1) Η προσαρμογή, στον κόσμο των γνώσεών μας, ομάδας αισθημάτων και η ερμηνεία τους ανάλογα με την ψυχοσύνθεσή μας το να μπορούμε άμεσα να γνωρίσουμε το χώρο που μας περιβάλλει, με τη βοήθεια και τη συνεργασία των αισθητήριων οργάνων.
Τα διάφορα ερεθίσματα που δεχόμαστε από το περιβάλλον μάς δημιουργούν τα αισθήματα π.χ. όταν παρατηρούμε ένα δέντρο, το δέντρο είναι για μας ένα ερέθισμα και μας δημιουργεί το οπτικό αίσθημα. Κάθε φορά ο ερεθισμός μεταβιβάζεται με ιδιαίτερο νεύρο σε ειδικό εγκεφαλικό κέντρο και έχουμε ανάλογα αισθήματα (οπτικά, ακουστικά, γευστικά, απτικά κ.λπ.). Όταν σταματήσει το ερέθισμα να υπάρχει για μας, τότε πάλι έχουμε γνώση του αντικειμένου που μας προκαλούσε το αίσθημα στην περίπτωση αυτή έχουμε παράσταση και όχι αίσθημα. Όταν η παράσταση γίνει πιο μόνιμη και πιο σταθερή στο νοητικό μας χώρο, τότε έχουμε αντίληψη. Επομένως η αντίληψη είναι η πρώτη συνειδησιακή πράξη για τη γνώση του κόσμου. Πρέπει να έχουμε τέσσερις συνειδησιακές ενέργειες για να έχουμε αντίληψη, και μάλιστα κατά διαδοχική σειρά: α) ερεθίσματα, β) αισθήματα, γ) παραστάσεις δ) κρίση. Για να έχουμε ακριβή και πλήρη αντίληψη, πρέπει τα αισθητήρια όργανα να λειτουργούν σωστά και να διαβιβάζουν σωστές πληροφορίες στον εγκέφαλο.
2) Από κοινωνική άποψη για την αντίληψη.
3) Κατά το Αστικό Δίκαιο είναι μια περίπτωση προστασίας, στην οποία κατατάσσονται όσοι είναι πνευματικά ανίκανοι, σωματικά ανάπηροι, οι άσωτοι, οι αλκοολικοί και οι τοξικομανείς. Γι' αυτούς όλους ορίζεται δικαστικός αντιλήπτορας. Αυτός δεν εκπροσωπεί αυτόν που τέθηκε υπό αντίληψη, απλώς δίνει τη συγκατάθεσή του για τη διενέργεια ορισμένων πράξεων (συνήθως πράξεων που αφορούν την περιουσία του αντιληπτομένου). Κατά τα άλλα αυτός είναι ελεύθερος. Μπορεί π.χ. να συνάψει γάμο, να αποφασίσει αν πρέπει να σπουδάσει κ.ά. Η συναίνεση του δικαστικού αντιλήπτορα πρέπει να δίνεται, πριν επιχειρηθεί η πράξη ή κατά την επιχείρησή της. Αν δοθεί μετά την πράξη, εξακολουθεί η πράξη να είναι άκυρη. Άκυρες είναι και οι πράξεις που επιχειρήθηκαν χωρίς τη συναίνεση του αντιλήπτορα. Όταν ο αντιλήπτορας αρνηθεί να συναινέσει, η συναίνεση αναπληρώνεται με δικαστική απόφαση. Η αντίληψη καταργείται, ύστερα από δικαστική απόφαση, αφού δεν υπάρχουν πια λόγοι να υπάρχει.