σκεφτεί κάποια λύση.
Τίποτα. Είχε
πέσει μια νάρκη στη σκέψη μου και ο νους μου δεν έλεγε να βγάλει άκρη.
Η Μαρία ήταν κι
αυτή ανήσυχη. Προσπάθησα να το συζητήσω μαζί της, αλλά το είχε δεχτεί
τόσο μοιραία,
όπως όλοι εκεί μέσα, που δε με βοήθησε καθόλου η συζήτηση.
Σα να μην έφτανε αυτό, κάποια στιγμή η κοπέλα έβαλε τις φωνές:
"–Κυρία, τι έγιναν τα κοσμήματά σου;"
Έλειπαν τα πιο πολλά, πιθανώς αυτά που μπορούσαν να κλαπούν χωρίς να
με ξυπνήσει ο
κλέφτης. Έβαλα κι εγώ τις φωνές. Ήρθε ένα γεροντάκι, που φαινόταν να
είναι ο αρχηγός,
γιατί όλοι του μιλούσαν με σεβασμό και φόβο. Έμαθε τι έγινε, αγρίεψε,
τους μάζεψε όλους,
καμιά πενηνταριά άτομα. Ξαναγρίεψε, τους απείλησε με φωτιές και κόλαση.
Τίποτα. Έβαλε
κι έγινε έρευνα. Τα κοσμήματα βρέθηκαν σ' ένα αξιοθρήνητο γέρο που
έτρεμε από το φόβο
του. Τρεις νεαροί σήκωσαν τον κλέφτη και τον πήραν. Ο αρχηγός άπλωσε
και μού 'δωσε τα
κοσμήματα. Ύστερα με κάλεσε παράμερα και μού 'πε ψιθυριστά:
"–Δεν ξέρω ποια είσαι, νεαρή κυρία, ούτε ποιοι λόγοι σ' έφεραν εδώ.
Μην εξιδανικεύεις.
Έχω γεράσει στις κατακόμβες κι έχουν δει πολλά τα μάτια μου. Τα μισά
απ' όσα γίνονται
έξω, γίνονται κι εδώ. Αυτό, αν το σκεφτείς, δεν είναι μικρή πρόοδος.
Μπορεί κάποτε να
γίνονται πιο λίγα. Ο καιρός είναι μπροστά, ας τον περιμένουμε."
Ήταν ειλικρινής και λυπημένος.
"–Κράτησέ τα", του είπα και του τα ξανάδωσα. Μπορεί να σας χρειαστούν.
Είναι η
πληρωμή μου για όσο καιρό μείνω μαζί σας!"
Συγκινήθηκε, μού φάνηκε ότι τα μάτια του ήταν υγρά:
"–Αν δεν είχα και κάτι τέτοιες στιγμές στη ζωή μου, δε θα άντεχα",
ομολόγησε. "Δε θα
άντεχα στο σκοτάδι στις κατακόμβες και στις ψυχές".
Πάντως αλλάξαμε αμέσως μέρος. Δεν έμαθα τίποτα για την τύχη του κλέφτη,
αλλά
φοβόμουν ότι η τιμωρία θά 'ταν σκληρή κι ένιωθα υπαίτια.
"–Πρέπει να φυλαγόμαστε", δικιολογήθηκε ο γεροντάκος. "Ο αγώνας σε
μεγάλο βαθμό
γίνεται σε επίπεδο καταδοτών. Έχουν τους δικούς τους ανάμεσά μας -όταν
έρθει η ώρα και
γεμίσει μια κατακόμβη, έρχονται και μας πιάνουν. Έχουμε κι εμείς τους
δικούς μας, στο
στρατό, στη διοίκηση -όταν μάθουν κάτι στέλνουν και μας ειδοποιούν.
Βρώμικος κόσμος,
όσο μεγάλη ιδέα κι αν είναι η ιδέα για την οποία πολεμάς. Καμιά φορά
εκεί που μιλάω και
λέω "αδέρφια και σύντροφοι", μού 'ρχεται να πω "αδέρφια, σύντροφοι
και καταδότες".
"–Εμένα πώς μ' εμπιστεύεστε;" τον ρώτησα. "Δεν είμαι καν χριστιανή..."
"–Αρχή μας είναι να μην εμπιστευόμαστε κανέναν. Φυσικά δε μπορούμε
να τους διώξουμε
όλους. Ως προς εσένα είχαμε τις επιφυλάξεις μας στην αρχή, όχι όμως
τώρα. Δεν είναι έτσι
οι καταδότες. Όπου δεις μιζέρια, φόβο, βρωμιά, εκεί είναι, δηλαδή σχεδόν
παντού".
Υπήρχε μόνιμος τρόμος που γινόταν μεγαλύτερος, επειδή δε μπορούσες
να εμπιστευτείς
κανένα. Ήταν και το σκοτάδι που σ' αγρίευε πιο πολύ.
Αναρωτιέμαι ποιος νά 'ταν ο καταδότης στο σπίτι μου -ποιος απ' τους
τέσσερις, γιατί βγάζω
έξω τη Μαρία...
Αλλάξαμε κατακόμβη άλλες δυο φορές. Τη δεύτερη φορά ειδοποιηθήκαμε μόλις
την
τελευταία στιγμή. Οι μισοί πιάστηκαν κι αν δεν ήταν το σκοτάδι της
νύχτας, δε θά 'χε
γλιτώσει κανένας...
Άρχισα να μην αντέχω πια. Ζούμε σαν τους τυφλοπόντικες. Έχουμε φτιάξει
μια άλλη Ρώμη
κάτω από την πρώτη και τρώμε τα θεμέλιά της, σχεδόν στην κυριολεξία.
Κάποτε θα πέσει,
αλλά δεν ξέρω πόσοι θά 'χουμε αντέξει ως τότε κι αν θά 'χει μείνει
τίποτα καλό μέσα μας να
προσφέρουμε στον κόσμο. Ο θάνατος είναι τόσο ανώνυμος, που δεν αντέχεται.
Στην αρχή
πιστεύαμε ότι θα περάσει, αλλά πάνε κιόλας τρεις μήνες που γυρίζουμε
από σκοτάδι σε
σκοτάδι και το κακό μεγαλώνει. Τώρα πια δε δείχνω καθόλου σα ρωμαία
κυρία. Τα ρούχα
μου έχουν σκιστεί και καταλερωθεί. Θυμήθηκα το παλιό ρητό: "Αν τα πόδια
σου είναι
ξυλιασμένα, αγάπησέ τα. Αν η καρδιά σου είναι πληγωμένη, αγνόησέ την".
Πόσο θ'αντέξω;
Βαφτίστηκα. "Μαζί μας ή με τους άλλους;" ρωτούν όσους πρωτοέρχονται
στην πίστη. Σε
μένα δεν έκαναν, ούτε αυτή την ερώτηση. Δε είχε νόημα. Ούτε και θα
μπορούσα ν'
αναπτύξω φιλοσοφικά επιχειρήματα. "Τώρα δε θά 'χεις τυπικά κωλύματα
να πας στον
παράδεισο", ειρωνεύτηκε ο εαυτός μου. "Θα σε πάρω μαζί μου για
τιμωρία", του απάντησα.
Η Μαρία είχε αντίθετη γνώμη:
"–Τη στιγμή που βαφτιζόσουν έμοιαζες σαν την Παναγία, κυρία. Σα να
'χες ένα
φωτοστέφανο γύρω στα μαλλιά σου."
Ήξερα ότι έμοιαζα σαν το πιο φοβισμένο πλάσμα στον κόσμο, -μετά τη
Μαρία.
"–Καλά, Μαρία, αλλά μη με λες κυρία πια".
"–Ναι, κυρία...."
Τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο δύσκολα. Τις τελευταίες μέρες πιάστηκαν
τρεις ακόμα
κατακόμβες. Μάθαμε ότι ο επίσκοπος Μαρκελλίνος αρνήθηκε την πίστη για
να σωθεί. Η
φήμη ήταν τόσο επίμονη που αναγκαστήκαμε να την πιστέψουμε και μας
κόπηκαν τα πόδια.
Κάποτε ένας αυτοκράτορας είχε πει ότι θα προτιμούσε να τα βάλει με
έναν επαναστάτη
καίσαρα παρά με τον επίσκοπο Ρώμης. Τώρα δε θα χρειαζόταν να τα βάλει
με κανένα.
Ο γεροντάκος μάς μάζεψε.
"-–Όποιος μπορεί να σώσει τον εαυτό του, ας τον σώσει", είπε. "Οι άνθρωποί
μας πιάστηκαν
οι περισσότεροι, οι άλλοι φοβούνται. Ας σκορπίσουμε μήπως γλιτώσουν
μερικοί".
Μάς ασπάστηκε έναν έναν και μας ευχήθηκε ειρήνη.
"–Στο καλό, νεαρή αδελφή," μου είπε. "Φύγε μακριά απ' την καταραμένη
πόλη. Εγώ θα
μείνω. Είμαι γέρος, συνήθισα πια το φόβο, το θάνατο, τις κατακόμβες.
'Ισως και να
κουράστηκα να ζω πια. Εσύ όμως είσαι νέα κι άμαθη. Σε χρειάζεται η
ζωή. Φύγε μακριά από
το θάνατο!"
Φύγαμε. Ήταν καιρός να γυρίσω πίσω. Ένιωθα τις ρίζες μου νά 'χουν κοπεί,
δεν άντεχα
άλλο. Μια ζωή είχα φτιαχτεί στην ευαισθησία. Δεν άντεχα αυτό το σκληρό
κόσμο που μου
ετοίμασε η μοίρα ή η πορεία μου. Στην πατρίδα θα βάσταγα περισσότερο,
η τουλάχιστο δε
θα πήγαινα εντελώς χαμένη, θά 'μενε κάποια μνήμη.
Ρώτησα τη Μαρία, αν θέλει να με ακολουθήσει.
"–Θά 'ρθω μαζί σου, όπου κι αν πας. Εγώ δεν είχα ποτέ πατρίδα".
"–Από τώρα θά 'χεις", τη διαβεβαίωσα.
"–Πώς θα πάμε όμως; Πώς θα πληρώσουμε τα ναύλα;"
"–Από τα λεφτά που θα πάρουμε πουλώντας τα λίγα κοσμήματα που κράτησα.
Φτάνουν να
περάσουμε μισή ζωή, έτσι όπως θα ζούμε εμείς".
Φύγαμε με το πρώτο φορταγωγό πλοίο που μάς δέχτηκε.
Ήταν κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού που άρχισα να γράφω αυτές
τις σελίδες για τα
χρόνια που έλειπα -μια προσπάθεια να τα κλείσω στο χαρτί και να ενώσω,
όσο μπορούσαν
να ενωθούν, αυτά τα δυο ανόμοια κομμάτια που τα χώριζαν πέντε χρόνια
ταξίδια.