|
Ιθάκη
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ'έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.
|
ITHAKA
When setting out upon your way to Ithaca,
wish always that your course be long,
full of adventure, full of lore.
Of the Laestrygones and of the Cyclopes,
of an irate Poseidon never be afraid;
such things along your way you will not find,
if lofty is your thinking, if fine sentiment
in spirit and in body touches you.
Neither Laestrygones nor Cyclopes,
nor wild Poseidon will you ever meet,
unless you bear them in your soul,
unless your soul has raised them up in front of you.
Wish always that your course be long;
that many there be of summer morns
when with such pleasure, such great joy,
you enter ports now for the first time seen;
that you may stop at some Phoenician marts,
to purchase there the best of wares,
mother-of-pearl and coral, amber, ebony,
hedonic perfumes of all sorts--
as many such hedonic perfumes as you can;
that you may go to various Egyptian towns
to learn, and learn from those schooled there.
Your mind should ever be on Ithaca.
Your reaching there is your prime goal.
But do not rush your journey anywise.
Better that it should last for many years,
and that, now old, you moor at Ithaca at last,
a man enriched by all you gained upon the way,
and not expecting Ithaca to give you further wealth.
For Ithaca has given you the lovely trip.
Without her you would not have set your course.
There is no more that she can give.
If Ithaca seems then too lean, you have not been deceived.
As wise as you are now become, of such experience,
you will have understood what Ithaca stands for. |
|
Κ. Π. Καβάφης - Η Ζωή και το Εργο του
Ο Κωνσταντίνος
Π. Καβάφης, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1863 (29 Απριλίου)
και πέθανε στην ίδια πόλη το 1933 την ημέρα των γενεθλίων του. Ηταν το ένατο
και τελευταίο παιδί του Πέτρου Ι. Καβάφη (Κωνσταντινούπολη, 1814 -
Αλεξάνδρεια, 1870), μεγαλέμπορου βαμβακιού, από φαναριώτικο γένος που οι
ρίζες του φαίνεται πως είναι βυζαντινές και της Χαρίκλειας Φωτιάδη (Νιχώρι
Κωνσταντινουπόλεως, 1834 - Αλεξάνδρεια, 1899) από παλαιότατη οικογένεια της
Πόλης. Υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, η μεγαλύτερη πνευματική φυσιογνωμία της
Αλεξάνδρειας.
Ο μικρός Καβάφης ζει τα πρώτα παιδικά του χρόνια στην Αλεξάνδρεια, μέσα σε
εξαιρετικές συνθήκες ευημερίας. Στο ισόγειο του διώροφου σπιτιού των
Καβάφηδων στην αριστοκρατική οδό Σερίφ, στεγάζονταν τα γραφεία του
ακμαιότατου εμπορικού οίκου «Καβάφης & Σία» (κύριος συνέταιρος ο Γεώργιος
Καβάφης, θείος του ποιητή, εγκατεστημένος στο Λονδίνο), ενώ η οικογένεια του
Πέτρου Καβάφη διαβίωνε με χαρακτηριστική άνεση στο πρώτο και στο δεύτερο
πάτωμα, διατηρώντας Γάλλο παιδαγωγό, Αγγλίδα τροφό, Έλληνες υπηρέτες, Ιταλό
αμαξά και Αιγύπτιο θυρωρό!
To 1870 με το θάνατο του πατέρα Καβάφη αρχίζει, ουσιαστικά, η σταθερή πορεία
της οικογένειας προς την οικονομική κρίση και παρακμή. Το 1872 η Χαρίκλεια
Καβάφη μετακομίζει με τα παιδιά της στην Αγγλία όπου και θα παραμείνουν τα
επόμενα έξι χρόνια (κυρίως στο Λίβερπουλ αλλά και στο Λονδίνο). Ο μικρός
Καβάφης σπουδάζει σε αγγλικό σχολείο όπου και διδάσκεται για μητρική του
γλώσσα την αγγλική αλλά παράλληλα μαθαίνει και ελληνικά και γαλλικά. Μετά
από λίγα χρόνια παραμονής στην Αγγλία αναγκάζονται να επιστρέψουν στην
Αλεξάνδρεια καθώς τα οικονομικά της οικογένειας πηγαίνουν άσχημα και η
οικογενειακή επιχείρηση διαλύεται. Ο Καβάφης συνεχίζει τις σπουδές του στο
Εμποροπρακτικό Λύκειο «Ερμής» ενώ παράλληλα υπάρχουν σαφή στοιχεία ότι κατά
το διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην επιστροφή από την Αγγλία (1878) και
στο ξεκίνημα της φοίτησης στον «Ερμή» (1881), ο Καβάφης είχε αρχίσει να
μελετά και να εργάζεται πνευματικά από μόνος του, χρησιμοποιώντας βιβλία από
τις δανειστικές βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας. Σ' αυτήν την τριετία ανάγεται
και η φιλόδοξη απόπειρά του να συντάξει ένα ιστορικό λεξικό, προσπάθεια που
δεν ολοκληρώθηκε αφού τα λήμματα του έργου σταμάτησαν «στη μοιραία λέξη
Αλέξανδρος».
Το 1882, στη διάρκεια της αιγυπτιακής εξέγερσης κατά των Αγγλων, πηγαίνει με
την οικογένειά του για τρία χρόνια (ως τον Οκτώβριο του 1885) στην
Κωνσταντινούπολη, στο σπίτι του φαναριώτη παππού του, Γεωργάκη Φωτιάδη. Η
τριετής παραμονή του Καβάφη στην Πόλη αποδεικνύεται ιδιαιτέρως σημαντική και
κρίσιμη για διαφορετικούς λόγους. Σύμφωνα με τις βιογραφικές σημειώσεις της
Ρίκας Σεγκοπούλου, ο ομοσεξουαλισμός του άρχισε να εκδηλώνεται στα 1883.
Παράλληλα, γνωρίζουμε, ότι ο ποιητής άρχισε να εκφράζει ζωηρό ενδιαφέρον για
να ακολουθήσει πολιτική και δημοσιογραφική καριέρα. Φυσικά, το πιο
αξιοσημείωτο αυτής της περιόδου, είναι το γεγονός ότι η παραμονή του στην
Πόλη συμπίπτει με τις πρώτες μαρτυρημένες συστηματικές του προσπάθειες να
επιδοθεί στην τέχνη του ποιητικού λόγου. Τεκμήριο της πρώιμης αυτής
προσπάθειας του Καβάφη, αποτελεί μια ομάδα αδημοσίευτων από τον ίδιο
ποιημάτων, τα οποία εκδόθηκαν μαζί με άλλα ανέκδοτα ποιήματα το 1968 από το
Γ.Π. Σαββίδη. Τον καιρό εκείνο συμπληρώνει και τις μελέτες του πάνω στην
αρχαία και μεσαιωνική ελληνική φιλολογία που τις είχε αρχίσει την εποχή
ακόμα που βρισκόταν στην Αγγλία.
Τον Οκτώβριο του 1885, ο Καβάφης γυρίζει στην Αλεξάνδρεια μαζί με τη μητέρα
του και τους αδελφούς του, Αλέξανδρο και Παύλο. Με την επιστροφή του, ο
Καβάφης εγκαταλείπει την αγγλική υπηκοότητα (που είχε αποκτήσει ο πατέρας
του στα 1850) και παίρνει την ελληνική.
Τα πρώτα χρόνια μετά την επιστροφή στην Αλεξάνδρεια είναι μια περίοδος
προσαρμογής. Ο Καβάφης αρχίζει να εργάζεται, όχι ακόμη συστηματικά,
αλλάζοντας διάφορα επαγγέλματα όπως του δημοσιογράφου στην εφημερίδα
«Τηλέγραφος» (1886), του μεσίτη στο Χρηματιστήριο Βάμβακος (1888) και του
άμισθου γραμματέα στο Γραφείο Αρδεύσεων (1889-1892) όπου και θα προσληφθεί
ως έκτακτος έμμισθος υπάλληλος το 1892 και θα εργαστεί μόνιμα εκεί επί
τριάντα χρόνια, μέχρι το 1922, φτάνοντας στο βαθμό του υποτμηματάρχη.
Η κυριότερη χρονολογική τομή ως προς την εξέλιξη του έργου του ποιητή, κατά
την εποχή αυτή, τοποθετείται στα 1891. Είναι η χρονιά κατά την οποία ο
Καβάφης εκδίδει σε μονόφυλλο το πρώτο πραγματικά αξιόλογο ποίημά του (το
Κτίσται) και δημοσιεύει μερικά από τα πιο αξιόλογα πεζά του κείμενα, όπως τα
δύο περί των «Ελγινείων» που παρουσιάζουν δημόσια την πολιτική πλευρά του
ποιητή, «Ολίγαι λέξεις περί στιχουργίας» και άλλα.
Τα οικονομικά του βελτιώνονται σημαντικά και τα επόμενα χρόνια ταξιδεύει στο
Κάιρο (1893), στο Παρίσι και στο Λονδίνο με τον αδελφό του Τζων (1897). Το
1899 πεθαίνει η μητέρα του σε ηλικία 65 ετών, γεγονός που συγκλονίζει τον
ποιητή. Το 1901 και το 1903 ταξιδεύει στην Ελλάδα και γνωρίζεται στην Αθήνα
με Ελληνες πεζογράφους (Πολέμης, Ξενόπουλος, Πορφύρας). Στις 30 Νοεμβρίου
του 1903, δημοσιεύεται στα Παναθήναια το ιστορικό άρθρο του Ξενόπουλου για
τον Καβάφη με τίτλο «Ένας Ποιητής». Την ίδια χρονιά γράφει και το
σημαντικότερο πεζό κείμενό του, τον «φιλοσοφικό έλεγχο» των ποιημάτων του
που είναι γνωστό με τον τίτλο «Ποιητική». Τα επόμενα χρόνια κυλούν ανάμεσα
σε ποιητικούς, φιλοσοφικούς στοχασμούς, γνωριμίες με εξέχουσες
προσωπικότητες στην Αλεξάνδρεια (Ιων Δραγούμης, Ε.Μ. Φόρστερ), ανανεώσεις
συμβολαίων εργασίας στις Αρδεύσεις και τους διαδοχικούς θανάτους των αδερφών
του. Σημαντικό βιογραφικό στοιχείο αποτελεί και η εγκατάσταση του ποιητή στο
περίφημο σπίτι-εργαστήρι της οδού Λέψιους στα 1907, όπου και θα περάσει το
υπόλοιπο της ζωής του δημιουργώντας το σημαντικότερο τμήμα, ποσοτικά και
ποιοτικά του έργου του.
Το 1922 δηλώνει την πρόθεσή του να μη συνεχίσει την εργασία του στις
Αρδεύσεις απ' όπου και παραιτείται με το βαθμό του υποτμηματάρχη («επιτέλους
ελευθερώθηκα απ' αυτό το μισητό πράγμα») και χωρίς καμιά περίσπαση
αφοσιώνεται στη συμπλήρωση του ποιητικού του έργου. Το 1926 η κυβέρνηση του
δικτάτορα Πάγκαλου απονέμει στον Καβάφη το παράσημο του Φοίνικος, διάκριση
την οποία ο ποιητής αποδέχεται υποστηρίζοντας ότι «Το παράσημο μου το
απένειμε η Ελληνική Πολιτεία, την οποία σέβομαι και αγαπώ. Η επιστροφή του
παρασήμου θα είναι προσβολή εκ μέρους μου προς την Ελληνικήν Πολιτείαν γι'
αυτό και το κρατώ». Το 1927 γνωρίζεται με τη Μαρίκα Κοτοπούλη και το Νίκο
Καζαντζάκη. Από το 1930 αρχίζει να υποφέρει από το λάρυγγά του και τον
Ιούλιο του 1932 οι γιατροί διαγιγνώσκουν καρκίνο του λάρυγγα. Πηγαίνει στην
Αθήνα όπου εισάγεται σε νοσοκομείο και του γίνεται τραχειοτομία. Μετά από
τετράμηνη παραμονή στην Αθήνα, επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια όπου και το
επόμενο έτος, 1933, στις 29 Απριλίου, μέρα των γενεθλίων του, πεθαίνει.
Το «πάθος» του Κ.Π. Καβάφη
Ο Καβάφης είχε ένα μεγάλο «πάθος», μια παρεκτροπή από τα συνήθη που οι
περισσότεροι μελετητές του έργου και της ζωής του θεωρούν ότι πρόκειται για
την ομοφυλοφιλική ερωτική ζωή του ποιητή.
Χαρακτηριστικές του ψυχοπνευματικού βασανισμού του είναι οι βραχυγραφημένες
σημειώσεις που κρατά:
«Πρέπει αλύγιστα να επιβάλω στον εαυτό μου ένα τέρμα εώς την 1η Απριλίου,
διαφορετικά δεν θα μπορέσω να ταξιδέψω. Θ' αρρωστήσω και πώς θα περάσω τη
θάλασσα, και πώς, αρρωστημένος θ' απολαύσω το ταξίδι μου;
16 Μαρτίου: Μεσάνυχτα. Υπέκυψα εκ νέου. Απελπισία, απελπισία, απελπισία.
Καμιά ελπίδα δεν υπάρχει. Παρεκτός αν σταματήσω ως τις 15 Απριλίου. Ο θεός
βοηθός.»
και κάπου αλλού:
«Υφίσταμαι μαρτύριο. Σηκώθηκα και γράφω τώρα. Τί θα κάμω και τι θα γίνει; Τί
να κάνω; ...Βοήθεια. Είμαι χαμένος.»
Απ' αυτές τις σημειώσεις ενός απελπισμένου ανθρώπου που ζητάει απεγνωσμένα
βοήθεια καθώς και από τα ερωτικά ποιήματά του, πολλοί μελετητές έβγαλαν
αβίαστα το συμπέρασμα περί της ανώμαλης σεξουαλικής συμπεριφοράς του ποιητή.
Και όμως ...
Ο Ατανάζιο Κατράρο, πρώτος μεταφραστής στα ιταλικά των ποιημάτων του Καβάφη
και προσωπικός του φίλος, γράφει:
«Την ομοφυλοφιλία του Καβάφη τη βαραίνει ένα μεγάλο ερωτηματικό, που
χρειάζεται βαθιά συνετή και αντικειμενική μελέτη και δεν αποκλείεται η
απόφαση να είναι απαλλακτική. Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να προσκομίσει μια
απόδειξη για το αμάρτημα που αποδίδεται στον ποιητή και ποτέ δεν βρέθηκε
ανακατεμένος σ' ένα σκάνδαλο.»
Διπλής σημασίας η παραπάνω δήλωση. Πρόκειται για δήλωση προσωπικού φίλου του
ποιητή που εννοείται ότι γνωρίζει καλά τον άνθρωπο και επιπλέον αναφέρεται η
έλλειψη αποδείξεων και σκανδάλων στα οποία να είχε ανακατευτεί ο ποιητής.
Σε ανάλογες βάσεις (που δεν είναι δυνατόν να αναφερθούν) στηρίχτηκαν, ο
Στρατής Τσίρκας και ο Ι.Μ. Χατζηφώτης για να εκφράσουν την πολύ ενδιαφέρουσα
άποψη ότι το «πάθος» του Καβάφη δεν ήταν η ομοφυλοφιλία του αλλά ο
αυνανισμός και ο αλκοολισμός. Ηταν πολύ ντροπαλός (όπως εξάλλου ομολογείται
απ' όλους) ο ποιητής για να προχωρήσει σε κάτι περισσότερο από το «μοναχικό»
πάθος του, υποστηρίζει ο Ι.Μ. Χατζηφώτης. Ετσι τα ερωτικά ποιήματα του
Καβάφη κινούνται - σύμφωνα με τη γνώμη των δύο λογοτεχνών - στα όρια της
φαντασίας και του απραγματοποίητου. Είχε τις προθέσεις ο Καβάφης αλλά δεν
τις έκανε πράξη...
Για περισσότερες, όμως, πληροφορίες πάνω στο ενδιαφέρον αυτό θέμα της ζωής
του Καβάφη, θα σας προτείνω το βιβλίο «Καβαφικά» του Ι.Μ. Χατζηφώτη (πήγαινε
στις εκδόσεις).
Το Εργο του Κ.Π. Καβάφη
Ο Κάβαφης, όσο ζούσε, δεν εξέδωσε ποτέ ολόκληρο το ποιητικό του έργο, το
οποίο, άλλωστε, συμπλήρωνε ως την τελευταία στιγμή της ζωής του. Ούτε,
φυσικά, πραγματοποίησε ποτέ μια κανονικά εμπορική έκδοση. Ακολούθησε ένα
δικό του, ιδιόρρυθμο σύστημα έκδοσης και κυκλοφορίας του έργου, το οποίο και
προκάλεσε πολλές συζητήσεις στο χώρο των καβαφικών μελετών. Σύμφωνα με τη
διδακτορική διατριβή του Γ.Π. Σαββίδη, υπήρξαν τρία διαφορετικά στάδια
εκδοτικής τακτικής, σε «μονόφυλλα», «τεύχη» και «συλλογές», τα οποία
αντιπροσωπεύουν τρεις διαφορετικές φάσεις στην ιστορία της καβαφικής
ποίησης. Η μέθοδος των «μονόφυλλων» χρησιμοποιείται από το 1891 ως και το
1904, οπότε ο ποιητής τυπώνει το πρώτο «τεύχος» με 21 ποιήματα. Η πρώτη
χρονολογική «συλλογή » του κυκλοφόρησε, ιδιωτικά πάντα κατά την πάγια
τακτική του, το 1912 και η πρώτη θεματική «συλλογή» του το 1917. Για πρώτη
φορά συγκεντρωμένο ολόκληρο το σώμα της αναγνωρισμένης καβαφικής ποίησης,
κυκλοφόρησε το 1935 με επιμέλεια της Ρίκας Σεγκοπούλου, ενώ σήμερα
κυκλοφορούν έγκυρες εκδόσεις των «αναγνωρισμένων», των «ανέκδοτων», των
«αποκηρυγμένων» ποιημάτων (φροντισμένες από το Γ.Π. Σαββίδη) και των
«ατελών» ποιημάτων του (από τη Ρενάτα Λαβανίνι).
Ολα τα ποιήματά του ο Καβάφης τα έγραψε στην ελληνική, με την εξαίρεση
ελαχίστων από τα μέχρι το 1968 ανεκδότων ποιημάτων του.
Συνολικά τα ποιήματα που έγραψε ο Καβάφης είναι 154. Επιπλέον θα πρέπει να
υπολογιστούν άλλα 75 που παρέμειναν ανέκδοτα εώς το 1968 και τα οποία
βρέθηκαν στο Αρχείο του ή σε χέρια φίλων του καθώς και 27 ποιήματα που
δημοσίευσε μεν ο ίδιος μεταξύ 1886 και 1898 αλλά που αργότερα τα αποκήρυξε.
Ο Καβάφης έγραψε και κάποια πεζά, δοκίμια, μελέτες, μεταξύ των οποίων: «Τα
Ελγίνεια Μάρμαρα», «Οι Βυζαντινοί ποιηταί», «Το Κυπριακόν ζήτημα», «Το Τέλος
του Οδυσσέως», «Μία σελίς της Τρωϊκής Ιστορίας» κ.α.
Σύμφωνα με διευκρινίσεις και υποδείξεις του ποιητή, τα ποιήματά του
κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες: τα ιστορικά, τα φιλοσοφικά και τα ηδονικά
ή αισθησιακά. Αν και στην αρχή η ποίηση του Κ.Π. Καβάφη συνάντησε την
εχθρότητα και την επιφύλαξη του πνευματικού κόσμου, με τον καιρό επιβλήθηκε
στη συνείδηση όλων σαν ένας ιδιόμορφος αλλά μεστός και γεμάτος με ουσιαστικό
περιεχόμενο ποιητής που δεν ενδιαφερόταν για την εξωτερική εμφάνιση του
στίχου του αλλά μονάχα για τον εσωτερικό στοχασμό, τη φιλοσοφική σκέψη και
το στοχαστικό δίδαγμα.
Μετά θάνατον, ο Καβάφης έγινε αντικείμενο μακρόχρονης μελέτης από ποιητές
και μελετητές του έργου του σε όλο τον κόσμο. Τα ποιήματά του εκδόθηκαν και
εκδίδονται σε συλλογές, ενώ πρόκειται και για τον πιο πολυμεταφρασμένο
Νεοέλληνα λογοτέχνη. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά,
γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, ολλανδέζικα, αραβικά, γιαπωνέζικα, αρμένικα,
ινδικά, σλαβικές γλώσσες και σε πάρα πολλές άλλες γλώσσες.
Στην οδό Λέψιους στην Αλεξάνδρεια, το διαμέρισμα του Καβάφη έχει μετατραπεί
σε μουσείο με εκδόσεις, χειρόγραφα, μεταφράσεις, δημοσιεύματα και έργα
τέχνης εμπνευσμένα από το έργο του, πλούσιο φωτογραφικό, φιλολογικό και άλλο
υλικό. |
C.P. Cavafy's Biography
Constantine P.
Cavafy (Kavafis), born in Alexandria, Egypt, in 1863, was the ninth and last
child of Constantinopolitan parents. His father, Peter Cavafy, left
Constantinople as a young man (in 1836) to join his elder brother George in
England where the two worked with Greek business firms in Manchester,
London, and Liverpool. They returned to London in 1846, and three years
later founded Cavafy Brothers, an export-import firm that prospered for some
years dealing in Egyptian cotton and Manchester textiles. In 1894 Peter
revisited Constantinople and there married Hariklia, daughter of a diamond
merchant, George Photiadis, of Yenikoy on the Bosphorus (she was then a girl
of fourteen). He left her in his mother's house in Pera and returned the
following year to bring her and her first-born son to England. In August of
that year (1850) he obtained British nationality, and he and his family
spent the next few years in Liverpool. In late 1854 or early 1855 the family
moved to Alexandria, and the Alexandrian branch of Cavafy Brothers soon
became the central office of the family firm. Peter died in 1870, leaving
the family poorly provided for. Hariklia and her seven sons moved to England
two years later. The eldest son, George, became manager of the family firm
in London, and the second son, Peter, manager in Liverpool. Their
inexperience caused the ruin of the family fortunes. George's
injudiciousness largely contributed to the liquidation of the firm in 1879,
and Peter managed to lose their private inheritance by unwise speculations.
With the exception of George, who stayed on in London, the family returned
to a life of gentei poverty in Alexandria.
The seven years that Cavafy spent in England, between the ages of nine and
sixteen, were important in the shaping of his poetic sensibility. Apart from
his reading in English literature, he became so much at home in the English
language and so familiar with English manners that the influence of both
remained with him throughout his life (he is reported to have spoken his
native Greek with a slight British accent until the day he died). His first
verse was written in English (signed "Constantine Cavafy"), and both his
subsequent practice as a poet and his limited prose criticism demonstrate a
substantial familiarity with the English poetic tradition, in particular the
works of Shakespeare, Browning, and Oscar Wilde.
Immediately after Cavafy returned to Alexandria from London, he enrolled for
a brief period at the Hermis Lyceum, a commercial school that served the
leading families in the Greek community. This is the only instance of formal
education indicated by the biographical data currently available to us.
During the same period he began a historical dictionary that was
interrupted, significantly, at the entry "Alexander". Then, in 1882, before
the British bombardment of Alexandria, Hariklia again moved her family
abroad for a three-year interval, this time back to Constantinople, where
her father gave them room in his house at Yenikoy and where she and the
three sons with her (including Constantine) lived on what her other three
sons, who had returned to Alexandria, were able to send her from their
scanty earnings. It was a time of poverty and discomfort, but it proved to
be another significant stage in the development of Cavafy's sensibility. He
wrote his first poems - in English, French, and Greek - during this
interval, and he apparently had his first homosexual affairs. There is also
some evidence that he began to think of a career in politics or journalism,
but was discouraged because he had never- attended law school. In any case,
soon after his return to Alexandria in 1885, he received a press card as
correspondent for the Alexandrian newspaper Telegraphos, and by 1888 he was
working at the Egyptian Stock Exchange as assistant to his brother
Aristidis. But much of his ambition during these years was devoted to the
writing of poems and a few prose essays, including one in English entitled
"Give Back the Elgin Marbles".
At the age of twenty-nine Cavafy took up an appointment as special clerk in
the Irrigation Service (Third Circle) of the Ministry of Public Works, where
he had apparently been doing piece-work as an unsalaried clerk for as long
as three years, while waiting for an appropriate vacancy to occur. He held
this appointment for the next thirty years, and it provided the principal
source of his income, supplemented by speculative earnings (sometimes quite
substantial) on the Egyptian Stock Exchange, which admitted him as a broker
in 1894. His Greek citizenship precluded his becoming a member of the
so-called "permanent staff" of the Service which was restricted to British
or Egyptian subjects, but during the course of his career he received
regular increases in salary (from 7 pounds a month in 1892 to 33 pounds a
month in 1919), and he retired in 1922 with the rank of "Assistant
Director". He continued to live in Alexandria until his death, from cancer
of the larynx, in 1933. It is recorded that he received the holy communion
of the Orthodox Church shortly before dying, and that his last motion was to
draw a circle on a blank sheet of paper and then place a period in the
middle of the circle.
From the outline of his sparse history, it would seem that Cavafy's richest
life had to be the inner life sustained by his personal relations and his
artistic creativity. Yet what little is known of the poet's social life
suggests an image that is equally undramatic. There is now some reason to
question the traditional view of Cavafy as an isolated figure hiding behind
the dim candlelight of a stuffy, book-lined room (Sareyiannis' memoir
indicates that the poet received visitors often and was known to be a
stimulating, loquacious host when the mood struck him). At the same time,
the bare facts of his biography suggest an unusually restricted circle of
personal relations. He lived with his mother until her death in 1899, then
with his unmarried brothers, and for most of his mature years, alone. The
poet himself identified only two love affairs, both apparently transitory
(see the comment on "September, 1903" and "December, 1903" in C.P. Cavafy:
Passions and Ancient Days). A number of personal notes - largely unpublished
- reveal that Cavafy was tormented until his middle forties not by
complications resulting from his homosexual relationships (as a number of
his erotic poems might lead one to think) but by guilt over what he felt to
be a relentless autoeroticism. His one intimate, long-standing friendship,
so far as is known, was with Alexander Singopoulos, whom Cavafy designated
his heir and literary executor some ten years before his death, that is,
when the poet was sixty years old.
Cavafy did maintain several influential literary relationships during his
later years, including a twenty-year acquaintance with E.M. Forster; and as
his unique contribution to twentieth-century poetry began to receive some
local recognition, he became one of the few literary personalities European
visitors to Alexandria might try to approach. Several of those who managed
to search him out have reported that Cavafy was not only a receptive host
but a learned conversationalist who had the fascinating capacity to gossip
about historical figures from the distant past so as to make them seem a
part of some scandalous intrigue taking place in the Alexandrian world
immediately below the poet's second-floor balcony. Yet for all his local
renown, Cavafy remained virtually unrecognized in Greece until late in his
career (an article on his poetry by Grigori Xenopoulos in 1903 is a
revealing exception), and his own attitude toward the public presentation of
his work suggested an "uncommon aesthetic asceticism" (as expressed in the
introduction to Passions and Ancient Days). Cavafy never offered a volume of
his poems for sale during his lifetime; his method of distributing his work
was to give friends and relatives the several pamphlets of his poems that he
had printed privately and a folder of his latest broadsheets or offprints
held together by a large clip. The only evidence of some public recognition
in Greece during his later years was his receipt, in 1926, of the Order of
the Phoenix from the Greek dictator Pangalos, and his appointment, in 1930,
to the International Committee for the Rupert Brooke memorial statue that
was placed on the island of Skyros. The latter may have been partly a
consequence of the recognition Cavafy had gained in England by that time,
including publication of "Ithaka" in T.S. Eliol's Criterion and the
enthusiastic interest of T.E. Lawrence, Arnold Toynbee, and others who had
been introduced to his work by E.M. Forster.
Though Cavafy met various men of letters during his several trips to Athens
(including a four-month visit for medical reasons shortly before his death),
he did not receive his full measure of appreciation from the Athenian
literati until some time after the publication of his first collected
edition in 1935. It seems likely that his importance went relatively
unrecognized before his death for exactly those reasons that have now
established him as perhaps the most original and influential Greek poet of
this century: his uncompromising distaste, in his mature years, for rhetoric
of the kind then prevalent among contemporary poets in mainland Greece; his
almost prosaic frugality in the use of figures and metaphors; his constant
evocation of spoken rhythms and colloquialisms; his frank, avant-garde
treatment of homosexual themes; his reintroduction of epigrammatic and
dramatic modes that had remained largely dormant since Hellenistic times;
his often esoteric but brilliantly alive sense of history; his commitment to
Hellenism, coupled with an astute cynicism about politics; his aesthetic
perfectionism; his creation of a rich, unified mythic world during his
mature years. These attributes, not yet in fashion during his day, and his
refusal to enter the market place even to buy prestige, may have prevented
him from realising all but the most private rewards for his genius. They are
also among the characteristics most likely to assure him an enduring place
in the longest literary tradition the Western World has known.
|