Ποιήματα του Δημήτρη Π. Κρανιώτη
|
|
|
||||||||
|
|
|
|
|
||||||
|
|
|
||||||||
|
|
|
Η νέα
ποιητική συλλογή “Νοητή Γραμμή” |
|
||||||
|
|
|
||||||||
|
|
|
Πληροφορίες για το βιβλίο: ISBN: 960-90107-1-7
Δημήτρης Π. Κρανιώτης 41222 Λάρισα |
|
|
|||||
Από την ποιητική συλλογή
«Νοητή Γραμμή» (2005):
Καπνοί
από τσιγάρα
και κούπες
γεμάτες καφέ,
δίπλα
στη νοητή γραμμή,
που η δίνη
των λέξεων
ακουμπά
και γνέφει
τραυματισμένη
τη σιωπή μου.
Ιδανικά
Βουνά χιονισμένα,
μνημεία αρχαία,
βοριάς που μας γνέφει,
σκέψη που κυλά,
εικόνες βαμμένες
με ύμνους ιστορίας,
λέξεις επιγραφών
με ιδανικά γεωμετρίας.
Ψευδαισθήσεις
Βουβές ρυτίδες
στο μέτωπό μας
τα σύνορα της ιστορίας,
ρίχνουν κλεμμένες ματιές
σε στίχους του Ομήρου.
Ψευδαισθήσεις
γεμάτες ενοχές
λυτρώνουν
τραυματισμένους ψίθυρους,
που έγιναν αντίλαλοι
σε φωτισμένες σπηλιές
ανόητων κι
αθώων.
Η γεύση των φρούτων
δεν φεύγει
απ’ το στόμα
μου,
μα η πίκρα των λόγων
γκρεμίζει τα σύννεφα
και στύβει το χιόνι,
μετρώντας τα βότσαλα.
Μα εσύ
δεν μου είπες
γιατί με ξεγέλασες,
γιατί με τον πόνο
και τ’ άδικο θέλησες,
να πεις πως το τέλος
πάντα με δάκρυα
καίγεται.
Μονολεκτικά
ενδύματα
Κύματα περισπωμένης,
φουρτούνες επιρρημάτων,
ανεμόμυλοι ρημάτων,
κοχύλια αποσιωπητικών,
στο νησί των ποιημάτων
της ψυχής,
του νου,
της σκέψης,
μονολεκτικών ενδυμάτων
που φοράς
για να αντέξεις!
Η νύχτα
που έπνιξε
τις ατέλειωτες στιγμές
που ήθελα
να ζήσω,
πέρασε
χωρίς ν’ ανάψω
το κερί,
που ήθελα να ζεστάνει
τα μην και τα μηδέν.
Κουβάρι
οι προσευχές
ψιθυρίζουν
φοβισμένες.
Ανόητα Εγώ
πνίγονται,
δίχως ποτέ
να μάθεις
τι ζητώ.
Αρνήσεις
Βουή αυτοκινήτων
σφραγίζει το ξημέρωμα
με κοφτές απαντήσεις,
με ανένδοτες αρνήσεις,
που επαναλαμβάνονται
ρητά
κάθε δειλινό.
Σαν έρωτας
αστράφτει φως,
σαν πίστη
μας κρατάει,
σαν παντοκράτωρ
μας νικά,
σαν πίκρα
μας κεντάει,
η Ποίηση!
Η νύχτα με γέλασε
σαν θέλησα τ’ άστρα να κλέψω.
Κι απλώθηκε η ελπίδα
της δύναμης, της αίσθησης,
η απειλή της νίκης.
Και πάλεψα με όνειρα,
κυνηγώντας εφιάλτες
του μεσημεριού,
κυνηγώντας λόγια της χαράς
που γίνηκαν λόγχες.
Δεν θέλησα να πω
πως αντίκρισα το τέλος,
πως ξέχασα το χαμόγελο
μιας νέας αρχής.
Πληγές που δεν νιώθω
το πόσο πονούν,
κοιτώ να γεμίζουν
εμένα, εσένα.
Κι η αλήθεια της κίνησης,
η αλήθεια του φρένου,
δεν γέλασε σαν έψαλα
τη φράση ενός ύμνου.
Μιλιά, ησυχία
και σίγουρες νότες
που γίνηκαν λόγχες,
που μ’ έπνιξαν σε δάση
με λίμνες του ανέμου,
που γύρισαν μια λέξη
σαν δείκτη ρολογιού
πίσω στο χρόνο.
Ναι, η λύση με θαμπώνει
κι ελπίζω στο αδιέξοδο.
Ναι, η θύμηση με λιώνει
και νιώθω την ανάσα μου
να καίει, να με παγώνει,
λόγχη γεμάτη δάκρυα,
λόγχη γεμάτη θάρρος.
Δεν γέρασα κι ας θέλησα
να πιω το γέλιο,
δεν γέλασα ανώφελα
στην κορφή της ζήσης,
σαν μου ’παν πως δεν έφταιγα
για τ’ αύριο του τώρα.
Κι απλώθηκε η ένταση
του άγχους, της θυσίας.
Και μίσησα τις υπερβολές,
τα λάθη, τις υποσχέσεις.
Και μίσησα κι αγάπησα
Η ζωή μετράει
τους κανόνες,
η δύση τις εξαιρέσεις τους.
Η βροχή πίνει
τους αιώνες,
η άνοιξη τα όνειρά μας.
Ο αετός βλέπει
τις ηλιαχτίδες
κι η νιότη τα οράματα.
Σμιλεύω
όνειρα πλατιά
να γίνουν
αστροναύτες.
Σμιλεύω
ελπίδες φωτεινές
να γίνουν
επαναστάτες.
Το τζάκι
θέλησε
να βάλει τελεία,
στην πρόταση
που ο δρόμος
των ονείρων μου
κόλλησε
στη λέξη ευτυχία,
με σπίθες
από βρεγμένα κούτσουρα
που μάζεψα
από μέσα μου,
που τόλμησα
να τα κάνω στάχτη.
Όρια
Θραύσματα γυαλιών
στο άδειο δωμάτιο
των άναρθρων ψιθύρων,
ματώνουν
τα όριά μας,
γεμίζουν
με πληγές
το χάδι της ψυχής μας.
Το σύννεφο πάλεψε
με την άμμο
κάτω απ’ τη βροχή
των όχι και των
ναι,
πατώντας με δύναμη
στη λογική που ακούει
το αδιέξοδο των
ίσως.
Κατά αγνώστων
Με τη λογική
ανοικτών θυρών,
υπό το φως
μισοσβησμένων αξιών,
ευχετήριες κάρτες
δημοσίων σχέσεων,
με μηνύσεις
κατά αγνώστων.
Από την ποιητική συλλογή
«Ίχνη» (1985):
Ο χρόνος είναι άνεμος,
που με το φύσημά του
πάνω στην άμμο της ζωής,
θίνες
με λύπες ή χαρές,
εδώ κι εκεί σωριάζει.
Κραυγή
Η λήξη που ακούστηκε
του πρώτου ημιχρόνου,
κραυγή
ασάλευτου βοριά,
μαρμαρωμένου φόνου,
φανέρωσε
απ’ το βλέμμα της
το πέρασμα του χρόνου.
Σας μιλώ,
μην αδιαφορείτε.
Αυτή η στιγμή,
για μένα
είναι σημαντική.
Είμαι ευτυχισμένος.
Αυτά είπα
κι όλοι λυπήθηκαν.
Έφυγαν
με σκυμμένο κεφάλι.
Την έλεγαν τρελή
Αγαπούσε
τα λουλούδια, τα δέντρα.
Φιλούσε
τις παπαρούνες, τους κρίνους.
Έπαιζε
με τα ζώα, σαν τα παιδιά.
Λάτρευε
τους ανθρώπους, τα πουλιά.
Θυσιαζόταν
για τη ζωή, για την αγάπη.
Την έλεγαν τρελή!
Άραγε γιατί;
Αλλόκοτος κόσμος
Είδα φωτιές
στις ψυχές των ανθρώπων.
Θαύμασα τα έργα τους.
Φώναξα «βοήθεια»
στη σιωπή.
Απελπίστηκα.
Έσπρωξα το φόβο
στα Τάρταρα.
Ανδρώθηκα.
Τράβηξα τη νιότη
απ’ τα θεριά.
Μπόρεσα.
Σκέπασα με αγάπη
τα τριγύρω μου.
Λευτερώθηκα.
Από την ποιητική συλλογή «Πήλινα Πρόσωπα» (1992):
Πήλινα πρόσωπα,
ανέκφραστα,
θαμμένα
κάτω απ’ την άμμο
πολυσύχναστης πλαζ,
με χαμόγελα από μπετόν,
τα πρόσωπά μας.
Επανάληψη
Συνάντησα
στη μέση του δρόμου
ένα παλιό μου λάθος
και το προσπέρασα.
Βιάστηκα
να επαναλάβω
τον εαυτό μου.
Φτερό αετού
θαμμένο στην άσφαλτο,
σιγή ατέρμονη
απόλυτου μηδενός,
λατέρνα σπασμένη
στο τζάκι της βροχής,
το
Μέλλον!
Νίκη
Σύντομη
της νίκης η ζωή.
στη λάσπη των λαθών,
στη λάσπη της ασφάλτου.
© Δημήτρης Π. Κρανιώτης